Βιβλία

κριτική βιβλίων.jpg                               

λογότυπο μικρότερο

Π. ΕΝΙΓΟΥΕϊ – ΔΕΝ ΘΑ ΞΑΝΑΓΡΑΨΩ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

%ce%b5%ce%bd%ce%b9%ce%b3%ce%bf%cf%85%ce%ad%ce%b9Αυτό το βιβλίο πραγματικά δεν έχει όμοιό του. Είναι ένα απίστευτο συγγραφικό έπος -για να προσεγγίσω λίγο το στυλ του συγγραφέα, που δεν έχει προηγούμενο στην ελληνική και την παγκόσμια λογοτεχνία. Αστειεύομαι; Ναι, αλλά όπως κάνει και ο συγκεκριμένος συγγραφέας, υπερβάλλω τόσο πολύ που τελικά ξαναβρίσκω κάτι από την αλήθεια με το πρόσχημα ενός ευφυολογήματος. Πραγματικά λοιπόν, αυτό είναι ένα μοναδικό βιβλίο.

Τι ακριβώς μπορεί να πραγματεύεται ένα βιβλίο με τίτλο: «Δεν ξαναγράφω άλλα διηγήματα και άλλα διηγήματα»; Είναι μάλλον εύκολο να το μαντέψουμε. Ασχολείται με συγγραφέα, τον εαυτό του, το βιβλίο του, τα διηγήματά του και με την περιπέτεια της γραφής γενικότερα.
Θα μπορούσε να είναι η επιτομή της γραφικότητας να αυτοομφαλοσκοπείται (νομίζω ότι εφηύρα μια λέξη) ο συγγραφέας. Αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Γιατί ο Π. Ενιγουέι (που παρεπιμπτόντως έχει διακριθεί και σε δικούς μας διαγωνισμούς) δεν είναι απλώς ένας συγγραφέας που χαίρεται να γράφει για τον εαυτό του -όπως όλοι οι συγγραφείς, ας το παραδεχτούμε- αλλά διασκεδάζει αφάνταστα με αυτό και διασκεδάζει επίσης τον αναγνώστη. Αυτό το καταφέρνει τερματίζοντας την πίστα «αυτοναφορικότητα». Παίζει με το όνομά του, παίζει με τον τίτλο της συλλογής του, παίζει με τους μελλοντικούς συγγραφικούς του θριάμβους, παίζει με τα κλασικά βιβλία, και, με λίγα λόγια: παίζοντας με τον εαυτό του περιπαίζει κάθε πιθανή και απίθανη εκδοχή της ζωής ενός συγγραφέα. Οραματίζεται τον εαυτό του λήμμα στη wikipedia, μήλον της έριδος για την Εταιρεία συγγραφέων, αντικείμενο μελέτης διαπρεπών κριτικών, μέχρι και σημείο αναφοράς για συγγραφείς που έχουν ήδη προϋπάρξει.
Από τον συγγραφικό του οίστρο και το παιχνίδι της αυτο-εξομολογητικής γραφής δεν γλυτώνει ούτε η περιπέτεια της αυτοέκδοσης, όπου με διάφορες mocumentary αναφορές σατιρίζει ανελέητα τον υπέροχο κόσμο της αυτοέκδοσης (λέγεται και αρπαχτής) και της εκμετάλλευσης των ματαιόδοξων συγγραφέων.
Θα μπορούσε να είναι μια απλή επίδειξη χιούμορ ή ακόμη χειρότερα κλασική επίδειξη συγγραφικής μονομανίας. Αλλά ο Π. Ενιγουέι, περνώντας μέσα από αυτά, και με όπλο του τον αυτοσαρκασμό ξαναγυρίζει στην αφετηρία ενός πανέξυπνου παιχνιδιού που συγ-γράφει με τον αναγνώστη -ιδιαίτερα αν τυχαίνει να είναι και ο ίδιος συγγραφέας- σίγουρα θα το απολαύσει.
Μικρό απόσπασμα για να πάρετε μια ιδέα:
Βαρέθηκα. Να ανοίγω τον υπολογιστή. Βαρέθηκα. Να ανοίγω το word. Βαρέθηκα. Να πιάνω το mouse.α πατάω πλήκτρα. Να κυνηγάω λέξεις.Να έχω τις λέξεις -να ψάχνω τη σειρά. Να διορθώνω λάθη, ορθογραφικά, συντακτικά, χρονικά… Όλο λάθη. Πολλά λάθη. Και το μεγαλύτερο λάθος το διορθώνω τώρα, μετά από πολύ καιρό: Δεν θα ξαναγράψω ποτέ πια άλλα διηγήματα. Λάθος. Δεν θα ξαναγράψω ποτέ, ποτέ, μα ποτέ πια άλλα διηγήματα. Λάθος. Δεν θα ξαναγράψω ποτέ, ποτέ, μα ποτέ πια άλλα διηγήματα που να υπερβαίνουν τις ογδόντα λέξεις.

 

εκδόσεις Θράκα
σελίδες 120
Πρώτη έκδοση: Σεπτέμβριος 2016

λογότυπο μικρότερο


ΠΑΘΗΤΙΚΟ ΚΑΘΙΣΜΑ, του Δημήτρη Τούλιου

εξωΗ ποιητική συλλογή «παθητικό κάθισμα» είναι ένα μόνο από τα δείγματα γραφής του πολυπράγμονα και πολυτάλαντου Δημήτρη Τούλιου που η (καλή μας) τύχη το έφερε να είναι πλέον ο άνθρωπος πίσω από τις περισσότερες εικόνες που διακοσμούν το νησί τα τελευταία χρόνια.  Είναι δύσκολο να παρουσιάσεις έναν «δικό σου» άνθρωπο. Μας αρκεί να σημειώσουμε όμως το εξής: ο Δημήτρης Τούλιος γράφει ποίηση και διηγήματα, φτιάχνει τραγούδια, ζωγραφίζει, σκιτσάρει και ποιος ξέρει τι άλλο ακόμη. Όμως σε όλα αυτά που τουλάχιστον ξέρουμε εμείς υπάρχουν πάντα κοινά σημεία. Ο λόγος του (με την ευρύτερη έννοια) είναι απλός, άμεσος, ειλικρινής, ενώ δεν του λείπουν ποτέ οι σατιρικές πινελιές (είτε πρόκειται για καμβά είτε για πληκτρολόγιο) που πολύ συχνά εμπνέονται από (ή καταλήγουν σε) μια θλιμμένη ενατένιση της ανθρώπινης μοίρας. Ο Δημήτρης Τούλιος συνεχίζει να παίρνει ερεθίσματα από τη ζωή και να τα επιστρέφει σε διάφορες μορφές τέχνης. Το παθητικό κάθισμα είναι απλά ένας ακόμη σταθμός, σε μια διαδρομή που σίγουρα κρύβει πολλές εκπλήξεις στο μέλλον.

Τρία δείγματα της ποιητικής του συλλογής που κυκλοφόρησε πολύ πρόσφατα από τις εκδόσεις ‘’Χαραμάδα’’:

 

ΘΕΣΗ 23

Προς το παράθυρο τα μάτια,

Μα ο αγκώνας μου άγγιγμα στη διπλανή ύπαρξη.

Καστανά κύματα μαλλιά,

μια θεά στο κάθισμα-ειδώλιο

ταξιδεύει κοντά μου

για λιγο

ως τον προορισμό της.

Μασά φύλλα αθανασίας.

Καπνίζει μέσα στη σκέψη μου φυσαλίδες κουβεντούλας.

Φαντάζομαι –εκεί που πάει- ένα μεγαλειώδες κτίριο πως

την περιμένει να την καταπιεί.

Να γευτεί το σώμα της,

Τα ωραία μακριά της δάχτυλα να επιμηκύνει με τα χείλη του.

Δεν τολμώ να την κοιτάξω,

είναι τόσο όμορφη,

μου προσφέρεται μόνο η θέση εκ δεξιών της.

Ταξιδεύει για αρχιτεκτονικά σχεδιασμένη μεγάλη ζωή.

Οδεύει προς σπουδαία πλάνα,

όμορφο κόσμο εύοσμο πάει να δει

Το μόνο που αποπειρώμαι να κοιτάξω είναι τα χέρια της.

Τα βαφτίζω εκφραστικά κι αυτομάτως εγώ,

πνίγομαι στην κολυμπήθρα της διαπίστωσης,

ελαττωματικός.

Μα στη χαραμάδα των δαχτύλων της,

ένα εισιτήριο, μου σκοτείνιασε το ενδιαφέρον

Απλά κατεβαίνει στην αγορά.

 

Λ

Παιδικές αναμνήσει,

ασκήσεις θαραλλέας πτώσης

ανώδυνης.

Βάρος και απώλεια τριβής.

Άνοδος στο κορυφαίο σημείο.

Ένα γέλιο και τσούλησα.

Η κατάληξη πάντα ίδια: Στην άμμο να σβήσει η σπίθα.

 

Κι ύστερα ξανά και ξανά.

Θυμάμαι που σκαρφάλωνα αντίθετα.

Δυσάρεστο να ολισθαίνεις, στα γκρεμνά της μνήμης

Όταν δεν βλέπεις την κατάληξη.

Άγνωσται αι πηγαί του ανθρώπου!

 

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΣΟΥ

Τα τραγούδια μου είναι η ιστορία μου

δεν έχουν ταξίδια ούτε ανακαλύψεις.

Τα δικά σου τα ακούω ευχαρίστως,

κι ας ειναι η αιτία που κλαίω.

Δεν έχω τα φτερά σου να γράψω κάτι ποιο εύθυμο και

Αέρινο.

Αναδεύω το ποτήρι μου στην οργή μου

Με τα ίδια υλικά:

Απόγνωση, γνώση, άνωση.

Οι αγάπες δεν συχνάζουν πια στο μέρος

που συνεννοηθήκαμε.

Κάτι πήγε λάθος.

Πρέπει να είμαι στραβός

Ή φορά γυαλιά ο γιαλός.

 

Στέκομαι δίπλα σου

πολλά χρόνια βεβαρημένος

ενώ εσύ ανεβαίνεις κατακόρυφα

και σε ζηλεύω με ελαφριά καρδιά.

Έχω μάθει βλέπεις

να πέφτω προς τα πάνω

όταν αδειάζω στην άκρη

το οργισμένο μου κεφάλι

 

 

**

Δημήτρης Τούλιος

Είμαι 48 ετών, παντρεμένος, με δύο παιδιά. Εργάζομαι ως δάσκαλος στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Στα δεκατρία μου κέρδισα διαγωνισμό σύντομης ιστορίας (κόμικ) διανθισμένης με σκίτσα σε συνεργασία με συμμαθητή μου. Επινοώ ιστορίες ή στίχους, περπατώντας μεγάλες αποστάσεις. Κάποτε έγραψα και τη μουσική για ένα θεατρικό που ανέβηκε στην Πάτρα. Γράφω ερασιτεχνικά στιχάκια και ομοίως τα μελοποιώ και τα κοινοποιώ σε καμμιά δεκαριά φίλους. Παίζω μουσική χωρίς όμως να την έχω σπουδάσει. Ενίοτε σκιτσάρω ασπρόμαυρα σκίτσα με βαθύ ή μη νόημα. Ελπίζω κάποτε να γράψω παραμύθι.

λογότυπο μικρότερο

 

 

**

Ο Γρηγόρης Παπαδογιάννης γράφει για το νέο βιβλίο της Βικτώριας Μακρή,

Μια νύχτα με τον Τσέχωφ

remote.jpg.ashx

Το θεατρικό έργο «Τρεις αδελφές» είναι η αφετηρία αυτού του βιβλίου αλλά και η αφορμή για να αρχίσει να εκτυλίσσεται από τα χρόνια της δεκαετίας του ’60, η ιστορία των τριών κοριτσιών –τρεις αδερφές και εκείνες- που θα πρωταγωνιστήσουν στην αφήγηση. Το μυθιστόρημα συνδέεται με το έργο του Τσέχωφ με ένα τρόπο καθοριστικό, από κει νομίζω και ο προφανής φόρος τιμής στον μεγάλο Ρώσο δραματουργό. Όχι μόνο για την ηθελημένη σύμπτωση αλλά κυρίως μέσα από τις ομολογημένες λογοτεχνικές συγγένειες που διαπνέουν ολόκληρο το βιβλίο που γρήγορα βέβαια θα αναπτύξει τη δική του εξέλιξη και θα αφήσει στην άκρη την επιρροή από το θεατρικό έργο ως μία ακόμη παιδική ανάμνηση. Με διάφορες αφορμές όμως οι γραμμές του τσεχωφικού έργου επανέρχονται για να θα λειτουργήσουν ως φώτα πορείας στο αφηγηματικό ταξίδι της Β. Μακρή. Ήδη από την αρχή θα μας δώσει μια ξεκάθαρη κατεύθυνση μέσα από τα λόγια της Ιρίνα. «Τι τα ξαναθυμόμαστε όλα αυτά…» αναρωτιέται η ηρωίδα του Τσέχωφ. Ερώτημα που επιστρέφει σε ολόκληρο το μυθιστόρημα καθώς εξιστορείται η διαδρομή των τριών κοριτσιών ως τη σύγχρονη εποχή.
Το γιατί «τα ξαναθυμόμαστε όλα αυτά…» είναι μια απλή φράση αλλά υποδηλώνει ένα απο τα βασικά μοτίβα της συγγραφέως, την προσπάθεια της αφηγήτριας (μία από τις αδερφές) μέσω της μνήμης (προφανώς και της λογοτεχνίας) να ενώσει ξανά το νήμα και να αναζητήσει το νόημα του ταξιδιού της ζωής μέσα από το ίδιο το ταξίδι -κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Σε ένα κινηματογραφικό στη σύλληψη του αφήγημα με τα τοπία να εναλλάσονται ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ιταλία, την Φλωρεντία και την περιοχή της Τοσκάνης, την Πάτρα, την Κέρκυρα, την Χαλκιδική και άλλους τόπους, τοπία και μαζί σκηνικά στα οποία εκτυλίσσεται η ζωή των τριών γυναικών, η συγγραφέας υφαίνει έναν πολυδιάσταστο ιστό ακολουθώντας τις γραμμές της μοίρας τους, που άλλοτε ενώνονται άλοτε διαχωρίζονται, όχι όμως με γραμμική αφήγηση αλλά με την τεχνική, που επίσης βλέπουμε συχνά στο σινεμά, του πρωθύστερου μοντάζ. Να παρατίθενται δηλαδή τα γεγονότα με άναρχη χρονικά μορφή, μέσα από τις συνειρμικές επιταγές της αφηγήτριας. Έτσι κατορθώνει, χάρη στην άρτια γνώση της τεχνικής της μυθιστορηματικής φόρμας που κατέχει, να συγκεντρώσει, να απαιτήσει θα έλεγα, την προσήλωση του αναγνώστη, τον καθοδηγεί με μαεστρία όχι μόνο να συμπάσχει με την εξέλιξη του δράματος αλλά να τον ωθήσει στην κατανόηση ότι δεν είναι τα επί μέρους επεισόδια που έχουν την σημασία ως αυτοσκοπό στην ανάγνωση μιας ακόμη πολυσύνθετης ιστορίας με επίκεντρο τη ζωή μιας οικογένειας ότι δεν είναι οι έρωτες, οι απογοητεύσεις, οι ματαιώσεις, η διεκδίκηση έστω της ευτυχίας και της ολοκλήρωσης μέσα από την αναζήτηση του άλλου που συνεχώς διαφεύγει: το ουσιαστικό παραμένει αλλού: στην ορατή και αόρατη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα σε τρεις γυναίκες, η οποία παραμένει ισχυρή και αδιάρρηκτη σε πείσμα όσων συμβαίνουν στην επιφάνεια.
Ποια είναι τώρα η διαφορά της γραφής της Βικτώριας Μακρή από τις ευπώλητες κυρίες που συνωθούνται στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων δικεδικώντας μια θέση στην πλήξη άλλων κυριών, επαναλαμβάνοντας το ίδιο και το ίδιο τροπάρι, τον ίδιο πολυχρησιμοποιημένο καμβά: μόνη γυναίκα ψάχνει, δεν βρίσκει, δεν βρίσκει, αλλά στο τέλος η αγάπη (που λέει ο λόγος) θριαμβεύει. Αυτό το αιώνιο σχήμα διαλύεται συνειδητά από την πένα της συγγραφέως που έχει βέβαια τον τρόπο να κρατάει αμείωτο το ενδαιφέρον του αναγνώστη (που φυσικά και δεν είναι προνόμιο των προκάτ ροζ αναγνωσμάτων) και να μιλάει για τον έρωτα χωρίς να τον ευτελίζει και φυσικά (και ευτυχώς) να διεκδικεί δίκαια την ανταμοιβή του ευπώλητου -γιατί υπάρχουν κυριες και κύριοι που δεν τους αρκούν τα τετριμμένα. Προτιμούν κάτι που θα τους ταξιδέψει χωρίς υποχρεωτικούς σταθμούς στο ευτελές και ανούσιο. Προτιμούν κάτι που θα τους μιλήσει (αντί για τις αποχρώσεις ζωών που δεν υπάρχουν πουθενά) για τη ζωή όπως είναι –με αρωγό όμως τη μυθιστορηματική μαγεία. Αυτό ακριβώς τους προσφέρει με το νέο της βιβλίο η Βικτώρια Μακρή και γι’ αυτό είναι ένα βιβλίο που πραγματικά θα αγαπήσει ο απαιτητικός αναγνώστης.

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΜΑΚΡΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΨΥΧΟΓΙΟΣ
ΣΕΛΙΔΕΣ: 384

**

λογότυπο μικρότερο

Καίτη Στεφανάκη: Όζα ροζ

ook oza rozΟ Γρηγόρης Παπαδογιάννης γράφει για την συλλογή μικρών πεζών της Καίτης Στεφανάκη που κυκλοφόρησε πρόσφατα από το «Εντευκτήριο».

**

Μοιάζει λίγο παράδοξο αλλα η πρώτη λέξη που μου έρχεται στο μυαλό διαβάζοντας τα διηγήματα της Καίτης Στεφανάκη, είναι «γενναιότητα». Δεν είναι από τις λέξεις που συνήθως διαλέγεις για να χαρακτηρίσεις ένα λογοτεχνικό κείμενο. Κι όμως, διαβάζοντας τα μικρά αφηγήματα που περιέχονται στην καλαίσθητη -όπως πάντα- έκδοση από το «Εντευκτήριο» της συλλογής «Όζα ροζ», αυτή η λέξη αναδύθηκε στη σκέψη μου, όχι μόνο μία αλλα πολλές φορές.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά τους. Η Καίτη Στεφανάκη, κι εμείς είχαμε την τύχη και την τιμή να το γνωρίσουμε αυτό εδώ και κάποια χρόνια στο νησί μας, είναι μια πολύ ξεχωριστή φωνή που ειδικεύεται και στο σύντομο αφήγημα -μιλώντας για την πεζογραφία μόνο, μια και το ταλέντο της απλώνεται επίσης στη ζωγραφική και την ποίηση.

Η γραφή της έχει όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία που αναδεικνύουν την «ταπεινή» τέχνη της μικρογραφίας ως τουλάχιστον ισάξια με τα μεγαλύτερα σε έκταση πεζογραφικά είδη. Για την ακρίβεια, η λεπτότητα, η ευαισθησία, η εκπληκτική οικονομία στην διαχείριση των λέξεων είναι αρετές που πέρα από το να αναδεικνύουν την αφηγηματική δύναμη της Καίτης Στεφανάκη λειτουργούν ως υπόδειγμα για κάθε έναν/μία συγγραφέα που θα θελήσει να αναμετρηθεί με τις δυσκολίες του απαιτητικότατου αυτού είδους, που βάζει, ειδικότερα στη χώρα μας, σε μεγάλη δοκιμασία την έμφυτη άραγε τάση μας να μην μας αρκεί ποτέ το σύντομο, το περιεκτικό, το λιτό αλλά να θέλουμε πάντα ενστικτωδώς να καταφεύγουμε στο ευρύτερο (συνήθως, δυστυχώς, αυτοαναφορικό, στα όρια του ναρκισισμού) το υπέρβαρο, το υπερφορτωμένο με άχρηστα που θεωρούμε στολίδια.

Ωραία όλα αυτά αλλά πού ακριβώς βρίσκεται το στοιχείο της γενναιότητας σε μια ευγενική, διακριτική και ευαίσθητη φωνή; Συνηθίζουμε να επαινούμε την γραφή που αποκαλύπτει περισσότερα μέσα από την αφαίρεση και τον υπαινιγμό. Στη συγκεκριμένη συλλογή χωρίς ποτέ να χάνεται το μέτρο, χωρίς να εγκαταλείπει ποτέ την συγγραφέα η δεξιοτεχνία της να αφηγείται πολλά με ελάχιστα μέσα, υπάρχει όμως παραδόξως και το στοιχείο της γραφής που δεν οχυρώνεται πίσω από υπονοούμενα ούτε κρύβεται χρησιμοποιώντας μεταφορές. Η ευαισθησία και η λεπτότητα συμβαδίζουν με έναν απροσδόκητο ρεαλισμό είτε πρόκειται για εξομολογητικού χαρακτήρα «αποκαλύψεις» είτε για αναπαράσταση γεγονότων (μένοντας πάντα στη λογοτεχνική σφαίρα εννοείται) που τα αφηγείται με άλλοτε θλιμμένες κι άλλοτε χιουμοριστικες νατουραλιστικές πινελιές.

Εκεί λοιπόν πιστεύω ότι ανακαλύπτω ένα στοιχείο που λείπει συνήθως, όταν μέσα από την αφαίρεση ή την υπαινιικτική γραφή, που δεν παύει φυσικά να έχει την αξία και τη γοητεία της, αποσιωπούμε πράγματα που μας δυσκολεύουν. Εδώ δεν υπάρχει καμία τέτοια πρόθεση. Συνειδητά ή όχι, μέσα σε αυτές τις ιστορίες η συγγραφέας αναμετράται με όσα στοιχειώνουν τις ζωές των ηρώων και ηρωίδων της και δεν διστάζει να βάλει βαθιά το αφηγηματικό της νυστέρι όπου αυτό είναι απαραίτητο. Το γεγονός αυτό καθιστά ως ένα βαθμό «συνυπεύθυνο» τον αναγνώστη στα αφηγούμενα φορές ίσως τον …ξεβολεύει αλλά τελικά, όπως πρέπει να κάνει η τέχνη η αφήγηση δρα θεραπευτικά ή έστω ως παραμυθία. Η συλλογή «Όζα ροζ» πέρα από τη λογοτεχνική απόλαυση που προσφέρει, επαναβεβαιώνει την αξία της μικρής φόρμας και επιπλέον, όπως κάθε σημαντικό βιβλίο, μας διδάσκει ουσιαστικά τρόπους διαχείρισης του λογοτεχνικού είδους που υπηρετεί.

Advertisements