Διηγήματα

 

λογότυπο μικρότερο

Πόρτα της λησμονιάς

– ένα διήγημα από τη συλλογή «Και να βρεθεί, θα με κυνηγάει»,  της Μαρίας Ψωμά-Πετρίδου που κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2015 από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες  //

metanastes-2015
«Θάλασσα!» πρόφεραν στόματα πολλά προσευχή. «Θάλασσα!», η διέξοδος του νερού. Σε παρασύρει μακριά. Σε πάει σε πράσινους τόπους με δένδρα, πουλιά να κελαηδάνε στα κλαδιά, πολίτες άοπλους. Σαν βρεθείς εκεί ξεθωριάζουν οι κραυγές, το αίμα, ο τρόμος, οι σφαίρες, τα ουρλιαχτά. Τα παιδιά πηγαίνουν σχολειό, οι άνδρες στις δουλειές τους καθημερινά με ψηλά το κεφάλι. Αναφέρανε αδέλφια, ξαδέλφια, θείους που την ακολούθησαν. Στέλνανε φωτογραφίες με αστραφτερά χαμόγελα. Τις χάζευα με ζήλια. Έκλεβα τα χαμόγελα, τα έχωνα στις άδειες τσέπες μου πολύτιμο νόμισμα.
Σήμερα βρίσκομαι εγώ να περπατάω μερόνυχτα για να την βρω. Το σακίδιο στην πλάτη, ο Γκαλίπ στους ώμους, η Λαϊλά να ξεφυσάει στο κατόπι, όλο να σκοντάφτει στις πέτρες, να γυρίζω να την αρπάζω απ’ τα ρούχα μην χαθεί στον γκρεμό. Σκοτεινό το μονοπάτι μέσα στα βουνά, ατελείωτο, στενό, με ογκώδεις ίσκιους που αποκαλύπτονται βράχοι την τελευταία στιγμή. Την νύχτα παγωνιά. Την μέρα κάψα. Το νερό να λιγοστεύει στα παγούρια και πηγή πουθενά, αν και δεν απομακρύνομαι να ψάξω μην χάσω την σειρά. Η θάλασσα περιμένει στο τέρμα, μου το έχουν υποσχεθεί. Γεμίζω τα μάτια μου με την προσδοκία της, την διαφυγή. Ξεγελάω το κορμί που βαραίνει απ’ τα πληγιασμένα πόδια, την αγωνία, το κλάμα του Γκαλίπ, τους αναστεναγμούς της Λαϊλά. «Θα φτάσουμε! Θα φτάσουμε!» επαναλαμβάνω στον εαυτό μου. Κοιτάω μονάχα μπροστά. Να πατάω σταθερά, να προχωράμε με ασφάλεια. Ούτε ματιά πίσω. Φεύγοντας, αναστηθήκαμε απ’ τον τάφο τον γεμάτο με τα κουφάρια των γονιών, των πεθερικών μου, αδελφών, ανεψιών μου. Φίλησα τα διαμελισμένα μέλη, πέταξα τα ματωμένα ρούχα. Μου επέβαλα να πιστέψω πως έχω γυναίκα, γιο κι άλλον κανένα. Γι’ αυτούς θα οδοιπορούσα προς μια δεύτερη ζωή. Τι είχα να χάσω;
Συμπατριώτες μου κάνουν το ίδιο. Μαζί οδεύουμε βουβοί, ο καθένας απομονωμένος στην δική του ιστορία. Μας προσπερνάνε, τους προσπερνάμε. Ανταλλάσουμε από καμιά κουβέντα για τ’ απαραίτητα. Το δρόμο που απομένει, τον καιρό και κυρίως τα χρήματα που θα δώσουμε για να μας βάλουν στα καράβια. Το ποσό αλλάζει από στόμα σε στόμα, όπως αλλάζει η φήμη για το ποιοι θα προλάβουν ν’ ανεβούν. Ακούω, δεν μιλάω. Δεν φανερώνω τον φόβο μου. Μετράω και ξαναμετράω το κομπόδεμα που ‘χω δεμένο στο στήθος μου, ελέγχω το μαχαίρι στην κάλτσα μου. Εδώ που έφτασα, η ζωή σου η ζωή μου. Θα μπω στο καράβι μ’ όποιο τίμημα, θα σώσω ετούτα τα τρία σώματα που κατέχω για σπίτι και πατρίδα.
Το ξημέρωμα, σαν αντικρίζω το χάος του κόσμου, το ατέλειωτο του δρόμου, λιποψυχώ. «Που τους πάω;» με δαγκώνει η σκέψη, με ματώνει. Μα δεν βγάζω άχνα. Γυρίζω την πλάτη στην Λαϊλά μην και με διαβάσει. Η γυναίκα πρέπει να σε νιώθει δυνατό, σίγουρο. «Προχώρα!» της φωνάζω.
Το μονοπάτι κάποτε μοιάζει να σώνεται. Κατηφορίζουμε… Ο τόπος παίρνει να ημερεύει. Ο βηματισμός επιταχύνεται. Τα σώματα πλησιάζουν το ένα τ’ άλλο. Φωνές σηκώνονται γύρω μου, μπροστά, πίσω. Χνώτα που ζέχνουν μας περιτριγυρίζουν, μας πνίγουν, πιέζουν να βαδίσουμε πιο γρήγορα. Σφίγγω το χέρι της Λαϊλά. Τον Γκαλίπ τον δένω πάνω μου. Τρέχουμε τώρα σαν ένας, μην χαθούμε, μην πέσουμε και μας ποδοπατήσουν. Τα ρούχα κολλάνε. Τα ρουθούνια στάζουν υγρασία. Το κορμί αγκομαχάει στην προσπάθεια. Να φτάσουμε όρθιοι στην θάλασσα, να φτάσουμε μαζί, να μας πάρει το καράβι, μαύρη πέτρα να ρίξουμε σε ετούτη τη γη της κόλασης.
«Κρυφτείτε!», εμφανίζονται κάποιοι απ’ το πουθενά και μας διατάζουν. «Κρυφτείτε στα δένδρα, στους θάμνους, μέχρι να νυχτώσει πίσσα!». «Σκασμός!» απαιτούν. Υπακούμε. Χωνόμαστε σε μια συστάδα, καθόμαστε καταγής. Ακούω την καρδιά στ’ αυτιά μου. Το τρέμουλο της Λαϊλά επάνω μου, σεισμός. Ανάμεσα όμως απ’ τα φυλλώματα, ξεχωρίζει η θάλασσα στο ηλιοβασίλεμα. Σε περιμένω μου γνέφει. Καταπίνω την αναπνοή μου. Νανουρίζω τον Γκαλίπ πέρα δώθε χωρίς ήχο. Τελειώνουμε όπου να ‘ναι, καταλαγιάζω… Βαδίζω σε καταπράσινα πάρκα. Παιδιά παίζουν ποδόσφαιρο, γελάνε. Κυνηγιούνται με ποδήλατα…
«Φεύγουμε!» μια άγρια φωνή με συνεφέρει. «Μπείτε στη σειρά! Τα λεφτά στα χέρια! Γρήγορα! Γρήγορα!»
Πετιόμαστε απ’ την κρυψώνα. Τρακάρουμε πάνω σ’ άλλους. Σπρωχνόμαστε. Η Λαϊλά κολλημένη στο πλευρό μου προσεύχεται. Μαύρο πηχτό ο ορίζοντας. Δεν ξεχωρίζω κάτι. Μπαστούνια μας χτυπάνε, μας πιέζουν σε σειρά. Τα πόδια βουλιάζουν σε γη μαλακή που υποχωρεί. «Που είναι η θάλασσα, το καράβι;» αγωνιώ.
Τ’ ολόγιομο φεγγάρι που ξεμυτάει απ’ τα σύννεφα, την αποκαλύπτει. Αποκαλύπτει και τρεις βάρκες να τραμπαλίζονται περιμένοντας. Άντρες ντερέκια μπροστά τους, μετράνε τα λεφτά απ’ τον καθένα, τον βάζουν επάνω. Όποιος δεν έχει τα σωστά τον πετάνε στην άκρη.
Έρχεται κι η σειρά μας. Τους τα δίνω. Ανεβαίνουμε. Στοιβαζόμαστε όρθιοι, ο ένας κολλητά με τον άλλο. «Ακίνητοι!» απαιτούν, ενώ ο αέρας παγώνει τον ιδρώτα, ανακατεύει την συσσωρευμένη μπόχα της απελπισίας. Τα πόδια παλεύουν να ισορροπούν στον κινούμενο πάτο. Η Λαϊλά παρακαλάει ψιθυριστά τον Αλλάχ.
Κάποτε ξεκινάμε. Ανοιγόμαστε στον σκοτεινό υδάτινο όγκο που αγκομαχάει, μας σκαμπανεβάζει. Αφήνουμε πίσω την Ασία, τον θρήνο όσων απέμειναν πίσω στην παραλία. Τραβάμε για τα φώτα που αχνοφαίνονται στον ορίζοντα. Η Ευρώπη, η πόρτα της λησμονιάς, κάθε λεπτό που περνάει έρχεται πιο κοντά.
Σφίγγω τον Γκαλίπ. Ρουφάω την εικόνα. Μουσκεύω απ’ τα κύματα που χτυπάνε το σκάφος. Δεν φοβάμαι. Ελπίζω. «Θα μεγαλώσεις!» εκμυστη-ρεύομαι στο αυτί του γιού μου.
Το φεγγάρι κρύβεται μέσα στα πυκνά σύννεφα. Βλέπω μόνο τα φώτα στο βάθος. Ο αέρας δυναμώνει, δυναμώνει… Φουσκώνει τη θάλασσα θεριό που χειμάει επάνω μας.
«Η θάλασσα!» «Η θάλασσα!»

**

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

035bw

Η Μαρία Ψωμά Πετρίδου γεννήθηκε και ζει στην Θεσσαλονίκη. Γράφει ποιήματα, διηγήματα και άρθρα.Ποιήματα και διηγήματά της έχουν αναρτηθεί στο διαδίκτυο. Έχει επίσης συμμετάσχει σε διάφορες ανθολογίες τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Μεγάλη Βρεττανία και τις Η.Π.Α. Από το 2008 είναι συντονίστρια της Λέσχης Ανάγνωσης του Συλλόγου Αποφοίτων Ανατόλια και δημοσιεύει άρθρα και κριτικές βιβλίων στο περιοδικό του Συλλόγου αλλά και στο site: http://www.saak.gr. Είναι δημιουργός και υπεύθυνη της εθελοντικής ομάδας αναγνώσεων «Διάβασέ μου!». Συνεργάζεται με το ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό eyelands από το 2011 και είναι κριτής στο αγγλόφωνο τμήμα του ετήσιου διαγωνισμού διηγήματος.

2006: Ποιητική συλλογή «Ισόβια Θητεία», εκδόσεις Ερωδιός

2011: Ηλεκτρονική ποιητική συλλογή «Δεύτερο Ζευγάρι Φτερά»

2006: Β΄ βραβείο ποίησης από τον Greek-Australian League of Melbourne για το ποίημα : «The Bate”.

2009: Β΄ βραβείο ποίησης για το ποίημα «Απώλεια» στον 2ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό της Πνευματικής και Ολυμπιακής Στέγης Δημητρίου Βικέλα του Δήμ

ου Βέροιας.

2009: β! βραβείο διηγήματος με τίτλο «Και να βρεθεί θα με κυνηγάει» στον λογοτεχνικό διαγωνισμό Αντώνης Σαμαράκης.

Δημοσιεύσεις διηγημάτων και ποιημάτων στα λογοτεχνικά περιοδικά : Ίαμβος, Παρέμβαση, Εμβόλιμον, Λογοτεχνικά Θέματα, Intellectum, Πανδώρα ,Πάροδος, Σίσυφος  καθώς και σε λογοτεχνικά site: one-story, stellasliterarybistro, translatum, e-logos, eyelands, bibliotheque…

 

e-mail: mamapetrid@gmail.com

 

 

λογότυπο μικρότερο Αναστασία Δεουδέ: ΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΤΖΑΡΤΖΑΝΟΥ

Η συλλογή του Χρόνου - 2Το eyelands ξεκινάει την ανανεωμένη ιστοσελίδα του με το διήγημα που κέρδισε το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό του 2014

4ος διεθνής διαγωνισμός διηγήματος (ελληνικό τμήμα)

ΠΡΩΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ
Αναστασία Δεουδέ
Οι χρόνοι του Τζάρτζανου

Φθινόπωρο 1982. Ενεστώτας
Ταξιδεύει. Απόλυτα ελεύθερος. Γέρος πλέον παρότι εισέτι ακμαίος, χωρίς καμιάν ιδιαίτερη σκέψη στο μυαλό. Επιτέλους. Ούτε για το ποιους αφήνει, ούτε το ποιους πάει να βρει. Κανένα πρόσωπο δεν τον απασχολεί. Δέκα χρόνια τώρα ξημερώνεται σε βρεμένο μαξιλάρι, καθότι του λείπει η κυρά. Αλλά είναι κάτι μήνες που τα δάκρυα δεν αναδύονται. Αν έχει μια έγνοια είναι η γη και ο καιρός. Να’ ναι τα χώματα καλά, να ρίξει βροχές στην ώρα, να σπείρει, να φυτέψει, να ξεχορτίσει, να κλαδέψει, να βλαστολογήσει. Να αργήσουν οι παγωνιές, να προλάβει να βγάλει το ρακί, να μαζέψει τις ελιές…. Αυτά. Όχι για να φάνε τα παιδιά του ή τα εγγόνια του. Μόνο για να το κάνει. Ελεύθερος. Αυτός και η γη. Αυτός και ο καιρός. Αυτός και ο Ενεστώτας χρόνος. Επιβιβασμένος στον ΑΠΟΛΛΩΝΑ, αρμενίζει το Αιγαίο παίζοντας αργά, αρχοντικά, αντρίκια, κιμπάρικα το κεχριμπαρένιο του κομπολόι. Μήτε κοιτάζει γύρω του. Βιώνει την ευλογημένη λύτρωση του «νυν».
Κρατά σε απόσταση τους γιατρούς. Δεν καπνίζει από μονάχος, άλλωστε δεν καταδέχεται συμβουλές. Έχει το πακέτο 22 ANTINICOT στην τσέπη του σακακιού, χειμώνα καλοκαίρι, καθότι εκ της νεότητας το σάκο του δεν τον βγάζει, στα μεγάλα ζόρια το χαϊδεύει αλλά δε φουμάρει. Όταν ο Νικολής γράψει τέλος, βασιλεύει το τέλος. Βοηθιέται έτσι και στο περπάτημα, στο σκύψιμο, στο σκάψιμο. Το μουστάκι βέβαια, τα μούσια και τα δάχτυλα φέρουν εσαεί τα χνάρια της νικοτίνης, αλλά δεν τον νοιάζει. Κοιτιέται σπανίως στο μισό καθρεφτάκι, με τις ξεπλυμένες ροζουλί φουντίτσες που κρέμεται δίπλα στο μουσουλούκι. Και μόνο ο κουρέας τολμά και λέει πρόσφατα:
– Γέροντα να καθαρίσουμε τα (γ)ενομούστακα, να φέξεις. Η Ανεστασά δε στρέφεται. Εσύ παενόρχεσαι και σε θωρούνε οι αθρώποι. Τα παιδόγγονα δε σε φιλούσι; Είντα θες; Να σε σιχαίνουνται;
Βλέμμα τσακαλιού, σιωπή όχεντρας φαρμακερής, σάλεμα αραβικού αλόγου. Έκαμε να πάει να ξανακουρευτεί και πέντε μήνες. Ντρέπεται μα μπορεί να μην ματαπάει. Ακούς εκεί! Είναι και πατριώτες.
Γλυκός Σεπτέμβρης, έχει τα ποταμόσυκα απλωμένα στις απλωταριές, φτάνει το απόγεμα στη Χώρα και αύριο τρυγάνε. Τα αηδάνια, οι μαντηλαριές, τα ασύρτικα, τα κουφόροα.
Ταξιδεύει. Με προορισμό τον τρύγο. Μετρά τις αμπελόριζες, μελετά τα κοφίνια, τη στράτα ως τη ληνό, τα κοπέλια που βοηθάνε. Αυτός και ο Ενεστώτας χρόνος. Απαλλαγμένος όλων. Απάντων των δεινών. Στην ευτυχισμένη αγκαλιά του «νυν». Η Κύθνος, η Γυάρος, η Τζιά, η Σύρα, η Πάρος. Η Νάξος στην αχλή του Ενεστώτα χρόνου.

Φθινόπωρο 1942. Παρατατικός
Ταξίδευε. Κάθε δεκαπέντε μέρες με το καΐκι του Πράσινου στα Κουφονήσια. Είχανε πάνω -πάνω τα τομάρια, τις γιδοπροβιές, τα σιρίμια, τα ξώραφα και από κάτω τους ντενεκέδες με το φωτιστικό πετρέλαιο. Και λαγήνια με λάδι και κρασί. Φεύγανε νύχτα από τον Πάνερμο αφού οι βοσκοί τους κέρναγαν χλωρό τυρί και περσινό ρακί. Αυτοί κάνανε και τα νυχτερινά σινιάλα να έρθει το καΐκι να τους πάρει. Πέντε παιδιά πίσω, η γυναίκα, η μάνα του χήρα ή ζωντοχήρα δε λογάριαζε πια, και η πείνα θέριζε. Τα βράδια στο χωριό οι Γερμανοί κουρσεύανε τα σπιτικά. Μάτωνε η ορεινή Νάξος, εκείνος τσαγκάρης, ξήλωνε η κυρά τις δαντέλες τις περίτεχνες από τα στόρια για να ράβει τα παπούτσια. Μα ποιος έβανε παπούτσια μεσούσης της Κατοχής; Ούτε τα παιδιά του καλά -καλά δεν είχανε ένα ατρύπητο ζευγάρι. Γι αυτό ταξίδευε. Το εμπόριο, νόμιμο στα πάνω πάνω, παράνομο κάτω από τις προβιές και άκρως μυστικό και επικίνδυνο στα βαθύτερά του, που δεν τα μολόγησε ποτέ.
Ταξίδευε. Όρθιος κατάπλωρα, όμορφος, ίδιος Ποσειδώνας, άντρας δυο μέτρα κοντά με δάχτυλα Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, με χείλη Φειδία, με ψυχή Παλαμά. Αυτός και οι ατέλειωτες υποχρεώσεις του. Ατρόμητος, βαρύς, ετοιμοπόλεμος με το τουφέκι χωμένο κάτω από το σανίδι της λαγουδέρας. Στο χωριό το έκρυβε στη μεθύρα στη ρίζα της ροδιάς, δίπλα στη στέρνα. Ακόμα ζει η ροδιά και το τουφέκι στολίζει τα τζάκια στα σαλόνια των εγγονών του. Το πιριακόνι στην τσέπη του ντρίλινου παντελονιού. Ξύριζε η αρμύρα το μάγουλο, περόνιαζε το μελτέμι ή ο σορόκος τα κόκαλα, καλοκούμπωνε το λειωμένο του σάκο, με το τσιγάρο να μη φεύγει από το στόμα, πάντα λιγομίλητος έως και αμίλητος.
Στα Κουφονήσια κατέβαινε, πήγαινε μέχρι τα κοντινά μιτάτα τις πραμάτιες, έφερνε τα τσουβάλια με τα ξερά γουπάκια, τις φακές, τα ρεβύθια και πάντα μα πάντα έχωνε στον κόρφο του σημειώματα. Έβλεπε κάποιους; Έφερνε μηνύματα; Έπαιρνε μηνύματα; Δεν καταδέχτηκε ποτέ να καταθέσει για να πάρει στη σύνταξή του, λέει, και επίδομα Εθνικής Αντίστασης. Εκείνος ταξίδευε, θαλασσοπνιγότανε, άντρας που μόνο μια φορά ακούμπησε νερό το στομάχι του, για τα παιδιά του, τη γυναίκα του, τη μάνα του. Πουλιούνται άραγε τούτα τα πήγαινε έλα;
Κι ενώ έδενε ο καπετάνιος το καΐκι στην επιστροφή, μια κομπανία Ιταλοί που γνώριζε αντάμα με ένα συγχωριανό, τον οδηγούνε στο κατώι της χωροφυλακής. Έκαμε δυο μήνες μέσα, πρόσπεσε ο πρόεδρος, η κυρά ανεβοκατέβαινε ως το βορινό παραθύρι και του άφηνε ένα κρίθινο παξιμάδι και μονάχα η μικρή του θυγατέρα κατάφερνε τη νύχτα να του πηγαίνει το φλασκί με το πηγαδίσιο νερό. Έβλεπε η κομμαντατούρα, έκανε πως δεν έβλεπε, λυπότανε το κοριτσάκι, έτσι πάντως δεν πέθανε από την κακουχία. Και ο προδότης λεύτερος να τρώει κρέας άπαξ εβδομαδιαίως και να χαρτοπαίζει στην Πλάτσα του χωριού με τις δυνάμεις Κατοχής.
Συνέχισε να ταξιδεύει στις Μικρές Κυκλάδες καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής του Παρατατικού χρόνου της ζωής του.

Φθινόπωρο 1922. Αόριστος
Ταξίδεψε. Τυλιγμένος τη χλαίνη του συγχωριανού και φίλου του, Στρουμπέλου, από τη Σμύρνη στη Μυτιλήνη. Στα 18 του φαντάρος, άφησε το νησί, έφτασε ως τη Γιουμουλτζίνα, τον βρήκε η επιστράτευση του Βενιζέλου και το όνειρο του Σαγγάριου ποταμού. Γενναίος, μαχητής, δίμετρος, ατρόμητος, αετόμορφος με σύνορά του το άπειρο.
Είδε τους Τσέτες να παίρνουν κεφάλια, είδε σπίτια να καίγονται, γυναίκες και παιδιά να βιάζονται, άντρες να αποκεφαλίζονται, γέροντες να σέρνονται, ρούχα να ξεσκίζονται, πίσσες να μαυρίζουν τα πόσιμα νερά, αυλόγυροι να γκρεμίζονται, Έλληνες να ουρλιάζουν, να πονούν, να ζητούν έλεος. Το στράτευμα διαλύθηκε χύδην στη ματοβαμμένη Σμύρνη και όποιος πρόλαβε σώθηκε. Τραβάει την ξιφολόγχη, κρύβεται σε ένα πλυσταριό με τη μπουγάδα την παρατημένη στη σκάφη, την αλισίβα στο καθαρό πεσκίρι να μένει άχρηστη πια και το ασβολωμένο καζάνι με τα ασπρόρουχα στην πυροστιά. Τέτοιο μακελειό για να πάνε ως την Άγκυρα; Χωρίς να ξέρει όμως πως και τι, τον αγαπάει το Βενιζέλο.
Αποφάσισε σαν έσμιξε το φεγγάρι με μια συννεφιά να κωλοσουρθεί και να τραβήξει κατά το λιμάνι. Κι εκεί χαμένος κι έξω. Δεν είχε καμιά ελπίδα σωτηρίας, έφερε τη μάνα του στο μυαλό, μονάχη χωρίς άντρα με τα αδέρφια του να της τραβούν τις μακριές φουστάνες, βούρκωσε η ψυχή του. Μύρισε η θάλασσα, τον κάλεσε κοντά της. Κολύμπι δεν ήξερε, τα πιο βαθιά νερά που πάτησε ποτέ του ήταν της στέρνας που πότιζε τους μπαξέδες στην ορεινή νησιώτικη γη του, άλλο δεν είχε να κάμει παρά να πέσει.
Τον μάζεψαν σε μια βάρκα μαζί με άλλους έρημους μαύρους πρόσφυγες που ποτέ δεν έμελε να ξαναπατήσουν τη μυρωμένη γη της Ιωνίας. Και από κει σε αγγλικό καράβι με πλώρη τη Μυτιλήνη. Μπρούμυτα, τρέμοντας από φόβο, ντροπή, καημό βλέπει δίπλα του τον πατριώτη του που του έδωσε τη χλαίνη του. Φίλοι και γειτόνοι, γίνονται και θαύματα, του έστριψε ένα ταμπάκο, Κύριος είδε που το βρήκε, συνήλθε.
– Ήσυχα Νικολή, εσώθημα. Είντα βοή κι είντα αντάρα ήτονε ευτή; Ούτε με τσι Βούργαροι δεν ήτονε ετσά άγρια τα πράματα. (Γ)ια να δεις που θα στραφούμε στο χωριό.
Ο Νικολής αμίλητος, έφερε στις πλάτες του όλο το βάρος των ενοχών μιας ήττας που δεν προκάλεσε ποτέ. Τον σκέπασε η προοικονομία της καταδίκης σε θάνατο του συγχωριανού του, υπουργού τότε, Πρωτοπαπαδάκη. Στη δίκη των έξι.
Ταξίδεψε. Άλαλος, δεμένος στο γόρδιο δεσμό μιας αλυσίδας «γιατί» που πυκνώνουν μέσα του και κάνουν τα γκριζωπά, φαιά μάτια του να αναδύουν το ελκτικό πεδίο του έλους. Λογάριασε πως λείπει χρόνους τρεις, πως έχει χρέος άβγαλτο, πως αγαπά μια κοπελιά με τρία πλεξουδάκια στα ξανθά της τα μαλλιά.
Ταξίδεψε Σμύρνη, Μυτιλήνη. Άργησαν να βρουν μέσο για τη Νάξο. Έτσι γράφτηκε ο Αόριστος χρόνος της σκληρής ζωής του. Στην πλεύση άγονης γραμμής.

Φθινόπωρο 1952. Μέλλοντας
Θα ταξιδέψει. Αποφασισμένος να αλλάξει τα πάντα, θα πάρει πέντε παιδιά και την κυρά και θα πάνε στην Αθήνα. Δεν έχει πολλές επιλογές. Στροβιλιζόμενος στη δίνη της μετεμφυλιακής εσωτερικής μετανάστευσης. Ακούει πως η πρωτεύουσα δίνει ευκαιρίες. Εργοστάσια, λατομεία, ασβεστοκάμινα, οικοδομές. Όλοι θα δουλεύουν. Θα έχουν ψωμί, θα πάνε τα κοπέλια στο Γυμνάσιο, θα κάμει δασκάλα τη μεγάλη και μοδίστρα τη μικρή θυγατέρα, θα μπουν σε σπίτι με μπάνιο και τρεχούμενο νερό.
Θα ταξιδέψει. Τέλος. Θα αφήσει πίσω του τις Κυκλαδίτισσες ανατολές, του κότσυφα το κελάδημα, το θρόισμα των πλατανόφυλλων, τους φουντωμένους βασιλικούς στα μποστάνια του Ιούλιου, τα κυνήγια του αρμούτη στης Κέρου τις ξερές πλαγιές, τον πάγκο του τσαγκαριού του στην Πλάτσα του χωριού του.
Εργάτης στου Χασάνη, η Ανεστασά στο υφαντήριο του Μουταλάσκη, τα αγόρια στου Λουμίδη και του Γιώτη. Ο μικρός στο 8ο Αρρένων. Και η γλυκιά του μικροθυγατέρα σε σπουδαίο ατελιέ στο Κολωνάκι. Η πρωτοκόρη στον τάφο. Μόλις φτάσανε, δεν χρονιάσανε και βούλιαξαν στο πένθος. Έξι νομάτοι σε ένα δωμάτιο στα Τουρκοβούνια. Πιο δύσκολα κι από δύσκολα. Νέο χρέος. Το χειμώνα στη γκαζιέρα θα βάζουν ένα κομμάτι γκαζοντενεκέ να πυρώνονται, τυλιγμένοι στα χράμια τους τα υφαντά. Κρέας θα τρώνε στις μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης. Θα αγοράσουν το οικοπεδάκι. Θα χτίζουν πέτρα πέτρα τη μονοκατοικία που δεσπόζει στο Γαλατσιώτικο λόφο και αγναντεύει το Σαρωνικό από μακριά. Φυτεύουν κληματαριά, ελιές, γιασεμί και εκατόφυλλες τριανταφυλλιές.
Θα έρθουν οι σωλήνες της ΟΥΛΕΝ, τα καλώδια του ΟΤΕ, το φως της ΔΕΗ σε όλα τα δωμάτια, ράδιο CORTINA, τουαλέτα με βεραμάν πλακάκια, πλυντήριο με δύο κάδους και μια μηχανή SINGER για την κόρη που δε θα προφταίνει τις κυρίες να τις ράβει. Θα μορφώσει, θα παντρέψει, θα πενθήσει. Δεμένος στην αλυσίδα των ατέλειωτων υποχρεώσεων.
Θα ταξιδέψει. Σε μιαν απόφαση ζωής που θα σημαδέψει τη ζωή και των εγγονιών του θα γράψει το Μέλλοντα χρόνο στο τεφτέρι με τα βερεσέδια που θα εξοφλεί τις πρωτομηνιές.

Φθινόπωρο 1972. Παρακείμενος
Έχει ταξιδέψει. Έχει μεστώσει ανεβοκατεβαίνοντας στον Πειραιά και από εκεί με το ΜΟΣΧΑΝΘΗ, το ΕΛΛΗ, το ΚΥΚΛΑΔΕΣ, το ΝΑΞΟΣ, το ΠΑΡΟΣ, τον ΑΠΟΛΛΩΝΑ στο κατακλυσμιαίο Πορτάριο φως της Νάξου. Έχει αποφασίσει και τώρα που τα παιδιά του δρομολογήθηκαν να τα βοηθά, ζωντανεύοντας ξανά τις πατρογονικές περιουσίες στο νησί. Με τη λιγοστή του σύνταξη έχει αναμαζέψει το παλιό σπίτι στο χωριό, έχει περιφράξει τους αμπελώνες, έχει γυροτραφιάσει τους πενιχρούς ελαιώνες, έχει καλλιεργήσει δυο τρία ποτιστικά και βάζει φθινοπωρινή πατάτα.
Έχει ταξιδέψει χιλιάδες φορές, τουριστική θέση με καλάθια, τσουβάλια, μπουκάλες, μπιτόνια, το σκύλο δεμένο στην καρέκλα, καθότι κυνηγός ανέκαθεν και βέβαια δεινός χορτολό(γ)ος. Τον περιμένουνε τα εγγόνια και τους έχει πάντα δώρα σύκα ξερά και καρύδια, κολοκύθες τεράστιες, φλάσκες που τις ζωγραφίζουν, καλαμπόκια που τα ψήνουν και μοσχομυρίζει η Αθηναϊκή γειτονιά.
– Νικολή εΐνηκες μπαξεβάνης και αμπελουργός. Έχεις χρόνια αμπρουστά σου να κάμεις και το βοσκό του έλεγε η Ανεστασά πλέκοντας τις μπελερίνες, τα σεμέν και τα ζακετάκια των μωρών που έρχονταν το ένα μετά το άλλο.
Αλλά δεν απαντούσε. Έχει χρόνια τώρα αποφασίσει να μη μιλάει πολύ. Μόνο τα απαραίτητα. Έχει αγοράσει και μια τηλεόραση. Φαίνεται τούτη η πολυτέλεια να είναι η μόνη της ζωής του απόλαυση. Αλλά εκεί κάπου φεύγει και τον αφήνει η κυρά. Στα μέρη του, στο πένθος κλείνουν όλα. Τα πατζούρια, οι καθρέφτες, τα ράδια, οι τηλεοράσεις και φυσικά τα στόματα. Έχει αφήσει γένια, έχει παρατήσει το τσιγάρο και έχει αποφασίσει να επιστρέψει μόνιμα στο νησί. Εκεί στο διπλό σιδερένιο κρεβάτι με τις υφαντές μαξιλαροθήκες που μια δεκαετία έχει μουλιάσει από το κλάμα του το βουβό, το νυχτερινό.
Έχει ταξιδέψει βαθιά στο νέο πένθος που περιεπλέχθη ο Παρακείμενος της ζωής του χρόνος.

***

Μάθημα Γραμματικής Ιστορίας. Διδαχτήκαμε Τζάρτζανο, χρονικές αντικαταστάσεις, παίρναμε μικρούς βαθμούς, τρέμαμε τη φιλόλογο και μπορεί να μην τα καλομάθαμε κιόλας, διότι να, στην παραπάνω χρονική αντικατάσταση ξεχάστηκε ο Υπερσυντέλικος και ο Τετελεσμένος Μέλλων. Αλλά ποτέ δεν είναι αργά αν ο δάσκαλος είναι καλός και διδάξει πως το διαγώνισμα το γράφεις για να δεις τι δεν ξέρεις και να μελετήσεις ξανά. Και πως χρόνος είναι οι ανθρωποανασεμιές που εκπνεόμενες δεν επαναλαμβά-νονται.

Φθινόπωρο 2012. Υπερσυντέλικος
Είχε ταξιδέψει. Στο νησί των προγόνων προς αναζήτηση στοιχείων από τις ζωντανές πηγές. Παράλληλα, είχε που να μείνει και πήρε μαζί παρέα φίλες της από το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο. Η έρευνα αφορούσε στα δεδομένα καλλιεργειών προ της εισβολής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έψαχναν να βρουν στα απομονωμένα χωριά παλιούς ανθρώπους, να γνωρίζουν είδη και ποικιλίες διάφορων φυτών. Και αν υπήρχαν και σπόροι ακόμα, ή παρ’ ελπίδα κάποια φυτά, αυτό θα είχε τεράστια απήχηση στην πτυχιακή της μελέτη.
Είχε ακούσει ιστορίες από τη μάνα της για έναν προπάππο ψηλό, λεβέντη, σκληροτράχηλο που πέθανε τρυγώντας τα αμπέλια του πριν τριάντα χρόνια. Και βέβαια ως μικρό κοριτσάκι το παραμύθι τη σαγήνευε.
Είχε ταξιδέψει ακούγοντάς το στις κοιλάδες της Ναξίας γης και είχε πιστέψει πως ναι, ο Διόνυσος συνάντησε εκείνον τον προπαππού και του χάρισε μια μαγεμένη αμπελόριζα.
Είχε ταξιδέψει ως εκεί μεθυσμένη ήδη από το μύθο των χρόνων της Γραμματικής της Ιστορίας των ανθρώπων, που αίμα τους έρρεε και στις δικές της φλέβες.

Φθινόπωρο 2016… μάλλον. Τετελεσμένος Μέλλοντας

Θα έχει ταξιδέψει στη σπουδαιότερη κατάθεση πραγματικής ζωής. Θα έχει βρει τον αμπελώνα.
Παρατημένο. Τα πρέμνα άγρια, ακλάδευτα. Οι κληματίδες όφεις που έρπουν αναρριχώμενες στις δρύες και τα πουρνάρια της γύρω θαμνώδους και απροσπέλαστης περιοχής. Τσαμπιά σταφύλια άχρωμα, ισχνά, χτυπημένα από βοτρύτη και ευδεμίδα. Αγρωστώδη ζιζάνια τινάζουν χρυσόσκονη και δυσκολεύουν το περπάτημα.
Φωτογραφίζει, με το GPS παίρνει τις συντεταγμένες, κόβει φύλλα, μετράει διαστάσεις αλλά και το σημαντικότερο. Υπάρχουν σπόρια στους βότρεις!
Θα έχει ταξιδέψει στο δικό της Αιγαίο αναζητώντας το βαρύ κληροδότημα του προπάππου της. Όχι τόσο για την πτυχιακή ή τη μεταπτυχιακή της μελέτη, όχι για τον εμπλουτισμό της τράπεζας γηγενούς γενετικού υλικού του Πανεπιστημίου. Μα για την επιβεβαίωση πως χρόνος είναι η Γραμματική Ιστορία των εκπνεόμενων ανθρωπο- ανασεμιών. Κατά πως της διηγείται η μάνα της.


Γλωσσάρι
Τζάρτζανος: Ο συγγραφέας της Γραμματικής της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (1937) που διδάσκονταν στο τότε εξατάξιο Γυμνάσιο ως τα μέσα της δεκαετίας του 1970.
Κιμπάρικα: ευγενικά, χωρίς ιδιαίτερο θόρυβο
Μουσουλούκι: τσίγκινος ντενεκές με βρυσάκι στην άκρη
Βλαστολογήσει: Επέμβαση στη νεαρή βλάστηση της αμπέλου, προκειμένου να ενισχυθεί η ανθοφορία
Στρέφεται: επιστρέφει
Παενόρχεται: πηγαινοέρχεται
Θωρούν: βλέπουνε με προσοχή
Είντα: τι
Ματαπάει: ξαναπάει
Ποταμόσυκα: ποικιλία σύκων, τα μεγάλα μαύρα στην ωρίμανση
Απλωταριές: τα χωμάτινα ταράτσα των εξοχικών αγροικιών πάνω στα οποία άπλωνα τα σύκα στα τέλη Αυγούστου για να ξεραθούν
Αηδάνια, ασύρτικα, κουφόροα: ποικιλίες νησιωτικών οινάμπελων
Ληνός: η ιδιαίτερα χτισμένη στέρνα κοντά στα αμπέλια για το πάτημα των σταφυλιών
Εΐνηκες: έγινες, μεταμορφώθηκες
Σιρίμια: κορδόνια από δέρμα αίγας
Ξώραφα: παπούτσια των βοσκών από δέρμα γουρουνιού
Πάνερμος: το νοτιότερο ακρωτήρι της Νάξου που σχηματίζει φυσικό απάνεμο λιμάνι
Μεθύρα: το μεγάλο πήλινο κιούπι που φυλάσσονταν το λάδι ή το κρασί και στην Κατοχή τα όπλα.
Μιτάτα: οι πετρόχτιστες αγροικίες των βοσκών
Στρουμπέλος : παρατσούκλι
Γιουμουλτζίνα: Κομοτηνή
Αλισίβα: στάχτη που χρησιμοποιούνταν στο πλύσιμο των ρούχων
Πεσκίρι: υφαντή πετσέτα
Ασβολωμένος : μουτζουρωμένος
Τεφτέρι: μπλοκάκι του μπακάλη
Βερεσέδια: τα χρωστούμενα
Χασάνη: Περιοχή της Αττικής κοντά στο πρώην Αεροδρόμιο
Πορτάριο φως: το φως που ακτινοβολεί εκτυφλωτικά η Πορτάρα της Νάξου (ναός του Απόλλωνα)
Μπελερίνες: πλεχτές εσάρπες
Πρέμνο: το φυτό του αμπελιού διαμορφωμένο για καρποφορία
Βότρυς: η ταξιανθία του αμπελιού
Αγρωστώδη: φυτά όπως το σιτάρι, η βρώμη
Ευδεμίδα: έντομο που χτυπά το σταφύλια
Βοτρύτης: μύκητας που σαπίζει τα σταφύλια

*

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Αναστασία Δεουδέ: Βιοπορίζω για την ώρα αφού τα πάντα είναι υπό αίρεση ως εκπαιδευτικός λειτουργός -Γεωπόνος- σε Γυμνάσιο. Καταγωγή μου είναι η ορεινή Απείρανθος της Νάξου. Έχω μια εξαίρετη κόρη, που με παρηγορεί για όλα όσα συμβαίνουν, με τον αέρα της νιότης της.