Αφιερώματα

ένα αφιέρωμα  που έγραψε η Μαρία Μαργαρίτη
*ρέτσοςΟ ήρωας της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας είναι ο εκπεσών άνθρωπος. Αυτός που ενώ έχει μια μεγαλοπρέπεια πέρα απ΄το συνηθισμένο, μια αρετή αξιοζήλευτη, μια ζωή υποδειγματική, μπορεί τυφλωμένος απ΄τα πάθη του να διαπράξει το λάθος και να καταλήξει μισητός, υπόλογος, υπόδικος ή και εξόριστος μιας κοινωνίας, της οποίας μέχρι πρότινος αποτελούσε εξέχον μέλος. Η τύχη των ηρώων της τραγωδίας κρίνεται από μια ανύποπτη στιγμή, έναν αδέξιο χειρισμό, μια λάθος απόφαση που σφραγίζει τη μοίρα τους.
Ο Αριστοτέλης στην «Ποιητική» του αναφέρει ότι την πλοκή κάθε τραγωδίας κατευθύνουν η «ἁμαρτία» και η «περιπέτεια». Η «ἁμαρτία» είναι το τραγικό σφάλμα που διαπράττει ο ήρωας είτε από λάθος υπολογισμό είτε από υπερβολική αυτοπεποίθηση και αλαζονεία (ὕβρις). Το σφάλμα αυτό οδηγεί στην «περιπέτεια» δηλαδή την αλλαγή της τύχης του συνήθως από την ευτυχία στη δυστυχία. Ο Οιδίποδας για παράδειγμα μακαρίζει την καλή του τύχη που από άσημος άνθρωπος που ήταν, κατάφερε να γίνει βασιλιάς. Δε γνωρίζει όμως ότι αυτό το ίδιο γεγονός που ο ίδιος θεωρεί εύνοια της τύχης, τον κατέστησε συνάμα πατροκτόνο και αιμομίκτη. Όταν μαθαίνει τελικά την τραγική αλήθεια, η τύχη του ακολουθεί αντίστροφη πορεία ώστε να καταλήξει τυφλός, μόνος και ντροπιασμένος στον Κολωνό.
Η περίπτωση του Οιδίποδα αναδεικνύει και ένα άλλο χαρακτηριστικό των τραγικών ηρώων: την μεγάλη τους επιθυμία να μάθουν, να γνωρίσουν τον εαυτό τους, να βγουν στην επιφάνεια όλα τα μυστικά. Ο ήρωας στην αρχή της τραγωδίας είναι εν συνειδήσει αθώος ώσπου να διαπράξει το μοιραίο σφάλμα –στην περίπτωση του Οιδίποδα το σφάλμα είναι η έντονη επιθυμία του να μάθει ποιος ευθύνεται για το μίασμα στην πόλη- και έτσι να οδηγηθεί στη γνώση με το να γίνει γνωστή μια αλήθεια που ο ήρωας ή και οι άλλοι αγνοούσαν, γεγονός που σηματοδοτεί και την τελική του πτώση. Με άλλα λόγια η αυτογνωσία που διακαώς επιθυμεί ο τραγικός ήρωας ταυτίζεται με τη συντριβή του, την απόλυτη και μη αναστρέψιμη, αφού καμιά μεταμέλεια ή μετάνοια δεν μπορεί πλέον να τον σώσει ούτε να διορθώσει την κατάσταση. Ο ήρωας μέσω της συνειδητοποίησης του εαυτού του και του παρελθόντος του έρχεται τελικώς αντιμέτωπος με την τραγική αναπόφευκτη μοίρα του εκπληρώνοντας έτσι τον σκοπό της τραγωδίας που είναι η «κάθαρσις» του θεατή.
Το ότι οι τραγικοί ήρωες παραμένουν δέσμιοι του παρελθόντος είτε λόγω πράξεων δικών τους είτε λόγω του ότι φέρουν τρόπον τινά μια οικογενειακή «κατάρα», επισημαίνει και ο καθηγητής Daniel Mendelsohn υποστηρίζοντας ότι μεγάλο μέρος των τραγωδιών διαπραγματεύεται καταστάσεις όπου ο ήρωας είναι φυλακισμένος στο παρελθόν. Για παράδειγμα ο Ορέστης που θα βαλθεί παρά τις όποιες συνέπειες να πάρει εκδίκηση για την πατροκτονία που εκτέλεσε η μητέρα του με συνεργό τον εραστή της.
Πάντως, ακόμη κι αν είναι ανελέητες ή ποινικά κολάσιμες οι πράξεις που επιτελεί ο ήρωας όπως η μητροκτονία του Ορέστη, σίγουρα δεν αποτελούν ηθικά παραπτώματα. Κι αυτό γιατί σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του ήρωα που επιχειρεί ο Αριστοτέλης, ο τραγικός ήρωας έχει χρηστό ήθος και συνεπώς τον διακρίνει η αρετή και η αίσθηση του δικαίου. Είναι εξάλλου και «σπουδαίος», όπως «σπουδαία» είναι και η πράξη που εκτελείται από τον ήρωα βάσει του ορισμού της τραγωδίας.
altΗ έννοια «σπουδαίος» ταυτίζεται με το αρχαιοελληνικό «ἀγαθὸς » δηλαδή ενάρετος, άνθρωπος που αδυνατεί να πράξει το «τὸ αἰσχρὸν» αλλά γνωρίζει και πράττει το «ἁρμόττον» , αυτό που ταιριάζει στη ευγενική του καταγωγή. Ο τραγικός ήρωας δεν είναι μοχθηρός ή κακός, δεν είναι άνθρωπος των άκρων. Επομένως, δε διαπράττει σφάλμα επειδή είναι ανήθικος αλλά επειδή ακριβώς δεν έχει στον ίδιο βαθμό ανεπτυγμένη τη διάνοιά του όσο ανεπτυγμένο έχει το ήθος του. Ο ήρωας της τραγωδίας δεν είναι οπαδός του ορθού λόγου αλλά αντίθετα είναι έρμαιο των παθών του. Τη κρίσιμη εκείνη ώρα του σφάλματος η φρόνηση του τον εγκαταλείπει ομοίως και η λογική σκέψη ώστε να διαπράξει το σφάλμα υπό καθεστώς έρωτα, μίσους, φθόνου, εμμονής , δίψας για εξουσία ή οτιδήποτε άλλο. Γι’ αυτό θα εκπέσει και θα συντριβεί όμως το πνεύμα του θα παραμείνει αλύγιστο. Γιατί ο ήρωας ακόμη και μέσα στη συμφορά του χαρακτηρίζεται από μεγαλοπρέπεια και ηθική, ο ήρωας της τραγωδίας ακόμη και την ύστατη στιγμή της συντριβής του είναι πάνω και πέρα απ΄τον μέσο άνθρωπο.
Συναφές με τα παραπάνω είναι το θέμα της ευθύνης του τραγικού ήρωα για τις πράξεις του. Δεδομένου ότι η ευθύνη προϋποθέτει τη βούληση, είναι δύσκολο να καταλήξουμε στο αν ο τραγικός ήρωας φταίει ή δε φταίει για όσα κάνει ή του συμβαίνουν. Κι αυτό επειδή στην αρχαία τραγωδία το ατομικό επίπεδο ενεργειών συναντά – ή και καθορίζεται ακόμη από – μια βαθύτερη καθολική σημασία των λόγων και των πράξεων που ο ίδιος ο ήρωας δεν μπορεί να συλλάβει , τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή της συνειδητοποίησης και της τελικής του πτώσης. Αυτήν, την άλλη πραγματικότητα, τη βαθύτερη σημασία, μόνο οι μάντεις τη γνωρίζουν, τους οποίους άλλωστε πολλές φορές βλέπουμε στις τραγωδίες να προειδοποιούν τον ήρωα για επικείμενες συμφορές. Όταν το ατομικό και το καθολικό συγκρουστούν, η κατάληξη είναι σίγουρα ο αφανισμός του πρώτου. Ο ίδιος ο ήρωας βαδίζει στα τυφλά και μοιάζει να δρα κατά τη γνώμη του αυτοβούλως, στην πραγματικότητα όμως κάθε του ενέργεια τον φέρνει ολοένα και πιο κοντά σε ό,τι η μοίρα έχει προκαθορίσει γι΄αυτόν.
Συνεπώς, οι ήρωες της τραγωδίας δεν έχουν εσωτερικότητα γιατί στην ουσία δεν έχουν ούτε βούληση ούτε ελευθερία. Για παράδειγμα ακόμη και η Αντιγόνη που επιμένει τόσο να θάψει τον νεκρό αδερφό της και ως αποτέλεσμα έρχεται αντιμέτωπη με τους συγγενείς της προβάλλοντας σθεναρή αντίσταση στην εξουσία, υπακούει στην ουσία σε ένα προκαθορισμένο σύστημα αξιών και άγραφων νόμων, είναι εγκλωβισμένη μέσα σε μια ιδέα, είναι δέσμια της κακιάς της μοίρας που ορίζει τον αφανισμό της. Επομένως, ο κόσμος της τραγωδίας είναι ένας κόσμος καθορισμένος απ΄τη μοίρα και ο μύθος μια σειρά γεγονότων που στο τέλος τους υπάρχει μόνο η συνειδητοποίηση.
Μέσα σ΄αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, καθίσταται ο τραγικός ήρωας αθώος; Δεν ευθύνεται για τοσφάλμα που διέπραξε εν βρασμώ ψυχής; Η απάντηση δεν είναι ούτε ικανοποιητικά ναι ούτε όχι. Γι΄αυτό ο καθηγητής Θ.Πενολίδης ισχυρίζεται ότι τα τραγικά πρόσωπα είναι αθώα και συνάμα ένοχα. Επειδή ακριβώς, αν και προβαίνουν σε δράση, εντούτοις πλανώνται σχετικά την αληθινή διάσταση των πραγμάτων. Η «ἁμαρτία» τους θα δώσει ώθηση στην πλοκή και θα τους φέρει αντιμέτωπους με τη σκληρή αλήθεια που αγνοούσαν έως τότε. Εν τέλει, ο πάσχων ήρωας θα υπενθυμίσει κυρίως στον θεατή που παρακολουθεί την τραγωδία που παριστάνεται, πόσο αδύναμη και ανασφαλής είναι κατά βάθος η ανθρώπινη φύση.-***
ΜΑΡΙΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ
Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1979. Σπούδασε στο Τμήμα Φιλολογίας του Α.Π.Θ. Ασχολείται με τη διδασκαλία μαθημάτων Λυκείου. Το διήγημα «Η μόνη αλήθεια» με το οποίο διακρίθηκε στο διαγωνισμό διηγήματος του eyelands το 2012 ήταν η πρώτη της δημοσίευση. Το διήγημα περιλαμβάνεται στην έκδοση «Ιστορίες για την Ελλάδα» που εκδόθηκε το Νοέμβριο του 2012 από το eyelands. Στο eyelands δημοσιεύθηκε πρόσφατα και το διήγημά της «Προδοσία». Επίσης στα αφιερώματα μπορείτε να διαβάσετε κείμενά της για τον Φραντς Κάφκα, τον Έντγκαρ Άλαν Πόε, τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες αλλά και για το αστυνομικό μυθιστόρημα.
**
φωτογραφία:
Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Άρης Ρέτσος σε μια φωτογραφία από τα «Έπεα Πτερόεντα», μια παράσταση με σκηνές και ήρωες από τον Κύκλο του Μύθου των Ατρειδών

 

**

λογότυπο μικρότερο

Αφιέρωμα: Φώτης Μισόπουλος

Υποδεχόμαστε τη νέα χρονιά με ένα αφιέρωμα σε έναν σημαντικό καλλιτέχνη, τον Φώτη Μισόπουλο. Για την πληρέστερη κατανόηση του έργου του, απαραίτητη ήταν η βοήθεια της κριτικού τέχνης, Καίτης Στεφανάκη, της οποίας προτάσσουμε ένα μικρό σημείωμα.

**

Μικρό σημείωμα για τον Φώτη Μισόπουλο
«Η ζωγραφική είναι σιωπηλή ποίηση,
ενώ η ποίηση είναι ομιλούσα ζωγραφική».
Σιμωνίδης ο Κείος (556-468 π.Χ.)
Γνώρισα τον Φώτη Μισόπουλο αρχές της δεκαετίας του ’90 στη Θεσσαλονίκη.
Παρακολουθώντας τη δημιουργία των κύκλων της δουλειάς του, συνοδεύοντας τις εκθέσεις του με κείμενα ή όχι, απολαμβάνοντας το προνόμιο να με κάνει κοινωνό των σκέψεών του, γνώρισα βαθμιαία τις ποικιλόμορφες πλευρές της έκφρασής του, την αρχή τους από το επί μέρους στο ολικό, από την επιφάνεια στο βάθος, από τη μορφή στο περιεχόμενο ή και αντίστροφα.

Ίσως να φαίνεται ανεξήγητο γιατί ένας εικαστικός να μην αρκείται στη μορφοπλαστική δημιουργία, αλλά να αισθάνεται την ανάγκη να εκφραστεί με περισσότερες και φαινομενικά ανόμοιες μορφές τέχνης.
Γιατί αυτό ακριβώς συμβαίνει με τον Φώτη Μισόπουλο:
Ζωγραφίζει έργα συνήθως μεγάλων διαστάσεων, έργα μικρότερα σε χαρτί, σε μουσαμά, σε ξύλα. Διανύει τροχιές από τον κυβισμό στον εξπρεσιονισμό, συνομιλεί μορφοπλαστικά με την arte povera σε ένα εννοιολογικό επίπεδο της pittura semiotica. Δημιουργεί κοσμήματα. Στήνει κατασκευές, εγκαταστάσεις, περιβάλλοντα. Εικονογραφεί «24+3 παλίμψηστα». Γράφει και εικονογραφεί «Εννέα συν ένα Cantos». Γράφει βιβλιοκριτικές. Γράφει ποιήματα, πεζά, διασκευάζει μύθους, γράφει θεατρικά έργα.
Στοχάζεται πάνω στον Μπέκετ, τον Πεσόα, τον Φρόυντ, τον Λακάν, συνδιαλέγεται με άλλους δημιουργούς, είτε αυτοί είναι εικαστικοί καλλιτέχνες [Miro, Rothko, Capogrossi, de Kooning, με δημιουργούς της Transavantguardia] είτε είναι συγγραφείς, ποιητές [Ελύτης, Ρίτσος, Καβάφης, κ.α.], φιλόσοφοι ή επιστήμονες.
Σκηνογραφεί τέλος για το θεατρικό έργο της Ηβ Ένσλερ «Αιδοίων Μονόλογοι» που σκηνοθετεί ο Παύλος Δανελάτος για τη ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ της ΤΕΧΝΗΣ του Κιλκίς. Και ετοιμάζει την καινούρια του ενότητα ζωγραφικής εμπνεόμενος από τις Κραυγές του Έντβαρντ Μουνκ.
Τα εργαλεία αλλάζουν κάθε φορά, τα χρώματα κι οι φόρμες γίνονται λέξεις, στίχοι και στροφές, γίνονται σκηνικά θεατρικού έργου, γίνονται θεατρικά έργα.

Είναι φορές που κάποια πράματα, κάποια συναισθήματα, κάποια ερωτήματα χρειάζονται συγκεκριμένα μέσα έκφρασης, άλλα επίπεδα πρόσληψης και ερμηνείας. Ωστόσο όλα ανήκουν στο χώρο της δημιουργίας και μπορούν να αλληλοεπιδράσουν και να συνομιλήσουν μεταξύ τους. Ίσως πάλι και όχι, ίσως η κάθε μορφή έκφρασης να είναι κάποιες φορές αυθύπαρκτη και αυτάρκης, και να αποτελεί απλά μια επιπλέον πτυχή της ίδιας δημιουργικής οντότητας.
Το συνδετικό στοιχείο ανάμεσα σε όλες αυτές τις καλλιτεχνικές εκφάνσεις είναι ο ίδιος ο δημιουργός κι αυτό που αισθάνεται εντός του!
Ο Φώτης Μισόπουλος πρωταρχικά αισθάνεται! Συναισθάνεται, τον κόσμο, τη ζωή, τον άνθρωπο. Και συγχρόνως στοχάζεται. Νιώθει βαθιά την οδύνη του καλλιεργημένου και αισθαντικού ατόμου στην αντιφατική και σαρκοβόρα εποχή μας.
Συναισθάνεται αλλά και ενδοσκοπείται. Βυθίζεται στη θλίψη και αναδύεται εκ νέου δημιουργώντας. Με σεβασμό αφήνει ετερώνυμους εαυτούς να αποκαλύπτονται κάθε φορά με τα δικά τους χαρακτηριστικά. Τους αφουγκράζεται και θέτει τον εαυτό του στη διάθεσή τους ως ηχείο έκφρασης, να επιλέγουν κάθε φορά το είδος τέχνης που τους ταιριάζει. Τα αποτελέσματα, τα έργα του συγκινούν και προκαλούν σε αναστοχασμό τον θεατή, τον αναγνώστη. Όλα είναι εκφάνσεις δικών του πλευρών, δικών του ετερωνύμων.
Ο Φώτης Μισόπουλος ενσαρκώνει τον πολυτάλαντο, αναγεννησιακό καλλιτέχνη, που παρόλα αυτά παραμένει σεμνός και εσαεί αυτοαμφισβητούμενος, όπως κάθε αληθινός καλλιτέχνης.

Καίτη Στεφανάκη
**
Αποσπάσματα από έργα του Φώτη Μισόπουλου
**
Fragmenta – Αλφάβητα I-VI του Φώτη Μισόπουλου
Κιλκίς, Αποθήκη Μαυροσάββα, 30.6. – 13.7.2014

Ο Φώτης Μισόπουλος παρουσιάζει εδώ ένα απόσταγμα των καλλιτεχνικών και πνευματικών του αναζητήσεων των τελευταίων χρόνων.
Εικαστικός δημιουργός, ποιητής αλλά πρωτίστως στοχαστής, με την έννοια του αναγεννησιακού ανθρώπου, ο Μισόπουλος συγκινεί σε κάθε έκφραση των προβληματισμών του με τη βαθύτητα της σκέψης του και τη δύναμη της ζωγραφικής του. Μετά τη διαμόρφωση μιας προσωπικής μυθολογίας τις τελευταίες δεκαετίες, η τέχνη πλέον για κείνον σημαίνει να βυθίζεται στο ασυνείδητο, αναζητώντας έναν νέο κώδικα επικοινωνίας ως παρηγορία της αγωνίας του καλλιτέχνη να ισορροπήσει ανάμεσα σε ορατό και αόρατο, ανάμεσα σε Αρχή και Τέλος, ανάμεσα σε γέννηση, έρωτα και θάνατο. Αποδομεί και πλάθει εκ νέου γράμματα-σύμβολα, αλφάβητα-αινίγματα, που δεν διαβάζονται συμβατικά. Προσωπικά αλφάβητα συνθέτουν λέξεις-κραυγές-επικλήσεις, εν μέρει μόνον ανιχνεύσιμες, όπως ΕΡΩΣ, ΕΡΩΣ ΙΛΕΩΣ, ΕΛΕΟΣ, ΧΑΙΡΕ. Με το «αγγελικό και μαύρο φως στις δημοσιές του πόντου» ο καλλιτέχνης υπαινίσσεται ότι «πνεύμα Θεού εφέρετο επί των υδάτων» και τολμά να αναδυθεί ως δημιουργός-θεός. «Και των ανθέων οι λιτανείες θα προηγούνται…» [Ο. Ελύτης] επικυρώνουν την έννοια της θυσίας, ως προϋπόθεση λύτρωσης. Το κάθε γράμμα, η κάθε λέξη ενδύεται συμβολισμούς, οπτικοποιεί τον Λόγο.
«Είναι μια ζωγραφική που αντιστρατεύεται το θεαματικό. Θεάται εντός!
Σε έναν χώρο που ορίζεται απ’ το αίνιγμα…!» (Φ.Μ.)
Εγκαθιστώντας τα έργα σε άμεση επαφή με τη γη, ο καλλιτέχνης απεκδύεται αυτών. Τα παραδίδει στην ενσυναίσθηση εκείνου που τα βιώνει. Το έργο δεν είναι πια στο ύψος των ματιών του θεατή, υπόκειται και υποκειμενοποιείται.
Τα σωρευμένα ή παρατεταγμένα παπούτσια – σύμβολα βημάτων ή περιπλάνησης [«Τα παπούτσια στο διάδρομο / στάθηκαν ακίνητα», Γ. Ρίτσος] υποδηλώνουν θεατές που συμμετέχουν στο έργο, με την απουσία ή παρουσία τους, όρθιοι ή καθήμενοι και συνομιλούν με τα έργα. Τα καπό γίνονται φορείς ζωγραφικής, ευτελή υλικά φέρουν έννοιες, στο πνεύμα της arte povera, με τον εννοιολογικό χαρακτήρα μιας pittura semiotica.
Ο Φώτης Μισόπουλος συνδιαλέγεται μορφοπλαστικά με τους κλασσικούς ή αφηρημένους εξπρεσσιονιστές [Munch, Nolde, Kokoschka, Capogrossi, Miro, Rothko, de Kooning] και επικοινωνεί διαλεκτικά με μεταμοντέρνους δημιουργούς της Transavantguardia [Chia, Cucchi, Clemente].
Χωρίς αμφιβολία οι εικαστικές διαδρομές του ανήκουν στην καλλιτεχνική πρωτοπορία της εποχής μας.

Καίτη Στεφανάκη
ιστορικός τέχνης

**
ΦΩΤΗΣ ΜΙΣΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Φώτης Μισόπουλος γεννήθηκε το 1954 στην περιοχή της Θεσσαλονίκης και σπούδασε Αρχιτεκτονική και Πολεοδομία στην Φλωρεντία και το Μιλάνο, Ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και το γράψιμο. Έργα του υπάρχουν στο Δήμο Θεσσαλονίκης, το Δήμο Κιλκίς, την Περιφερ. Ενότητα Κιλκίς και σε ιδιωτικές συλλογές. Ατομικές και ομαδικές εκθέσεις από το 1984 μέχρι σήμερα. Μοιράστηκε δυό φορές το πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό Ποίησης της «Τέχνης» Κιλκίς ένώ κείμενά του περιλήφθησαν στο περιοδικό Νέα Πορεία- Μεθόριος [1998] του ποιητή Ν. Αλαβέρα. Κατά καιρούς αρθρογραφεί στην ηλεκτρονική εφημερίδα «Γνώμη Κιλκίς». Δημοσίευσε με δικά του σχέδια ένα εκτενές ποιητικό κείμενο, σε 64 αντίτυπα πολυτελείας αριθμημένα- «Εννέα συν ένα Cantos» τo 2009 στην Θεσσαλονίκη με την δαπάνη φίλων του. Ζει στ’ Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης.
Mε το ψευδώνυμο Λάμπρος Θοραίος έγραψε μερικά ποιήματα σε παραδοσιακή μορφή.

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΜΙΣΟΠΟΥΛΟΥ

ΜΟΝΟΠΡΑΧΤΟ ΓΙΑ ΥΠΝΟΒΑΤΕΣ

Σταύρωσαν τα δάχτυλα στα χείλη
«Η σιωπή δε στάθηκε εδώ»
παράθυρο η παλάμη π’ αγαπώ
με τα βλέφαρα κλειστά- χωρίς μαντήλι

Αναρίθμητα ρολόγια στο ρυθμό
μεταμόρφωση τoυ άρρητου σε σκόνη,
οριζόντια γεύση στη ζωή πριν την αγχόνη
ψευδαίσθηση πως θα βρεθούμε στο σταθμό

Αργοπορούν στα ραντεβού οι υπνοβάτες
πολύς καιρός να εξοντωθούν οι παραβάτες,
να μείνω το πρωί στο σπίτι- βέβαιος,

Ήμουν το άγαλμα στην αυλή μουσείου
σημάδι ξέθωρο του υγρού προαστίου
με τα χέρια στη φλόγα- ακέραιος


ΕΙΔΩΛΟ

Xρειάζομαι μια τέχνη νηστεμένη
ένας να μοιράζεται την αγωνία μαζί μου
θα σέρνω ξέπνοες αγάπες στην ψυχή μου,
-σχισμές στη νύχτα κι η σελήνη κομμένη-,
η μοίρα κείται άνυδρη-, το άφυλό μου
εκτύπωμα-, η σκιά στη γη θα υπνώσει-,
μόνο αυτή, πιστή, δεν θα προδώσει
κραυγάζοντας σκαιά το είδωλό μου

Θα φροντίσουν οι θεοί το πεπρωμένο-,
-λές-, να μετρήσω πρωί τη θάλασσα,
στο βάθος των ζωών μου ό,τι χάλασα
-ένα πρόσωπο στενό και ρημαγμένο-
ό,τι περνά στο χέρι σου για το καλό μου
φέρε -το ιερό που θέλει η Ομορφιά-,
η άνοιξη απλωμένη στην ποδιά
κραυγάζοντας σκαιά το είδωλό μου

Οι εύνοιες της τύχης έχουν τίμημα
τώρα θα γίνω ό,τι δεν είμ’ ακόμα
– αμίλητο κι ανεξερεύνητο πτώμα-
όπως περνάς και τελειώνει το ποίημα
το βράδυ χαράζεις το λαιμό μου
όσα πίστεψες για μένα είναι ψέμα,
η σιωπή- αφρός αλλοιώτικος, μυρίζει αίμα
κραυγάζοντας σκαιά το είδωλό μου

Υπάρχεις σα θαμπός χρυσός μες στο μυαλό μου
-το γερτό ποτήρι, το πέτρινο ψωμί-
πριν φύγω αφήνω στην πόρτα το κλειδί
κραυγάζοντας σκαιά το είδωλό μου

Αύγουστος 2012

ΕΛΕΝΗ

…Αν η Ελένη δεν ήταν εκεί τι σημασία θάχε η Τροία,
άνδρες Αχαιοί……
ΟΣΙΠ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ, ΠΟΙΗΜΑ 78

Nα ενδώσω στα μαρτύρια- αυτό είν’ η μοίρα
-το σφρίγος ως διάρκεια ή σωφροσύνη
ν’ αντέξω σαν φωνή εξορίστου ό,τι πήρα
στην ακατάληπτη έρημο του νου, θα λύνει
μπρος στα τείχη η Ελένη τα μαλλιά της
κι ας νέμονται την Τροία οι χειμώνες
το ουρλιαχτό ενός τοξότη κι οι θαμώνες-
η κρυμμένη αληθοφάνεια της αυταπάτης

Οι απόγονοί μου θα θυμούνται το σωστό
-πόσα θύματα ένας πόλεμος αν γίνει-
ο Πλάτων εξόρισε τους ποιητές στο λιακωτό-
οι λέξεις που κρατάς είναι μια δέσμη με σαγήνη-
τα βογκητά- στη μάχη- οι θρήνοι, η μιλιά της
το φονικό σπαθί μπηγμένο στο κρανίο,
σύννεφα απ’ αλάτι το ξαφνικό αντίο-
η κρυμμένη αληθοφάνεια της αυταπάτης

Μ’ ένα χαμόγελο ο Μαγιακόφσκι μαγικό
τον δαίμονά του, ίσως, απότομα ρωτήσει
για το παλάτι, της νύφης το ρυθμό-
το σκάφαντρο στο Σκάμαντρο ν’ αφήσει-
στη γριά πόλη που χάνεται κοντά της
στο θόρυβο του χρόνου που απειλεί
-συμμετρίες σοφές απαριθμεί
η κρυμμένη αληθοφάνεια της αυταπάτης

Ιδού η θωριά της πέρδικας, τα δάκρυά της,
στη μάχη ανατριχιάζουν το λιοπύρι
ο γάμος- μου λες- είν’ πανηγύρι,
η κρυμμένη αληθοφάνεια της αυταπάτης.

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΜΟΡΑΝ V
πέμπτος υπαινιγμός στον Μπέκετ
Σώμα πουθενά, για να πεθάνεις, – φόντο γκρίζο-
κανείς δεν θα ‘ναι στις αμύητες εποχές
σε χρόνο παρελθόντα? με περίσσιες αντοχές-
συντριβή, τρώγλες κι ερείπια δε χωρίζω

Ό,τι απομένει, είν’ εξορία στη δημοσιά,
είπες- «οράματα της νύχτας, μαρτυρώ»,
– με βγάζει η άμπωτη ή το χρώμα που αγαπώ-
είμαι αλήθεια κείνος που πηγαίνει στη σπηλιά.

Αναχωρήσεις και φωνές- ξεψυχισμένες-.
κάποιος θα κάνει την τυφλή του ικεσία-,
σπαράγματα- στιγμές που ζούμε, πλανημένες-.

Τώρα θα σβήσω τη δικιά μου παρουσία:
Ήρθε μεσάνυχτα ο Μοράν. Δεν έτρεχε.
Δεν ήτανε μεσάνυχτα. Δεν έβρεχε.

Αύγουστος 2012

ALCARAVAN*
υπαινιγμός στον Μαρκές

Δεν έβλεπα το χέρι, τ’ άκουγα- σερνόταν-
ο ήλιος άρχιζε να καίει το πρόσωπο
ένα τουρλί*πετούσε- κι είναι απρόσωπο-
σαν μηχανή του χρόνου που ερχόταν

Τα παπούτσια με τις λάσπες απ’ τ’ απόγεμα
-χρόνια- μονά τριαντάφυλλα στον κήπο,
θα βγουν απ’ το δωμάτιο μ’ ένα χτύπο
της πόρτας,,- οι γρηές σκιές, το λιόγερμα

«Έλα ξανά στην αποβάθρα, δίνει ελπίδες.
Μου αρέσουν οι παληές εφημερίδες
– κρυμμένοι στο νησί τρεις μέρες»

Οι φωνές χαθήκαν, το τουρλί πήγε στο Φως.
Μ’ αρέσει ο ορίζοντας- η πλώρη εμπρός.
Οι ναυαγοί κρυφτήκανε στις φτέρες

Ιούλιος 2012

*Alcaravan ή νουμήνιος ή τουρλί, πουλί ελόβιο συγγενές της μπεκάτσας.
Λένε πως φωνάζει με ακρίβεια κάθε ώρα. Ζει στην Κολομβία

ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΟ TIFFANY’S
«…αγάπησα έν’ αγρίμι, κατέληξα να χαζεύω
…τον ουρανό…» , ΤΡΟΥΜΑΝ ΚΑΠΟΤΕ
Τρυφερή που ‘ναι η νύχτα
Σαν εγκώμιο
Ξανθές πλεξούδες στο κεφάλι
Μια ευτυχία διαρκώς καταζητούμενη
Σαν χτύπημα στην πόρτα
Που μιλάει
Την έπιασα που χάιδευε έν’ άθλιο σκυλί
Πομερανίας.
– «Τι θέλετε;»
«Χρειάζομαι επειγόντως ένα φίλο»-
Το χέρι έκρυβε τον ήλιο απ’ τα μάτια της
Με ζήλο
Θλιβερό πουλί
Σ’ αψεγάδιαστο θέρος
Φώναζε με θρήνο τ’ όνομά της:
«Λούλα Μέυ».
Μίλια μακριά.
Η σιωπή μεγάλωνε σαν λάθος εποχή.
Ειδοποίησέ με
Να ‘ρθω κοντά σου,
Όπως παλιά.

* Από τη συλλογή «Έρποντας έρχονται οι Άρκτοι».
Οι Άρκτοι ήταν αρχαίες ιέρειες αφιερωμένες στην θεά Άρτεμη, υπεύθυνες για τον εξαγνισμό μιας πόλης. Ο εξαγνισμός μιας πόλης είναι υπόθεση καθαρά θηλυκή και γι’ αυτό ποτέ το χρίσμα αυτό δεν πέρασε σε άνδρες ιερείς. Οι ιέρειες αυτές ήταν αγαπημένες του Διονύσου και ίσως να συνδέονται με τα Θεσμοφόρια. [βλ. Θεσμοφοριάζουσες», Αριστοφάνης]. Πάντως ο ιστορικός της πολεοδομίας Lewis Mumford στο κλασσικό πια έργο του «Η ιστορία της πόλης» κάνει μια αναφορά όπου η πόλη και το πόλισμα [ο πρόγονος της πόλης] είναι η μεταφορά της γυναικείας μήτρας.

***

 

**

**

λογότυπο μικρότερο
Αφιέρωμα: Αστυνομικές Ιστορίες

Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΟΥ ΑΙΝΙΓΜΑΤΟΣ
γράφει η Μαρία Μαργαρίτη
**

Sir Arthur Conan Doyle

Αυτό που ωθεί τον αναγνώστη στις αστυνομικές ιστορίες είναι η προσδοκία του να αντιμετωπίσει και να λύσει πριν την «επίσημη» λύση που δίνεται στο τέλος του βιβλίου, ένα μυστήριο σχετιζόμενο με μια παράνομη πράξη π.χ. δολοφονία, κλοπή κ.α. Το μυστήριο του έχει παρουσιαστεί από την αρχή του βιβλίου με σχετική πληρότητα στις παρεχόμενες πληροφορίες –σχετική διότι συνεχώς ανακύπτουν νέες πληροφορίες που φωτίζουν καλύτερα τις συνθήκες του εγκλήματος, πολλές φορές δε αποβαίνουν και καθοριστικές για τη λύση της υπόθεσης – όπως επίσης του έχουν παρουσιαστεί και τα εμπλεκόμενα πρόσωπα.
Αυτό που ενδεχομένως απομακρύνει κάποιον από την ανάγνωση αστυνομικών ιστοριών είναι η επανάληψη ενός μοτίβου μυστηρίου που γίνεται κουραστικό, τα κλισέ, η απόκρυψη στοιχείων που εμφανίζονται ξαφνικά για να λύσουν την υπόθεση και γενικά η υπερβολική εξοικείωση του αναγνώστη με τα τεχνάσματα που χρησιμοποιεί η αστυνομική λογοτεχνία με συνέπεια να προβλέπει την εξέλιξη της ιστορίας μιας και είναι υποψιασμένος για τα πάντα πλέον.
Με τα θετικά και τ’ αρνητικά της η αστυνομική λογοτεχνία αποτελεί ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος όπου ελάχιστη σημασία παίζουν η εμβάθυνση στα συναισθήματα του ήρωα ή άλλων, τα ηθικά διλήμματα ή τα υπαρξιακά ερωτήματα, με τα οποία καταπιάνονται άλλες μορφές λογοτεχνίας. Την αστυνομική λογοτεχνία την ενδιαφέρουν οι χαρακτήρες των ηρώων, τα κίνητρα τους, οι συνθήκες του εγκλήματος αλλά κυρίως την ενδιαφέρει το παιχνίδι που στήνεται γύρω απ’ όλα αυτά με τον ένοχο να περνά απαρατήρητος έως ότου αποκαλυφθεί η ενοχή του από τον αρμόδιο για τη διαλεύκανση της υπόθεσης, ιδιωτικό ή της επίσημης αστυνομίας ερευνητή, και παραπεμφθεί στη δικαιοσύνη. Γι΄αυτό, λοιπόν, απ’ την αρχή της μέχρι και σήμερα η αστυνομική λογοτεχνία θεωρείται υποδεέστερο και ευτελές λογοτεχνικό είδος που αποσκοπεί στην πρόσκαιρη τέρψη του αναγνώστη δίχως κοινωνικές, υπαρξιακές ή άλλες προεκτάσεις και δίχως να εγείρει σοβαρό προβληματισμό.
Πρώτη αστυνομική ιστορία θεωρείται το διήγημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε «Οι Φόνοι της Οδού Μοργκ» που εκδόθηκε το 1841. Σ’ αυτό δυο γυναίκες καταλήγουν νεκρές και υπεύθυνος γι΄αυτό αποδεικνύεται ένας ουρακοτάγκος που διέφυγε της προσοχής του αφεντικού του και μπήκε στο διαμέρισμά τους. Παρότι ο Πόε, ο πατέρας των αστυνομικών ιστοριών, είναι Αμερικανός εντούτοις οι Ευρωπαίοι και κυρίως οι Άγγλοι καλλιέργησαν το νέο είδος που έφθασε στην ακμή του στα τέλη του 19ου αιώνα.
Γενικά, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις φάσεις στην αστυνομική λογοτεχνία. Οι φάσεις αυτές έχουν να κάνουν περισσότερο με το στυλ γραφής παρά με χρονικές περιόδους γιατί, αν και εισάγεται ένα νέο στυλ, το προηγούμενο συνεχίζει να υφίσταται και κάποιοι συγγραφείς εξακολουθούν να δημιουργούν, όπως η Αγκάθα Κρίστι που είναι παρούσα σε όλη σχεδόν τη διάρκεια του 20ου αιώνα παράγοντας έργα στο δικό της γνώριμο ύφος:
α.) Τέλος 19ου αιώνα – αρχές 20ου : Την περίοδο αυτή συντελείται η μετάβαση απ΄το αστυνομικό διήγημα στο μυθιστόρημα όπου πρωταγωνιστεί ένας ερευνητής με ιδιαίτερη ευφυΐα, μια ξεχωριστή προσωπικότητα με μεγάλη παρατηρητικότητα και συνδυαστική ικανότητα. Ελάχιστη βία περιέχουν οι ιστορίες αυτής της εποχής (τα θύματα δολοφονούνται με στραγγαλισμό ή δηλητηρίαση συνήθως) και η λύση της υπόθεσης είναι μια νοητική πρόκληση που απευθύνεται στις ειδικές γνώσεις, την πρότερη εμπειρία και τη δεξιοτεχνία του ερευνητή.
Αυτή την περίοδο γεννήθηκε και κληροδοτήθηκε στην αστυνομική λογοτεχνία η φιγούρα του Σέρλοκ Χολμς. To 1887 o Άρθουρ Κόναν Ντόιλ παρουσίασε στις ιστορίες του έναν ντετέκτιβ που από ένα τόσο δα μικρό στοιχείο μπορεί να βγάλει συμπεράσματα για τα πάντα. Είναι καλοντυμένος, καπνίζει πίπα και έχει βαθιά γνώση των αντικειμένων που αφορούν τη δουλειά του ενώ διαγράφει απ΄το μυαλό του άσχετες πληροφορίες, ακόμη και βασικές. Το 1893 σκοτώνεται στο «Τελικό Πρόβλημα» αλλά μετά από απαίτηση του κοινού επανεμφανίζεται το 1901 στο «Σκυλί του Μπάσκερβιλ». Οι περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς τελειώνουν με την «Τελευταία Υπόκλιση» το 1917.
Αξιοσημείωτο είναι το ότι δεκαετίες αργότερα τόσο ο διάσημος αυτός ντετέκτιβ, Σέρλοκ Χολμς, όσο και ο περιβόητος ασύλληπτος φονιάς με το ψευδώνυμο Τζακ Αντεροβγάλτης που τρομοκράτησε το Λονδίνο το 1888 με τα αποτρόπαια εγκλήματά του τροφοδότησαν τη φαντασία σκηνοθετών και συγγραφέων για ταινίες και κόμικς όπου οι δυο ήρωες έρχονται αντιμέτωποι σε αστυνομικές υποθέσεις, γεγονός που απέχει πολύ απ’ την πραγματικότητα αφού ο Χολμς είναι φανταστικό πρόσωπο, αποδεικνύει όμως ότι η φήμη τους διατρέχει ολόκληρο τον 20ο αιώνα.
Άλλη μια έξοχη φανταστική προσωπικότητα που θριαμβεύει στη λύση αστυνομικών μυστηρίων είναι ο Ηρακλής Πουαρό της Αγκάθα Κρίστι. Η Αγκάθα Κρίστι εμφανίζεται γύρω στο 1920 με τη «Μυστηριώδη Υπόθεση στο Στάιλς» και εγκαινιάζει τη χρυσή εποχή της αστυνομικής λογοτεχνίας (1920-1940). Ο Ηρακλής Πουαρό λύνει τις υποθέσεις χρησιμοποιώντας τα «φαιά κύτταρα» δηλαδή το μυαλό του και αντιμετωπίζει δολοφόνους πανέξυπνους με περίπλοκα εγκληματικά σχέδια, δολοφόνους που θα γλίτωναν την αγχόνη, αν δεν υπήρχε ο Πουαρό.
Με το επόμενο μυθιστόρημά της, «Ο Φόνος του Ρότζερ Ακρόιντ», το 1926 προκαλεί αντιδράσεις και κατηγορείται ότι παρέβη τους κανόνες της London’s Detection Club (μια οργάνωση από συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων που είχε ιδρυθεί το 1920 και είχε θέσει κάποιους κανόνες για τη συγγραφή όπως π.χ. το να μην έχει ο δολοφόνος δίδυμο αδερφό ή να μη χρησιμοποιούνται μεταφυσικές εξηγήσεις κτλ).Το επίμαχο ζήτημα στο εν λόγω μυθιστόρημα είναι ότι δολοφόνος τελικά αποδεικνύεται ο αφηγητής, ο οποίος υποτίθεται πως γράφει τα γεγονότα στο ημερολόγιο του, το οποίο και διαβάζουμε, παραλείποντας εντέχνως τα σημεία της ενοχής του και αφήνοντας χρονικά κενά σχεδόν απαρατήρητα από τον αναγνώστη της πρώτης ανάγνωσης. Πάντως με το αμφιλεγόμενο «Φόνο του Ρότζερ Ακρόιντ» η Αγκάθα Κρίστι κατορθώνει να γίνει ευρέως γνωστή και να καθιερωθεί.
Ένα χρόνο πριν πεθάνει η Α. Κρίστι δημοσιεύεται η “Αυλαία” (Curtain, 1975) όπου πεθαίνει ο Πουαρό. Ενδεικτικό της φήμης που απέκτησε το φανταστικό αυτό πρόσωπο είναι το ότι οι New York Times δημοσιεύουν τη νεκρολογία του Πουαρό σα να ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Στα 86 χρόνια που έζησε η Κρίστι έγραψε 80 μυθιστορήματα που μεταφράστηκαν σε 45 γλώσσες και μια θεατρική παράσταση, την «Ποντικοπαγίδα» που παίζεται στο ίδιο θέατρο στο Λονδίνο εδώ και 60 χρόνια συνεχώς .
Άλλοι συγγραφείς αυτής της τεχνοτροπίας και ύφους είναι ο Γάλλος Γκαστόν Λερού («Το Φάντασμα της Όπερας»), η Ντόροθυ Σέγιερς («Τα εννέα πένθιμα χτυπήματα»), ο Ζωρζ Σιμενόν , οι Αμερικάνοι Έλλερυ Κουήν και άλλοι.
Στην Ελλάδα μολονότι γράφει πολύ πιο μετά απ’ τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα – το 1953 γράφει το πρώτο του έργο – ο Γιάννης Τσιριμώκος με το ψευδώνυμο Γιάννης Μαρής δημοσιεύει μια σειρά από αστυνομικά μυθιστορήματα με ήρωα τον αστυνόμο Γιώργο Μπέκα στο ύφος της Αγκάθα Κρίστι : ελάχιστη ή ανύπαρκτη βία, αριστοκρατία, ο δολοφόνος ανήκει στο στενό κύκλο του θύματος.
Με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η χρυσή εποχή της αστυνομικής λογοτεχνίας εξασθενεί όμως δε χάνεται εφόσον κάποιοι δημιουργοί εξακολουθούν να παράγουν έργα αλλά και νέοι μιμούνται το στυλ γραφής τους.
β.) Πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα: Η ιστορία μυστηρίου εμπλουτίζεται με υπέρμετρη βία και καταιγιστική δράση, σκοτάδι, υπόκοσμο. Ο ντετέκτιβ δεν είναι πλέον ο εξαιρετικής ευφυΐας ερευνητής αλλά ο χαλαρής ηθικής αστυνόμος που συναλλάσσεται με κακοποιούς σε σκοτεινούς δρόμους τη νύχτα, που ενδέχεται να είναι αλκοολικός, τζογαδόρος, εκβιαστής κτλ., που κινδυνεύει η σωματική του ακεραιότητα και που δεν ασπάζεται την επίσημη πρακτική της αστυνομίας αλλά δρα ανεξάρτητα. Το αστυνομικό μυθιστόρημα θα περάσει έτσι στη σφαίρα του ρεαλισμού και θ’ ονομαστεί hardboiled και thriller ενώ η μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη θα εγκαινιάσει ένα νέο είδος ταινιών ασπρόμαυρες, με φωτοσκιάσεις και υποβλητικούς ήχους, τα φιλμ νουάρ (film noir). Κάτι νέο επίσης που εμφανίζεται (ενώ μέχρι πρότινος απαγορευόταν το ερωτικό στοιχείο στις αστυνομικές ιστορίες βάσει κανόνων Βαν Ντάιν 1928 ) είναι η μοιραία γυναίκα που παίζει καθοριστικό ρόλο στην έκβαση της υπόθεσης και συνήθως συνδέεται ερωτικά με τον ντετέκτιβ.
Πρώτος που εισάγει το νέο στυλ γραφής είναι ο Ντάσιελ Χάμετ με το «Γεράκι της Μάλτας» 1930. Ένας αστυνομικός που δεν απέχει πολύ από τους εγκληματίες που κυνηγά βοηθάει μια όμορφη γυναίκα, η οποία έχει μπλεχτεί στην υπόθεση ενός πολύτιμου αντικειμένου που γυρνά από χέρι σε χέρι ώσπου τελικά αποκαλύπτεται ότι είναι πλαστό και έτσι αρχίζει ένας νέος κύκλος αναζήτησης. Άλλοι συγγραφείς που μιμήθηκαν το στυλ του Χάμετ είναι ο Ρέιμοντ Τσάντλερ, ο Ρος Μακντόναλντ κ.α.
Την περίοδο αυτή θα κάνει την εμφάνισή του και το λεγόμενο «κατασκοπικό» αφήγημα με τη «Μάσκα του Δημητρίου», 1939, του Έρικ Άμπλερ. Άλλα κατασκοπικά αφηγήματα πολύ γνωστά είναι «Ο Άνθρωπος που Γύρισε Απ΄το Κρύο» και «Ο Ράφτης Του Παναμά» του Τζων Λε Καρέ.
γ.) Από τη δεκαετία του ΄50 και μετά: Ο ντετέκτιβ αποκτά ένα ψυχικό τραύμα, μια διαταραχή της μνήμης, ή και μια ψύχωση. Παράλληλα με την υπόθεση, έχει να παλέψει και με τον εαυτό του. Σε ανύποπτη στιγμή μπορεί να κάνει πίσω ή να διαπράξει λάθος παρασυρμένος από τις δικές του εμμονές ή παραισθήσεις. Την κακή ψυχολογική του κατάσταση εκμεταλλεύονται διάφοροι που θέλουν να αναστείλουν τη δράση του και όχι μόνο κακοποιοί. Ή σε άλλες περιπτώσεις ο αστυνομικός είναι απόλυτα διεφθαρμένος αποσκοπώντας σε προσωπικά οφέλη. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση κεντρικό ρόλο τελικά καταλαμβάνει ο κακοποιός. Αυτός κυριαρχεί στο μυθιστόρημα καθώς κατορθώνει να παραμείνει ασύλληπτος ενώ ο αστυνομικός μετατρέπεται σε μια θλιβερή σκιά στο φόντο.
Τέτοια δείγματα γραφής έχουμε από την Πατρίτσια Χάισμιθ με το «Ο Ταλαντούχος Κύριος Ρίπλεϊ» (1955) και ακολουθούν άλλα τέσσερα έργα με ήρωα τον Τομ Ρίπλεϊ γνωστά ως Ριπλεϊάδα (the Ripliad). Ο ήρωας παίρνει την ταυτότητα του πρώτου θύματος που δολοφονεί και ανίκανος να συγκρατήσει τα δολοφονικά του ένστικτα αλλά και από φόβο μην αποκαλυφθεί η πραγματική του ταυτότητα οδηγείται από το ένα έγκλημα στο άλλο αποφεύγοντας τη σύλληψη. Το εκπληκτικό είναι ότι ο αναγνώστης ταυτίζεται με τον ψυχοπαθή ήρωα και συμπάσχει μ΄αυτόν στην προσπάθειά του να αποφύγει τις συνέπειες του νόμου. Ο Τομ Ρίπλεϊ ξεκινά μια μακρά σειρά «αρνητικών ηρώων».
Αξιοσημείωτα είναι και τα έργα του Τζέιμς Ελρόι όπως η «Μαύρη Ντάλια»(1987). Εδώ συναντάμε τον διεφθαρμένο αστυνομικό που επιδιώκει να αποκομίσει ίδιον όφελος εις βάρος της επίλυσης της υπόθεσης.
Εν τέλει με τον όρο «μαύρο μυθιστόρημα» συνηθίζουμε να εννοούμε όλη την αμερικάνικη παραγωγή από τον Ντάσιελ Χάμετ και μετά επειδή τα έργα αυτά παρά τις διαφορές τους αντιμετωπίζουν ρεαλιστικά την πραγματικότητα.
Μια άλλη τάση που εμφανίστηκε αργότερα (πέρα απ΄τη συνύπαρξη αστυνομικής πλοκής και έμφαση στη ψυχολογία των ηρώων) είναι το αστυνομικό μυθιστόρημα να στρέφεται στο παρελθόν και οι εγκληματικές ενέργειες να εκτυλίσσονται παράλληλα με σημαντικά ιστορικά γεγονότα φωτίζοντας τις αθέατες πλευρές τους. Ή να εκφράζει πολιτικές θέσεις. Πάντως το αστυνομικό μυθιστόρημα δεν ενδιαφέρεται εξ ορισμού για τις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες, μέσα στις οποίες διαδραματίζονται τα εξεταζόμενα εγκλήματα, αν και πολλοί παλιοί συγγραφείς με την περιγραφή τόπων, προσώπων, συνηθειών κατέγραψαν τρόπον τινά την καθημερινή ζωή της εποχής τους. Κάποιοι άλλοι, όπως είδαμε λίγο πιο πάνω επίτηδες τοποθέτησαν τη δράση σε συγκεκριμένη εποχή του παρελθόντος θέλοντας να εντάξουν στο έργο τους σχετικές πληροφορίες ή να δώσουν πολιτικά μηνύματα.
Στην Ελλάδα το αστυνομικό αφήγημα άκμασε τα χρόνια 1950- 1967 με την έκδοση αστυνομικών ιστοριών στα περιοδικά «Μάσκα» και «Μυστήριο». Τα αστυνομικά αναγνώσματα τέθηκαν υπό διωγμό και απ΄τη χωροφυλακή που προειδοποιούσε με εγκυκλίους τους νέους να αποφύγουν τον εθισμό στη έγκλημα και από την κομμουνιστική αριστερά που τα θεωρούσε εργαλεία αποπροσανατολισμού απ΄την ταξική πάλη και χαμηλής στάθμης λογοτεχνία. Ο Γιάννης Μαρής, όπως προαναφέραμε, ξεχώρισε ως συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων αλλά διακρίθηκε στο ήπιο αστυνομικό μυθιστόρημα ενώ τα περιοδικά «Μάσκα»/«Μυστήριο» ασχολούνταν με το σκληρό αφήγημα. Το 1976 ο Γιάννης Μαρής εκδίδει την «Εξαφάνιση του Τζων Αυλακιώτη» αλλά ο μεταχουντικός κόσμος δυσανασχετεί με ό,τι θυμίζει αστυνομία. Με την επανέκδοση των κλασικών της αστυνομικής λογοτεχνίας που επιμελούνται οι εκδόσεις Άγρα τη δεκαετία του ‘80 η αστυνομική λογοτεχνία δέχεται μια ώθηση. Νεώτεροι συγγραφείς ασχολήθηκαν με αστυνομικά αφηγήματα όμως το στοίχημα δεν έχει κερδηθεί εφόσον το ελληνικό κοινό ενδιαφέρεται κυρίως για τα ξένα συγγράμματα του είδους.
Εν κατακλείδι, θα μπορούσαμε να επισημάνουμε ότι η αστυνομική λογοτεχνία είναι ένα ιδιαίτερο είδος πεζογραφίας και η σύγκρισή του με άλλες μορφές πεζογραφημάτων καθώς και η αξιολόγησή του δεν έχει κανένα νόημα. Είναι ένα λογοτεχνικό είδος με δικούς του κανόνες και πιθανόν δικό του κοινό. Βασικός σκοπός του είναι να κατασκευάσει ένα παιχνίδι μυαλού για τον αναγνώστη. Πρόκειται για μια απάτη που στήνει όχι μόνο ο δολοφόνος στον ερευνητή μέσα στην ιστορία αλλά πολύ συχνά και ο συγγραφέας στον αναγνώστη καθώς γράφει την ιστορία. Γι΄αυτό, λοιπόν, στους είκοσι κανόνες συγγραφής αστυνομικού μυθιστορήματος του Βαν Ντάιν αναφέρεται ότι το καλό αστυνομικό μυθιστόρημα είναι αυτό που, αν ο αναγνώστης θελήσει να ξαναδιαβάσει το κείμενο για δεύτερη φορά, θα διαπιστώσει ότι η λύση της υπόθεσης ήταν εκεί μπροστά στα μάτια του όταν ανυποψίαστος το διάβαζε την πρώτη φορά._

ΠΗΓΕΣ:
– ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
http://crimefictionclubgr.wordpress.com/

-Διάφορα διαδικτυακά δημοσιεύματα

**
ΜΑΡΙΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ
Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το μακρινό 1979. Σπούδασε στο Τμήμα Φιλολογίας του Α.Π.Θ. Ασχολείται με τη διδασκαλία μαθημάτων Λυκείου. Το διήγημα «Η μόνη αλήθεια» με το οποίο διακρίθηκε στο διαγωνισμό διηγήματος του eyelands το 2012 ήταν η πρώτη της δημοσίευση. Το διήγημα περιλαμβάνεται στην έκδοση «Ιστορίες για την Ελλάδα» που εκδόθηκε το Νοέμβριο του 2012 από το eyelands. Στο eyelands δημοσιεύθηκε και το διήγημά της «Προδοσία». Είναι εδώ και τρία χρόνια στην ομάδα που διαβάζει τα διηγήματα του διαγωνισμού μας.

*φωτογραφία: Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ
**

λογότυπο μικρότερο
ΜΑΣΑ ΚΑΛΕΚΟ

Αφιέρωμα στην Μάσα Καλέκο, μια ποιήτρια ελάχιστα γνωστή στην Ελλάδα. H Νάνσυ Καραγιάννη συνέλεξε στοιχεία για τη ζωή και την ποίησή της και μετέφρασε ποιήματά της.
**
Μάσα Καλέκο, η ποίησή της
«Την έχουν συγκρίνει με τον Μόργκενστερν, τον Κέστνερ, τον Ρίγκελνατς, όμως δεν ειν΄ έτσι. Έχει τη δική της ελαφρότητα, σατιρική οξύνοια, γλωσσική ειρωνεία, κι επιπλέον είναι νοσταλγική και τρυφερά εύθραυστη, τόσο που σου κόβει την ανάσα»
(Jan Schulz-Ojala im “Tagesspiegel”)

Με γοητεία και χιούμορ, ερωτική ατσάλινη δύναμη και κοινωνική κριτική, η νεαρή ποιήτρια Μάσα Καλέκο κατέκτησε από το Βερολίνο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης τις καρδιές των κατοίκων των μεγάλων αστικών πόλεων. Είναι 22 ετών όταν δημοσιεύει τα πρώτα της ποιήματα. Είναι στίχοι σε τρυφερά θηλυκούς ρυθμούς, που ο καθένας καταλαβαίνει, γιατί μιλούν για πράγματα που όλοι έχουν ζήσει: τον έρωτα, τον χωρισμό και τη μοναξιά, τις οικονομικές δυσκολίες, τη νοσταλγία και τη θλίψη. Μ΄ αυτή την «ποίηση χρησιμότητας» ( Gebrauchslyrik) στην καλύτερή της μορφή γίνεται διάσημη στο Βερολίνο της δεκαετίας του ΄20 και του ΄30 και σήμερα ακόμα, εκατό χρόνια απ΄τη γέννησή της, το κοινό που την θαυμάζει γίνεται όλο και μεγαλύτερο. Την ποίησή της συνοδεύει πάντα μια ελάχιστη ειρωνεία, που όμως δεν έχει ίχνος συναισθηματισμού. Αυτό το μίγμα μελαγχολίας και αστείου, η πάντα παρούσα επικαιρότητα και η πολιτική οξύνοια, είναι που κάνει την ποίηση της Μάσα Καλέκο τόσο ακαταμάχητη και διαχρονική.

***
Βιογραφικό

Η Mascha Kaleko (Μάσα Καλέκο) -το πραγματικό της όνομα ήταν Γκόλντα Μάλκα Άουφεν- υπήρξε γερμανόφωνη ποιήτρια, της οποίας η γραφή εντάσσεται στη κίνηση του «κοινωνικού ρεαλισμού». Γεννήθηκε στις 7 Ιουνίου 1907 στο Chrzanow της Γαλικίας, περιοχή που τότε ανήκε στην Αυστροουγγαρία και σήμερα στην Πολωνία, και πέθανε στις 21 Ιανουαρίου 1975 στη Ζυρίχη.
Ήταν εξώγαμο τέκνο του Fischel Engel, Ρώσου εβραϊκής καταγωγής και της μετέπειτα συζύγου του Rozalia Chaja Reisel Aufen. To 1914, στην αρχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου μετακόμισε με την μητέρα και την αδελφή της Lea στην Γερμανία για ν΄ αποφύγει τις διώξεις. Στη Φρανκφούρτη φοίτησε στο Δημοτικό. Τον πατέρα της, λόγω της ρωσικής του υπηκοότητας, τον κατέταξαν στο στρατόπεδο των εχθρών της χώρας και τον έθεσαν υπό περιορισμό.
Τελικά το 1918 η οικογένεια εγκαθίσταται στο Βερολίνο. Εδώ η ποιήτρια θα περάσει τα σχολικά χρόνια και τα χρόνια σπουδών της. Παρ΄ ότι ήταν καλή μαθήτρια και την ενδιέφερε πολύ να σπουδάσει, ο πατέρας της θεωρούσε ότι για ένα κορίτσι οι σπουδές δεν είναι απαραίτητες. Έτσι, το 1925 αρχίζει την μαθητεία της ως προσωπικό γραφείου στην «Υπηρεσία Εργασίας και Πρόνοιας των Εβραϊκών Οργανισμών της Γερμανίας». Παράλληλα παρακολουθεί βραδινά μαθήματα Φιλοσοφίας και Ψυχολογίας, μεταξύ άλλων στην Ανώτερη Σχολή Λέσσινγκ και στο Πανεπιστήμιο Φρίντριχ Βίλχελμ (το σημερινό Πανεπιστήμιο Χούμπολντ). Το 1922 με τον πολιτικό γάμο των γονέων της και της αναγνώριση πατρότητας εκ μέρους του πατέρα της, παίρνει το όνομα Mascha Engel.
Στις 31.07.1928 παντρεύεται τον κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερό της Saul Aaron Kaleko, δάσκαλο της εβραϊκής γλώσσας, με τον οποίο γνωριζόταν από το 1926.
Περί το τέλος της δεκαετίας του ΄20 έρχεται σ΄ επαφή με την avant-garde του Βερολίνου και γνωρίζεται με την Else Lasker-Schüler (Έλζε Λάσκερ-Σούλερ), τον Erich Kästner (Έριχ Κέστνερ) και τον Joachim Riegelnatz (Γιόαχιμ Ρίγκελνατς).
Το 1929 δημοσιεύονται στην εφημερίδα Querschnitt (Τομή) τα πρώτα της ποιήματα, στα οποία καθρεφτίζεται, με έναν τόνο εύθυμο και μελαγχολικό, ο τρόπος ζωής των απλών ανθρώπων και η ατμόσφαιρα του Βερολίνου της εποχής της. Το 1933 εκδίδεται η συλλογή της “Lyrische Stenogrammheft” (Λυρικό Τετράδιο Στενογραφίας), για την οποία της έγραψε αργότερα ο Μάρτιν Χάιντεγκερ: «Το Τετράδιο Στενογραφίας σας δείχνει ότι γνωρίζετε όλα όσα είναι δυνατόν να γνωρίζουν οι θνητοί». Η συλλογή, που εκδόθηκε τον Ιανουάριο, ήταν εισπρακτική επιτυχία και παρ΄ ότι ήδη τον Μάιο ήταν στο κατάλογο των βιβλίων που κατέληξαν στην πυρά από τους Εθνικοσοσιαλιστές, υπήρξε και δεύτερη έκδοσή της από το εκδοτικό οίκο Rowohlt το 1935. Την ίδια εποχή εκδίδεται και η συλλογή “Das kleine Lesebuch für Große” ( Μικρό αναγνωστικό για μεγάλους).
Το 1936 αποκτά τον γιό της, του οποίου πατέρας ήταν ο Διευθυντής Ορχήστρας και Μουσικολόγος Chemjo Vinaver.Το 1938 παίρνει διαζύγιο από τον Kaleko και παντρεύεται τον Vinaver. Διατηρεί, όμως, ως καλλιτεχνικό όνομα το όνομα Καλέκο. Την ίδια χρονιά η οικογένεια μεταναστεύει στην Αμερική, όπου, όμως, η επαγγελματική αναγνώριση του συζύγου της δεν είναι η αναμενόμενη και η Καλέκο είναι εκείνη που στηρίζει οικονομικά την οικογένεια, κυρίως με την συγγραφή διαφημιστικών κειμένων. Το 1944 το ζεύγος αποκτά την αμερικανική υπηκοότητα.
Με τη λήξη του πολέμου η Καλέκο ξαναβρίσκει το αναγνωστικό της κοινό, το «Λυρικό Τετράδιο Στενογραφίας» εκδίδεται εκ νέου με επιτυχία (το 1956). Το 1960 αποφασίζουν να της απονείμουν το Βραβείο Φοντάνε της Ακαδημίας Τεχνών του (Δυτικού) Βερολίνου, όμως η Καλέκο το αρνείται, γιατί στην Επιτροπή είναι μέλος ο Hans Egon Holthusen, πρώην μέλος των Ες-Ες. Την ίδια χρονιά μεταναστεύει για χάρη του συζύγου της στην Ιερουσαλήμ. Εκεί υποφέρει από γλωσσική και πολιτιστική απομόνωση και ζει απογοητευμένη και μόνη. Το 1968 στη Νέα Υόρκη πεθαίνει ο γιός της, που ήταν εξαιρετικό μουσικό ταλέντο. Μετά τον θάνατο του συζύγου της το 1973 βρίσκει, τον τελευταίο χρόνο της ζωής της, τη δύναμη να γράψει. Τις απώλειες που έχει ζήσει τις περιγράφει με συγκινητικό τρόπο στο ποίημα Memento με τους στίχους: «Γιατί τον θάνατό του ο καθένας τον πεθαίνει, όμως τον θάνατο των άλλων πρέπει να τον ζήσει».
Το Φθινόπωρο του 1974 επισκέπτεται το Βερολίνο για τελευταία φορά, όπου την καλούν ως ομιλήτρια. Είχε σκεφθεί ν΄ αποκτήσει μια δεύτερη κατοικία στο Βερολίνο, γιατί εκεί είχε ζήσει ευτυχισμένες στιγμές στα νεανικά της χρόνια. Κατά την επιστροφή της, όμως, στην Ιερουσαλήμ, σ΄ έναν ενδιάμεσο σταθμό της στη Ζυρίχη, πεθαίνει από καρκίνο του στομάχου στις 21 Ιανουαρίου 1975, δεκατέσσερις μόλις μήνες μετά τον θάνατο του συζύγου της. Ο τάφος της βρίσκεται στο εβραϊκό νεκροταφείο της Ζυρίχης, στην περιοχή Friesenberg.
Την ποίηση της Καλέκο διατρέχει ένας διακριτικά ειρωνικός και μελαγχολικός τόνος, ποίηση που αναφέρεται στη ζωή των απλών ανθρώπων στις μεγάλες πόλεις. Ως μόνη γνωστή ποιήτρια του «κοινωνικού ρεαλισμού» την συνέκριναν συχνά με τους άνδρες συναδέλφους της και ως εκ τούτου της απέδωσαν τον χαρακτηρισμό «θηλυκός Ρίγκελνατς» ή «θηλυκός Κέστνερ».
Τα ποιήματά της, που είναι γνωστά ως “Montagsgedichte” (Τα ποιήματα της Δευτέρας) συγκινούν με την λιτή ευθεία τους γλώσσα. Ποιήματά της έχουν μελοποιηθεί και τα τραγουδούν μέχρι σήμερα.
Για την Καλέκο έχουν πει ότι δεν έχει αναγνώστες, αλλά οπαδούς.
**
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
**
Συνέντευξη με τον εαυτό μου

«Γεννήθηκα πριν όχι και πολύ καιρό
Μικρή η πόλη, όχι το κουτσομπολιό
Δυό-τρείς γιατροί, ένας ναός για τους πιστούς
Και σεβαστό θεραπευτήριο για τρελούς

Τη λέξη «όχι» αγαπούσα πιο πολύ
Ήταν της μάνας μου η χαρά μάλλον μικρή
Κι όσο το σκέφτομαι, τόσο το σέβομαι
Δεν ήμουν το παιδί που ονειρεύομαι

Τα χρόνια του πολέμου στο Δημοτικό
Της γειτονιάς μου το σχολειό ήταν καλό
Και δώδεκα χρονών όταν σκεφτόμουνα
Ήταν η ειρήνη που ονειρευόμουνα

Για τους δασκάλους μου ήμουν προικισμένη
Να φύγω, να επιστρέψω σπουδασμένη
Δεν ήταν τα σχολεία που μου έμαθαν
Τα ερείπια να χτίσω που μου έλαχαν

Οι δάσκαλοι μου έμαθαν να προσπαθώ
Για νεολαία με επίπεδο ηθικό
Ν΄ αδράξουμε απ΄ τα κέρατά της τη ζωή
Όμως στις έξι ξύπναγα κάθε πρωί


Σε οχτάωρο ζωή και Υπηρεσία
Λίγα λεφτά, καθήκον η εργασία
Στο ποίημα κατέληγε το βράδυ μου
Φώναζε ο πατέρας για το χάλι μου

Αρχίζω το ταξίδι με καλό καιρό
Στον χάρτη ταξιδεύω τον χρωματιστό
Τις μέρες με βροχή όμως περιμένω
Η ευτυχία νάρθει εδώ που μένω…»
*
Μικρό τραγούδι αγάπης

Βλέπω τα μάτια σου με μαύρη θλίψη να πενθούν
Τις σκέψεις να βαραίνουνε το πρόσωπό σου
Θαρθώ όπως ένα παιδί που το παρηγορούν
Ν΄ αφήσω ένα μικρό φιλί στο μέτωπό σου

Θάλασσα, άνεμο και ήλιο θα φωνάξω
Μέρα καλοκαιριού με φως θα σου χαρίσω
Μ΄ ωραίο όνειρο τον ύπνο σου ν΄ αλλάξω
Όλη της νύχτας σου τη συννεφιά να σβήσω

Κι όταν τα χείλη σου θ΄ αρχίσουν να χαμογελούν
Θάλασσα, άνεμος και ήλιος φυλαχτό σου
Βλέπω τα μάτια σου με μαύρη θλίψη να πενθούν
Τις σκέψεις να βαραίνουνε το πρόσωπό σου…

*
Σχολικό Ημερολόγιο

Μου είχε τότε τρία εκατομμύρια κοστίσει
Σε μάρκα πληθωριστικά -ήταν η εποχή-
Τώρα το εξώφυλλό του έχει ξεκολλήσει
Κι η εγγύηση της κλειδαριάς έχει παραγραφεί

Στην πρώτη του σελίδα είναι γραμμένοι οι στίχοι:
«μου είσαι λίαν συμπαθής, αυτό μόνο ξέρω να πω»
Ήταν ο ξάδελφός μου ο Ρούντολφ, που ΄γραφε στην τύχη
Τώρα ξέρει πολλά, ιδίως το τραπεζικό

Ο δάσκαλός μου ο Μπόρχαρτ είχε μια τέτοια έλξη
Γράφει κάτι βαρύγδουπο από τα κλασσικά
«Αιώνια δική σου!» καταχωρεί η Έλση
Κι ύστερα με προδίδει στα μαθηματικά

«Να είσαι δυνατή, εσύ να ορίζεις τη ζωή σου»
Ήταν του φίλου μου του Γιόχαν τα λόγια τα σοφά
Γιόχαν, την ακολούθησα τη συμβουλή σου
Όμως στο αποτέλεσμα απέτυχα οικτρά

Τί γίνονται, άραγε, οι άλλοι απ΄ την τάξη;
-Τί σχέδια μεγαλόπνοα είχαμε τότε όλοι!-
Τώρα δυό λόγια ανταλλάσουμε στην πράξη
Όταν βρεθούμε μεσ΄ στο δρόμο, εκεί στο πόδι

Όλους τους βρίσκω να μου έχουν γράψει κάτι
Και ιδίως απ΄ την αποφοίτηση τη σχολική
Και το ημερολόγιο είναι σαν ένα μάτι
Που είδε τις μέρες όλων μας σ΄ ευθεία τελική

Θυμάμαι είχε τρία εκατομμύρια κοστίσει!
Και του πληθωρισμού ίσως ξανάρθει η εποχή
Ήδη να κιτρινίζει το χαρτί του έχει αρχίσει
Κι η εγγύηση της κλειδαριάς έχει παραγραφεί

*
Ξεχασμένο γράμμα στη θυρίδα 7

΄Ισως να μην σ΄ ενδιαφέρει πια αυτή η θυρίδα
΄Ισως να μην ξαναπεράσεις για παραλαβή
Όμως μαζί με μένα γράφει πάντα κι ελπίδα
Και σου ταχυδρομώ τη νοσταλγία μου με συνδρομή

Παρόμοια σε άβγαλτους μπορείς να τα ταιριάσεις
Όχι σε ώριμους, φτασμένους σαν εσένα
Οκτώ εξάμηνα τα πέρασα στις εξετάσεις
Και στο δικό σου κόπηκα, ήταν βαρύ για μένα

Κέδρο μυρίζουνε ακόμα τα όνειρά μου
Είναι το άρωμα που αγαπούσες πιο πολύ
Τα ίδια μέρη που με φέρνουνε τα βήματα μου
Μοιάζουν τόσο νεκρά, γιατί δεν είσαι εσύ μαζί

Νιώθω την παρουσία σου ζεστή όπου κι αν πάω
Κάθε γωνιά μου κρύβει τη δική σου τη μορφή
Σ΄ όλα τα καστανά μαλλιά εκεί που περπατάω
Νομίζω βλέπω τα δικά σου, αλλά δεν είσαι εσύ

Με τον καινούργιο χρόνο λέω να φύγω από την πόλη
Όλα μου είναι πια επικίνδυνα γνωστά εδώ
Δεν είναι μόνο το γραφείο ή μόνο οι δρόμοι
Μ΄ αυτά που πήραν όνομα από σένα δεν μπορώ να ζω

Τώρα υπάρχεις μόνο για καθήκοντα υψηλά
Κι εγώ για να μου στέλνεις «πολλούς χαιρετισμούς»
Πώς σε θαυμάζω να ξεχνάς έτσι όμορφα κι απλά
Μεσ΄ από δυό γραμμές, χωρίς συναισθηματισμούς

Ήταν το τελευταίο γράμμα που μου έγραψες
Και με την άλλη δεν μ΄ αρέσει να υποκρίνομαι
Σαν ρούχο με παραγγελία όμως μου ταίριαζες
Και τώρα δύσκολα στα έτοιμα θα ντύνομαι
*

Memento

Δεν ειν΄ ο θάνατός μου που φοβάμαι
Είναι ο θάνατος αυτών που αγαπώ
Και ποια ζωή μπορείς και θες να ζήσεις
Όταν αυτοί που αγαπάς δεν θάναι πια εδώ

Τον θάνατο τον ψηλαφώ μες στην ομίχλη
Γλυκά αφήνω να με σέρνει στο σκοτάδι
Κι αν είναι να μετρήσουμε τον πόνο όταν μένεις
Θα βγεί μισός αυτός που παίρνεις όταν φεύγεις

Κι αυτό το ξέρει μόνο αυτός που το ΄χει ζήσει
Κι εκείνοι που το ζήσαν ας με συγχωρήσουν
Γιατί τον θάνατό του ο καθένας τον πεθαίνει
Όμως τον θάνατο των άλλων πρέπει να τον ζήσει
*
Το ταξίδι

Κανένας φίλος δεν μας έμεινε σ΄ αυτό τον κόσμο
Μόνο ο Θεός, κι αυτόν τον έδιωξαν μαζί μας
Απ΄ τους πολλούς μονάχα αυτός, αυτός μόνο
Άλλος δεν έμεινε για να κρατήσει τη ζωή μας

Κανείς δεν έμεινε να κλαίει στην προκυμαία
Μονάχα η θάλασσα κι ο ήχος της μοιρολογεί
Κι οι δυό μας, σαν να είν΄ η μέρα η τελευταία
Ο ένας θα ΄χουμε τον άλλο να μας παρηγορεί

Μείνε μαζί μου στο σκοτάδι να μου φύγει ο φόβος
Όλα τα άφησα, το σπίτι μου και την πατρίδα
Μέσα στους ξένους δρόμους περιμένει πολύς πόνος
Κράτα το χέρι μου σφιχτά για νάχω μιαν ελπίδα

Κι αν είν΄ στη θάλασσα το πλοίο μας να ναυαγήσει
Εμάς το αίμα πάντα ενωμένους μας κρατάει
Άλλος δεν έμεινε για τη ζωή μας να φροντίσει
ο ένας θα ΄χουμε τον άλλο να μας αγαπάει
*-
**
ΑΘΑΝΑΣΙΑ (ΝΑΝΣΥ) ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ
Γεννήθηκε στα Γιάννενα στις 6 Αυγούστου του ΄54 κι η πόλη την μεγάλωσε μέχρι που πήγε στην Αθήνα να σπουδάσει Νομικά. Εργάζεται εδώ και πολλά χρόνια στο Υπουργείο Εξωτερικών και αυτή την εποχή υπηρετεί στην Πρεσβεία μας στο Βερολίνο.
*Δύο ποιήματά της ήταν ανάμεσα σε εκείνα που διακρίθηκαν στον πρώτο ποιητικό διαγωνισμό του eyelands και εμφανίστηκαν στην έκδοση «Εποχές», το ποιητικό ημερολόγιο του eyelands για το 2013

****

λογότυπο μικρότερο
ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ και ο παράλογος κόσμος του

Φραντς Κάφκα (1883 – 1924) Το eyelands ετοίμασε ένα μικρό αφιέρωμα με αφορμή τα 130 χρόνια που συμπληρώνονται εφέτος από τη γέννησή του. Η Μαρία Μαργαρίτη έγραψε για τον Παράλογο Κόσμο του και ο Γρηγόρης Παπαδογιάννης για τα γράμματα στις αγαπημένες του.
**

Ο ΠΑΡΑΛΟΓΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ

«Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωινό από κακό όνειρο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε γιγάντια κατσαρίδα. […]Τα πολυάριθμα ποδάρια του, που ήταν αξιοθρήνητα λεπτά σε σύγκριση με το υπόλοιπο κορμί του, ταλαντεύονταν ανήμπορα μπροστά στα μάτια του. Τι μου συνέβη; συλλογίστηκε. Όνειρο δεν ήταν. Η κάμαρή του, μια συνηθισμένη ανθρώπινη κρεβατοκάμαρη, μόνο κομματάκι πιο μικρή απ΄το κανονικό, κείτονταν ήσυχη ανάμεσα στους τέσσερις γνώριμους τοίχους της».
Διαβάζοντας την αρχή της «Μεταμόρφωσης» του Φ.Κάφκα ο αναγνώστης βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα παράδοξο γεγονός, της μεταμόρφωσης του ήρωα σε τεράστια κατσαρίδα. Αυτό το αναπάντεχο συμβάν παραμένει ως το τέλος του έργου μια οικογενειακή τραγωδία χωρίς να ενδιαφέρει ή να επηρεάζει τον έξω κόσμο όπου όλα εξακολουθούν να κυλούν σε φυσιολογικούς ρυθμούς.
Ο Φραντς Κάφκα, ο σπουδαίος Τσέχος συγγραφέας (1883-1924) εντάσσει έντεχνα ένα φανταστικό γεγονός μέσα σ’ ένα κόσμο πραγματικό, όπως τον ξέρουμε. Δηλαδή ο Σάμσα ξαφνικά μεταμορφώνεται σε έντομο ενώ γύρω του ζουν και κινούνται άνθρωποι με λογική ή αναμενόμενη συμπεριφορά. Ο ήρωας ακόμη και με το νέο του σώμα έχει ανθρώπινα συναισθήματα και αντιδράσεις: βλέπει, ακούει, καταλαβαίνει, μόνο το σώμα του δεν είναι πλέον ανθρώπινο.
Φυσικά, η ιστορία λειτουργεί συμβολικά. Ο Σάμσα, ένας ευαίσθητος και κουρασμένος από την καθημερινότητα άνθρωπος, υποκύπτει στην πίεση του περιβάλλοντός του και μεταμορφωμένος σε σιχαμερό έντομο βιώνει ξεκάθαρα πλέον την περιθωριοποίηση –την οποία μέχρι τότε απλά υποψιαζόταν- ακόμη και από τον προσφιλή μικρόκοσμο, την οικογένειά του, και έτσι αποξενωμένος οδηγείται σταδιακά στον θάνατο.
Η ιδέα του περιθωριοποιημένου ανθρώπου που παρά τις όποιες προσπάθειες αντίστασης υποτάσσεται τελικά σε μια ανώτερη δύναμη που τον αφανίζει, εκφράζεται και σε άλλα έργα του Φ.Κάφκα όπως ο «Πύργος» και η «Δίκη». Και σ’ αυτά τα έργα κυριαρχεί το στοιχείο του παράλογου, όχι απ’ την αρχή, όπως στη «Μεταμόρφωση», αλλά από ένα σημείο και μετά η εξέλιξη των πραγμάτων υπερβαίνει την πραγματικότητα. Με άλλα λόγια η τροπή που παίρνει η ιστορία δεν μπορεί να εξηγηθεί ως μέρος της πραγματικότητας που γνωρίζουμε αλλά ανάγεται σε μια ανοίκεια πραγματικότητα μπολιασμένη με στοιχεία της γνώριμής μας πραγματικότητας.
Το παράλογο προκύπτει απ΄το ότι η συνείδηση του ήρωα, οι αξίες και οι προσδοκίες του, η αντίληψη εν γένει που έχει για τον κόσμο έρχεται σε ρήξη με την πραγματικότητα και έτσι καταλήγει τραγικά απομονωμένος. Ο ήρωας δυσκολεύεται ν΄ αποδεχτεί ό,τι για τους άλλους είναι δεδομένο. Εντούτοις δε δείχνει να εκπλήσσεται αλλά αντιμετωπίζει τον κόσμο σα να τον βλέπει πρώτη φορά, σα να μαθαίνει εκείνη τη στιγμή πώς λειτουργούν τα πράγματα, σα να σκοντάφτει πάνω σε ένα κοινό μυστικό, σα να ανακαλύπτει μια εκτεταμένη συνωμοσία. Ο παράλογος κόσμος μέσα στον οποίο ασφυκτιούν οι ήρωες του Κάφκα είναι μια μετωπική σύγκρουση ανάμεσα στην υποκειμενικότητα και την αντικειμενικότητα και η σύγκλιση των δυο επιπέδων δημιουργεί την τραγωδία του υποκειμένου. Η πραγματικότητα θα πάψει να είναι παράλογη όταν την αποδεχτεί το υποκείμενο, όταν πλέον υποταχτεί σ΄αυτή, γεγονός που θα το οδηγήσει σε απόλυτη δυστυχία και θα σημάνει τον αφανισμό του.
Συνήθως αποδεχόμαστε τον κόσμο ως λογικό και το μεμονωμένο άτομο ως παράλογο. Ο Φ.Κάφκα στα έργα του αντιστρέφει αυτή την αρχή. Παρουσιάζει το σύνολο να «παραλογίζεται» ενώ το άτομο προβαίνει σε έλλογες ενέργειες έως ότου παρασυρθεί και εκείνο από το σύνολο. Με τον τρόπο αυτό συμμερίζεται το άτομο έναντι του συνόλου που μέσα στη δυστοπία πασχίζει να διατηρήσει την ελευθερία του ώσπου στο τέλος καταποντίζεται έχοντας τη βεβαιότητα μιας αδιευκρίνιστης ενοχής.
Στον «Πύργο» ο ήρωας, ο Κ. (με αυτό το όνομα αναφέρεται), φθάνει σ’ ένα άγνωστο χωριό όπου έχει προσκληθεί ως «χωρομέτρης» απ’ τους διοικούντες της περιοχής που εδρεύουν στον πύργο. Σύντομα διαπιστώνει ότι έχει γίνει κάποιο λάθος και δε θα χρειαστούν τις υπηρεσίες του. Ο Κ. όμως δεν αποχωρεί απ’ το χωριό αλλά επιδίδεται με ιδιαίτερο σθένος σε έναν αγώνα να προσεγγίσει κάποιον από τους διοικούντες. Κάνει νέες γνωριμίες, ζητά πληροφορίες, από το ένα πρόσωπο φθάνει στον άλλο αλλά ποτέ δε φθάνει στο στόχο του. Αξιοσημείωτο είναι ότι δεν υπάρχει διάκριση επιπέδων δηλαδή οι διαδοχικές ενέργειες δε συνιστούν κάποια πρόοδο αλλά ο ήρωας μένει στάσιμος ό,τι κι αν πράξει. Από ένα σημείο και μετά τα εμπόδια που συναντά ξεπερνούν το αναμενόμενο. Σιγά σιγά διαπιστώνει ότι η «εξουσία» που αναζητά ενώ είναι τόσο περιχαρακωμένη, τόσο μυστήρια και τόσο αόριστη εντούτοις είναι παντοδύναμη και επιδρά τόσο καταλυτικά στις ζωές των χωρικών που της έχουν αποδώσει υπερφυσικές διαστάσεις. Χαρακτηριστικό αυτής της εξουσίας είναι ότι δε μεταχειρίζεται βία για να επιβληθεί αλλά επιδιώκει και πετυχαίνει τον πνευματικό εξανδραποδισμό.
Το έργο είναι ημιτελές αλλά, όπως ο ίδιος ο Φ. Κάφκα ανάφερε στον φίλο του Μαξ Μπροντ –ο οποίος και διέσωσε τα ημιτελή έργα του Φ.Κάφκα παρά την επιθυμία του συγγραφέα να καούν- ο Κ. τελικά θα πεθάνει εξουθενωμένος πριν πετύχει τον στόχο του.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στη «Δίκη» με τη διαφορά ότι ενώ στον «Πύργο» ο ήρωας επιδιώκει να συναντήσει την εξουσία, στη «Δίκη» ακολουθεί αντίθετη πορεία πασχίζοντας να την αποφύγει. Ο ήρωας, ο Γιόζεφ Κ., κατηγορείται και συλλαμβάνεται για κάποιο αδίκημα που δεν του γνωστοποιείται ποτέ. Στην αρχή θεωρώντας πως έχει γίνει κάποιο λάθος παίρνει την όλη ιστορία αψήφιστα. Η εξουσία όμως που τον κατηγορεί και τον διώκει γίνεται όλο και πιο πιεστική σε σημείο που ο ήρωας ενώ δεν ξέρει καν για τι κατηγορείται, πείθεται για την ενοχή του και κυρίως πείθεται για το ότι αυτή η εξουσία είναι τόσο παντοδύναμη που δεν μπορεί να της ξεφύγει κανείς. Έως ένα σημείο αναζητά τρόπους απεμπλοκής απ’ την υπόθεση. Στο τέλος δυο μαυροντυμένοι άνδρες τον οδηγούν έξω απ’ την πόλη όπου τον εκτελούν με μια μαχαιριά στο στήθος χωρίς ο ίδιος να προβάλλει την παραμικρή αντίσταση.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό αυτής της υπέρτατης εξουσίας είναι το ότι έχει νομιμοποιήσει τη διαφθορά της, για την οποία υπάρχουν διάφοροι υπαινιγμοί αλλά το εντυπωσιακότερο είναι ότι πρόκειται για μια εξουσία αχαλίνωτη ερωτικά που εκμεταλλεύεται τους υφιστάμενους της. Ο Φ.Κάφκα με την περιγραφή μη αναμενόμενων συμπεριφορών αποδίδει την αλαζονία της και τη νομιμοποιημένη αδικία. Κανείς απ’ τους διοικούντες ή τους χωρικούς στον «Πύργο» δεν αντιδρά με την απαίτηση του Κλαμ, ενός εκ των διοικούντων, να έχει για ερωμένη του όποια γυναίκα του χωριού επιθυμεί. Είναι αδιανόητο να αντισταθεί κάποια γυναίκα στον Κλαμ γιατί οι συνέπειες για την ίδια και την οικογένειά της θα είναι δυσβάστακτες- όχι βία αλλά άμεση περιθωριοποίηση-. Έτσι και στη «Δίκη» ένας νεαρός σπουδαστής της νομικής ουσιαστικά βιάζει μια υπάλληλο του δικαστηρίου την ώρα της συνεδρίασης του δικαστηρίου χωρίς να παραξενεύεται ή να αντιδρά κανείς απ’ τους παρευρισκόμενους. Η εξουσία έχει πετύχει να διατηρεί την αίγλη της παρά την έκδηλη καταπίεση που ασκεί.
Παράλληλα με την εξέλιξη της ιστορίας το στοιχείο του παράλογου υπάρχει και στη χρήση κτηρίων και δωματίων ή στην αφύσικη γειτνίαση τους. Έτσι, ο Κ. στον «Πύργο» κοιμάται για κάποιο χρονικό διάστημα τα βράδια σε μια σχολική αίθουσα ενώ το πρωί ο χώρος διαμορφώνεται ανάλογα για να υποδεχτεί τους μαθητές. Αντιστοίχως στη «Δίκη» ένα ζευγάρι υπαλλήλων του δικαστηρίου μένει στον προθάλαμο της αίθουσας συνεδριάσεων. Ο χώρος είναι διαμορφωμένος ως σαλόνι όταν το δικαστήριο δεν έχει συνεδρίαση και αδειάζει τις μέρες των συνεδριάσεων. Επίσης, στη «Δίκη» ο Γιόζεφ Κ. αναχωρώντας από το ατελιέ ενός ζωγράφου και αφού πατάει πάνω στο κρεβάτι που βρίσκεται ακριβώςμπροστά στην έξοδο βγαίνοντας έξω διαπιστώνει ότι βρίσκεται μέσα στα γραφεία του δικαστηρίου. Με τον τρόπο αυτό μετατρέπεται ο πραγματικός κόσμος σε μια συνύπαρξη αλλόκοτων καταστάσεων που θυμίζει κακό όνειρο.
Ο Φ. Κάφκα, ο σημαντικός αυτός λογοτέχνης του εικοστού αιώνα, αποτύπωσε στο έργο του το άγχος του σύγχρονου ανθρώπου, την αποξένωση, τη μαζικοποίηση, τη γραφειοκρατία, την ασημαντότητα της ύπαρξης και την καταπίεση της όποιας εξουσίας. Το έργο του προσφέρεται για πολλές ερμηνείες χωρίς κάποια από αυτές να είναι επικρατέστερη, πράγμα που επιδιώκει και ο ίδιος ο συγγραφέας με την αινιγματική γραφή του. Οι ήρωες του περιπλανιούνται μέσα σ’ ένα περιβάλλον νοσηρό, όπως οι ίδιοι το αντιλαμβάνονται και τελικά συνθλίβονται μη μπορώντας να ανταγωνιστούν μια ανώτερη δύναμη που τους αφαιρεί την αίσθηση της ελευθερίας και τους κατατρύχει ώσπου να αποδεχτούν την ανωτερότητά της. Συναφής είναι ένας γνωστός αφορισμός του: «Στη διαμάχη μεταξύ του εαυτού σου και του κόσμου, υποστήριξε τον κόσμο».
ΜΑΡΙΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ_

**
Η ΕΡΩΤΙΚΗ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΚΑΦΚΑ
Ένα κομμάτι από το κείμενο αυτό διαβάστηκε τον περασμένο Φεβρουάριο στο διήμερο ερωτικής επιστολογραφίας που διοργάνωσαν η «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, οι εκδόσεις Άγρα, η Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης Ποιείν (www.poiein.gr) και η Περιοδική Έκδοση Στοχασμού Intellectum (www.intellectum.org). Εδώ υπάρχουν πολύ περισσότερα στοιχεία τα οποία προτίμησα να μην διαβάσω στην εκδήλωση. Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχει το eyelands!
κείμενο: Γρηγόρης Παπαδογιάννης

Η επιλογή μου ήταν να διαβάσω κάποια πολύ χαρακτηριστικά αποσπάσματα της ερωτικής αλληλογραφίας του Φραντς Κάφκα. Διάλεξα γράμματα που απευθύνονται όχι σε ένα αλλά σε δύο πρόσωπα. Πρόκειται για την Φελίτσε Μπάουερ με την οποία ο Κάφκα έφτασε, θεωρητικά, στα πρόθυρα του γάμου αφού αρραβωνιάστηκαν και μάλιστα δύο φορές και για την Μίλενα Γέσενκα που ήταν ο μεγάλος έρωτας της ζωή του. Ακολούθησα τη χρονολογική σειρά της γνωριμίας του με τις δύο γυναίκες. Έτσι ξεκίνησα από την Φελίτσε Μπάουερ, που γνώρισε το 1912 όταν εκείνος ήταν τριάντα ετών και εκείνη πέντε χρόνια μικρότερή του. Η κυρίως αλληλογραφική σχέση τους διατηρήθηκε μέχρι το 1917. Στο τέλος αυτού του κειμένου έκρινα ότι θα ήταν σωστό να αναφέρω μερικά στοιχεία για τη ζωή των γυναικών αυτών «μετά τον Κάφκα».

ΦΕΛΙΤΣΕ ΜΠΑΟΥΕΡ
Στις 14 Αυγούστου του 1912, καλεσμένος στο σπίτι του Μαξ Μπροντ, ο Κάφκα γνώρισε τη Φελίτσε Μπάουερ (Felice Bauer), η οποία εκείνη την εποχή εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος στο Βερολίνο. Σύμφωνα με τον Μπροντ, η Μπάουερ αποτελούσε μία ιδανική μορφή για εκείνον, γεγονός που αναδεικνύεται και μέσα από την τεράστια αλληλογραφία του μαζί της. Η Φελίτσε Μπάουερ ήταν ένας από τους πιο μακροχρόνιους δεσμούς του.
Πέντε χρόνια κράτησε ο έρωτας με αυτή τη νεαρή Γερμανίδα. Υπήρξε μια περίοδος που της έγραφε τρία γράμματα την ημέρα. 716 γράμματα και κάρτες!

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΩΤΗ
Πράγα, την 20η Σεπτεμβρίου 1912.
«Αξιότιμη δεσποινίς!
Για την αμυδρώς πιθανή περίπτωση που δεν μπορείτε επ’ ουδενί να με θυμηθείτε, συστήνομαι εκ νέου: ονομάζομαι Φραντς Κάφκα και είμαι ο άνθρωπος που σας χαιρέτησε πρώτη φορά εκείνο το βράδυ στο σπίτι του διευθυντή κυρίου Μπροντ στην Πράγα’ αυτός που σας έδειξε στο τραπέζι φωτογραφίες από ένα μορφωτικό ταξίδι, και που, τελικά, μέσα σ’ αυτό το χέρι, με το οποίο τώρα χτυπάει τούτα τα πλήκτρα, κράτησε το χέρι σας, με το οποίο εσείς επιβεβαιώσατε την υπόσχεση να πραγματοποιήσετε μαζί του τον επόμενο χρόνο ένα ταξίδι στην Παλαιστίνη…»
Εγκάρδια αφοσιωμένος, δρ Φραντς Κάφκα

Μετά από επτά μήνες επικοινωνίας μέσω επιστολών, ο Κάφκα συνάντησε για δεύτερη φορά την Μπάουερ στο Βερολίνο, ενώ στις 16 Ιουνίου του 1913, με ένα μακροσκελές γράμμα, της έκανε πρόταση γάμου.
Τον Απρίλιο του 1914 έγινε η επίσημη αναγγελία των αρραβώνων τους, που ορίστηκαν για την 1η Ιουνίου, στο Βερολίνο. Για διάφορους λόγους όμως, η σχέση τους διακόπτεται ουσιαστικά την επόμενη χρονια και αναθερμαίνεται στις αρχές του 1916. Τον Ιούλιο του 1917 επισημοποιήθηκε για δεύτερη φορά ο αρραβώνας τους, ωστόσο τη νύχτα της 9ης Αυγούστου, ο Κάφκα παρουσίασε νέες επιπλοκές στην υγεία του, που οδήγησαν τελικά στην οριστική διάλυση της σχέσης τους. Δεν ήταν βέβαια μόνο αυτός ο λόγος
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
«Κάνεις λάθος, ούτε δυο μέρες δεν θα μπορούσες να ζήσεις δίπλα μου. Είμαι ένας άβουλος άνθρωπος που σέρνεται στο χώμα, είμαι λιγομίλητος, ακοινώνητος, κατηφής, δύστροπος, εγωιστής, υποχόνδριος. Θα άντεχες να ζήσεις τη μοναχική ζωή που κάνω; Περνώ το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μου κλεισμένος στο δωμάτιό μου ή περπατώ στους δρόμους ολομόναχος. Θα άντεχες να ζεις εντελώς απομονωμένη από τους γονείς σου, τους φίλους σου, και κάθε άλλη σχέση, αφού εγώ αδυνατώ να συλλάβω διαφορετικά την κοινή ζωή; Θέλω να σε γλιτώσω από τη δυστυχία, Φελίτσε, βγες από τον καταραμένο κύκλο όπου σ’ έκλεισα, τυφλωμένος καθώς ήμουν από τον έρωτα».

&&
ΜΙΛΕΝΑ ΓΕΣΕΝΚΑ
Με την Μίλενα Γέσενκα γνωρίστηκε το 1919. Η σχέση τους που περιλαμβάνει ουσιαστικά δύο συναντήσεις όπως και με την Φελίτσε φτάνει στην κορύφωσή της τον Ιούνιο του 1920 αν και η αλληλογραφία συνεχίζεται μέχρι και το 1923.
Και στις δύο περιπτώσεις όπως αναφέρει ο Ζορζ Ζεράρ Λεμέρ στο βιβλίο του ‘Κάφκα’ γνώρισε τις γυναίκες αυτές μέσα από την αλληλογραφία.
Η Μίλενα Γέσενκα ήταν δημοσιογράφος και μεταφράστρια. Το 1918 παντρεύτηκε τον Ερνστ Πόλακ, έναν εβραίο διανοούμενο, κριτικό λογοτεχνίας, που τον γνώρισε στους λογοτεχνικούς κύκλους της Πράγας και αργότερα έφυγαν για να ζήσουν στη Βιέννη. Ο γάμος τους δεν ήταν ιδιαίτερα ευτυχισμένος.
Το 1919 ανακάλυψε ένα διήγημα του Κάφκα, τον «Θερμαστή» και του έγραψε για να του ζητήσει την άδεια να το μεταφράσει από τα γερμανικά στα οποία ήταν γραμμένο, στα τσέχικα. Αυτή ήταν η πρώτη δημοσίευση κειμένου του Κάφκα στα τσέχικα. Από κει ξεκίνησε μια αλληλλογραφία που εξελίχθηκε σε μια ερωτική ιστορία που είχε μόνο δύο συναντήσεις. Η Μίλενα δεν εγκατέλειψε τον άντρα της και το Νοέμβριο του 1920 η σχεδόν καθημερινή αλληλογραφία της με τον Φ. σταμάτησε απότομα. Αντάλλαξαν μερικές ακόμη επιστολές το 1922 και το 23.
Η δυνατότητα της κοινής ζωής, όπως χαρακτηριστικά γράφει στη Μίλενα προς το τέλος της σχέσης τους, «δεν υπάρχει, δεν υπήρξε ποτέ». Το ένα πάθος (για τη γραφή) ακυρώνει το άλλο; Αυτό είναι το θέμα που εξετάζει το βιβλίο της Ζακλίν Ραούλ-Ντιβάλ με τίτλο «Κάφκα, ο αιώνιος μνηστήρας». Εκεί αναφέρεται χαρακτηριστικά η φράση που έγραψε το 1921 στον φίλο του Μαξ Μπροντ: «Δεν μπορώ να αγαπήσω παρά μόνο αν τοποθετήσω το αντικείμενο της αγάπης μου τόσο πιο ψηλά από μένα, ώστε να μην μπορώ να το φτάσω».
Αλλά, ο πραγματικός έρωτας του Κάφκα ήταν η λογοτεχνία. Και αυτή ευθύνεται σύμφωνα με τους ερευνητές της ζωής του για το ανεκπλήρωτο των ερώτων του. Κι όχι μόνο φυσικά, αφού ακόμη πιο ζηλότυπη δυστυχώς «ερωμένη» υπήρξε η αρρώστια του που και ελάχιστη ελευθερία κινήσεων του άφησε και τελικά τον οδήγησε στο θάνατο στα 42 του χρόνια.
*
ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΙΛΕΝΑ
Τετάρτη βράδυ
Μόνο λίγα λόγια βιαστικά, για τα εγκαίνια της καινούριας μου κατοικίας, βιαστικά γιατί στις δέκα έρχονται οι γονιοί μου από το Φράντσενσμπαντ και στις δώδεκα ο θείος μου απ’ το Παρίσι και θέλουν κι οι δυο να πάω να τους παραλάβω’ καινούρια κατοικία, γιατί μετακόμισα στο άδειο σπίτι της αδερφής μου, που ‘χει πάει στο Μαρίενμπαντ, για να κάνω χώρο στο θείο μου. Αδειανό και μεγάλο σπίτι, ωραίο είναι αυτό, μα ο δρόμος έχει πιο πολύ θόρυβο, δεν μπορώ ωστόσο να παραπονεθώ, η αλλαγή δεν είναι καθόλου κακή. Και θα πρέπει να σου γράψω, Μίλενα, γιατί απ’ τα τελευταία μου παραπονιάρικα γράμματα (το χειρότερο το ‘σκισα σήμερα το μεσημεράκι από ντροπή’ σκέφτομαι πως δεν έχω πάρει ακόμα νέα σου, μα είναι τόσο ανόητο να παραπονιέμαι για το ταχυδρομείο, τι σχέση έχω εγώ με το ταχυδρομείο) θα μπορούσες να πιστέψεις ότι δε σου έχω εμπιστοσύνη, ότι φοβάμαι μη σε χάσω, όχι, δεν είναι που δε σου ‘χω εμπιστοσύνη. Θα μπορούσες να είσαι για μένα ό,τι είσαι τώρα αν δεν σου ‘χα εμπιστοσύνη; Αυτό που προκαλεί τούτη την εντύπωση είναι η σύντομη σωματική επαφή κι ο απότομος σωματικός xωρισμός (Γιατί ειδικά την Κυριακή; Γιατί ειδικά στις εφτά η ώρα; Γιατί όλα;), όλα αυτά μου θολώνουν λιγάκι το μυαλό. Συγχώρα με! Και δέξου τούτη τη βραδιά, για καληνύxτα, μαζί μ’ όλα αυτά, όλα όσα είμαι κι όλα όσα έχω κι όλα όσα είναι τρισευτυxισμένα για ν’ αναπαυτούν μέσα σου.
**
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΙΛΕΝΑ
Αγαπητή Μιλένα,
από καιρό έχω έτοιμο ένα κομμάτι από ‘να γράμμα μου για σας, μα δεν μπορώ να το συνεχίσω, ήρθαν κι εδώ και με ξαναβρήκαν τα παλιά μου δεινά, μου επετέθηκαν και μ’ έριξαν κατά κάποιον τρόπο κάτω, το κάθετι με κουράζει αφάνταστα, η κάθε γραμμή, όλα όσα γράφω, μου φαίνονται εξαιρετικά σε σύγκριση με τις δυνάμεις μου, κι όταν γράφω «εγκάρδιους χαιρετισμούς», οι χαιρετισμοί αυτοί έχουν πραγματικά τη δύναμη να φτάσουν στην πολύβουη, άγρια και γκριζωπή οδό Λ. της πόλης, όπου ούτε εγώ και τίποτα δικό μου δε θα μπορούσαν να πάρουν ανάσα. Έτσι δε θα ξαναγράψω πια τίποτ’ άλλο, θα περιμένω να ‘ρθουν καλύτεροι ή ακόμα χειρότεροι καιροί και, κατά τα άλλα, εδώ με φροντίζουν με καλοσύνη και με τρυφερότητα , όσο περισσότερο μπορούν να υπάρξουν αυτές οι αρετές πάνω στη γη. Μαθαίνω για τον κόσμο μόνο μέσα από τις εφημερίδες της Πράγας, οι εφημερίδες του Βερολίνου παραείναι για μένα ακριβές, μήπως θα μπορούσατε να μου στέλνετε αραιά και πού κανένα απόκομμα απ’ τη Νάροντι Λίστι με τον τρόπο που μου έδινε κάποτε τόση χαρά; Η διεύθυνση μου εδώ ΄και μερικές εβδομάδες είναι η εξής: Στέγκλιτς, Γκρούνεβαλντ Στάσε 13, στου κυρίου Ζάοφερτ. Και τώρα τους «πιο εγκάρδιους χαιρετισμούς» μου, τι πειράζει αν πέσουν στην πόρτα του κήπου;, ίσως έτσι ν΄αποκτήσουν μεγαλύτερη δύναμη.
Δικός σας

**
Η ΜΙΛΕΝΑ ΜΕΤΑ
Η Μίλενα χωρίζει τον επόμενο χρόνο και επιστρέφει στην Πράγα. Αργότερα, θα παντρευτεί τον αβάν γκαρντ αρχιτέκτονα Γιάρομιρ Κρέγικαρ. Συνέχισε να γράφει άρθρα και να μεταφράζει αλλά όταν η Τσεχία παραδόθηκε στους Γερμανούς οδηγήθηκε ως εβραϊκής καταγωγής αλλά και πρώην κομουνίστρια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Ράβενσμπρουκ. Εκεί την βρήκε ο θάνατος από νεφρική ανεπάρκεια το 1944.

Η ΦΕΛΙΤΣΕ ΜΕΤΑ
Τον Μάρτιο του 1919 η Φελίτσε Μπάουερ παντρεύτηκε έναν βερολινέζο επιχειρηματία, τον Μοριτζ Μαράσι και απέκτησαν δύο παιδιά, τον Χάινζ και την Ούρσουλα. Το 1931 θα φύγουν στην Ελβετία και το 1936 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο σύζυγός της πεθαίνει το 1950, η Φελίτσε ανοίγει ένα μαγαζί που πουλάει υλικά για πλέξιμο. Το 1955, η Φελίτσε θα παραδώσει τα γράμματα του Κάφκα προς την ίδια και την φίλη της Γκρέτε Μπλοχ στον εκδοτικό οίκο Schocken. Τα γράμματα της Φελίτσε προς τον Κάφκα δεν διασώζονται. Τα δικά του προς την Φελίτσε δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά το 1967.
**
ΠΗΓΕΣ
ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΦΕΛΙΤΣΕ
Μετάφραση: Στέλλα Κουνδουράκη, Εκδ. «Γαβριηλίδης»
ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΙΛΕΝΑ
Μετάφραση: Βασίλης Τομανάς, εκδ. Τζιαμπίρης, Πυραμίδα, 1997
Μετάφραση Τέα Ανεμογιάννη, εκδόσεις Κέδρος, 1987
ΚΑΦΚΑ, Gerard-Georges Lemaire
εκδόσεις Κασταλία
**
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ Μαρίας Μαργαρίτη
Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το μακρινό 1979. Σπούδασε στο Τμήμα Φιλολογίας του Α.Π.Θ. Ασχολείται με τη διδασκαλία μαθημάτων Λυκείου.
Το διήγημα «Η μόνη αλήθεια» με το οποίο διακρίθηκε στο διαγωνισμό διηγήματος του eyelands το 2012 ήταν η πρώτη της δημοσίευση.
Το διήγημα περιλαμβάνεται στην έκδοση «Ιστορίες για την Ελλάδα» που εκδόθηκε το Νοέμβριο του 2012 από το eyelands. Στο eyelands δημοσιεύθηκε πρόσφατα και το διήγημά της «Προδοσία».

**
Έκδοση βιβλίου στο εξωτερικό
λογότυπο μικρότερο
Βιβλία στη θάλασσα
Έχεις γράψει ένα βιβλίο και θέλεις να εκδοθεί; Ο Γρηγόρης Παπαδογιάννης φτιάχνει ένα μικρό οδηγό για όλα αυτά που πρέπει να γνωρίζεις προτού ρίξεις το βιβλίο στην θάλασσα των εκδοτικών οίκων του εξωτερικού

1. εισαγωγή – βουτιά στη θάλασσα
Γιατί γράφω αυτό το κείμενο; Για να μοιραστώ μαζί σας κάποια πράγματα που έμαθα αναζητώντας τον ιδανικό τρόπο για να εκδώσει κάποιος ένα βιβλίο. Δεν τον βρήκα. Αλλά σκέφτηκα ότι θα ήταν χρήσιμο να δώσω μέσα από το eyelands μια εικόνα για τον τρόπο που πρέπει να κινηθεί κάποιος. Είναι ένα θέμα που μας αφορά νομίζω, τους περισσότερους σ’ αυτό το νησί. Αλλά γιατί μεταναστεύω (εικονικά) από την Ελλάδα και γιατί επιλέγω ως μέσο «πρόσβασης» το διαδίκτυο; Η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι πιο απλή. Ας αρχίσω από αυτήν.
Το διαδίκτυο είναι ένα μέσο για να ψάξουμε τους τρόπους με τους οποίους μπορεί ένας συγγραφέας να εκδώσει το βιβλίο του. Σε αντίθεση με την κλασική μέθοδο (που δεν την αποκλείουμε βέβαια) το ψάξιμο και οι επαφές μέσα από το ίντερνετ σου εξασφαλίζουν δύο πλεονεκτήματα. Λιγότερα έξοδα και λιγότερο χρόνο αναμονής. Ειδικά αν το κείμενο που ονειρεύεστε να γίνει βιβλίο ξεπερνάει τις 100 σελίδες, η επιλογή του ηλεκτρονικού τρόπου υποβολής είναι μονόδρομος. Σκεφθείτε μόνο πόσο κόστος και πόσο χρόνο υπομονής θα χρειαστείτε για ένα ανάλογο βιβλίο αν θελήσετε να το στείλετε ταχυδρομικά και να περιμένετε με τον ίδιο τρόπο (snail mail) την απάντηση. Εκτός των άλλων θα επιβαρυνθείτε, αν δεν το ξέρετε, και με τα έξοδα της απάντησης, όποια κι αν είναι αυτή. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι αρκετοί εκδοτικοί οίκοι στο εξωτερικό δέχονται κείμενα μόνο με αυτό τον τρόπο. Εκεί δεν έχετε άλλη επιλογή. Στους υπόλοιπους όμως, που όσο περνάει ο καιρός γίνονται και περισσότεροι, τα πράγματα, σε πρώτη φάση, είναι πολύ πιο απλά. Στέλνεις με ένα απλό μέιλ το γραπτό σου (όχι ολόκληρο, αλλά αυτά θα πούμε παρακάτω) και περιμένεις απάντηση μέσα σε ένα χρονικό διάστημα που, συνήθως, δεν ξεπερνάει τους δύο μήνες. Καμιά φορά δεν παίρνεις καμία απάντηση. Συμβαίνει αυτό και με τους εκδότες εκτός Ελλάδος. Με τους εκδότες εντός Ελλάδος (λυπάμαι για λογαριασμό τους, αλλά) αυτό είναι σχεδόν ο κανόνας. Η καλή συνήθεια να απαντάς –τουλάχιστον- σε κάποιον
που μπήκε στον κόπο να σου στείλει ένα κείμενο δεν είναι από τις αγαπημένες των ελληνικών εκδοτικών οίκων. Και να ήταν μόνο αυτό…
Ας πάμε τώρα στην επιλογή του εκδοτικού οίκου με έδρα την Αγγλία ή τις Ηνωμένες Πολιτείες (για αρχή ας μείνουμε εκεί, άλλωστε σχεδόν όλοι οι εκδότες σε οποιαδήποτε χώρα που δέχονται μεταφρασμένα κείμενα έχουν ως βασική επιλογή (και) την αγγλική γλώσσα). Γιατί λοιπόν να μπω στην περιπέτεια να στείλω το γραπτό μου στο εξωτερικό; Χάθηκαν οι εκδοτικοί οίκοι στην Ελλάδα;
Δεν χάθηκαν, εδώ είναι και σας περιμένουν αν και όχι πάντα με ανοιχτές αγκάλες. Κανείς δεν μπορεί να σας στερήσει το δικαίωμα να επιλέξετε να …εκδοθείτε στην ελληνική γλώσσα. Λογικά είναι η πρώτη σας επιλογή. Δεν είναι η μόνη όμως. Αυτό θέλω να σας εξηγήσω με το κείμενο που γράφω τώρα και, είναι αυτονόητο ότι, η επιλογή της …ξενητιάς αφορά εκείνους που δεν θέλουν (ή δεν θέλουν πια) να εμπιστευθούν το γραπτό τους για έκδοση στη χώρα μας. Αυτή είναι μια επιλογή για όσους είναι απογοητευμένοι από τον παραδοσιακό τρόπο που θέλει το συγγραφέα όταν τελειώνει ένα βιβλίο να το στέλνει σε έναν ελληνικό εκδοτικό οίκο και να περιμένει απάντηση. Υπάρχουν πολλοί λόγοι γι’ αυτό. Ο πιο πρόσφατος είναι βέβαια η κρίση που, όπως και σε πολλά άλλα επίπεδα, μεγάλωσε περισσότερο τις σκοτεινές πλευρές αυτής της ιστορίας, που δεν φημιζόταν και για την λαμπρότητά της έτσι κι αλλιώς. Τα περιθώρια για «πειράματα» με νέους συγγραφείς έχουν στενέψει πάρα πολύ στους μεγάλους εκδοτικούς οίκους της χώρας μας. Όχι ότι, αν εξαιρέσουμε ένα μικρό χρονικό διάστημα, οι πόρτες ήταν ορθάνοιχτες. Απλά τώρα, με την μείωση των πωλήσεων (και των εσόδων φυσικά) στις εκδόσεις το ρίσκο είναι μεγαλύτερο. Οι εκδοτικοί οίκοι, προσπαθώντας οι περισσότεροι να επιβιώσουν, επενδύουν σε «σίγουρες» λύσεις ή σε πολλές περιπτώσεις δεν επενδύουν καθόλου εκδίδοντας πλέον ελάχιστους τίτλους σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Υπάρχουν φυσικά και άλλοι λόγοι, που ποτέ δεν έλειψαν από το ελληνικό εκδοτικό σκηνικό. Οι εκδότες, με κάποιες εξαιρέσεις, πάντα προωθούσαν συγγραφείς που τα βιβλία τους (έκριναν ότι) διέθεταν ένα συγκεκριμένο «πακέτο» που οδηγούσε σε μεγάλες ή έστω ανεκτές πωλήσεις. Πέρα από αυτό επικρατούσε (και επικρατεί) η προτίμηση σε γνωστούς συγγραφείς – αν όχι στο κοινό, τουλάχιστον στον εκδότη. Αν ο επίδοξος συγγραφέας δεν διαθέτει το ευπώλητο πακέτο ή τις κατάλληλες γνωριμίες, τότε απομένει να διαθέτει τουλάχιστον τις απαραίτητες δημόσιες σχέσεις ώστε να εξασφαλίσει αρχικά το οκέι του εκδότη και στη συνέχεια με όπλο τα p.r. να «σπρώξει» με τρόπους που όλοι γνωρίζουμε (και ως ένα βαθμό έχουν γίνει μέρος του παιχνιδιού) το βιβλίο στην πορεία του. Αλλά για τους επίμονους που δεν διαθέτουν τα παραπάνω, αλλά μόνο την αφόρητη ανάγκη να εκδώσουν το βιβλίο τους, υπήρχε και υπάρχει πάντα η άλλη λύση που αρκετοί εκδότες προτιμούν. Να καλύψει ο ίδιος ο συγγραφέας (με διάφορους τρόπους) τα έξοδα του βιβλίου του. Κι αν σταματούσε το πράγμα εκεί θα ήταν έστω ανεκτό. Αλλά ο εκδοτικός χώρος, που δεν αποτελείται στην πλειοψηφία του από καλούς Σαμαρείτες (γιατί άλλωστε;) έχει πολλούς εκδότες που φροντίζουν να εξασφαλίσουν κάτι παραπάνω από τα έξοδα του βιβλίου, να βγάλουν δηλαδή κέρδος (κάποιες φορές και σημαντικό) από τον ίδιο τον συγγραφέα. Εδώ οι συνθήκες όχι μόνο δεν βελτιώθηκαν τα τελευταία χρόνια αλλά έγιναν ακόμη πιο βάρβαρες. Έτσι ξεφύτρωσε και στη χώρα μας το vanity press– η ακριβής μετάφραση δεν αποδίδει σωστά την έννοια, αλλά όλοι την καταλαβαίνουμε: είναι οι «εκδότες» που απλώς εκμεταλλεύονται τον πόθο των επίδοξων συγγραφέων να δουν το βιβλίο τους τυπωμένο. Ξεφύτρωσαν βέβαια και μικροί ανεξάρτητοι εκδοτικοί οίκοι, αλλά και ελεύθερες εκδόσεις στο διαδίκτυο και e-books που διατίθενται δωρεάν και αυτή είναι η καλή πλευρά της υπόθεσης. Στο σημείωμα αυτό όμως θα μείνουμε στην έντυπη έκδοση και θα την αναζητήσουμε σε άλλες θάλασσες.

2. Εκδοτικοί οίκοι στο εξωτερικό –τα βασικά για να επιπλεύσεις
Είναι άραγε ιδανική η κατάσταση που επικρατεί στο εξωτερικό; Σε καμία περίπτωση. Εκείνο που διαφέρει είναι ότι έχεις πολύ πιο ανοιχτούς ορίζοντες για να ψάξεις και να βρεις αυτό που θέλεις, με τους λιγότερους δυνατούς συμβιβασμούς. Υπάρχουν χιλιάδες εκδοτικοί οίκοι εκεί έξω, ανάμεσά τους πάρα πολλοί απλώς περιμένουν να εκμεταλλευτούν τον κόπο σας, αλλά μέσα σ’ αυτούς υπάρχουν και πολλοί (μικροί και μεγάλοι) που παίζουν το παιχνίδι σύμφωνα με τους βασικούς του κανόνες. Δηλαδή: διαβάζουμε ένα κείμενο, μας αρέσει, πιστεύουμε ότι μπορεί να ενδιαφέρει το (όποιο) αναγνωστικό κοινό έχουμε ως target group και συμφωνούμε με τον συγγραφέα να το εκδώσουμε. Τι πρέπει τώρα να κάνει ο συγγραφέας ώστε να αυξήσει τις πιθανότητες για να γίνει το βιβλίο του αποδεκτό; Πρώτα απ’ όλα, για να λέμε τα πράγματα όπως είναι, οι πιθανότητες να εκδοθεί ένας άγνωστος συγγραφέας από μια …περίεργη χώρα, με ένα (προφανώς) μεταφρασμένο κείμενο είναι πολύ μικρές. Όταν όμως το παιχνίδι παίζεται σύμφωνα με τους κανόνες τότε όλοι μπορούν να ελπίζουν. Αρκεί βέβαια το γραπτό τους να είναι καλό. Ας πάμε λοιπόν στα βασικά. Και το πιο βασικό είναι το γραπτό μας, που θέλουμε να γίνει βιβλίο. Όπως ακριβώς και με τους διαγωνισμούς η πρώτη συμβουλή είναι σχετική με τη μετάφραση του κειμένου σας. Μην εμπιστευθείτε τον εαυτό σας, όσο καλά κι αν νομίζετε ότι κατέχετε το θέμα της ξένης γλώσσας, ας πούμε τα αγγλικά γιατί αυτή είναι φυσικά η γλώσσα που θα διαλέξουμε αν θέλουμε να «ψαρέψουμε» σε ανοιχτές θάλασσες. Μια άλλη γλώσσα σημαίνει πολύ μικρότερη αγορά για να κινηθούμε –και να ελπίζουμε. Λοιπόν, αν δεν είστε επαγγελματίας μεταφραστής, μην εμπιστευθείτε τον εαυτό σας. Δεν είναι καθόλου απλή ιστορία η μετάφραση και ιδιαίτερα η λογοτεχνική μετάφραση. Προσωπικά, αν και εργάστηκα περίπου δέκα χρόνια ως μεταφραστής αγγλόφωνης λογοτεχνίας, από τα αγγλικά στα ελληνικά, δεν θα το σκεφτόμουν ποτέ να επιχειρήσω το αντίστροφο, από τα ελληνικά στα αγγλικά. Για να καταλάβετε ότι τα πράγματα δεν είναι καθόλου απλά, σκεφθείτε και αυτό. Δεν αρκεί να μεταφράσετε ένα κείμενό σας γενικώς και αορίστως «στα αγγλικά». Πρέπει να διαλέξετε από πριν αν θέλετε μια μετάφραση σε …βρετανικά αγγλικά ή αμερικάνικα αγγλικά. Σκεφθείτε τι ταιριάζει περισσότερο στο κείμενό σας, σκεφθείτε σε ποια «αγορά» θέλετε να το υποβάλλετε και έπειτα αποφασίστε ώστε να επιλέξετε και τον κατάλληλο μεταφραστή ή μεταφράστρια. Δεν κάνουν όλοι για όλα. Για κανένα λόγο πάντως, μην καταφύγετε στο google για να σας μεταφράσει το κείμενό σας.
Εννοείται ότι υπάρχει κόστος. Κι αυτό από μόνο του βγάζει από το παιχνίδι κάποιους από εμάς. Αλλά τα πράγματα δεν είναι τόσο άγρια. Δεν χρειάζεται δηλαδή να δώσετε για μετάφραση ένα ολόκληρο βιβλίο. Οι περισσότεροι εκδοτικοί οίκοι θέλουν μερικά κεφάλαια, συνήθως δύο ή τρία (και κάποια ακόμη πράγματα που θα τα δούμε στο επόμενο κεφάλαιο). Από κει και πέρα και ανάλογα με την απάντηση που θα πάρετε μπορείτε να αποφασίσετε αν θα μπείτε στην οικονομική περιπέτεια να μεταφράσετε όλο το κείμενό σας. Μια στιγμή όμως, προτού φτάσουμε στους εκδοτικούς οίκους μεσολαβεί ένας προαιρετικός σταθμός. Κι αυτός είναι οι ατζέντηδες. Οι άνθρωποι που θα μεσολαβήσουν ώστε το βιβλίο σας να φτάσει σε έναν εκδοτικό οίκο. Ας ασχοληθούμε λίγο με αυτόν τον ουσιαστικά άγνωστο τη χώρα μας παράγοντα. Τι είναι ένας literary agent; Είναι, άλλοτε ένας άνθρωπος, άλλοτε μια εταιρεία που ασχολείται με την προώθηση κειμένων κάποιων συγγραφέων. Παίρνουν τα κείμενά τους και, αν τα κρίνουν κατάλληλα, τα προωθούν σε εκδοτικούς οίκους. Χρειάζονται χρήματα; Συνήθως όχι. Κι εδώ υπάρχουν πρόθυμοι να σας εξυπηρετήσουν με το αζημίωτο, αλλά στις πιο πολλές περιπτώσεις ένας, ας τον ονομάσουμε αν και δεν ακούγεται καλά, λογοτεχνικός πράκτορας, δεν θα ζητήσει χρήματα για να ασχοληθεί με το γραπτό σας. Το άσχημο είναι ότι οι πράκτορες έχουν περίπου τα ίδια κριτήρια, αν όχι και πιο αυστηρά, με τους εκδοτικούς οίκους. Και απορρίπτουν πολύ εύκολα ένα βιβλίο που πιστεύουν ότι δεν έχει ελπίδες να τους φέρει πίσω χρήματα –δουλεύουν με ποσοστά που ρυθμίζονται από το συμβόλαιό σας με τον εκδοτικό οίκο, όταν με το καλό φτάσετε εκεί. Ωραία. Γιατί λοιπόν τους χρειαζόμαστε αφού κάνουν την ίδια δουλειά με έναν υπάλληλο εκδοτικού οίκου που πληρώνεται για να κρίνει αν το βιβλίο σας είναι κατάλληλο προς έκδοση; Γιατί, όταν αρχίσετε το ψάξιμο θα διαπιστώσετε ότι η μεγάλη πλειοψηφία, των «καθιερωμένων» εκδοτικών οίκων μας πληροφορούν στα submission guidelines τους ότι δεν δέχονται unsolicited manuscripts. Δεν δέχονται δηλαδή ένα γραπτό που δεν το συστήνει κάποιος, και αυτός ο κάποιος είναι συνήθως ένας λογοτεχνικός πράκτορας. Όχι ότι αν πάρετε την έγκριση του πράκτορα θα έχετε σίγουρη την αποδοχή του εκδότη. Θα έχετε κάνει όμως ένα πολύ σημαντικό βήμα. Άρα, με μια μικρή έκπτωση στα κέρδη σας (μιλάμε για μια αμοιβή που φτάνει γύρω στο 15% από τα δικαιώματά σας) είναι λογικό και σωστό, και σε πολλές περιπτώσεις αναπόφευκτο, ειδικά αν στοχεύετε την έγκριση κάποιου μεγάλου εκδοτικού οίκου, να καταφύγετε σε αυτούς τους λογοτεχνικούς μεσάζοντες. Και συνήθως πρόκειται για ανθρώπους που έχουν πραγματικά γνώση και του τι σημαίνει λογοτεχνία και του πόσο εύκολα η δύσκολα αυτό που γράψατε σας μπορεί να γίνει βιβλίο. Συμπερασματικά, οι literary agents είναι χρήσιμοι αλλά όχι απαραίτητοι. Μπορείτε να προχωρήσετε και χωρίς αυτούς. Απλώς ο ορίζοντας των επιλογών σας, αν αποφύγετε αυτή τη διαδικασία, θα μικρύνει κάπως. Θα λιγοστέψουν αρκετά οι καθιερωμένοι εκδοτικοί οίκοι. Αν πηγαίνετε λοιπόν για τους «μεγάλους» αναζητείστε τη βοήθεια ενός ενδιάμεσου. Αν είστε ικανοποιημένοι και με έναν μικρής η μεσαίας κατηγορίας εκδοτικό οίκο αφήστε τους πράκτορες στην άκρη.
Το πρώτο πράγμα λοιπόν που χρειάζεστε (αφού έχετε γράψει βέβαια το βιβλίο –και καλό είναι να έχετε γράψει όλο το βιβλίο πριν ξεκινήσετε την περιπέτεια της υποβολής του) είναι μια πολύ καλή, επαγγελματική μετάφραση. Το δεύτερο, προαιρετικό αυτό, ανάλογα με τους στόχους σας, είναι η εκπροσώπηση σας από έναν λογοτεχνικό πράκτορα. Το τρίτο σημαντικό βήμα είναι να προσδιορίσετε πού θα ψάξετε για εκδοτικό οίκο. Πριν όμως από αυτό πρέπει να πούμε λίγα λόγια για τα υπόλοιπα που χρειάζεστε. Είστε σίγουροι ότι αρκεί να στείλετε το κείμενό σου ή κάποια κεφάλαια μεταφρασμένα; Να μην είστε, επειδή αυτό είναι μόνο ένα κομμάτι του «πακέτου». Να δούμε συνοπτικά και τα υπόλοιπα.

3. Τι ζητούν οι εκδοτικοί οίκοι – Οι «αποσκευές» για το ταξίδι
Έχουμε λοιπόν το κείμενό μας (ή ένα κομμάτι του) μεταφρασμένο από επαγγελματία μεταφραστή. Αρκεί αυτό για να χτυπήσουμε την πόρτα του εκδότη; Όχι βέβαια. Τη μεγάλη τους πλειοψηφία, οι εκδότες θέλουν να ξέρουν: πρώτα απ’ όλα ποιος είστε, έπειτα, τι είναι αυτό που έχετε γράψει, κατόπιν σε ποιον απευθύνεται το γραπτό σας (όχι, δεν είναι αυτονόητο ότι προορίζεται για όοολο τον κόσμο, ακόμη κι αν το πιστεύετε αυτό μην τους το πείτε) και (αυτό δεν το ζητάνε όλοι) με ποιον τρόπο πιστεύετε ότι το μελλοντικό σας βιβλίο θα φτάσει πιο εύκολα στους αναγνώστες.
Αυτά όλα είναι προαπαιτούμενα για το «πακέτο» υποβολής οποιουδήποτε συγγραφέα. Κάποιες φορές είναι καλό να τα υποβάλλετε ακόμη και αν δεν σας τα ζητούν –αν και, εδώ είναι κάτι που πρέπει να το θυμάστε πολύ καλά: ακολουθούμε πάντα με μεγάλη προσοχή τους κανόνες που βάζει κάθε εκδότης σχετικά με την εικόνα του γραπτού μας. Αν το θέλουν για παράδειγμα με 12αρια times, εμπλουτισμένο κείμενο του word και δυάρι διάστιχο θα το στείλετε ακριβώς έτσι. Και την επόμενη φορά (γιατί θα υπάρχει επόμενη φορά και θα υπάρχουν πολλοί εκδότες μέχρι να φτάσετε στο στόχο σας) θα τροποποιήσετε το κείμενό σας ακριβώς όπως το θέλει ο επόμενος. Δεν θα ρισκάρετε να πετάξουν το κείμενό σας προτού καν το δουν (γιατί αυτό θα κάνουν) απλώς για να μην μπείτε στον κόπο να αλλάξετε την γραμματοσειρά ή την αρίθμηση των σελίδων. Να θυμάστε ότι βρίσκεστε στην εξώπορτα ενός κόσμου όπου οι άνθρωποι όταν ζητούν κάτι το εννοούν, δεν έχουν στο κεφάλι τους το γνωστό ελληνικό μοτίβο «είπαμε κάτι αλλά μην το παίρνεις και πολύ σοβαρά», στο κεφάλι τους έχουν μια συγκεκριμένη πολιτική για το συγκεκριμένο θέμα και κινούνται με βάση αυτήν χωρίς να κάνουν εξαιρέσεις. Καλώς, κακώς, έτσι είναι πάντως.
Πώς λοιπόν θα πάρει ο εκδότης όλα αυτά τα στοιχεία που θεωρεί απαραίτητα; Θα τα πάρει αφού θα του στείλετε ένα πολύ καλό βιογραφικό. Άλλοτε υπάρχουν οδηγίες για την έκτασή του άλλοτε όχι. Η γνώμη μου είναι να μην είναι ούτε πολύ μικρό ούτε πολύ μεγάλο -300 λέξεις είναι πάντα αρκετές. Να μην έχει επινοημένα στοιχεία αλλά να μην έχει και έμμονη σε πραγματικά στοιχεία που εσείς μπορεί να θεωρείτε σημαντικά (αγαπώ πολύ τη λογοτεχνία, μου αρέσει να γράφω τη νύχτα, τα βιβλία είναι οι μόνοι φίλοι που εμπιστεύομαι…) αλλά ένας reader εκδοτικού οίκου θα τα θεωρήσει εντελώς άχρηστα.
Θα χρειαστεί επίσης μια πολύ καλή σύνοψη για το βιβλίο σας. Αν είναι μυθιστόρημα θα πρέπει να γράψετε (και να μεταφράσετε) ένα κείμενο με έκταση μία ή δύο σελίδες στο οποίο πρέπει να βάλετε όλη σας την επιδεξιότητα για να υπάρχει εκεί μια σωστή περιγραφή του βιβλίου που έχετε γράψει, τέτοια που να μην κουράζει, να μην επαναλαμβάνει τα ίδια στοιχεία αλλά να προκαλεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την πρώτη κιόλας παράγραφο.
Τελευταίο αλλά πολύ σημαντικό σε ένα πακέτο υποβολής πρότασης για έκδοση είναι το query ή το cover letter. Τι είναι αυτά και ποια είναι η διαφορά τους;
Το Cover Letter είναι το κείμενο που μιλάει για όλα τα ουσιαστικά στοιχεία ενός βιβλίου. Μιλάει (αλλά χωρίς να φλυαρεί) για το πως αποφασίσατε να γράψετε αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο, τι θέλετε να πείτε (ή να αφηγηθείτε) με αυτό και σε ποιους πιστεύετε ότι απευθύνεται.
Περιέχει επίσης κάποια πολύ βασικά στοιχεία του βιβλίου (είδος, έκταση σε λέξεις, περίληψη κ.α) και στοιχεία για εσάς χωρίς να επαναλαμβάνετε πράγματα που μπορεί να τα βρει στο βιογραφικό σας.
Το Query Letter είναι περισσότερο ένα διερευνητικού τύπου γράμμα το οποίο απευθύνεται στον εκδότη, μιλάει για το βιβλίο που έχετε γράψει, αλλά κυρίως το γράφετε για να μάθετε αν ο εκδότης ενδιαφέρεται πραγματικά για το συγκεκριμένο είδος του βιβλίου που έχετε γράψει. Είναι και ένας τρόπος να παρακάμψετε τη συμμετοχή του ατζέντη. Περιέχει επίσης τα πολύ βασικά στοιχεία του βιβλίου αλλά εδώ η έμφαση είναι στο να δώσετε στον παραλήπτη να καταλάβει τι ακριβώς έχετε γράψει για να μπορέσει να σας απαντήσει εάν τον ενδιαφέρει να το εκδώσει. Δείτε εδώ αν θέλετε ένα κατατοπιστικό κείμενο.
http://www.institutechildrenslit.com/rx/ws07/difference.shtml
4. Επιλογή εκδοτικού οίκου – Στις ανοιχτές θάλασσες
Πώς διαλέγουμε έναν εκδοτικό οίκο; Ωραία ερώτηση. Με πολύ ψάξιμο είναι η απάντηση. Τι περιλαμβάνει αυτό το ψάξιμο. Πρώτα απ’ όλα μια έρευνα για τους εκδοτικούς οίκους στην Αγγλία και την Αμερική (ίσως και στην Αυστραλία ή τον Καναδά, όταν επιλέγουμε αγγλόφωνες χώρες) μέσα από το διαδίκτυο. Τι ψάχνουμε όμως; Ψάχνουμε εκδοτικούς οίκους που να έχουν τις εξής προϋποθέσεις:
Να είναι σοβαροί εκδοτικοί οίκοι, να έχουν δηλαδή ήδη εκδώσει κάποιους τίτλους, αν υπάρχουν και γνωστοί συγγραφείς εκεί, ακόμα καλύτερα –και ακόμα δυσκολότερα.
Να μην ανήκουν στην κατηγορία του vanity press. (Περισσότερα γι’ αυτό το θέμα, παρακάτω στο κεφάλαιο το σχετικό με τις αυτοεκδόσεις)
Να δέχονται γραπτά χωρίς μεσολάβηση μεσάζοντα – αν έχουμε επιλέξει να προχωρήσουμε μόνοι μας.
Να δέχονται κείμενα σε ηλεκτρονική μορφή και όχι με τον παραδοσιακό ταχυδρομείο.
Να είναι ανοικτοί σε υποβολές προτάσεων την εποχή που αποφασίζουμε να στείλουμε το κείμενό μας – άλλοι δέχονται όλο το χρόνο, άλλοι για περιορισμένες χρονικές περιόδους.
Και το πιο βασικό: να είναι σχετικοί με το περιεχόμενο του βιβλίου που έχουμε γράψει. Το γραπτό που θέλουμε να εκδοθεί όσο καλό και αν είναι δεν έχει καμία τύχη αν δεν περιλαμβάνεται στις προδιαγραφές που βάζει ο συγκεκριμένος εκδοτικός οίκος που επιλέξαμε. Πολλοί αναφέρουν ποια είδη τους ενδιαφέρουν (αν πρόκειται για μυθιστόρημα). Πολλοί δεν δέχονται διηγήματα ή ποιητικές συλλογές. Κάποιοι είναι εξειδικευμένοι στην παιδική λογοτεχνία, κάποιοι άλλοι στην επιστημονική φαντασία, κάποιοι σε ρομαντικές ιστορίες που έχουν οπωσδήποτε καλό τέλος. Είναι απίστευτο πόσο εξειδικευμένους εκδοτικούς οίκους μπορείτε να συναντήσετε. Η καλύτερη μέθοδος, πέρα από τις προδιαγραφές έκδοσης που γράφουν μέσα στις ιστοσελίδες τους, είναι να δείτε λεπτομέρειες για τα βιβλία που έχουν ήδη κυκλοφορήσει. Εκεί θα πάρετε μια ιδέα για το ποια βιβλία τους ενδιαφέρουν και ποια όχι. Αν νιώσετε ότι το θέμα του δικού σας βιβλίου είναι συγγενικό με αυτά που έχουν ήδη βγάλει τότε είστε σε καλό δρόμο.
Εννοείται ότι πολλοί εκδοτικοί οίκοι ξεκαθαρίζουν από την αρχή ότι δεν ενδιαφέρονται για μεταφρασμένα κείμενα. Κάποιοι δεν το αναφέρουν ρητά αλλά στην πράξη σπάνια το ρισκάρουν. Είναι μάλλον λογικό κάποιος εκδοτικός οίκος που ονομάζεται (λέμε τώρα) Γουαϊόμινγκ Πρες να ενδιαφέρεται για θέματα που «καίνε» το αναγνωστικό κοινό της περιοχής. Ποια είναι αυτά; Δεν ξέρω αλλά βάζω στοίχημα ότι δεν θα ξετρελαθούν με ένα βιβλίο που εξιστορεί (πάλι ένα παράδειγμα στην τύχη) με ένα δοκίμιο για τις αιτίες της κρίσης στην Ελλάδα. Αν κάνετε τον κόπο να κοιτάξετε τα βιβλία που έχει κυκλοφορήσει και τα εννιά στα δέκα μιλάνε για το ψάρεμα σε λίμνες και το δέκατο για ψάρεμα σε ποτάμι τότε δεν έχετε και μεγάλη τύχη εκεί.
Κάτι που επίσης πρέπει να προσέξετε είναι αν ο εκδοτικός οίκος δέχεται simultaneous submissions ή ζητάει αποκλειστικότητα στην υποβολή του γραπτού σας. Αν δεν έχουν πρόβλημα να το στείλετε και αλλού, προχωρήστε, αν θέλουν να το στείλετε μόνο σε αυτούς καλύτερα να το ξανασκεφτείτε. Φυσικά δεν θα περιμένετε για πάρα πολύ καιρό να σας απαντήσουν. Έστω κι έτσι όμως, καλύτερα να τους αφήσετε στην άκρη και να επιλέξετε κάποιους πιο «δεκτικούς» σε ταυτόχρονες υποβολές κειμένων. Εκτός πια αν είστε βέβαια ότι αυτός είναι ο ιδανικός εκδοτικός οίκος για το βιβλίο σας. Καλύτερα πάντως, να μην μπείτε στον πειρασμό να τους «ξεγελάσετε». Όταν ζητούν αποκλειστικότητα το εννοούν. Και ίσως να μην σας δημιουργήσει πρόβλημα αυτό, ίσως όμως και να μπλέξετε αν μπείτε στη διαδικασία της συζήτησης με διάφορους εκδοτικούς ταυτόχρονα. Ευχάριστο ακούγεται μεν, επειδή όμως, ακόμη και αν σε πρώτη φάση δείξουν ότι τους ενδιαφέρει το κείμενό σας τίποτε δεν γίνεται εύκολα και καμιά διαδικασία δεν ολοκληρώνεται αν δεν φτάσετε στην υπογραφή ενός συμφωνητικού, κάτι που χρειάζεται αρκετό χρόνο, καλύτερα να μην παίζετε ως πονηροί Έλληνες, με αυτά τα πράγματα. Οπλιστείτε πάνω απ’ όλα με υπομονή, έχετε κατά νου ότι η πιο συνηθισμένη απάντηση είναι η απόρριψη, προετοιμαστείτε (κυρίως ψυχολογικά) για έναν αγώνα που θα πάρει καιρό και (όπως λένε και οι αμερικάνοι) κυνηγήστε το όνειρό σας.
5. Αυτοέκδοση – Μόνος σου στα βαθιά
Ας πούμε όμως ότι δεν βρήκατε άκρη με τους κλασικούς εκδοτικούς οίκους ή δεν επιλέγετε αυτή την οδό από την αρχή. Θέλετε να βγάλετε μόνοι σας το βιβλίο σας. Γίνεται και αυτό. Και υπάρχουν επιχειρήσεις στο διαδίκτυο που θέλουν να σας βοηθήσουν να τα καταφέρετε. Μερικές από αυτές τις επιχειρήσεις ονομάζονται εκδοτικοί οίκοι. Είναι όμως;
Να ξεκινήσουμε από κάτι βασικό και ίσως αυτονόητο, που όμως καμιά φορά στη βιασύνη μας να εκπληρώσουμε το όνειρο του «δικού μας βιβλίου» το ξεχνάμε. Πώς μπορούμε δηλαδή να κάνουμε ένα βασικό διαχωρισμό ανάμεσα σε εκδοτικούς οίκους που είναι πράγματι αυτό που ισχυρίζονται, κανονικοί εκδοτικοί οίκοι που εκδίδουν βιβλία περιμένοντας να κερδίσουν από τις πωλήσεις τους και τους «εκδοτικούς οίκους» που απλώς θέλουν να πάρουν τα ωραία λεφτά μας προκαταβολικά για να μας δώσουν απλώς ένα έντυπο που τελικά θα ικανοποιήσει μόνο τη ματαιοδοξία μας. Ο βασικός διαχωρισμός λοιπόν γίνεται με ένα πολύ απλό κριτήριο: ο εκδότης που επιλέξαμε θέλει να δει (και να κρίνει) το βιβλίο μας ή απλώς θέλει ένα βιβλίο και μας «ράβει» ένα κοστούμι ανάλογα με τις σελίδες του και τις φωτογραφίες που μπορεί να περιλαμβάνει το έντυπο; Αν ο εκδότης θέλει να δει ένα ολοκληρωμένο βιβλίο και βάζει ένα χρονικό περιθώριο για να απαντήσει, τότε βρισκόμαστε σε κανονικό εκδοτικό οίκο. Αν ο «εκδότης» ζητάει μόνο αριθμό σελίδων και λεπτομέρειες για τα σχετικά με την έκδοση (εξώφυλλο, φωτογραφίες, εικονογράφηση) και την επόμενη μέρα (ή και ώρα) μας στείλει την απάντησή του με την οποία δέχεται περιχαρής τη συνεργασία μας και περιμένει ένα συγκεκριμένο ποσό για να ξεκινήσει, τότε, να είστε σίγουροι ότι ο μόνος που θα βγει κερδισμένος από αυτή την ιστορία είναι ο υποτιθέμενος εκδότης. Αυτό είναι και ο ορισμός του vanity press που οι διαφημίσεις του βρίσκονται σε κάθε γωνιά του διαδικτύου, ιδίως αν ο μεγάλος αδελφός του google έχει επισημάνει ότι οι αναζητήσεις μας είναι σχετικές με τη λογοτεχνία, τα βιβλία και τις εκδόσεις. Μην έχετε αυταπάτες. Αυτός που είναι έτοιμος να εκδώσει το βιβλίο σας, αδιαφορώντας αν είναι οι συνταγές της θείας σας από το Καστελόριζο, το δραματικό αφήγημα της τελευταίας ερωτικής σας απογοήτευσης ή ακόμη και το επόμενο λογοτεχνικό αριστούργημα, θέλει μόνο τα λεφτά σας. Φυσικά, όλοι θέλουν το κέρδος. Απλώς μερικοί δεν έχουν καμία διάθεση να περιμένουν τις πωλήσεις. Και για να είναι τόσο σίγουρος ότι θα σας εκδώσει χωρίς να ξέρει τι γράψατε, αυτά τα λεφτά θα τα βγάλει πολύ σύντομα και σίγουρα. Μόλις τα καταθέσετε.
Φυσικά όπως και σε όλα τα πράγματα, έτσι και εδώ υπάρχουν ενδιάμεσες ζώνες εκμετάλλευσης. Κάποιοι φροντίζουν τουλάχιστον να εκδώσουν το βιβλίο και να το διανείμουν online. Κι από κει και πέρα, ό,τι καταφέρετε σε πωλήσεις μέσα από το ίντερνετ, (κυριολεκτικά βιβλία στη θάλασσα, δηλαδή) πάλι κέρδος θα έχει. Γιατί φροντίζει να κρατάει και τα απαραίτητα ποσοστά. Υπάρχουν όμως και άλλου τύπου καρχαρίες, που συνεχίζουν την εκμετάλλευση και στα επόμενα στάδια. Αν μάλιστα τύχει και δεν έχετε προσέξει πάρα πολύ καλά τι ακριβώς περιλαμβάνει η σύμβαση που υπογράψατε μαζί τους, μπορεί να σας χρεώνει απίστευτα ποσά για να σας πουλήσει το ίδιο σας το βιβλίο, για να το διανείμει σωστά, για να το διαφημίσει όπως αυτός νομίζει. Όλα αυτά έχουν ένα παρονομαστή. Το κέρδος του αχόρταγου «εκδότη». Ελπίζω να πήρατε μια ιδέα. Να θυμάστε, ειδικά οι νεότεροι, (τους άλλους τους έχει ήδη πληροφορήσει σχετικά η πικρή πείρα της ζωής) ότι κανείς δεν σου χαρίζει τίποτε. Κανείς. Ειδικά μάλιστα όταν δηλώνεις συγγραφέας, άρα (συνήθως) ευαίσθητος, ευάλωτος και επιρρεπής σε θυσίες για το φουκαριάρικο το γραπτό σου – που μπορεί να είναι και αριστούργημα. Αλλά για τον εκδότη καρχαρία αυτό είναι το τελευταίο που μετράει. Στο σημείο αυτό θα σας δώσω δύο links. Τι μπορείτε να δείτε από αυτά. Εκδότες που ασχολούνται με την αυτοέκδοση να καρφώνουν άλλους εκδότες. Έτσι, χωρίς εγώ να χρειάζεται να αναφέρω ονόματα μπορείτε να πάρετε μια ιδέα για το πώς παίζεται το παιχνίδι μέσα από τους ίδιους τους τύπους που κινούνται σε αυτή τη βιομηχανία. Και μην μπείτε στον πειρασμό να πιστέψετε ότι επειδή τα λένε αυτά, είναι οι ίδιοι αθώοι του αίματος. No one is innocent, που τραγουδούσαν κάποτε οι Stranglers. Δείτε λοιπόν τι συμβαίνει, εδώ:
http://www.writersweekly.com/pod-price-comparison.php
και
http://dogearpublishing.net/the-competition.php

**
Όλα αυτά έχουν κάποιο νόημα αν μπούμε σε μια διαδικασία να συνεχίσουμε αυτό το κείμενο μαζί. Πώς θα γίνει αυτό; Αν κάνετε την απλή κίνηση να μου στείλετε τη δική σας γνώμη ή διαφωνία ή συμβουλή σχετικά με το θέμα της έκδοσης. Αν καταθέσετε τη δική σας εμπειρία. Αλλά, φυσικά, και αν θέλετε να ρωτήσετε κάποιες παραπάνω λεπτομέρειες. Έχει γίνει ήδη αυτό με τους διαγωνισμούς. Έχουμε εδώ και αρκετό καιρό ένα πάρε-δώσε σχετικά με το θέμα. Και δεν μπορώ να σας μεταδώσω πόση χαρά μας δίνετε όταν παίρνουμε μηνύματα ότι με κάποιο τρόπο σας έχουμε βοηθήσει. Γι’ αυτό είμαστε εδώ. Για να βοηθάμε ο ένας τον άλλον. Ας γίνουμε λοιπόν λίγο περισσότερο «παρέα», έστω και εικονική. Θα περιμένω τα μηνύματα σας και –αν υπάρχει λόγος- θα συνεχίσω. Ακόμη καλύτερα αν συνεχίσετε εσείς από δω και πέρα.
Γρηγόρης Παπαδογιάννης
**

λογότυπο μικρότερο

ΣΚΛΗΡΥΝΣΗ ΚΑΤΑ ΠΛΑΚΑΣ ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ
(το κείμενο βραβεύτηκε ως ένα από τα καλύτερα της χρονιας του 2012, στην πρώτη διοργάνωση των ελληνικών e-awards)
Η τελευταία Τετάρτη του Μαΐου έχει θεσπιστεί ως Παγκόσμια Ημέρα για την ΣΚΠ κι ένιωσα την ανάγκη και την υποχρέωση απέναντι στην Ομάδα Αυτοβοήθειας Νομού Χανίων αλλά κι απέναντι στους δέκα χιλιάδες ασθενείς στην Ελλάδα, να μιλήσω σε πρώτο πρόσωπο για τα συναισθήματα κυρίως που προκαλεί η διάγνωση κι όχι για ιατρικά θέματα, μια που γι’ αυτά είναι υπεύθυνοι οι γιατροί να μιλήσουν.
από την Δέσποινα Μουζουράκη
Ετούτη η άνοιξη μοιάζει να περνά από δίπλα μας δίχως να μας ακουμπά, όμως δεν παύει να κουβαλά τον σπόρο της ζωής και μου θυμίζει μια άλλη άνοιξη, τότε που όλα γύρω μου βυθίζονταν στο μαύρο σκοτάδι κι εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να φωνάξω πως είναι άνοιξη
-Είναι άνοιξη, μ’ ακούτε; Η άνοιξη είναι ζωή, είναι γιορτή, είναι ο κρότος του σπόρου που γεννά λουλούδι , είναι ο ήχος της φύτρας όταν τρυπά τη γη για να δει το φως.
O μήνας είχε 22, όπως τώρα, 22 της άνοιξης τότε που συναπάντησαν τον έρωτα , 22 της άνοιξης που συναπάντησα την αρρώστια, 22 της άνοιξης τώρα.
Ήμουνα 23 ετών, φοιτήτρια στο τελευταίο έτος, όταν συναπάντησα για πρώτη φορά την αρρώστια. Σήμερα μου μοιάζει πολύ μακρινό αλλά και πολύ κοντινό όταν θυμίζομαι εκείνο τον καιρό της νοτιάς.
Φτάνοντας στο νοσοκομείο, για πρώτη φορά, δεν είχε άνοιξη , οι γιατροί κι οι νοσοκόμες φοράγανε άσπρες καλοσιδερωμένες ποδιές, οι άνθρωποι ήτανε στοιβαγμένοι στους στενούς διαδρόμους και αλληλοδιηγούνταν πονεμένες ιστορίες της αρρώστιας τους, προσπαθώντας να φανούν αντάξιοι των περιστάσεων
Ο γιατρός που με εξέτασε κάθονταν απέναντι μου στυφός, μου φάνηκε πως είχε ανάγκη από διάλειμμα, οι στιγμές κατρακυλούσαν όπως οι πέτρες, μαζεύτηκαν σωρός μπροστά στα μάτια μου. Κάθε χρόνος και μια πέτρα, η λιγόχρονη ζωή μου φανερώθηκε ομπρός μου ακατέργαστη, ακανόνιστη, αμαστόρευτη, θα μαστορεύονταν αργότερα, έλεγα πως είχα καιρό.
Στυφά και τα λόγια του.
-Τη ζωή σας την αφήνεται να προχωρά ανώφελα, την παραμερίζετε για να προλάβετε, τι να προλάβετε; Η νιότη δεν έρχεται ξανά, μια φορά έρχεται στη ζωή καθενός και μια φορά έχετε την ευκαιρία να χτίσετε τα κάστρα του φωτός, αλλά εσείς είστε απόντες. Μια φορά έχετε την ευκαιρία να συλλέξετε καθάριο φως κι είστε κλεισμένοι στα μπαρ και στα καταγώγια των ποτών και των τσιγάρων. Εκεί το φως δεν ξημερώνει, έχει φωλιάσει το σκοτάδι
Μα τι έφταιγα εγώ για όλη τη νεολαία; σκεφτόμουν, τα μάτια μου ήτανε θολά για να μη θωρώ τις πολιτείες να γκρεμίζονται βυθισμένες στην αμαρτία του νου τους , γλώσσες που δεν καταλάβαινα . Για την αγάπη λέγανε θυσιάζονται , σκοτώνουν και μισούν στ’ όνομα της, για το καλό των ανθρώπων λένε κι απογύμνωσαν το κορμί και την ψυχή τους.
Εγώ τι έφταιγα;
Ήθελα να φύγω, να πάω σπίτι μου να φυτέψω κόκκινα λουλούδια, να τα δει ο ήλιος κι ο άνεμος για να μεταφέρουνε το χρώμα της αγάπης που την έκανα λουλούδι.
Έπρεπε ωστόσο να περιμένω κι η αναμονή της ανατολής κάνει τη νύχτα υποφερτή, διευρύνει τη σκέψη, προστατεύει από έντονες παρορμήσεις, φοβερίζει μα και θρέφει την ελπίδα, συντροφεύει τα όνειρα.
Έπρεπε να περιμένω για τη λύτρωση και το γνώριζα, ακόμα κι όταν επαναστατούσα ήξερα πως δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά παρά να καρτερώ το φως.
Η διαμονή μου στο νοσοκομείο κράτησε δέκα ημέρες, ατελείωτες έμοιαζαν, γρήγορα πρωινά, αργόσυρτα κι αποπνικτικά απογεύματα, ώσπου ήρθε η μέρα για να φύγω και ρώτησα για τη διάγνωση.
Καμιά διάγνωση προς το παρόν, είπαν οι γιατροί σκεφτικοί. Η υποψιασμένη σκέψη τους άφησε την πρόταση ατέλειωτη και φοβισμένη.
– Θα ξαναβρώ τουλάχιστον το φως ; ξαναρώτησα τους γιατρούς για να πάρω μιαν απάντηση αμφίβολη και ασαφή.
Ποιο φως; δεν κατάλαβαν, θα βρω είπανε ένα κομματάκι ήλιο , ένα κομματάκι ουρανό, ένα κατιτί.
Όμως εγώ ήθελα να πετάξω ,να χορέψω, ένα κομματάκι γης κι ουρανού δε μου φτάνανε. Η ζωή ήτανε μπροστά μου, με περίμενε, τα βήματα μεγάλα, τα χέρια ορθάνοιχτα κι οι ήχοι διαπεραστικοί, ένα κομματάκι δεν έφτανε. Ξαφνικά επιθύμησα σε μια στιγμή να κάνω τα πάντα, όλα όσα μπορούσαν να κάνουν οι άνθρωποι, ακόμα και κείνα για τα οποία προσπαθούσαν κι όμως έμεναν όνειρα. Να ξεδιψάσω τη δίψα της άνοιξης στις αστείρευτες πηγές της ζωής και πάλι να διψώ.
Ολόκληρη τη θάλασσα ήθελα να ταξιδεύω, ν’ ανοίγω πανιά στον άνεμο και να ουρανοπετώ πάνω απ’ τα κύματα.
Μέρες Μαΐου, όπως το χελιδόνι κούρνιασα στη φωλιά σαν έπιασε απρόσμενα βοριάς και μπόρα, βλέποντας τα κόκκινα λουλούδια μου να σκορπούνε παντού. Ύστερα ήρθαν αστραπόβροντα να με τρομάξουν πιότερο από τα πριν, μα πάλι δεν κατάφεραν παρά μονάχα να σκορπίσουν τα λουλούδια μου παντού. Κόκκινα λουλούδια της αγάπης σκόρπισαν παντού πάνω στα νερά της βροχής και συλλογιόμουν πως «είναι όμορφα , μη τα τσαλαπατήσει κανείς».
Πέρασαν λίγες μέρες, ίσαμε τη δεύτερη μαγιάτικη βροχή, θα ήτανε δώδεκα μερόνυχτα, κι έτρεξα χοροπηδώντας στο γιατρό
-Βλέπω πάλι, του είπα.
Είσαι σίγουρη; με ρώτησε, αλλά δεν είπα πως είδα τα λουλούδια , είπα πως είδα τη βροχή κι εκείνος γέλασε.
Δεν τη θωρούμε λέει τη βροχή, τη νοιώθουμε, μα δεν είπα πως τη νοιώθω σαν την αγάπη που λυτρώνει από τη βρώμα του νου .
Ο γιατρός τότε άρχισε να φωνάζει μέσα στο εξεταστήριο ενώ ταυτόχρονα ανοίγει την πόρτα για να τον ακούσουν.
-Βλέπει , ελάτε να τη δείτε, βλέπει, κι ήταν η πρώτη φορά που είδα γιατρό να χορεύει από χαρά .
Ξαφνιάστηκα, υπολόγιζα αλλιώς τους γιατρούς.
Είχε μπει ο Ιούνιος όταν πήγα δεύτερη φορά για να βρούνε λέει τι συμβαίνει κάθε φορά που πλησιάζω για ν’ αγκαλιάσω τον ήλιο .
-Μεγάλος ο ήλιος για να χωρέσει στην αγκαλιά σου κοριτσάκι μου, είπε η μελαχρινή γιατρός, ας είσαι ευχαριστημένη και με μια του ηλιαχτίδα.
Αυτή τη φορά δεν άργησαν να βγάλουν τη διάγνωση, μου είπανε πως έχω Σκλήρυνση κατά πλάκας, τη «νόσο με το δακτυλικό αποτύπωμα», δηλαδή μόνο δική μου. Έχει κι άλλα ονόματα αυτή η αρρώστια, μα τούτο μου άρεσε παραπανίσια.
Οι γιατροί σιγομουρμούριζαν στη γωνιά, τρομάζουν περισσότερο από μένα, φοβούνται μην καταλάβω τι λένε και δεν ξέρουν πως διαβάζω τα χείλη τους, ούτε πως το γνώριζα πριν απ’ αυτούς.
Συμπύκνωσαν πάνω στο λευκό χαρτί, τις μέρες του πόνου, της αγρύπνιας, του έρωτα, της αναμονής του φωτός. Έπειτα σημάδεψαν τους δρόμους μου με την υπογραφή τους προαναγγέλλοντας ένα αβέβαιο μέλλον. Έπρεπε τώρα εγώ ν’ ανακαλύψω ξανά τις αρμονίες του κόσμου και να εφεύρω ένα νέο Θεό.
Μου έδωσαν εξιτήριο και μαζί την συμβουλή να κολυμπάω περισσότερο γιατί φταίει, λένε, για την επιδείνωση της κατάστασής μου, η υπερβολική ζέστη και η έλλειψη άσκησης .
Η ζέστη είπανε πως με κάνει κομμάτια, το ίδιο κι η παγωνιά, μόνο στη δροσιά του δάσους θα μπορούσα να ζήσω, αλλά τούτο κάηκε κι η αμοίραστη θάλασσα πονάει όσο ποτέ.
Κοίταξα ειρωνικά το γιατρό και τον ρώτησα
– Τι ενδείκνυται στην περίπτωση μου γιατρέ; τον κορόιδευα, αλλά εκείνος δεν το κατάλαβε και συνέχισε ατάραχος
-Όλα μπορείς να τα κάνεις, αρκεί να μην υπερβαίνεις τα όρια.
Τώρα ήθελα να υπερβώ τα όρια , τώρα έπρεπε να μπορώ να σπάσω τους φράχτες με τ’ αγκαθωτά σύρματα και να κάνω δική μου τη στεριά και τη θάλασσα, τώρα θα μπορούσα ν’ αλλάξω τον κόσμο με μια μου ματιά. Τώρα ήθελα να τα κάνω κι εκείνος μου βάζει όρια για το καλό μου λέει και πια δεν τον κοιτώ .
Είναι πολύ δειλός για να επαναστατήσει ενάντια στο ορθό λόγο της επιστήμης του που απαιτεί σύνεση και λογική. Προσπαθεί να με συμμορφώσει στους κανόνες του παιχνιδιού γιατί δε βρίσκει το θάρρος να μου πει να ζήσω δυνατά , ν’ αδράξω τη ζωή με βία από τα μαλλιά, να τη γευτώ ως το μεδούλι , ώσπου να φτάσει η μέρα που δεν θα μπορώ πια.
Εκείνη η μέρα με σκιάζει , κανείς δε μου λέει πότε θα ρθει κι εγώ δεν μπορώ να στερούμαι το χρόνο μου περιμένοντας τη μάγισσα του παιχνιδιού.
Τα όρια του κόσμου το βλέπω πως δε με χωρούν , αλλοπαρμένη πασχίζω να τον συμπυκνώσω μπας και χωρέσει ετούτος μέσα μου, μήπως νοιώσω την ανάσα του δίχως τρόμο κι αγωνία .
Μικρά τα όνειρά μου τώρα πια , σύντομα , εύκολα και βραχυπρόθεσμα , ζυγώνουνε ως την κορυφή του λόφου που βασιλεύει ο ήλιος κι αισθάνομαι πως δεν έχω τη δύναμη να τον κυνηγήσω πίσω απ’ το λόφο.
Σάμπως οι πολλοί άνθρωποι κυνηγούνε τον ήλιο πίσω από τους λόφους; παρηγορώ ύστερα τον εαυτό μου .
Δεν ξέρει κανείς τι είναι να μην έχεις όνειρα. Είναι κάτι σαν το «Πάτερ ημών» , είναι σα να σου βάζει η ζωή χειροπέδες να ζεις τιμωρημένος στο κελί με το δαχτυλικό σου αποτύπωμα . Κι είναι άραγε τιμωρία η αρρώστια; δεν μπορεί να είναι τιμωρία, αφού ζεις ως το τέλος, αγωνιζόμενος συνεχώς να κατακτήσεις τη ρουτίνα που βαριούνται οι υπόλοιποι άνθρωποι.

Μέχρι σήμερα περάσανε κιόλας 22 χρόνια από την πρώτη διάγνωση, κατακτώντας την κάθε μέρα. Απόχτησα όσα δεν είχα ούτε καν ονειρευτεί, έπραξα όσα δεν είχα υπολογίσει πως θα πράξω και ονειρεύομαι να φτάσω τη θάλασσα.

Μια παραλία μικρή
Με βαθιά θάλασσα, αταξίδευτη
Να βουτώ και ν’ ανασταίνομαι
Να κολυμπώ και να θεριεύω
ονειρευόμουν

Μια παραλία μικρή
Με μια βάρκα ξεφτισμένη, παλιοκαιρίτικη
Κι ένα τραπέζι με λευκό πανί
Να ταξιδεύω τη ζωή μου
Ονειρευόμουν

Μια παραλία μικρή
Δίπλα στο ξέφραγο αμπέλι
Με τις συκιές, να γέρνουνε στο χάδεμα του ήλιου

Κορίτσια που μεστώσανε
Γυναίκες με σγουρά μαλλιά
Αγόρια ξεχασμένα, να χτίζουνε
Τα κάστρα τους στην μπούκα του βοριά
Ονειρευόμουν

Μια παραλία μικρή
Με βαθιά θάλασσα

Αυτή η θάλασσα είναι το μεγάλο όνειρο και το μόνο γιατρικό. Πραγματικά βουτάς και ανασταίνεσαι, κολυμπάς και θεριεύεις, γι’ αυτό όταν συνάντησα κι άλλους- δυστυχώς πολλούς- σαν και μένα φτιάξαμε εδώ στα Χανιά μια ομάδα αυτοβοήθειας για την Σκλήρυνση κατά πλάκας κι είπαμε «όλοι μαζί στην ίδια βάρκα».
Δοκιμάσαμε διάφορες θεραπείες, αποδεχτήκαμε τη νόσο σαν την καλή μας φιλενάδα, μάθαμε να ζητάμε βοήθεια από τους άλλους όταν χρειάζεται, μάθαμε να χρησιμοποιούμε μπαστούνι ή αναπηρικό αμαξίδιο για να μην είμαστε απόντες από τη ζωή.
Σπουδάζομε, εργαζόμαστε, δημιουργούμε οικογένειες, γεννούμε παιδιά, πονούμε, χαιρόμαστε κι αντιστεκόμαστε ενάντια σε όσα άσχημα αντιλαμβανόμαστε πως συμβαίνουνε γύρω μας.
Η καθημερινότητα μας είναι πραγματικά ένας σκληρός αγώνας, όχι επιβίωσης αλλά ζωής.
Θλιβόμαστε όταν συναντούμε ανθρώπους υγιείς που δίπλα τους περνούνε χειμώνες με καλοκαιριές, περνούνε άνοιξες και καλοκαίρια δίχως χελιδόνια , περνούνε θάλασσες ποτάμια , ποτίζει η γης αλμύρα και τούτοι δεν παίρνουνε χαμπάρι τίποτε απ’ όλα αυτά.
Στενεύει ο νους σαν χάνονται στη μοναξιά τους , αμβλύνονται τα συναισθήματα ροκανίζοντας την ψυχή τους και φτάνουνε στο τέλος δίχως να νιώσουν την αγάπη ή τη χαρά .
Προσωπικά αυτοί οι άνθρωποι μ’ εκνευρίζουν γιατί τραβιούνται στις άκρες των δρόμων , ασφαλίζουνε την πραμάτεια τους και τυλίγονται στα νάιλον για να μην τους αγγίξει η βροχή .
Ίσως να φταίει που μαθαίνεις ν’ αγωνίζεσαι από νεαρή ηλικία, ίσως γιατί ξέρεις πως αν συμβιβαστείς με τα λίγα κινδυνεύεις να χάσεις τα πάντα, ίσως γιατί ότι κατακτάς είναι πραγματικά δικό σου.
Κατά καιρούς, γιατροί, νοσοκόμοι, φυσιοθεραπευτές, προσπαθούνε να με επαναφέρουνε στην πρότερη κατάσταση , αλλά αυτό που δεν γνωρίζουν είναι πως έχω ξεχάσει ποια ήταν η πρότερη κατάσταση κι έχω πάει παρακάτω. .
Αισθάνομαι συμπόνια για όσους θαρρούνε πως θα νιώθω ευτυχισμένη μονάχα αν είμαι «κανονική», συγκρίνοντας με με τους εαυτούς τους.
Δύο μάτια, δύο χέρια, δύο πόδια, να θωρούν, ν’ αγγίζουν , να κινούνται εντός των επιτρεπτών ορίων.
Δυστυχώς δεν ξέρουν πως η μεγαλύτερη κατάκτηση κι αυτό που δεν επιθυμούμε να χάσομε είναι η αγάπη, γιατί περπατά αν χρειαστεί δίχως πόδια , βλέπει δίχως μάτια, αγκαλιάζει δίχως χέρια, κι όταν θελήσει τα θεραπεύει όλα στη στιγμή. Η αγάπη μπορεί να κινείται κι εκτός των επιτρεπτών ορίων και τούτο μοιάζει να είναι ελευθερία.
*
Το άρθρο είναι αφιερωμένο στη Μαρία που περνάει δύσκολες στιγμές, όμως νιώθει τυχερή γιατί γνώρισε τον έρωτα, στον Αντώνη που αγαπά το ηλιοβασίλεμα και σε όλους τους φίλους που με ΣΚΠ ή όχι αγωνίζονται για μια ποιοτική ζωή.

Δέσποινα Μουζουράκη
Υπεύθυνη συντονίστρια της Ομάδας Αυτοβοήθειας για την ΣΚΠ Νομού ΧανίωνΥΓ. Σε μια χώρα με τόση θάλασσα υπάρχουν ελάχιστες παραλίες που δίδουν την ευκαιρία σε άτομα Αμεα να τη γευτούν. Εμείς τα άτομα με ΣΚΠ συνεχίζομε να την ονειρευόμαστε. Είναι οδυνηρό να αισθάνεσαι πως σου στερούν την ευκαιρία ν’ απλωθείς σε μια τέτοια υπέροχη αγκαλιά.
***
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

70 χρόνια συμπληρώνονται από τον θάνατο του Κωστή Παλαμά, στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 στην Αθήνα – μικρό αφιέρωμα από την Αντωνία Γεωργεδάκη

**
«Χρωστάμε σε όσους πέρασαν, θα έρθουν, θα περάσουν,
Κριτές, θα μας δικάσουν, οι αγέννητοι, οι νεκροί»
Εκείνο τον Φλεβάρη η είδηση ότι έσβησε ο γερο-Παλαμάς βύθισε σε ακόμα μεγαλύτερη απελπισία την Αθήνα Η τριπλή κατοχή-από Βούλγαρους, Ιταλούς και Γερμανούς – και η εξαντλητική εκμετάλλευση από τους εισβολείς, των αγαθών και αποθεμάτων της χώρας, είχαν αποφέρει μόνο δεινά. Πείνα, απεργίες, τρομοκρατία, συλλήψεις, εκτελέσεις, η ζοφερή καθημερινότητα της Ελλάδας.
Την επόμενη μέρα, στην κηδεία του έχουν μαζευτεί χιλιάδες πολίτες. Γύρω από το μαυροφορεμένο πλήθος, οι οπλισμένοι κατακτητές. Παρατεταγμένοι, έτοιμοι να καταστείλουν κάθε πιθανή κραυγή ελευθερίας.

Ξαφνικά ακούγεται η φωνή του Άγγελου Σικελιανού, δίπλα στο φέρετρο, να απαγγέλει :
Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη την χώρα πέρα ω πέρα…
βογγήστε τύμπανα πολέμου…
Οι φοβερές σημαίες ξεδιπλωθείτε στον αέρα!
Σε αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα.

Η οδύνη των ανθρώπων μεγάλωνε, όχι μόνο για τον θάνατο του Παλαμά, αλλά και το αργό σβήσιμο ενός λαού. Λίγο αργότερα όταν οι Γερμανοί θέλησαν να καταθέσουν στεφάνι, η φωνή ενός άλλου ποιητή, του Γιώργου Κατσίμπαλη, αρχίζει να απαγγέλλει τον εθνικό ύμνο. Η μια φωνή γίνεται πέντε, δέκα, χιλιάδες…Ένας γλυκός, συμπαγής ύμνος τύλιξε την Αθήνα. Οι κατακτητές σαστίζουν, η απελπισία των Αθηναίων για μια στιγμή, γίνεται ελπίδα.

Εκείνη τη στιγμή, η ελληνική ψυχή που τόσο ύμνησε ο Παλαμάς τον αποχαιρέτησε, δείχνοντας το μεγαλείο της και επιβεβαιώνοντας τον.
Γεννημμένος το 1859, στην Πάτρα, μετακόμισε στο Μεσολόγγι, μετά τον θάνατο των γονιών του . Μεγάλωσε μαζί με τον θείο του, σε ένα περιβάλλον γεμάτο μνήμες από την ηρωική εξόδο και τον θάνατο του Μπάυρον. Η οικογένεια Παλαμά ήταν ήδη γεμάτη λόγιους και αγωνιστές. Στην Αθήνα πηγαίνει το 1876 για σπουδές στην νομική αλλά εγκαταλείπει γρήγορα την σχολή, και στρέφεται στην ποίηση. Δέκα χρόνια μετά, με την δημοσίευση του βιβλίου ¨Τα τραγούδια της πατρίδας ¨ έρχεται σταδιακά η αναγνώριση και μαζί μια νέα εποχή για την ελληνική ποίηση. Παντρεύεται με την Μαριά Βάλβη, αποκτά τρία παιδιά.

Το 1898 οι έλληνες λογοτέχνες τον αναγνώρισαν σαν τον καλύτερο έλληνα ποιητή. Λίγα χρόνια πριν, είχε διοριστεί γενικός γραμματέα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ήταν ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, κριτικός της λογοτεχνίας. Πρωτοπόρος της δημοτικής γλώσσας, δημιουργός του Ολυμπιακού ύμνου το 1896. Το σύνολο του έργου του ήταν στραμμένο στο λαό και την παράδοση.

Ποιήματα του, μεταφράζονται σε αρκετές γλώσσες και στην δεκαετία του 1920 η ποίηση του διδάσκεται στην Σορβόνη ανάμεσα στους καλύτερους ποιητές του κόσμου. Το έργο του έχει κομμάτια από την ψυχή, την παράδοση, την ιστορία, την συσσωρευμένη γνώση. Υπέρμαχος της τέχνης και της επιστήμης, θεωρούσε ότι αυτοί είναι οι δύο βασικοί πόλοι ανάπτυξης. Έργα του ο Ύμνος της Αθηνάς, Τα μάτια της ψυχής μου, ο Τάφος (όταν χάνει τον μικρότερο γιό του το 1898), Η ασάλευτη ζωή, ο Δωδεκάλογος του Γύφτου και πολλά άλλα.

Για την Μικρασιατική καταστροφή γράφει :
Βοσκοί, στην μάντρα της Πολιτείας οι λύκοι.Οι λύκοι.
Στα όπλα Ακρίτες.
Μακριά και οι φαύλοι και οι περιττοί.
Καλαμαράδες και δημοκόποι και μπολσεβίκοι.
Για λόγους άδειους ή για του ολέθρου τα έργα βαλτοί.

Είχε βαθειά πίστη στην ψυχή του Έθνους και υποστήριζε στην αδιάκοπη συνέχεια του Ελληνισμού μέσα στο έργο του. Ο λαός ήταν η δύναμη της γραφής του.

Το ΟΧΙ του ποιητή στην εισβολή των Ιταλών είναι ιστορικό:
Με αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα.
Μεθύστε με το αθάνατο κρασί του ΄21.

Η τέχνη του ένωσε κάτω από την σκέπη της ανώτερα ιδανικά, διαφορετικούς ανθρώπους και εποχές κερδίζοντας τον τίτλο του εθνικού μας ποιητή, αλλά και τις κορυφές του Νεοελληνικού πνευματικού κόσμου. Η γραφή, η ζωή ακόμα και ο θάνατος του έγιναν κληρονομιά μας, κομμάτι της ιστορίας ενός λαού που μπορεί να έχει και μεγαλείο.

***
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΙΚΙΩΝΗΣ
λογότυπο μικρότερο
ο ποιητής της ελληνικής αρχιτεκτονικήςΑρχιτέκτονας και ταυτόχρονα ζωγράφος, ποιητής, φιλόσοφος και στοχαστής, ο Δημήτρης Πικιώνης, επέλεξε τον δύσκολο δρόμο, στην Ελλάδα του 20ου αιώνα, επιμένοντας να διδάσκει την ευαισθησία και το σεβασμό στο περιβάλλον όταν γύρω του αποθέωναν το κέρδος και την κακογουστιά. Η κληρονομιά που μας άφησε είναι μερικές από τις ελάχιστες οάσεις αρχιτεκτονικής ομορφιάς της «έρημης» πόλης.(Με αφορμή την έκθεση στο μουσείο Μπενάκη που λήγει στις 13 Μαρτίου)

Αναζητώντας τον ιδανικό ορισμό για μια φυσιογνωμία όπως ο Δημήτρης Πικιώνης επιλέγουμε τα λόγια του Γιάννη Τσαρούχη: «Είναι ο πρώτος αρχιτέκτων στην Ελλάδα που είχε το θάρρος να διακηρύξει ότι η Αρχιτεκτονική είναι Τέχνη και Ποίησις». Πολυσύνθετη προσωπικότητα ο Δημήτρης Πικιώνης, προτίμησε να κρατήσει φυλαγμένη μέσα του τη μεγάλη του αγάπη για τη ζωγραφική αλλά παρέμεινε πάντα μια καλλιτεχνική φύση που επέλεξε να υπηρετήσει την αρχιτεκτονική με την ψυχή ενός ποιητή και ζωγράφου. Όταν άρχισε να ασχολείται με την αρχιτεκτονική οι εποχές ήταν δύσκολες. Το «μπόλιασμά» της με τα σύγχρονα τότε ρεύματα ήταν πολυτέλεια. Ακόμη πιο σκληρές αποδείχτηκαν όμως οι δεκαετίες της «ανοικοδόμησης» τότε που η τέχνη και η ευαισθησία ήταν υπό διωγμό μέσα στον πυρετό του κέρδους και την εξυπηρέτηση των μικρών και μεγάλων συμφερόντων (επιτομή της νεότερης ελληνικής ιστορίας της αρχιτεκτονικής –και όχι μόνο). Ο Πικιώνης όμως δεν σταμάτησε ποτέ να διδάσκει ότι το περιβάλλον, δηλαδή η ζωή μας, έχει περισσότερη ανάγκη την ομορφιά από τα κέρδη, ακόμη κι όταν γύρω του «γκρέμιζαν τα τείχη» ενός κόσμου με ανθρώπινο πρόσωπο.

Η ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ
«Γεννήθηκα το 1887 στον Πειραιά. Οι γονείς μου κατάγονταν από τη Χίο. Στον πατέρα μου, γιο καραβοκύρη, από νωρίς είχε φανερωθεί η κλίση του στη ζωγραφική… Στους κυριακάτικους περιπάτους μας στο λιμάνι με το θείο μου το Συριώτη και τα ξαδέλφια μου, ο πατέρας μου δεν μπορούσε να μη σταματήσει μπροστά σ’ ένα όμορφο σκαρί για να μας δείξει την ομορφιά του και να μας κάνει να το προσέξουμε. Όσο για τη μητέρα μου, ήταν ένας σπάνιος ηθικός τύπος. Εις το άκρον ευαίσθητη, συμπάσχοντας βαθύτατα εις τις ατυχίες των άλλων, μα ταυτόχρονα αυστηρή και δίκαιη κι ανιδιοτελής, ποθώντας πάντα το καλό της Ελλάδας. Είναι των ηθικών και καλλιτεχνικών τούτων ροπών που αισθάνομαι την κληρονομιά μέσα μου, κάποτε αρμονικά ενωμένων συναμεταξύ τους, κάποτε εναγώνια διχασμένων κι αντιτιθεμένων».
Από πολύ νωρίς ένιωσε μεγάλη αγάπη για τη ζωγραφική. Σ’ αυτήν αφιέρωσε ένα μεγάλος μέρος των σπουδών και της ζωής του ολόκληρης. Κι όμως, ποτέ δεν έβγαλε στο φως τους πίνακές του, τους ανακάλυψε η κόρη του, Αγνή Πικιώνη. «Το 1958, με αφορμή μια μετακόμιση από το σπίτι μας της οδού Βιζυηνού στη συνοικία Κυπριάδου –όπου η οικογένεια Πικιώνη έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής της– αντίκρισα πρώτη φορά τα ζωγραφικά έργα του πατέρα μου μέσα σε μια μεγάλη ξύλινη κασέλα. Ο Πικιώνης δε θέλησε ποτέ να παρουσιάσει το ζωγραφικό του έργο. Ίσως θεώρησε ότι η ζωγραφική του ήταν απλά μια άσκηση για την διαμόρφωση της συνεχώς διαφοροποιούμενης καλλιτεχνικής του εμπειρίας».

Ο ΣΕΖΑΝ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Το 1904 μπαίνει στο Πολυτεχνείο για να σπουδάσει πολιτικός μηχανικός. Απέναντι, στη Σχολή Καλών Τεχνών, φοιτούσε ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο με τον οποίο γίνονται στενοί φίλοι. Λίγο καιρό αργότερα χτυπάει την πόρτα του Παρθένη εφοδιασμένος με ένα συστατικό γράμμα και κάποια σχέδια. Ο μεγάλος ζωγράφος τον δέχεται για μαθητή –ήταν ο πρώτος μαθητής που είχε ποτέ. Ήταν εκείνος που έπεισε τον πατέρα του να τον αφήσει να πάει στο Μόναχο το 1908 για να συνεχίσει τις σπουδές του στο σχέδιο και στη γλυπτική. Αρκούν όμως τρεις πίνακες του Σεζάν που θα δει για να μετακομίσει τον επόμενο κιόλας χρόνο στο Παρίσι όπου θα μείνει ως το 1912. Τότε φτάνει η ώρα της επιστροφής και της δύσκολης απόφασης:
«Ο δρόμος που ακολουθούσα, τό ‘νιωθα, ήταν μακρύς, μακρύτερος απ’ τις συνθήκες μου τις οικονομικές. Τα χρέη που θα είχα ν’ αντιμετωπίσω στο γυρισμό μου ήταν σκληρά… Στενεμένος από την αδήριτη τούτη ανάγκη, επήρα την σκληρήν απόφαση ν’ αφιερώσω το υπόλοιπο του χρόνου στη μελέτη της Αρχιτεκτονικής».
Επιστρέφει στην Ελλάδα, παίρνει μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους και αποστρατεύεται ως λοχαγός του Μηχανικού. Συνεχίζει τις μελέτες του επικεντρώνοντας στην ελληνική λαϊκή τέχνη και παράδοση. Αντιγράφει σχέδια σπιτιών, αντικείμενα από μουσεία και συλλογές. Μέσα από τις αναζητήσεις του γνωρίζει και γίνεται φίλος με τον Φώτη Κόντογλου, τον Σπύρο Παπαλουκά, αργότερα με τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα (μαζί θα ιδρύσουν αργότερα το περιοδικό «Τρίτο μάτι», τον Γιάννη Τσαρούχη, τον Νίκο Εγγονόπουλο και τον Γεράσιμο Στέρη, με τον οποίο ζωγράφιζαν μαζί. Θα περάσει μια σχεδόν δεκαετία μέχρι να σχεδιάσει το πρώτο σπίτι, (οικία Φ. Μωραΐτη). «Έχτισα το πρώτο μου σπίτι το 1923 (στις Τζιτζιφιές, στην αριστερή όχτη του Ιλισού). Το δεύτερο (οδός Ηρακλείτου 1, Πατήσια) εχτίστηκε το 1925. Το εμπνεύστηκα από μιαν αναπαράσταση αρχαίου σπιτιού της Πριήνης. Όταν την είδα, είπα μέσα μου: Τούτο είναι ελληνικό και δεν έχει στοιχεία που ν’ ανήκουν σε συγκεκριμένες κατηγορίες χρόνου και τόπου». Το 1925 παντρεύεται την Αλεξάνδρα Αναστασίου και την ίδια χρονιά ονομάζεται έκτακτος καθηγητής του Ε.Μ.Π. στην έδρα της Διακοσμητικής

Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΠΙΚΙΩΝΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΕΡΓΑ
Ένας δάσκαλος χαρισματικός, ιδιόρρυθμος, δυσνόητος για κάποιους, ο Πικιώνης δεν άφηνε ποτέ αδιάφορο το ακροατήριό του. Χαρακτηριστική η αφήγηση του ζωγράφου Γιώργου Μπουζιάνη. «Είχε κάτι το μυστηριώδες η ομιλία του. Άρχιζε πάντα χαμηλόφωνα, ύστερα η φωνή του δυνάμωνε χωρίς όμως ποτέ να γίνεται δυνατή. Και έπειτα, δεν ξέρω πώς, έσβυνε στο τέλος, σαν μέσα στο άπειρο. Σε ανάγκαζε να βρεις μόνος σου μέσα σε μιαν απεραντοσύνη τον τόπο όπου έτρεχε η δικιά του φαντασία. Πάντα, θυμάμαι, βρισκόμουν σε μια κατάσταση φόβου, μη τυχόν και χάσω το νήμα της ομιλίας του Κάποτε όμως έριχνε ο ίδιος το φως μέσα στα μυστηριώδη και κρυμμένα νοήματά του και με παρέσυρε και μένα μέσα σ’ ένα μαγευτικό κόσμο».
Ένας άλλος σημαντικός ζωγράφος, ο Παναγιώτης Τέτσης, περιγράφει τον δάσκαλο Πικιώνη ως εξής: «Μιλούσε ψιθυριστά, χαμηλόφωνα. Έλεγε για τον Σεζάν, τα ψηφιδωτά, τις τοιχογραφίες και τη λαϊκή τέχνη με προφανή σκοπό να εξάψει την αγάπη στους σπουδαστές για τις καλές τέχνες ώστε να τις πλησιάσουν. Άλλωστε είχε ως συνεργάτες καλλιτέχνες όπως τον Εγγονόπουλο, κάποτε δε καλούσε κι άλλους όπως τον Τσαρούχη. Ορισμένοι από τους τότε νέους της Αρχιτεκτονικής είναι σήμερα κεφάλαια για την ελληνική τέχνη».
Ο Δημήτρης Πικιώνης χάρισε κάποια σπάνια κοσμήματα στην Αθήνα, με κορυφαίο τη διαμόρφωση του χώρου στον περίγυρο της Ακρόπολης, στο λόφο του Φιλοπάππου και στον Λουμπαρδιάρη. Ο τότε μαθητής του, αρχιτέκτων Δημήτρης Αντωνακάκης αφηγείται: «Είχα την τύχη να δουλέψω με τον Πικιώνη στην Ακρόπολη —ως φοιτητής— το καλοκαίρι του ’56 και το χειμώνα ’56-’57. Μάθημα αξέχαστο — εμπειρία μοναδική κι ανεπανάληπτη. Τον έβλεπα λίγο. Ήταν απορροφημένος με το έργο στον Λουμπαρδιάρη και σπάνια τον πείθαμε να ανέβει μέχρι εμάς, που δουλεύαμε κάτω απ’ την Ακρόπολη. «Μας εμπιστευόταν», έλεγε. Εμπιστοσύνη που διδάσκει την υπευθυνότητα. Και η δουλειά πάνω στην Ακρόπολη είναι μια πράξη εμπιστοσύνης. Εμπιστοσύνη στους άλλους, σ’ αυτούς που θα ζήσουν το χώρο: στα παιδιά, που τα παρακολουθεί έκθαμβος να παίζουνε κουτσό για να πατήσουν από πλάκα σε πλάκα —βαλμένη με τόση προσοχή δίπλα στις άλλες— αναγνωρίζοντας στην κίνησή τους τη χορευτική ερμηνεία της δικής του απόφασης καθώς αποτυπώθηκε πάνω στο πλακόστρωτο. Στους γέροντες, που αναπαύονται στα τσιμεντένια πεζούλια ή που κοιτούν στοχαστικά τη γη, τις πλάκες, το χορτάρι που ξεφυτρώνει ανάμεσα, καθώς βαδίζουνε προσεκτικά από πλατύσκαλο σε πλατύσκαλο, κατεβαίνοντας».
Το ωραιότερο ίσως σπίτι που έφτιαξε ο Πικιώνης είναι της γλύπτριας Φρόσως Ευθυμιάδη – Μενεγάκη (1949) στην οδό Κυπριάδου στα Πατήσια. Εξαίρετα δείγματα της τέχνης του θεωρούνται επίσης ο Παιδικός Κήπος της Φιλοθέης αλλά και το Δημοτικό σχολείο στα Πευκάκια, στους πρόποδες του Λυκαβητού. Παρόλο που θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα «μνημεία» του μοντερνισμού στην Ελλάδα, ο δημιουργός του δεν έμεινε ικανοποιημένος από την τελική εικόνα του. Ο ίδιος αναφέρει ως χαρακτηριστικά έργα του την έπαυλη Άνω Φιλοθέης (1954) τον ξενώνα των Δελφών (1955) και το Αναπαυτήριο του Αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη (1957) για να αποδείξει την «σταθερή εμμονή που τα έργα τούτα – παρ’ όλες τις κυμάνσεις- παρουσιάζουν εις το να δουλεύουν στο ίδιο, που από την αρχή συνέλαβα, ιδεώδες. Τούτο είναι φυσικό, αφού οι «αρχές» εις τις οποίες στηρίζονται είναι αμετακίνητες. Για τα λάθη των επιτευγμάτων μου δεν είναι υπόλογες οι αρχές τούτες, μα η λανθασμένη από λογου μου ερμηνείας τους». Δεν «φταίνε» οι αρχές, τα ιδεώδη –μόνο εμείς που τα εφαρμόζουμε στραβά. Αυτό είναι ένα δίδαγμα που άφησε ο μεγάλος δάσκαλος Δημήτρης Πικιώνης, ο στοχαστής, ο ποιητής, ο φιλόσοφος φεύγοντας από τη ζωή πλήρης δημιουργικών ημερών τον Αύγουστο του 1968. Δίδαγμα όχι βέβαια για τον ίδιο αλλά για τους μετέπειτα. Που δεν ακολούθησαν ούτε αρχές ούτε ιδεώδη. Με τις γνωστές συνέπειες.
Ο ΜΠΟΥΖΙΑΝΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΙΚΙΩΝΗ
«Αλλά σε μια στιγμή που μου μιλούσε γι’ αυτά που κάνει πάνω στα σχέδια και την ζωγραφική του, ξαφνικά, όπως συνήθιζε, διέκοψε και πρόσθεσε: «Μα ξέρεις, δεν θέλω εγώ να τα κάνω αυτά, μα να γίνω αιτία να τα κάνουν άλλοι, η άλλη γενιά, άλλες γενεές». Τότε άρχισα κάπως να τον καταλαβαίνω. Είχα την εντύπωση ότι κρατούσε σπόρους στη χούφτα του και τους έριχνε περπατώντας πάνω στη γη και ήξερε πως κάποτε θα καρποφορήσουν. Τώρα όλα μου φαινόντανε πιο ξεκάθαρα, πιο συνειδητά και πιο θετικά. Είναι ένας άνθρωπος που ήξερε τι ζήταγε, που έφτασε να συνεχίζει και θα συνεχίζει πάντα αυτό που πιστεύει. Μια μεγάλη βαθιά φυσιογνωμία που περπατά μέσα στους δρόμους μας και πετάει τους σπόρους που θα βγάλουν σίγουρα καρπούς. Είμαι ευτυχής που γνώρισα από τόσο κοντά αυτόν το ξεχωριστό άνθρωπο και καλλιτέχνη».
(αφήγηση του Γιώργου Μπουζιάνη για τον Δημήτρη Πικιώνη, Αθήνα, 11 Ιανουαρίου 1958)
Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΜΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΙΚΙΩΝΗΣ
«Για μας, τότε, ο Πικιώνης ήταν ο άνθρωπος που κράταγε με πείσμα ανοιχτό τον κλεφτοπόλεμο απέναντι στην υλοποιημένη εικόνα μιας κοινωνίας που οι αξίες της περιορίστηκαν στη δύναμη και το κέρδος. Μιλώντας αλληγορικά, εντοπίζοντας την προσοχή μας στην ΑΡΕΤΗ, που την προσδιόριζε με στίχους του Σολωμού, του Σικελιανού και του Παλαμά, αποδεικνύοντας σε όσους τον παρακολουθούσαν ότι τίποτα δεν είναι εύκολο, ότι τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο. Μέσα στην οργιώδη κατεδάφιση και ταυτόχρονη ανοικοδόμηση της Αθήνας της δεκαετίας του ’50, το αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο έχει περιοριστεί σε λίγα κακοσχεδιασμένα και απλοϊκά κατασκευαστικά στερεότυπα…
Η παρέμβαση λοιπόν του Πικιώνη σ’ αυτή τη φάση της καθημερινής αρχιτεκτονικής πρακτικής με το καινούργιο ποιοτικό λεξιλόγιο που εισήγαγε δεν ήταν απλά μια άλλη λογική, αλλά ήταν μια επανάσταση απέναντι στην αδιαφορία γι’ AΥTO που χτίζεται και για τον ΛΟΓΟ που χτίζεται».
( από ομιλία του μαθητή του Δημήτρη Πικιώνη, αρχιτέκτονα Δημήτρη Αντωνακάκη στην Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας στις 8.12.1987)
ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΙΚΙΩΝΗ
Οικία Ευθυμιάδη – Μενεγάκη, Γρυπάρη 1, Κυπριάδου
Οικία Ποταμιάνου, Νιόβης και Βασιλέως Παύλου 1, Φιλοθέη
Δημοτικό Σχολείο στα Πευκάκια, Λυκαβηττός
Διαμόρφωση χώρων γύρω από την Ακρόπολη και τον λόφο Φιλοπάππου,
Αγιος Δημήτριος Λουμπαρδιάρης και Τουριστικό Περίπτερο Φιλοπάππου
Παιδική χαρά, Λεωφόρος Ελ. Βενιζέλου, Φιλοθέη
Πολυκατοικία, Χέυδεν 27, Πλ. Βικτωρίας
Οικία Σταματοπούλου, Αγίας Λαύρας και Λασκαράτου, Πατήσια
Ξενοδοχείο Ξενία, Δελφοί
Πειραματικό Σχολείο Θεσσαλονίκης
Γρηγόρης ΠαπαδογιάννηςΠΗΓΕΣ
Αρχιτεκτονικοί δρόμοι: Μνήμη και διαχρονικότητα – ert-archives.gr
Μια περιήγηση στα έργα του μεγάλου αρχιτέκτονα Δημήτρη Πικιώνη –
greekarchitects.gr
Αλέξης Παπαγεωργίου, «Ο αρχιτέκτονας και οι μοντέρνοι της εποχής του», αφιέρωμα του περιοδικού «Επτά ημέρες», Καθημερινής, Οκτώβριος 1994
Γιώργος Μπουζιάνης, «Γράμματα προς τον Χ. Μπάρφελντ», Μ.Ι.Ε.Τ. Αθήνα 1989
http://www.eikastikon.gr

***
ΛΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
λογότυπο μικρότερο
Η ΛΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΓΝΩΡΙΣΑ
γράφει ο Βαγγέλης Ψαραδάκης

Με τη Λιλή γνωριστήκαμε τον Ιανουάριο του 1995, αν και ήμασταν γείτονες από το ’89, όταν μετακόμισα στο κέντρο της Αθήνας σε μια μονοκατοικία.Πίσω είχε κήπο κι άλλο ένα σπίτι, όπου έμενε μια γνωστή δικηγόρος. Η Λιλή έμενε Ζωοδόχου Πηγής 121, στον πάνω όροφο διπλοκατοικίας. Η πλαϊνή πλευρά αντίκριζε τον μικρό μας κήπο. Το βράδυ αργούσε να σβήσει το φως στο γραφείο. Αργά τ’ απογεύματα μα και κάμποσες νύχτες, ακουγόταν συχνά δυνατή κλασική μουσική. Φθινόπωρο ’91, την επισκεφθήκαμε με μια φίλη. Γνωρίζαμε ότι έγραφε μια μελέτη για τη σχέση ανδρών–γυναικών και θέλαμε συνέντευξη για ένα περιοδικό που επρόκειτο να επανεκδοθεί. Ήταν διστακτική, άφησε να καταλάβουμε ότι δεν μπορούσε. Καλοκαίρι ’93, την τσάκωσα να πετά φαγώσιμα στα γατιά στον κήπο μας. Σκάλωναν συχνά στα δέντρα. Ένα μεσημέρι είχε ανέβει στο παγκάκι, μετά σ’ ένα βαρέλι. Προσπαθούσε να τα ρίξει στο έδαφος μ’ ένα μπαστούνι, ατηγάνιστα νοστιμότατα ψάρια – αλίμονο, αν έμεναν κρυμμένα! Όταν της έγινε παρατήρηση, ερχόταν και φρόντιζε τις γάτες στον κήπο. Ένα άλλο μεσημέρι, καθώς με τη δικηγόρο προσπαθούσαμε να αποσπάσουμε ένα ξύλινο σκάλισμα από ένα έπιπλο παλιό, ένα παντζούρι άνοιξε με πάταγο και ακούστηκε μια βαθιά οργισμένη φωνή – στο τέλος, μας περιέλουσε και μ’ ένα «α σιχτίρ!» Ήταν άνθρωπος αψύς. Ένας μύθος περικύκλωνε τη Λιλή…
Εορτή
Η γιορτή του Άη Γιάννη έπεφτε Κυριακή, λαγοκοιμόμουν όταν χτύπησε το κουδούνι. Δεν ήταν μόνη, συνοδευόταν από φίλη. Τις είχα δει στο γωνιακό ψιλικατζίδικο. Η Λιλή ήταν άνθρωπος εξωστρεφής, της άρεσε να γνωρίζει τους νέους και να συζητά μαζί τους. Ξαφνιάστηκα με την απρόσμενη επίσκεψη. Εκείνο που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν άλλο. Έψαχνα ένα βιβλίο, την ποίηση του Ναπ. Λαπαθιώτη, με την επιμέλεια του Άρη Δικταίου, σπάνιο πια, πανάκριβο, ίσως να το είχε. Μαζί τους ήταν και το σκυλάκι της. Ρώτησα για την επίσκεψη. Είχε μάθει ότι πουλιόταν το σπίτι, ενδιαφερόταν. Το δικό της θα έβγαινε στο σφυρί. Έκανε μια κίνηση απελπισίας, όταν ρώτησα για τη μελέτη της. Θα καθυστερούσε να φτάσει στο τυπογραφείο. Δεν θυμάμαι τι άλλο είπαμε. Πολύ χάρηκε, πάντως, όταν έμαθε ότι κρατώ από την Κρήτη. Έκανα και την ερώτηση που μ’ έκαιγε. «Πρέπει να το έχω, νομίζω πως ο Δικταίος, μου χάρισε ένα αντίτυπο». Άρπαξα την ευκαιρία και τη ρώτησα για κείνον, από την Κρήτη ήταν, συνομήλικός της. «Το 1956, τον τίμησαν με το Α΄ κρατικό βραβείο ποίησης». Το γέλιο της ήταν βαθύ, τρανταχτό. Δεν δίστασα: «Εσάς, γιατί δεν σας έχουν βραβεύσει;» Ειρωνικό μειδίαμα, έκφραση σιγουριάς, όχι καημού. «Εμένα, παιδί μου, δεν θα με βραβεύσουν ποτέ. Τους ενοχλώ… Τι να το κάνω; Το αληθινό βραβείο μου το δίνει ο κόσμος που αγοράζει τα βιβλία μου». Δυο μέρες μετά, έστειλε έναν αρχιτέκτονα να ελέγξει το σπίτι. Δεν τη συνέφερε να το αγοράσει και να το φτιάξει. Αυτός μου έδωσε και το βιβλίο. Τηλεφώνησα να την ευχαριστήσω, θα το φωτοτυπούσα και θα το επέστρεφα. «Χάρισμά σου, παιδί μου, τι να το κάνω; Εσύ το χρειάζεσαι».
Στιγμιότυπα
Μέχρι το Πάσχα του ’95 βρισκόμασταν τυχαία στο γωνιακό ψιλικατζίδικο. Μερικά βράδια τη συναντούσα καθώς πήγαινε καλεσμένη σε κάποιο τραπέζι. Άλλες φορές στο Μέγαρο Μουσικής, ήταν μέλος του. Πάντοτε καλοντυμένη, φινετσάτα ρούχα και κοσμήματα, διακριτικό μακιγιάρισμα, χτένισμα προσεγμένο. Ήταν πολύ κοκέτα. Πάσχα ’95 πήγε στην Κρήτη διακοπές. Είχε αγοράσει ένα χάλασμα στη Μίλατο, το έφτιαξε με παραδοσιακό τρόπο, το επίπλωσε και στόλισε με χίλια δυο. Σκόπευε να το δωρίσει στον Δήμο, αλλά κάτι έγινε και ναυάγησε. Το πούλησε σ’ ένα ζευγάρι Άγγλων, βάφτισε και το κοριτσάκι τους. Ήταν πολύ ανανεωμένη όταν γύρισε. Μου έδειξε τη φωτογραφία της πιτσιρίκας. «Δεν είναι γλύκα; Τώρα, στα γεράματα, μαθαίνω κι Αγγλικά…» Δεν είχε βρει το κατάλληλο σπίτι, είχε αλλάξει γνώμη: «Γιατί ν’ αγοράσω σπίτι, τώρα; Θα νοικιάσω ξανά». Πλησίαζε έντεκα το βράδυ, όταν πρότεινε: «Τι λες, πάμε στο σπίτι μου για μια ρακή;» Όσην ώρα ήταν στην κουζίνα, παρατηρούσα τον διάκοσμο, λιτό και καλόγουστο. Έπιπλα παλιά, δουλεμένα στο χέρι, λιγοστά κάδρα και φωτογραφίες, ωραία αντικείμενα. Εντυπωσιάστηκα με τρία γυάλινα ποτήρια διαφορετικού χρώματος, ενετικά, όπως έμαθα, κειμήλια της οικογένειας. Καθίσαμε στις δυο άκρες του καναπέ. Απέναντι ένα παμπάλαιο σκαλιστό ανάκλιντρο. Ανάμεσά μας, ένας δίσκος μ’ ένα μπουκάλι βότκα, πάγο και τα σχετικά. Στο πικάπ μια συμφωνία του Μπρούκνερ.
Εκμυστηρεύσεις
Ρώτησα αν έγραφε νέο βιβλίο. «Έχω μια ιδέα, μυθιστόρημα… Ο κεντρικός ήρωας θα είναι άντρας.» Επικρότησα, επισημαίνοντας ότι οι πιο ολοκληρωμένοι χαρακτήρες στα βιβλία της είναι οι γυναίκες. «Ένας ξεπεσμένος αριστοκράτης που γνωρίζεται με δυο παστρικές…» Δεν το είχε αρχίσει. «Από την Άνοιξη έχει πολύ φως, δυσκολεύομαι να γράψω.» Με ρώτησε ποια βιβλία της είχα διαβάσει. Της ανέφερα κάποια δοκίμιά της. Από το πεζογραφικό της έργο ανέφερα περισσότερους τίτλους. «Διάβασες τη Συβαρίτισσα;» Έγνεψα αρνητικά. Μίλησε για τα δύσκολα παιδικά κι εφηβικά της χρόνια, για την καταπίεση του αυταρχικού πατέρα, το σχολείο των Γαλλίδων καλογραιών στη Νάξο. Για τη δικτατορία του Μεταξά, τον πόλεμο, τη σύλληψη και φυλάκισή της από τους Γερμανούς, την κόρη που γέννησε στο κελί… Για την απελευθέρωση και την προσωπική της επανάσταση. Για την παλιά Αθήνα και τον κύκλο των αριστερών διανοούμενων. Μίλησε για τη φτώχεια και τις δουλειές που άλλαζε – «το τίμημα τής ελευθερίας μου». Αναφέρθηκε στη δημοσιογραφική δραστηριότητα και στα ταξίδια της στο εξωτερικό. Μίλησε για τη Χούντα, τη Μεταπολίτευση, την Αλλαγή… Λίγες λέξεις, ένα νεύμα, μια ανάλαφρη κίνηση, ένας μορφασμός ή μειδίαμα, αρκούσαν για την ατμόσφαιρα κάθε εποχής. Σε λίγη ώρα πέρασε μπροστά στα μάτια μου η Ελλάδα, με τα πάθη και τα δεινά της. Πόσο εκφραστική γινόταν όταν μιλούσε για τα νιάτα της! Όχι μόνο στο πρόσωπο, αλλά και στις κινήσεις των χεριών της. Γύρω στη μία σηκώθηκα να φύγω, είχε κουραστεί. «Κάτσε να σου δώσω τη Συβαρίτισσα.» Έφερε το βιβλίο, δανεικό. «Θα σου πω κάτι, αλλά μην το πεις πουθενά. Είναι αυτοβιογραφικό.»

Και άλλα τινά…

Νέα συνάντηση σπίτι της. Ανέφερε πως ήταν καλεσμένη στην Καστοριά για μια διάλεξη. Σκεφτόταν να διαβάσει αποσπάσματα από την ανέκδοτη μελέτη της. Όταν συναντηθήκαμε ξανά, είχε αλλάξει γνώμη, θα διάβαζε μια παλιότερη διάλεξή της. Επεσήμανα ότι είχε εκδοθεί σε βιβλίο, πιθανόν κάποιοι να το είχαν διαβάσει. Συμφώνησε, αλλά είπε ότι δεν είχε χρόνο να ετοιμάσει κάτι καινούργιο. Έπειτα, έκρινε ότι το θέμα της μελέτης ήταν τολμηρό για μιαν επαρχιακή πόλη. Στο παρελθόν, είπα, δεν είχε διστάσει μπροστά σε δεινότερες καταστάσεις. Εκτός από αυθόρμητη, η παρατήρησή της ήταν καίρια: «Ναι, μόνο που τότε ήξερες με ποιους έχεις να κάνεις!» Γύρισε από την Καστοριά, ήταν ενθουσιασμένη. Είχε ακολουθήσει την αρχική σκέψη. Το κοινό την αποθέωσε – κίνητρο για να δει τη μελέτη της από άλλη σκοπιά και να την τελειώσει. Σε λίγες μέρες θα πήγαινε στην Κρήτη, ήθελε να τη συνοδεύσω στον κτηνίατρο. Το άλλο πρωί χτύπησα το κουδούνι, άνοιξε η αλλοδαπή που είχε για τα ψώνια, τις δουλειές του σπιτιού και συντροφιά. Καθίσαμε για καφέ στο γραφείο της. Της επέστρεψα τη «Συβαρίτισσα», με ρώτησε πώς μου φάνηκε. Η κρίση ήταν επιγραμματική: «Μια ακροβασία ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό.» Από ένα χαμόγελό της κατάλαβα ότι της άρεσε. Τη συνόδευσα στον κτηνίατρο. Επειδή όλο το προηγούμενο διάστημα είχα προσέξει ότι το φως στο γραφείο της έμενε ανοιχτό μέχρι αργά, ρώτησα. Είχε αρχίσει το νέο της βιβλίο.
Δυο τρεις συναντήσεις

Εγκαταστάθηκα Κρήτη και χαθήκαμε. Σ’ ένα ταξίδι, διαπίστωσα πως η Λιλή είχε μετακομίσει, δεν ήξεραν πού. Αρχές Σεπτεμβρίου ’96, συναντηθήκαμε στη διασταύρωση Μαυρομιχάλη & Διδότου. Η Λιλή είχε βγάλει βόλτα το σκυλάκι της. Ήταν μεγάλη η έκπληξη και η χαρά. Με πήρε αγκαζέ και προχωρήσαμε στο νέο της σπίτι, ένα μεγάλο διαμέρισμα στον τέταρτο όροφο, γωνία Διδότου & Χαρ. Τρικούπη. Ήταν λαχανιασμένη, πάτησε το κουμπί του ασανσέρ με ανακούφιση. «Ευτυχώς, δεν μπορώ πια ν’ ανεβαίνω σκάλες…» Προχωρήσαμε στο γραφείο της. Η μελέτη προχωρούσε αργά μα σταθερά. Είχε γυρίσει πρόσφατα από διακοπές στην Κρήτη και μου αφηγήθηκε πώς πέρασε. Έγραψε σ’ ένα χαρτάκι τα τηλέφωνά της. «Όποτε έχεις χρόνο, να περνάς…» Δυο φορές ακόμη συναντηθήκαμε. Η μία την Άνοιξη ’97, Αθήνα. Ήταν καταπονημένη. «Την Άνοιξη, όλοι εμείς οι ηλικιωμένοι, δεν νιώθουμε καλά…» Εξακολουθούσε να βασανίζεται με τη μελέτη, φαινόταν μπαϊλντισμένη. «Να την τελειώσω και ν’ αρχίσω ένα μυθιστόρημα…» Ρώτησα για κείνο που άρχισε το καλοκαίρι του ’95. Το είχε παρατήσει. Μίλησε για την τηλεοπτική σειρά που γυριζόταν το τελευταίο της μυθιστόρημα. Δεν της άρεσε η διανομή των ρόλων. Είχε πάει μερικές φορές στα γυρίσματα, μετά σταμάτησε. Μια νέα συνάντησή μας, Ιανουάριος ’98, αναβλήθηκε, είχε εισαχθεί εσπευσμένα στο νοσοκομείο. Έφυγα πάλι για την Κρήτη. Νέο ταξίδι στην πρωτεύουσα, προτελευταία συνάντησή μας, Ιούνιος ’98. Το σκυλάκι της είχε σχολάσει πια, όμως δεν ήταν απαρηγόρητη, ένα νέο τη συντρόφευε. Η μελέτη είχε πάρει την άγουσα για το τυπογραφείο. Οι γιατροί της είχαν απαγορεύσει το κάπνισμα, δεν το έκοψε, το μείωσε στα δέκα τσιγάρα. Τη ρώτησα αν είχε αρχίσει το μυθιστόρημα που τόσο λαχταρούσε. Όχι. Άφησε να φανεί ο λόγος. «Όταν έγραφα, κάπνιζα πολύ!» Τον Ιούλιο, θα ερχόταν στην Κρήτη. Είπαμε να βρεθούμε κει.
Αποχαιρετισμός

Συναντηθήκαμε στις 4-10-1998 στο Ηράκλειο. Ήταν κόσμος πολύς στον Άγιο Τίτο. Καθώς προσκυνούσα το λείψανο, πρόλαβα να χαϊδέψω μια τούφα των μαλλιών της. Ένα τρανταχτό χειροκρότημα έπεσε στο προαύλιο μόλις βγήκε το φέρετρο. Έπειτα στο νεκροταφείο του Αγίου Κωνσταντίνου. Παρατηρούσα την κηδεία και σκεφτόμουν ότι ο χαρακτηρισμός που της έδωσε ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, γράφοντας κριτική για τη Συβαρίτισσα το 1988, ήταν πολύ εύστοχος, καίριος. Ναι, η Λιλή Ζωγράφου ήταν –και θα παραμείνει– η σκοτεινή θεά Εκάτη της λογοτεχνίας μας.

ΥΓ. Σε συνεντεύξεις της αλλά και στα σχετικά βιογραφικά σημειώματα, η Λιλή φέρεται να έχει γεννηθεί το 1922. Στον τάφο της όμως αναγράφεται ότι γεννήθηκε πέντε χρόνια νωρίτερα, το 1917. Ρώτησα έναν καλό της φίλο, έγκριτο δημοσιογράφο, και το επιβεβαίωσε απερίφραστα. Αχ, βρε Λιλή, πάλι μας την έσκασες…

Βαγγέλης Ψαραδάκης
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ & ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Ο Βαγγέλης Ψαραδάκης γεννήθηκε στις Αρχάνες Ηρακλείου Κρήτης. Σπούδασε Νομικά στην Κομοτηνή. Από το 1995, κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά κι εφημερίδες της Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Κρήτης. Από το 2007 άρχισαν οι δημοσιεύσεις του στο διαδίκτυο. Εκτός από τη γραφή, ασχολείται ερασιτεχνικά με τη φωτογραφία και το θέατρο, ενώ έχει επιμεληθεί και την έκδοση διάφορων βιβλίων.
Με το κείμενο «Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Μήτσος Παπανικολάου και οι ουσίες», συμμετείχε στον συλλογικό τόμο «Canavaccio: Κείμενα περί της ηδονιστικής δρόγης», εκδόσεις Heteron, Αθήνα 2008.
Με τα κείμενα «Ο θάνατος, η κηδεία του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη (31-10-1888 * 8/11-1-1944) και άλλα τινά…» και «Ιωάννης Κονδυλάκης (επιμέλεια) & Frederick Ragovin (επιμέλεια) & Αριστείδης Χαιρέτης (Γυαλάφτης): 25 + 25 + 25 Μαντινάδες», συμμετείχε στην ετήσια συλλογική έκδοση «Ποιείν Αλμανάκ 2009», Αθήνα 2010, της ιστοσελίδας Ποιείν – Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης.
* * *
Η Κάρεν Μπέιερ γεννήθηκε στην Ολλανδία. Σπούδασε Νέα Ελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Κρόνιγκεν. Την πτυχιακή της μελέτη την έκανε πάνω στο έργο της συγγραφέως με τίτλο «Λιλή–Ελένη: “Η Συβαρίτισσα” της Λιλής Ζωγράφου» – 1992. Κατοικεί στις Αρχάνες και εργάζεται ως διπλωματούχος ξεναγός.
* * *
Η πρώτη γραφή του κειμένου αυτού δημοσιεύτηκε στην ηρακλειώτικη εφημερίδα «Η Μεσόγειος» στις 15-11-1998, 40 ημέρες από τον θάνατο της συγγραφέως. Μια άλλη γραφή του δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Ποιείν (www.poiein.gr) στις 2-10-2007, ενώ εκκρεμεί η έκδοση μιας εμπλουτισμένης γραφής του, όπως και του σχετικού κειμένου της Κάρεν Μπέιερ, στον αναμνηστικό τόμο που έχει ετοιμάσει το Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας.