Ποίηση

 

**

λογότυπο μικρότερο

ΠΟΙΗΣΗ – ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΜΑΡΙΑ ΠΑΝΟΥΤΣΟΥ /ΑΛΕΞΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ / ΒΙΚΥ ΜΗΤΡΟΥΛΙΑ / ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΥΡΙΓΙΑΝΝΗΣ /  ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ / ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΟΥΛΙΟΣ / ΓΕΩΡΓΙΑ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ

 

λογότυπο μικρότερο

Ποίηση  της Μαρίας  Πανούτσου

 

 

collagesΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Τον φιδωτό δρόμο κλωτσάω,

καθώς ο πελαργός ακίνητος στην φωλιά του.

Χαμαί, κλωσούν οι κότες

κι’ οι κοκόροι οι με τις φωνές τους τις πρώτες

ιστορούν μια συμφωνία.

Τα ροδοπέταλα χωρίς πνοή στο στήθος μου.

Στο κόκκινο χώμα περπατώ

κι’ ο θρίαμβος μ’ ακολουθεί χαράζοντας λασπογραμμές.

Ανήκω στην γενιά που δεν γνώρισε πόλεμο.

Στους πίνακες και στα βιβλία μάθαμε την θλίψη,

γενναίοι εσείς!

εμείς ζωή μας θερισμένο τριφύλλι.

Και οι γαζίες φαίνονται μόνες, άδειες από μελίσσια δεν είναι!

Μέχρι σήμερα σκόνη θανατερή ράντιζε την τροφή μου

κι’ η Μαρία της Αιγύπτου μου δείχνει τα σταφύλια της Αλεξάνδρειας!

 

Όλα συσσωρευμένα στο βλέμμα του οδηγού.

Κωνσταντίνος ή Δημήτριος ή Νικόλαος ή Αλέξανδρος.

Τρίκαλα Αθήνα – Αθήνα Τρίκαλα. Οι άλλοι γύρω μου λαγοκοιμούνται, μόνος ο δρόμος, με συντροφεύει.

 

Στο μεϊντάνι είδα κόσμο πολύ το ίδιο βράδυ.

Ο δρόμος μισός σκοτεινός, μισός φωτεινός, έκρυβε ένα πτώμα. Τεμαχίζουν τα πελαγίσια μέλη των ωραίων συντρόφων μου,

των ανδρών που ξενύχτησα και πάλεψα στην αγκαλιά τους να ξεριζώσω την νίκη.

Οι Ιστορίες από τις χίλιες και μία νύχτες μόνο εμένα θέλανε να κρατήσουν ξάγρυπνη!

SALUADE εξαντλημένη συλλογή ποιημάτων – Προς επανέκδοση

**

ΤO ΓΡΑΜΜΑ

εσύ που τόσο λεύτερα κοιτάς την εξουσία και φυσικά

τη συλλαμβάνεις και με μαγευτικούς τρόπους

την επιστρέφεις σε μας καλέ μου γλυκιέ εξουσιαστή

στο κρεβάτι μου έλα μια βραδιά το νεκρικό τραγούδι

να σου τραγουδήσω και μόλις στα σπλάχνα μου φτάσεις

ένα μαχαίρι να σου καρφώσω στα πλευρά και να προλάβω

να σου πω πόσο λίγο σε χρειάζομαι – σας χρειαζόμαστε

όλους εσάς και σαν εσάς

αύριο στις πρώτες σελίδες των εφημερίδων θα διαβάσουν

θύτης και θύμα σφιχτά αγκαλιασμένοι σχεδόν

συμφιλιωμένοι

και το συμβολικό νόημα θα πάρουν άλλη μια φορά

σαν μοναδικό στοιχείο από μια ολόκληρη τραγική αλήθεια

ΚΑΛΈΣΜΑΤΑ  εξαντλημένη συλλογή ποιημάτων – Προς επανέκδοση

 

* Η Μαρία  Πανούτσου γεννήθηκε  στην Αθήνα και υπηρετεί το θέατρο  και την ποίηση  από  το 1979. Σπούδασε  μουσική,  χορό, θέατρο, ζωγραφική και φωτογραφία στην Ελλάδα, Αγγλία,  Πολωνία. Έχει ταξιδεύσει για σπουδές  και για συμμετοχή σε Διεθνή Φεστιβάλ  θεάτρου, με το Θέατρο Τομή, στην Αγγλία, Σκωτία, Ρουμανία, Γεωργία, Γερμανία, Γαλλία, Πολωνία, Ιταλία, Κύπρο. Έζησε  στην παιδική  της  ηλικία στο Ιράκ, στην Κύπρο και στο Λίβανο. Ξεκίνησε  πολύ μικρή  το χορό και το θέατρο και με  την πρώτη της σκηνοθετική  δουλειά  βραβεύτηκε με πέντε  βραβεία στο Φεστιβάλ  Ιθάκης. Σκηνοθεσίας, καλύτερης παράστασης, καλύτερης  παρουσίασης νεοελληνικού έργου, βραβείο γυναικείου ρόλου και έπαινος ανδρικού. Τώρα μοιράζεται την ζωή της μεταξύ  Αθήνας, Κέας και Λονδίνου.  Είναι απόφοιτος του Έκτου Γυμνασίου Θηλαίων. Διπλωματούχος της Σχολής Κλασσικού χορού Ε. Ζουρούδη. Διπλωματούχος της Επαγγελματικής σχολής Θεάτρου Αθηνών Έχει  σπουδάσει στο  GROTOWSKI  LABORATORIUM  στο Βρότσλαβ της Πολωνίας. Τελειόφοιτος του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών. Σπούδασε  στο  Open University  OF    London  Humanities- Ανθρωπιστικές σπουδές ,  και συμπλήρωσε την μελέτη της για την Αρχαία Ελληνική Τραγωδία με την παρακολούθηση: Αθηναϊκή Δημοκρατία, 5ος αιώνας,  στο  Open University of London. Παράλληλα με το θέατρο και η τέχνη η Μαρία Πανούτσου έχει εκδώσει 3 ποιητικές συλλογές, ΚΑΛΕΣΜΑΤΑ , SALUADER  και  ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤΟ ΔΑΚΤΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΟΝΟΥ Η ΟΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΔΡΑ ΑΠΟ ΤΟ CITY που έχουν εξαντληθεί και  ετοιμάζει την έκδοση της νέας ποιητικής  συλλογής με τίτλο ‘Η ΠΟΛΗ’ Μελέτησε Ζωγραφική  και Αγιογραφία με τον ζωγράφο  Δ. Πάλμα, και Κεραμική με τον γλύπτη  Ν.Σκλαβενίτη.  Ζωγραφίζει από το 1982 και χρησιμοποιεί ποικίλα υλικά για τον σκοπό αυτόν. Δουλεύει τον πηλό κατασκευάζοντας έργα αποκλειστικά με το χέρι και όχι με τον τροχό.  Με την Φωτογραφία και τις αρχές της κινηματογραφικής τέχνης, ασχολήθηκε την περίοδο 1980-90 όπου έγινε δεκτή και στο International Film school of London.

 

λογότυπο μικρότερο

ΑΛΕΞΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

                    ΑΝΥΠόΦΟΡΗ ΟΜΟΡΦΙά

 

   Κρύσταλλα τ’ αστέρια λάμπουν ή Ιπποτών Στρατός σοφός

   χέρια υψώνω κάποιες νύχτες μιαν υφή τους λαχταρώ

και οι παλάμες σου καρδιά μου μελωδίες γεμίζουν φώς.

IMG_20160328_161818

Τις Αυγές διψώ Μανόλιες όνειρα χλωμή να βρω

τις νυχτερινές ευχές μου σε άρωμα βελούδο αβρό

Άγιας Μέρας μου τους Δρόμους τύχης να τους ράνω φώς.

 

Μεσημέρια αναζητώντας με ρουμπίνια φορεσιά

ουρανούς γλαυκών μου πόθων ρόδια σύννεφα νησιά

ροβολώ σε Κόσμους ξένους ή σε Κόσμου μας ψυχή.

 

Οι Άνθρωποι στοιχειά γυρίζουν προσκαλώντας κάθ’ Ευχή

γιασεμιά κρατούν στα χέρια χέρι Ελπίδας ζεστασιά

κι αφουγκράζονται το Χρόνο στέμμα φέροντας ψυχή.

 

Ρόδια γιασεμιά κι ευχές μας αστερόπλεκτες νυχτιές

κερασιών λωτών ανάσες ηλιογέρματα φωτιές

διάφανα νερά των γέλιων: «Μια Ανυπόφορη Ομορφιά.»

 

Όλων οι ζωές διαβαίνουν κύκνοι μες στη συγνεφιά

κι Αυτή μας γελά και σβήνει μες σε κλαίουσες ιτιές.

Yukio Mishima (γνωρίζεις) μας σκοτώνει η Ομορφιά!

 

(Μα χωρίς Αυτήν δεν ζούμε, η όψη της λαβωματιές.)

 

Βιογραφικό

Είμαι η Αλεξία Αθανασίου, έχω γεννηθεί στην Κέρκυρα και μένω μόνιμα

στο Νησί των Φαιάκων με τις δεκάδες φιλαρμονικές. Γράφω ποίηση & επ.

φαντασία. Αγαπώ τη φωτογραφία, τη φύση, τον αθλητισμό & κατέχω μαύρη

ζώνη στο Shotokan Karate_Do.(Κάποια εργογραφία μου υπάρχει στην ηλ.

διεύθυνση Greek SciFi & Fantasy wiki/Αλεξία Αθανασίου.)

 

**

 

 

λογότυπο μικρότερο

 

 Το eyelands παρουσιάζει δύο ποιήματα της Βίκης Μητρούλια

ενοφα 9-2015Αν με γυρέψεις

Ποιός πλέκει στεφάνια του Μαγιού

στεφάνια μέσα σε τούτο το κρύο του Χειμώνα;

Άκου και πες μου

ποιός τα κρινοστέφανα κρεμάει στης πόρτας μου το κάσωμα;

Δες και πες μου ποιά χέρια δειλά ακουμπούν

τα λουλούδια του κήπου μου κρυφά;

Σώπα ψυχή μου, κανείς δεν είναι,

κανείς τον Χειμώνα σου δεν θυμήθηκε Άνοιξη για να κάνει,

μονάχα που περνώντας του ουρανού τα πουλιά

με τις φτερούγες τους χτύπησαν και γέμισαν βουή

την μικρή της καρδιάς σου την Άνοιξη.

Και κοιτώντας από την κάμαρα

βλέπω να φτεροκοπούν ασταμάτητα,

ελεύθερα να χαρίζουν την λαλιά του φιλιού.

Το φιλί εκείνο το θυμάσαι που γλύκα μύριζε

στου αποχωρισμού το πέρασμα;

Δεν θέλεις να θυμάσαι το ξέρω,

δεν θέλεις να κλείνεις τα μάτια και να ζωντανεύεις θανάτους,

τα μάτια σου όταν σφαλίζουν

την ψυχή σου ξεπροβοδίζουν στην άκρη του ποταμού του μεγάλου

την όχθη.

Στέκεσαι χρόνια ολάκερα σε εκείνη την όχθη

περιμένοντας το άγγιγμα,

μα ξέρεις κάτι εσύ που κοιτάς με απορία

την ζωή σου να περνάει χλευάζοντας την καρδιά σου,

τα πόδια σαν ακουμπήσεις στων νερών το γλυκό το ακούμπισμα,

θα πλυθείς των αρωμάτων τις μυρωδιές

και θα αγκαλιάσεις το πρόσωπο που χρόνια πλάθεις

στους ύπνους σου.

Κάποτε σε ένα ταξίδι στο πέρασμα από τον χρόνο στην πνοή

σε συνάντησα να χαζεύεις του ήλιου τα χρώματα

και να γυρεύεις δυο χέρια να δέσουν την ζωή σου με φως.

Σε άκουσα καθώς κρυφά μιλούσες στα ξωτικά του βάλτου

και τους ζητούσες παρηγορία

την στιγμή που ξεμάκραινε το όνειρό σου,

σε ένιωσα την ώρα που σπαρταρούσες καταγής

γιατί η ελπίδα σου πετούσε μέσα από δυο χείλια κατακόκκινα.

Έλα έλα και άφησέ με γλυκά να σου πω

πως φτιάχνουν στεφάνια Μαγιάτικα τα χαροπούλια του έρωτα

κάθε αυγή στην καρδιά του Φλεβάρη.

Θα σου ζητήσω απόψε ζωή μου να μείνεις εδώ,

δίπλα μου νοχελικά να πλαγιάσεις,

παρέα μου να αφουγκραστείς

του έρωτα που καημούς γεννάει, τα βογκητά.

Μόνη ξέρεις σαν είμαι μπορώ να γιορτάζω το δάκρυ μου

που αγαπάει βαθιά το πρόσωπό μου αιώνες πριν γεννηθώ

και όταν καταφέρεις να μάθεις του κορμιού μου τα μονοπάτια

εγώ γλύκα θα γίνω να αγκαλιάσω τους φόβους

που εσύ γεννήθηκες για να κουβαλάς.

Αν πάμε στο ταξίδι των δέντρων

τα χέρια μου κλαδιά θα φροντίσω να κάνω

να σου δώσω δροσιά τις νυχτιές που η άβυσσος

θα ζητάει το κορμί σου να καταπίνει

και αν με γυρέψεις καθώς θα φλέγεται το μυαλό σου,

εγώ ποτάμι θα γίνω μονομιάς

να ξεδιψάσω τις ύαινες της μικρής της ζωής σου.

**

Το πηγάδι του χρόνου

Έλα και πες μου εσύ,

εσύ που καλά με γνωρίζεις δεκαετίες τώρα,

εσύ που ακούς θρήνους του μυαλού

την ώρα που το είναι μου τους γεννά

και που αχόρταγα καταπίνουν τους  πόθους.

Έλα και πες γιατί βρέθηκα εδώ

να διαφεντεύω ετούτη την έρημη ζήση

βουτηγμένη στης ζωής το ατελείωτο του έρωτα

του ανυπότακτου το πλημμύρισμα.

Σε ήθελα κάτι βράδια σαν και ετούτο

που μονάχη την ελπίδα μου περίπατο

στης νύχτας την σιγαλιά βγάζω,

και ξέρεις σε ήθελα εδώ

για να μπορώ να ακούω την ένταση της φωνής μου,

όσην ώρα σιγοτραγουδά παντέρημη στις νύχτας τα πλάσματα.

Έναν σκοπό χρόνια ολάκερα πλέκουν τα χείλη μου

για να γλυκάνουν τις θύμισες

και να δηλητηριάζουν λεπτό το λεπτό

κάθε συντροφιάς σκέψη.

Και μην πεις, μην βιαστείς να στενάξεις

και πεις εσύ δεν αγαπάς

και μην το πεις

γιατί κανείς τον ορισμό του απόλυτου, δεν βρήκε

και αν το βρήκε σήμερα γυρίζει του κοσμου τις στράτες

πίσω να το ζητήσει να το πάρει.

Το απόλυτο μάτια μου σαν το γευτείς αλλάζει η ψυχή σου,

ένα με το χάος θα γίνεις

στην σκέψη του παντέρημου αύριο.

Εκεί που ψάχνεις εσύ να περπατήσεις,

εγώ χθές άνθη μυρωδάτα της μνήμης κρεμούσα

στις φωτογραφίες του πλάστη σου.

Πίστεψες ποτέ σου εσύ σε Θεό;

Μην ρωτήσεις τι είναι Θεός,

μέσα σου θα γεννηθεί την ώρα που τα μάτια σου

θα γεννήσουν της πίκρας την αγάπη, την μεγάλη που πονάει αγάπη. Ήσουν εκεί κάθε βραδιά που εγώ πενθούσα τα χρόνια μου

για να μπορώ στο χαρτί μου να ξορκίζω

τις μοναξιές του μυαλού μου.

Δεν το ξέρεις,

δεν το έμαθες ποτέ

πόσο σε χρησημιποιούσα χρόνια ολόκληρα

για να σκλαβώνω τις λέξεις της συννεφιάς μου.

Βάσανο είναι τον εαυτό σου να παλεύεις στα χρόνια σου.

Είδα που λες κάποτε έναν ουρανό κατάφυτο από αστέρια

που χρώμα πορφυρό έπαιρναν κάθε στιγμή

που το δάκρυ μου στη γη ακουμπούσε.

Είδα κάποτε μια φλεγόμενη πλάση

την στιγμή που η φωνή μου κραυγή γίνηκε

για να ακουμπήσει αυτό που λέω Θεό.

Αντάμωσα κάποτε έναν ήλιο που γίνηκε μαχαίρι την στιγμή που στον καθρέφτη μου είδωλο δεν υπήρχε.

Άπλωσα θυμάμαι τα χέρια στην άκρη του ονείρου μου

την σκιά μου να πιάσω,

να φυλακίσω ότι προφτάσω από την ιδέα της μνήμης σου.

Κατάλαβα καλά καθώς εκείνο το απόγευμα

στης γειτονιάς στεκόμουν την άκρη πόσο λίγο θα ζήσω,

γιατί μάθε πως λίγη είναι ετούτη η ζήση,

καθώς λιγοστεύει μέσα σε κόσμους στείρους από αγάπη.

Ζητούσε το μυαλό μου να σβήσω το πέρασμα του χρόνου

από την καρδιά μου,

να γιατρευτεί τάχα,

άκουσα την καρδιά να τραντάζεται,

το στέρνο μου να σκίζει κρώζωντας, δεν υπάρχεις χώρια της…

Έμεινα εκεί το πηγάδι του χρόνου χάζευα,

μοιράζονας κάλπικες υποσχέσεις για παντοτινή ανάμνηση

του εαυτού μου

και την στιγμή του ατέρμονου πόνου φυλακίστηκα

**

Βίκυ Μητρούλια

είμαι δημοσιογράφος και οσο θυμάμαι τον εαυτό μου, από τα πρώτα εφηβικά μου χρόνια, ο μόνος τρόπος να εκφράσω τα συναισθήματά μου, είναι το γράψιμο!

(ο πίνακας είναι του Δημήτρη Τούλιου)

**

λογότυπο μικρότεροΗ ποίηση του Γιώργου Μαυρίγιαννη
ΜΙΑ ΙΔΕΑ147
(Είπα να αφήσω τα όπλα μου στο σπίτι, κάτι ιδέες ανέφικτες και μία σκέψη που επινόησε άλλος πριν από εμένα. Τίποτα άξιο λόγου δηλαδή.)
Τα βέλη της Αυγής, έτσι όπως ήμουν δίχως πανοπλία
απροστάτευτος,
χαράξανε στο δέρμα μου
την ανεξίτηλη γραφή:«Όσο κι’ αν μοιάζω με χρυσό
είμαι μονάχα η πλάνη των χρωμάτων
μια πινελιά της μιας στιγμής
που γράφει η ουτοπία των θαυμάτων.
Τα μεσημέρια μην ξεχνάς
τις θημωνιές του ήλιου με τα στάχυα
δρέψε μ’ ευγνωμοσύνη τους καρπούς
και πέταξε στην λήθη τα ζιζάνια.
Να τα ξοδέψεις όλα δίχως ύβρη
και τίποτα άλλο μην σου μείνει παρά μονάχα ένα ευχαριστώ
όταν βρεθεί στον δρόμο σου
η δίδυμη μου αδελφή.
Είναι κι’ αυτή μια πλάνη των χρωμάτων
που κρύβει πονηρά με ιριδισμούς το μαύρο, το απόλυτο, το τίποτα.»Ω! Πόσο αψήφιστα μεσ’ την ζωή λογάριασα
ετούτη την ιδέα. Το όπλο, το ανίκητο…

**

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΕΞΟΔΟΣ

«…Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.»
Κ.Π. Καβάφης
Λάδι της πέτρας ρέει στις φλέβες των αλόγων
αφηνιασμένα περιστρέφουν τους τροχούς μου
στα εργαστήρια σοφών μηχανολόγων
πριν από εμένα εξελίσσεται ο νους μου.

Πριν από εμένα τρέχει πάντα η λεωφόρος
τα κύτταρα μου στατικά ηλεκτρισμένα
με παρασέρνει μία πομπή λαμπαδηφόρος
σε περιθώρια αυστηρά προσδιορισμένα.

Σε περιθώρια αυστηρά περιορισμένος
συμποσιάζομαι αθάλες και οξείδια
ο Παρθενώνας με χλευάζει φωτισμένος
σπασμένοι κίονες τα αρχαία μου γονίδια.

Σπασμένοι κίονες κι’ ανθέμια μαρμάρων
σαν τα όνειρα μου βιασμένα παρά φύσιν
σφυρίζει πλάι μου η δίνη των βαρβάρων,
εντέλει ήρθανε χωρίς την «κάποια λύσιν»

**
ΝΟΣΤΟΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΣ ΣΤΟ ΚΑΤΑΧΕΙΜΩΝΟ

Ούτε μία ρυτίδα Ζέφυρου
στο μέτωπο της θάλασσας.
Ορθός στην κόψη του μεσημεριού ο ήλιος παραπατάει στις κροκάλες της ακτής
που τρίζουν εκκωφαντικά
στην περασιά του.

Ax, δεν αντέχεται μια τέτοια
θορυβώδης σιωπή.

Τεντωμένο στο ανέφικτο
το δοξάρι του ορίζοντα
μου λείπει και το βέλος
να στείλω ένα παράπονο
στην άδικη δικαιοσύνη του χρόνου και του σύμπαντος.

Μια βιαστική Αλκυόνη ξέχασε
ένα ψίχουλο ηλεκτρισμένου μπλε
στον καμβά τ’ ουρανού
και κρύφτηκε στην κώχη του βράχου της
λες ντροπιασμένη για την ανορθογραφία.

Λέω, έτσι ανθίζει ο νους μου
κάθε καλοκαίρι εδώ στον άγριο νότο και μερεύει.

Στις πλάτες μου λοξά γερμένα
τα Λευκά μου Όρη,
εγώ ένα κρινάκι των ανέμων
ποιος τ’όλπιζε κι’ αντέχω
τόσο βάρος.

Γενάρης 2015
**
Α-Ω
(Ύμνος στο αεί)
Αστράψανε του χάους τα στολίδια
στο ασημένιο βέλος του καιρού
και πέσανε, πρωτόγνωρα παιχνίδια,
στα χέρια νεογέννητου μωρού.

Βαπτίζονται στο φως οι αργοναύτες
κάθε φορά π’ ανοίγουνε πανιά
κι’ απλώνουνε στο άπειρο τις τράτες να κλείσουνε το χάρο στα σχοινιά.

Για να προφτάσει τ’ άστρι να ξεφύγει
μη χάσει το ταξίδι του στη Γη
και τη λεχώνα άνοιξη π’ ανοίγει
τη στρόφιγγα στου χρόνου την πηγή.

Δύο γραμμές της μοίρας θα περάσει
που μοιάζουνε κι’ οι δυο τερματισμοί
ό,τι κερδίζει τώρα το είχε χάσει
πριν ξεκινήσει η πρώτη του στιγμή.

Έτσι αρχίζει ο μύθος που ξομπλιάζουν
υφάντρες κοσμικές στον αργαλειό
και πλέκουνε τ’ αντίθετα να μοιάζουν
σαν δίδυμα, το νέο με το παλιό.

Ζωή, λιανό κεράκι στο σκοτάδι
που φέγγει σαν του ήλιου τον πυρσό
ανάκλαση σελήνης στο πηγάδι
ψευδαίσθηση και νόμισμα μισό.

Ηλίανθος στα χέρια Βεδουίνου και σύννεφο βαρύ στην ξαστεριά
με τη μορφή αδέσποτου γυρίνου
ξεστράτισε και βγήκε στη στεριά.

Θλιμμένη και μαινόμενη Ηλέκτρα
χαρμόσυνη λαλιά χελιδονιού
σκληρή και ακατάλυτη και πέτρα
κι’ αφράτη σαν νιφάδα του χιονιού.

2

Ιέρεια στο τέμπλο του Απείρου
τα σπέρματα της ύλης κυνηγά
νυμφομανής πριγκίπισσα τ’ Ομήρου
οργώνεται, φυτεύει και τρυγά.

Καράβι δίχως ναύτες και λοστρόμο
μονάχη της αιώνια κυβερνά
οι επιβάτες χάνονται στον δρόμο
μα δεν κοιτάει πίσω, ούτε γυρνά.

Λαδώνει τους σκαρμούς με τις ελπίδες
μυριάδων «από πρόθεση» θνητών
κι’ ύστερα τους κερνά πυγολαμπίδες
που κλέβει απo τον οίστρο ποιητών.

Μοιάζει μικρή νεράιδα χρυσοφόρα
σε πελαγίσια πλώρη σκαλιστή
την ώρα που η αθάνατη Πανδώρα
ανοίγει το κουτί στην κουπαστή.

Ναυτάκια του βυθού ναυαγισμένα ζηλεύουν το κρυστάλλινο σκαρί
καθώς περνά με τ’ άστρα αναμμένα
και με σημαία τ’ άπιαστο φλουρί.

Ξοπίσω του αφρίζουν οι αιώνες
απόνερα που σβήνουν στο κενό
πριν τα ρωτήσουν έρημες γοργόνες
αν κατακτούν θνητοί τον ουρανό.

Ο φάρος πάντα υψώνεται στη δύση
κι’ η αναλαμπή ελάχιστη στιγμή
διάρκεια που φτάνει να κρατήσει
το πλοίο στην αλάθητη γραμμή.

Ποτέ του δεν πλευρίζει σε λιμάνι φορτώνει και αδειάζει στ’ ανοιχτά,
ο ναυπηγός του χρόνου πριν πεθάνει
μαρμάρωσε στα άδυτα μπροστά.

Ροή πάνω στον κύκλο των πραγμάτων
ασύλληπτη τ’ ονείρου εκδρομή
πυρηνικές συντήξεις των θαυμάτων
και κύτταρα στων άστρων τη δομή.
3

Σειρές οι γαλαξίες αιωρούνται
σε μιαν ιλιγγιώδη προσταγή
πριν απ’ το πριν αέναα κινούνται και φεύγουν πιο μακριά απ’ τη φυγή.

Τρομάζει ο λογισμός και τυραννιέται
στ’ αγγεία και τις σήραγγες του νου
ποιος γέννησε εκείνο που γεννιέται
απ’ το μηδέν στη φάτνη τ’ ουρανού.

Υβώματα, στρεβλώσεις κι’ αποστάσεις
που ξεπερνούν τον άθλο του φωτός
τετράπυλες του κύκλου διαστάσεις
και άνεμος του σύμπαντος καυτός.

Φωτοβολές, μικρόκοσμος σωμάτων
και καταρρεύσεις άστρων τραγικές
στη σκόνη των γιγάντιων πτωμάτων
φυτρώνουν οι καρποί στο διηνεκές.

Χαρίζω ένα δάκρυ στους αιώνες
-αντίδωρο στο γέλιο μιας στιγμής-
και στεφανώνω ήλιο τους αγώνες
της σύντομης αυτής διαδρομής.

Ψηλά στα ανεξήγητα πλανιέται
μία και μόνη απάντηση σωστή:
«Είναι αρχή να λειώνει ότι γεννιέται
για νάχει ο αργαλειός πάντα κλωστή.»

Ω της Ζωής αστείρευτη φαρέτρα
τα βέλη σου έχουν δίκοπη αιχμή
η μια χαράζει έρωτες στην πέτρα
κι’ η άλλη του ερέβους τη ρωγμή.
**

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Με λένε Γιώργο Μαυρίγιαννη και γεννήθηκα στην αγκαλιά του Λιβυκού. Παιδί ακόμη αγνάντευα τον ορίζοντα και νόμιζα πως κάποτε, όταν μεγαλώσω, θα τον φθάσω. Τίποτα από τα δύο δεν συνέβη.
Θέλω να πω ότι,παρόλο που μεγάλωσα αρκετά, ένα άτακτο παιδί μέσα δεν λέει να μεγαλώσει. Επίσης αν και ταξίδεψα σχεδόν όλες τις θάλασσες, σαν ασυρματιστής του εμπορικού ναυτικού, δεν μπόρεσα ποτέ να ξεπεράσω τις «θολές γραμμές των οριζόντων». Ανέφικτο παιδικό όνειρο. Παρόμοια όνειρα, γεννιούνται συχνά μέσα μου και επιμένω να αναζητώ τους ορίζοντες τους προσπαθώντας να κυβερνήσω το ατίθασο καράβι των λέξεων. Δύσκολα, επίπονα ταξίδια…
Τουλάχιστον έχω καταφέρει να ξεμπαρκάρω από μέσα μου τους «Λαιστρυγόνες» και τους «Κύκλωπες» κοιτάζοντας με προσοχή το είδωλο μου στον καθρέφτη του «γνώθι σ’αυτόν».
Οπωσδήποτε αν έχω, έστω, πλησιάσει λίγο τον ορίζοντα της ποίησης θα το κρίνουν άλλοι και όχι εγώ. Σημασία όμως έχουν τα ταξίδια μου, πραγματικά και φανταστικά, τα οποία υποστηρίζω με πάθος. Λέω λοιπόν, και ας αφήσουμε κατά μέρος την φαντασία, ότι τα χρόνια μου στην θάλασσα ήταν ένα διαφορετικό, και ασύγκριτο, σχολείο γνώσης όπως είναι κάθε ταξίδι για όποιονμπορεί να διατηρεί τα εσωτερικά του μάτια χωρίς παρωπίδες, ανοιχτά. Επειδή τα άλλα μάτια, τα φυσικά, προσπερνούν πολλές φορές πράγματα και καταστάσεις χωρίς να τα αγγίζουν. Αυτός με λίγα λόγια, όμως αληθινά, είμαι…

**

λογότυπο μικρότερο

Πέντε ποιήματα για μια απώλεια, από την Αθανασία Καραγιάννη

ΠΟΤΕ ΠΙΑ

Στον γάτο μου

Ποτέ δεν θα το συγχωρήσω

Το ποτέ

Έτσι που μ’ άφησε

Για μιαν ασήμαντη

Μια μόνη συλλαβή

Κι έγιν’ ακόμα πιο σκληρό

Μ’ αυτή τη λέξη πλάι του

Κι όλα τα χάλασε για χάρη της

Όλα για ένα πια

Λες και δεν έφταναν

Οι δυό του συλλαβές

Να μ’ αφανίσουν

ΓΕΝΕΘΛΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Μπορεί και να ’ταν η γενέθλια μέρα σήμερα

-δύσκολο να το ξέρεις με τ’ αδέσποτα-

Όμως τη μέρα του θανάτου, την ώρα, τη στιγμή,

Όλα καταλεπτώς τα σημειώνει η μνήμη

Κι ας προχωράει απτόητη

Να φτιάξει άλλη μνήμη

Δεν φταίει που ειν’ η μοίρα της

Να ζει από απώλειες και γνωριμίες

Να επιβιώνει από λέξεις και εικόνες

Άλλοτε τρυφερές, σαν στήθος μητρικό,

Κι άλλοτε ζοφερές,

Να στάζουν πένθος κόκκινο, σαν αίμα

Αν έχει βέβαια το πένθος χρώμα,

Αν ψάχνουν χρώμα για το πένθος τους αυτοί που μένουν

Τότε ίσως ειν’ ασπρόμαυρο

Το πένθος που άφησε ο γάτος μου

Έντεκα χρόνια

Να κυκλοφορεί ασπρόμαυρος στα δάχτυλά μου,

Να μπαινοβγαίνει ασπρόμαυρος στις μέρες μου

Έντεκα χρόνια

Που ίσως κάποτε να αρκούν

Να ξαναδώ την ευτυχία που έζησα

Να αρκούν

Να μη θυμάμαι τη στιγμή θανάτου

Και να γυρίσω εξαγνισμένη απ’ την απώλεια

Στο φωτεινό Σεπτέμβρη του νησιού

Και στο γενέθλιο τόπο

Έντεκα χρόνια πριν

Στη μέρα γνωριμίας του και στην ανέλπιστη χαρά

Που είχε να μου δώσει

Τί άλλο θέλουν, επιτέλους, οι θνητές ψυχές

Να ευτυχήσουν

Τί θέλουν οι θνητές ψυχές

Να ηρεμήσουν

Η ΜΟΝΗ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ

Φέτος, πατέρα, σου ’στειλα ένα δώρο

Έντεκα χρόνια το σκεφτόμουνα

Πόσο θα κρύωναν τα πόδια της ψυχής σου

Πόσο η μοναξιά μου θα σε βάραινε

Εκεί στα ξένα χώματα

Χωρίς έναν δικό σου, να του πεις δυό λόγια

Να με μοιραστείς μαζί του

Έντεκα χρόνια φόρτωνα το δώρο μου με μένα

Το ζέσταινα με τη δική σου απουσία

Έβαλα ό,τι νόμιζα σου λείπει

Και πήρα την απόφαση και το ’στειλα

Μη μου θυμώσεις μόνο που άργησα

Δύσκολο ν’ αποχωριστώ τον γάτο μου

Εσύ καταλαβαίνεις, από μικρή με ξέρεις

Είναι για μένα μια παρηγοριά να ’στε μαζί

-η μόνη απ’ όταν έφυγε-

Να τον χαϊδεύεις, να τον αγαπάς,

Μόνο για σένα το ’κανα

Να τον φροντίζεις μέχρι να ’ρθω

Σε φιλώ, τα ξαναλέμε

ΝΕΚΡΟΨΙΑ

Βερολίνο, 15.08.2014

Υποφέρω

Γιατί τον έκανα κομμάτια

Να δω γιατί τον έχασα

Θα υπέφερα

Αν δεν τον έκανα κομμάτια

Να δω γιατί τον έχασα

.

Και υποφέρω

Γιατί μ’ έκανε κομμάτια

Που τον έχασα

ΤΑ ΑΔΕΣΠΟΤΑ

Βερολίνο, 9.VIII.2014

Τώρα δεν είναι όπως τότε

Που βρήκε το παράθυρο ανοιχτό

Κι όταν επέστρεψε είχε κλείσει

-κανείς μας δεν κατάλαβε πως έλειπε-

Και τρελαθήκαμε να τον φωνάζουμε

Στη γειτονιά

«Τον γάτο της φωτογραφίας χάσαμε

τηλεφωνήστε, αν τυχόν τον δείτε»

Ανήσυχες οι ελπίδες κι άγρυπνες

Κάθε που νύχτωναν οι μέρες

Κάποιος τον είδε μες στη νύχτα

Να προσπαθεί να φτάσει ως την πόρτα

Μέχρι να βγούμε άφαντος

-πέσαν απάνω του τα αδέσποτα

πώς να τα βγάλει πέρα ο ευνούχος –

Έκλεινε πια βδομάδα

Όταν ακούστηκε η φωνή του αδύναμη

Όρμηξα έξω και τον άρπαξα

Πιο γρήγορη απ’ τους εχθρούς

Πιο τυχερή απ’ την τύχη μου την ίδια

.

Όμως, δεν είναι τώρα όπως τότε

Όσο κι αν περιμένω στο παράθυρο

Δίπλα στην πόρτα αν κοιμάμαι δίχως στρώμα

-για να ’χω ύπνον ελαφρύ-

Να τον αρπάξω πρώτη απ’ όλους μόλις έρθει

΄Εχει τελειώσει η τύχη μου

Δεν είναι ο φόβος του τα αδέσποτα

Κι ούτε μετράει πια αν είναι ευνούχος

Αυτό που τον τρομάζει και δεν έρχεται

Είναι χωρίς μορφή και χωρίς πρόσωπο

Δεν είναι πια του κόσμου τούτου.**

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Αθανασία (Νάνσυ) Καραγιάννη

Γεννήθηκε στα Γιάννενα στις 6 Αυγούστου του ΄54 κι η πόλη την μεγάλωσε μέχρι που πήγε στην Αθήνα να σπουδάσει Νομικά. Εργάζεται εδώ και πολλά χρόνια στο Υπουργείο Εξωτερικών και αυτή την εποχή υπηρετεί στην Πρεσβεία μας στο Βερολίνο. Δύο ποιήματά της ήταν ανάμεσα σε εκείνα που διακρίθηκαν στον πρώτο ποιητικό διαγωνισμό του eyelands και εμφανίστηκαν στην έκδοση «Εποχές», το ποιητικό ημερολόγιο του eyelands για το 2013. Η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Η εκδίκηση των λέξεων», εκδόθηκε το 2014

**

λογότυπο μικρότερο

 Ποιήματα και χρώματα του Δημήτρη Τούλιου

Το eyelands συγκεντρώνει σε ένα αρχείο ποιήματα και πίνακες του Δημήτρη Τούλιου που έχουν αναρτηθεί εδώ και τρία χρόνια στο νησί
**
Ζωγραφική σε μαύρο φόντο

2015 τούλιος - ξπορτηΞαναγυρνώ στο μελανό χαρτί
που φαίνεται πως το προμηθεύομαι από το εργαστήριο της νύχτας.
Έτοιμο, κατάμαυρο να το διασχίσω με χρώματα,
πιθανόν με το λευκό ώστε να σχηματίσω φωνήματα,
ώσπου το νόημα να φέξει.
Μα,τέλειωσαν οι λέξεις.
Προχθές.
Εκεί που σήκωνα αγκαλιά την κόρη μου με τον ήλιο
κι έσκυβα να πιω νερό βρόμικο
από τις συνθήκες τόσων παπουτσιών
και πλήθος διαφθορέων,
ανακάλυψα μια νέα πηγή που δε μιλά μόνο ελληνικά.
Κελαρύζει,χαμογελά,
με πνίγει στα λαρυγγικά της τραγούδια
απαιτώντας να τα ζωγραφίσω.
Τα λεχθέντα, κάποτε,
θα λάμπουν στο σκοτάδι.
*

Δωμάτιο ετοιμασίας

Δεν είναι ικανή μια φωνή που βραχνιάζει,
μια κουβέρτα που σε σκεπάζει,
σα να κουκουλώνει τη σκέψη μαζί με το δέρμα,
δεν είναι ικανή
να σιωπήσει.
Όσο κι αν τα σώματα είναι σπασμένα μπιμπελό ξαναβαλμένα σε τάξη,
εγώ νιώθω το δικό μου διάσπαρτο στα παραθυρόφυλλα
σαν απομεινάρι ξεπουπουλιασμένο
στην προσπάθειά του να απογειωθεί.
Δεν αρκούν πια οι δρόμοι που οδηγούν προς το δωμάτιο
να τους παίρνεις εμπρός και πίσω πάλι.
Χρειάζεται μια παραπανίσια τρέλα,
σχεδόν αλαζονική,
που να μας κάνει να πετάξουμε.



Ο σκόρπιος στα σοβαρά

Γιατί να μην μπορώ να υπεισέλθω στις λέξεις,
να μην πονώ πια,ούτε χτυποκάρδια,
μα και καθόλου αγωνίες,
καμιά ανατριχίλα…
Μόνο νοήματα νοήματα να εκπνέω
και μια παράδοξη ματαιοπονία
να’μαι λέει το πνεύμα πίσω από τη σκηνή που παίζεται η τραγωδία.
Ένας σακάτης σκορπιός που ακούει τα λόγια του έργου
και κραδαίνει από πάνω του την ακίδα που τσιμπά-
μα δε σκοτώνει-
ρίχνει μόνο το μελάνι της.
Αν έρθει ο πόνος,
αν δεν μπορέσει το μυαλό να συμβιβαστεί,
τουλάχιστον να είμαι σε θέση
την τραγωδία μου να στάξω
με μελάνι στα σανίδια.
Φαίνονται δήθεν οι λέξεις,
μα δεν είναι παρά η αποτύπωση
ενός παροδικού τέλους.
Ένα σίγμα
ή
ένα
ρο
των παιδιών μόνο,
με κάνει να
υποφέρω την ύπαρξη.
**

Ως e-παρών

Τα σιωπηλά τα μέηλ,
τα «χαχαχα»,
τα «lol»
τα προσωπεία που θωρούν
κατάματα το ψέμα.
Αυτά κοιτούν ή εσύ;
Και η ανάγνωση
που προσπαθεί να βρει αντιστοιχία
ανάμεσα στους ήχους
και στα νεκρά παράθυρα.
Είναι παράξενη –ξανά-η εποχή
με τα δικά της τάχα,
αλλά με τα ίδια.
Εκείνα τα περίεργα που σκαρφίζονται οι ανθρώποι.
Αυτά που δεν παλεύονται την ώρα που μεσουρανούν.
Μα ένα παλιόσπιτο,
μια ακτή,
μερικά ξύλα αποβράσματα πάλι το μαρτυρούν:
Ένας είναι ο άνθρωπος στους αιώνες.
Και το γέλιο του μια μακρινή ηχητική ανάμνηση
στα ντουλάπια σφηνωμένη.
Κι αν τ’ανοίξεις,
πέφτουν
σπασμένα
κάνοντας έναν ήχο
ηλεκτρονικό.
Ψεύτισα.
Σαν τα e-motions.
Το «Φέτος»
μια ειρωνεία που χρονίζει.

**
Ομορφιά
holidays14
Γραφικότητα.
Ανηφόρες με αθανάτους στα βράχια.
Καμιόνια,
ρολόγια της Διαρκούς Εκθέσεως Ήλιου
καλώδια που ελαττώνουν το ρομαντισμό της φωτογραφίας.
Ρακές στο καφενείο.
Όποιος τα δει μαγεύεται.
Νιώθει άβολος τουρίστας μες στα σανδάλια του.
Όμως το δηλητήριο είναι στα ρόδα,
το αγκάθι στα φίδια.
Στα φιλιά η πίκρα.
Ομορφιά στην επανάληψη
δρόμων,αυτοκινήτων,κινήσεων.
Γερόντια στην ίδια θέση,
την ίδια ώρα.
Όμοια όλα
και διαφορετικά
Κατά το δοκούν του καθενός,
σύμφωνα με τη τζαμαρία και η θέα της.
Κατά μήκος και μακό
κατά γεωγραφικό πλάτος και πλατεία.
Ο περιπλανώμενος
θα εξεταστεί
από τον στάσιμο.
Και ή θα διωχτεί
ή θα κρατηθεί να πει τις ιστορίες του.
Αναλόγως με την ομορφιά των καιρών,αυτές.
Το ομού
δεν είναι πάντα δίκαιο.
alt

**
Άποψη σελήνης

Απόψε το φεγγάρι και τ’αστέρια
στολίζουν τη σημαία τ’ουρανού,
σα ζωγραφιά που κυματίζει πλέρια
κάποιου ζωγράφου, χίππυ ή Ολλανδού,
μα η ματιά μου όταν θα κατέβει
και γείρει στο στενό που κατοικώ,
θα γειωθώ,θα πέσω,
ω! πώς πρέπει

(να μην κι ότι)
στον κόσμο αυτό εγώ να κρατηθώ;
Άραγε πόσα εκατομμύρια μάτια
γίνονται μάρτυρες μιας τέτοιας ομορφιάς;
Και πώς αντέχει αυτή και μας κοιτά
τα θλιβερά που κάνουμε οι ανθρώποι;
Παραφωνία στ’αστέρια δε θα βρεις,
μονάχα ασυμφωνία κι ασυμμετρία,
ίσως εκεί να βρίσκεται η αιτία
που σιωπηλή κρατά ελευθερία.
Μόνο αγροικά
το χάος των ανθρώπων και την τάξη
που μάταια αναζητά σε κάθε πράξη
το δίκιο.
Δεν υπάρχει,
καθώς παράφρονες ναυάρχοι
καβάλησαν ετούτη εδώ τη σφαίρα
που όλο γυρνά και πως θα τρελαθεί μια μέρα
-μητέρα ούσα-
και θα παγώσει
όταν το βάρος
του ανθρώπου που πονά
θα νιώσει.
Δε θα μπορούσε
ούτε καν εμένα
να σηκώσει,
έτσι όπως τώρα
νιώθω του ουρανού το βάρος
δίχως πτώση,
χωρίς θάρρος.
Και τη βαρύτητα
της πίκρας να μειώσει.


Ξυλοκόπος

toulioΕίναι εύκολο με τα κλαδιά που’χω για χέρια,
να κόψω τον κορμό μου.
Επίσης,θα με βοηθήσει ο ευγενής καιρός να ξεριζώσω τα όνειρά μου.
Όνειρα είναι, δεν έχουν δύναμη παρακράτησης στο χώμα,
έτσι να κάνεις, ανεβαίνουν σαν καπνός
και παρ’τον κάτω.

Μετά θα πλησιάσουν οι τεμπέληδες τερμίτες που εξέθρεφα..
Θα τους σημαδεύω με το τσεκούρι αποκεφαλίζοντάς τους
έναν έναν,
με θαυμαστή ακρίβεια.
Τέρμα οι τερμίτες.
Ώσπου να ‘ρθει η μακρόστενη νταλίκα
αυτό το αριστούργημα από σίδερο
πάνω της να με ξαπλώσει και να με σύρει μακριά,
μακάρι για έπιπλα και όχι
για καυσόξυλο.
Μα κι έτσι να’ναι, εμπειρία παραμυθιού ίσως ζήσω,
εγώ να τσουρουφλίζω σύμφωνα για την ευχαρίστηση
μέσα στα λόγια μιας γιαγιάς
και «τσικ τσικ» να κάνω
ερμηνεύοντας την ετυμηγορία των παιδιών.
Εκείνα τα όνειρα που με κρατούσαν στη γη
τι να γίνονται;
Έτσι αέρινα που ‘ταν
θα πάρουν και κανα άλλο δέντρο στο λαιμό τους,
από ‘κείνα που δεν έχουν επιδέξια κλαδιά
ούτε από υλοτομία σκαμπάζουν.
Εκτός αν αποφασίσουμε να δηλώνουμε σύννεφα
από εδώ και στο εξής.

 

&&
Οικόπεδα παντού

Ο πρόεδρος εγκέφαλος δήλωσε αρνητικός.
Ήταν συννεφιά μαθές.
Ακολούθησε παραίτηση μελών,
πλαστικοποίηση χρόνου,
οινοποίηση πραγματικότητας.
Έβγαλε η ρωγμή φωνούλα
αναγγέλοντας νέα οικόπεδα παντού,
καθώς,
οι άνθρωποι ξεχάστηκαν
κάπου στα αστικά.

-***

Η γνώμη της θάλασσας

Εδώ στην άμμο γράφονται τα σπουδαιότερα αποφθέγματα,
βιαστικά, εμπνευσμένα,
μέσα στην απαγορευμένη ευτυχία
από ένα κλαδί καταδικασμένο σε αιώνιο κολύμπι.

Γιατί κορμιά δίχως ρίζες τα σώματα σέρνουν έναν επικήδειο,
συνοδεύουν το νεκρό καλοκαίρι μέχρι το βυθό.
Πιστεύουν ότι η ταφή
πρέπει να ξεβάφει
σα βαφή.
Να’ ρχονται πάλι κοντά μας
με κύματα ξανθά
και μαύρα
τα χαμπέρια.
Σήκωσα ψηλά μια κούπα μπύρα,
ενεός στην εκδίκηση των ανέμων.
Η βιασύνη των στιγμών εσχημάτισε έναν αριθμό.
Ήρθαν τ’ αστέρια άμεσης επέμβασης,
η νύχτα υπήρξε συνεπής.
Ομπρέλλα χρεοκοπημένη και τρύπια
πάει να μεταμορφωθεί σε χειμερινή,
να δώσει τόπο στη βροχή.
Αρκετά μας υπερασπίστηκε από ήλιο.
Μάταια πια θα κοιτώ τα καράβια χωρίς να τα βλέπω,
μακριά από πελάγη,
εγλωβισμένος στον ιστό των λευκασμένων οδόντων.
Στο χειμώνα θα λέω παραμύθια
μήπως γλιτώσω τα χαστούκια του,καθώς γεννήθηκα με στραβή οδοντοστοιχία
και πρόλαβα τρένα με ταξίδια.
Τα μαγιώ θα κρέμονται σκισμένες σημαίες να φοβίζουν τα σπουργίτια.
Η θάλασσα θα διατείνεται πως είναι γριά
για να μην τη μολύνουν σκάφη.
Όταν ένας νεκρός σκύλος ξεβραστεί στην άδεια παραλία,
θα διέπεται από μια σοφία εφάμιλλη των στοιχειών του δάσους.
Αν βρω καιρό θα πάω να τον θάψω.
Αυτό το κρύο το σημερινό
κοστίζει σε πετρέλαια και μίσος
βρωμάει πέτο και κοστούμι,
σιχαμένο.
Βρόμικο χρήμα
ακτινοβολεί τον καύσωνα του κέρδους
αναίσχυντα.
Ρωτώ τον αιώνα τ’όνομά του.
Δεν έχει απάντηση.
Κι ύστερα λένε πώς το φθινόπωρο είναι μελαγχολικό
και πως η φύση είναι η αιτία.
Και πως η θάλασσα δεν έχει γνώμη
αυτές τις μέρες.
**

Δεύτερη ψυχή

Θλιμμένος στέκομαι απέναντι από αγάλματα εξίσου στενοχωρημένα.
Φαίνεται η κακοκεφιά να στολίζει τα μάρμαρα,
ο πόνος δείχνει να στροβιλίζει στα κεφάλια σα ζαλάδα.
Σ’ένα μαγαζί που έκλεισε λόγω χρεών διάβασα την εξής επιγραφή:
«Θα μας βρείτε απέναντι».
Τι εννοούσε;
Ξανά στις προτομές.
Μπορείς χωρίς παρεξήγηση να τις κοιτάς κατάματα.
Ατόφια δυστυχία σμιλευμένη δείχνει την κατάληξη
όσων προτιμούν να μιλούν αργότερα και δειλιασμένα.
Πάμε πάλι.
Ύστερα εσύ περπατάς αγέρωχη στις πλατείες
υπονοώντας ότι κάπου κάνουμε λάθος όλοι εμείς
που αφήνουμε τις δουλειές μας και σε χαζεύουμε.
Θα ‘χεις πάρει τη συνήθειά σου-δεν μπορεί-από περιοδικά μηνύματα.
Και ‘μεις αδιόρθωτα ανοήμονες που σε πιστεύουμε.
Άντε πάλι.
Βαρύ κι ασήκωτο, το κεκτημένης ταχύτητας ,κόκαλο του ποδιού μου,
κρύα και ανεγκέφαλη η αντίτυπη καρδιά μου.
Οδηγίες πολλές διάβασα που με μπέρδεψαν,
στοίχισαν μια πορεία σε αβέβαια μονοπάτια.
Να’μαι συσκευή;
Στέρεος και απίθανος κόσμος κεκοσμημένος
από καταρτισμένους ζητιάνους και ντροπαλά παιδιά,
κυκλοθυμικά όνειρα με κατασταλαγμένες απόψεις.
Η τακτική απέτυχε,
αμίγκος μυσταγωγοί-μυστακοφόροι σεργιανούν με απόχες
το λουμπάγκο των αγγέλων επιδεινώνοντας.
Μια αχτίνα φωτός φωτίζει αυτομάτως τις κινήσεις των.
Ω!Χαριτωμένα σαν παπιού τα περπατήματά των.
Δρομέας με παραπανίσια κιλά
κατόρθωσα το σπανάκι μου να χτυπήσει κόκκινο συναγερμό.
Ποτέ δεν περίμενα ότι η ψυχή μου θα βαριανάσαινε
με τα πόδια της να μην μπορούν να τη σηκώσουν.
Το γήρας τελικά είναι τρομερά αδιάκριτο και φιλικά δαγκανιάρικο.
Κι όμως είμαι σίγουρος ότι κάπου εδώ κοντά,
έχω εφεδρεία άλλη μια ψυχή,
εχέμυθα προπονημένη
για μεγάλες αποστάσεις.

**
τρυγούδι

Ένα τραγούδι είναι πάντα μια παρηγοριά.
Δες τα ζευγαράκια πόσο πρόθυμα το ακούν
και τα φύλλα πώς σαλεύουν στο ρυθμό του.
Μην το σωπαίνεις
στο όνομα της ησυχίας,
στην πίκρα να το θυμάσαι.
Κάθε αυγή ανελέητα αυτοκίνητα μουγκρίζουν κακόηχα.
Τι κλίμα καλλιεργείται μέσα στο δρόμο;
Είναι αυτή μεσογειακή ατμόσφαιρα;
Ο κόσμος κατεβαίνει στην προβλέψιμη βόλτα του
φορώντας πένθιμα πουκάμισα,
με τραγούδια ξεχασμένα ν’αντηχούν
στη σήραγγα της καρδιάς του.
Απογειώθηκαν μιλιούνια βομβαρδιστικές ακρίδες,
να σβήσουν το βόμβο του μικρού μου τρανζίστορ.
Ένα «Ουάου!»επιδοκιμασίας σκόρπισε κάθε αισιοδοξία κι αυτό το βράδυ.
Ειρηνικά σε συλλάβισα και πάλι στη σιγή.
Κανείς δε θυμάται να σε φωνάξει μέσα στο σούρουπο
και τ’ όνομα σου μοιάζει σαν ξένη λέξη στα χείλη των κουφωμάτων.
Αυτήκοος μάρτυρας παραπόνων,δεμένος σε κληματόβεργες, ο Διόνυσος,
γι’ άλλη μια φορά υποφέρει από ερυθρές βροχές.
Αίμα στο δάχτυλο που πίεσε τη χορδή.
Ευαίσθητη η νότα πλάγιασε τον ήχο της,
βγήκε στον αέρα.
Να φέρει στη νύχτα
κάτι από τη
δροσιά των δακρύων.
**

Δύο ποιήματα για όσους νιώθουν αδέρφια: («Δεν» και «Μου είπες να συνεχίσω…»)

Δεν είναι απαραίτητο να είσαι μεγάλος ποιητής,
ξέρεις:
τόμοι,
αρτηρίες,
επιφωνήματα…

Μόνο κάποιες λέξεις
που πονάνε
που ΣΕ πονάνε.
Και λίγη απόγνωση.
Εκεί ακριβώς που συνειδητοποιείς ότι πέφτεις,
ενώ οι άλλοι σε χειροκροτούν,
νομίζοντας ότι πετάς.
Μα τίποτα από τα δύο
δεν σ’αφήνουν να κάνεις.
Μόνο σου ετοιμάζουν ένα μενού
με ‘’ΔΕΝ’’ και ‘’ΜΗΝ ‘’
και’’ΠΡΟΣΟΧΗ’’.

Αυτή είναι η υψηλή ποίηση της εποχής
-τους γραφιάδες των νόμων θεωρώ ποιητές-
αυτή ήταν και για κάθε εποχή.
Κανόνες και ρίμες
ριπές και λεξικά
και ατέρμονη γνώση των πάντων!
Και φυσικά ακαδημαϊσμοί
ατέλειωτα λογύδρια(τι έχει να κάνει το ύδωρ μ’αυτό;) και αποφάσεις
του τι είναι ποίηση και τι όχι.
Όλα αυτά τα θεωρητικα και τα χαριτωμένα,
καταιγισμός,
‘’ανδρών επιφανών
άπας στίχος τάφος’’,
γιατί τώρα βρέχει
και θα κρυφτούμε.
Θα σκάσουμε και θα σκάψουμε
πολύ βαθιά μέσα στις λέξεις,
εκεί, να κρυφτούμε.
Ανασαίνουμε;

**
Μου είπες να συνεχίσω

_

Μου είπες να συνεχίσω κανονικά τη ζωή μου,
μα αυτό δεν κάνω;
Λες κι αυτό είναι θέμα απόφασης,
κατεβάζω το μοχλό
και όλα είναι σαν πίνακας ζωγραφικής:εικονικοί πόνοι,
φόβοι προσχηματικοί,
δάκρυα – μπογιές…

Όσο για τα τελευταία,
άσε με να τα αφήνω πραγματικά να κυλήσουν,
αυτά είναι αληθινά
και συχνά λυτρωτικά
γιατί σ’αγαπώ,
όπως αγαπώ κάθε τι αδύναμο,
όπως αγαπώ και τον εαυτό μου
που τον βλέπω τώρα αφ’υψηλού
να κλαίει ήσυχα.

Ο κακομοίρης ο εαυτός μου,
που θα συνεχίσει να πίνει σοκολατούχο
όπως πριν.

Και δε φοβάμαι,
αυτό μπορώ να το κάνω
αν εσύ μου το ζητήσεις.
Μου το ζήτησες ήδη.
Αρκετά πια με το φόβο
μας πήρε πραγματικά ό,τι φοβόμασταν
γιατί δε σε φυλάει σα φίλος,
μα σε κάνει έρμο και έρμαιο.

Όχι άλλο χατίρι στο φόβο.
Για να σε κρατήσω,δε θα φοβάμαι πλέον,
σου δίνω υπόσχεση.

Αρκετά δε δώσαμε σε κείνους από δαύτον;
Μόνο άσε με
να με παίρνουν λίγο οι ποταμοί των ματιών
και να με παρηγορούν πού και πού
στο ταξίδι τους το υγρό.

Είναι μια φυσική ανάγκη,
γιατί σ’αγαπώ,
όπως αγαπώ και κάθε αδύναμο
σαν και μένα.

Αλλά σ’αυτούς,
άλλο φόβο δε χαρίζω,
Είναι η σειρά τους τώρα.

Και μεις
θα γελάμε.

**
Ο πόνος ειν’ του σώματος απόφασηalt

Το σώμα είναι κομμάτι χώμα,
με τα όλα του,
αποκομμένο το ξεστόμισε η γη.
Μαζί φυλάττει εν συντομία τα μυστικά της,
προδίδοντάς τα:
αίμα,χούμο,πετρούλες,ριζίδια,
φύλλα και σκουλήκια,σποράκια θησαυρούς προαιώνιους.
Γεννάει τον πόνο ενώ
μέσα του,
η χαρά σκιρτά,
η ηδονή αναβλύζει,
το βλέφαρό του, ένα θαύμα που φτεροκοπάει.
Αυτό αποφασίζει να πεθάνει ή να ζήσει,
να δημιουργήσει και να υποφέρει
κι άλλος κανείς.
Παράγοντες εξωσωματικοί
με μαχαίρια και όπλα
εναντιώνονται στη φύση
και πόνο γεννάνε αλλότριο.
Αυτή είναι μια παρανομία που δε συγχωρείται,
κραυγαλέα παρανόηση του τι μπορεί να κάμει ένα χέρι!
Ύβρις και ανυποληψία
που διογκώνει το σύμπαν ως τα τέλη του.
Έστω κι ένα χαστούκι,στο σχήμα της πλάσης αντιβαίνει.
Αυτός ο ανατριχιαστικός ήχος που κάνει ο αέρας,
καθώς δραπετεύει από το μαγουλο και την παλάμη,
δείχνει να παραπονιέται ακόμα και τώρα,
χρόνους χιλιάδες από το πρώτο ράπισμα.
Ο πόνος γεννάται πάντα εκ των έσω,
αυτό το γνωρίζουν και οι βασανιστές
που πάντα θυμωμένοι χτυπάνε και κλαίνε πίσω απ’ τα μάτια
-γιατί δεν προκαλούν εκείνο που επιθυμούν,
μα ξένο και αταιριαστο αποτέλεσμα πετυχαίνουν-
με την ένταση που θέλουν το ξένο το σώμα να θρηνήσει.
Η αλήθεια κι ο πόνος θα ήτανε φίλοι,
αν αφήνονταν στην ησυχία τους ν αποφασίζουν μονάχοι,
πότε θα ζητήσουν της καρδιάς να παραδώσει
τους τελευταίους κτύπους της στην αιωνιότητα.
Κι εκείνοι χτυπάνε,χτυπάνε αλύπητα,
με αφόρητο πόνο και δέρνουν τα σώματα.
Ο θάνατος αυτός φαντάζει αδύνατος στο θύμα,σα μάσκα ψεύδους, που,
πιο πολύ το θύτη νεκρώνει.
Το χέρι του γεμίζει με ρυτίδες,
τα μάτια του τα σπρώχνει μες στις κόγχες να χαθούν,
απορροφάει και κατατρώει το κορμί του,
σα μαύρη τρύπα της ζωής.
Γιατί είπαμε,
ο πόνος
είναι απόφαση του σώματος.


**
Βήματα

μελ

Μάλιστα…
Στη ζωή μάς δόθηκαν μερικές χιλιάδες βήματα
που μ’αυτά θα:
Επιθεωρήσουμε άλλα είδη του ζωικού βασιλείου πλην του δικού μας,
να τα παρατηρήσουμε πώς περπατούν,
αν ειν τετράποδη η λογική τους,πόσο πιο έξυπνοι εμείς με μόνο δύο!
Θα κανουμε πράξη αποφάσεις,αποφασιστικά αυτά τα βήματα,
από εκείνα που κάνουν στις ταινίες και μας πονούν γιατί αναγνωρίζουμε το περπάτημά μας.
Κάποτε βέβαια θα πισωπατήσουμε.
Μάλιστα…
Κάποια βήματα καλό είναι να αποφεύγονται,
μπορεί να είναι υπεύθυνα για τον αφανισμό μας
μπορεί να ικανοποιήσουν την περιέργεια
και να μας οδηγήσουν έξω από τα παραμύθια.
Τα κανιά μας δεν πρέπει να προσποιούνται
όπως κάνουν τα χέρια μας.
Πρέπει να χουν το αρχέγονο στυλ του παππού μας για περηφάνεια.
Σωστά βήματα
εγώ δε γνωρίζω
πέρα από εκείνα του χορού (μα δε χορεύω με το σώμα,κουνάω το κεφάλι)
που στα μαθαίνει ο χρόνος,
και πέρα από εκείνα του μυαλού,
που στα μαθαίνει ο πόνος.
Τα υπόλοιπα
μάλλον τα επιχειρώ από άγνοια.
Άλλα γίνονται από σπρωξίματα
και τα πιο κρίσιμα
μου τα υπαγορεύει ο χρόνος,
όχι επειδή τελειώνει
αλλά επειδή του χρωστώ δρασκελισμούς
για ν’αποδείξω την ύπαρξή μου.
Σήκω,δύο βήματα είναι
κλείσε χωρίς τηλεκοντρόλ την ακατανόμαστη,
ρίξε το σακάκι στους ώμους
και βγες στους δρόμους
να σε δουν ότι στ’αλήθεια μονολογείς
και ότι είσαι άκακος
και αβλαβής από ειδήσεις.
Αλλά όχι άφαντος.
Κάθε μέρα
μπορεί ν’αλλάζει ο χρόνος
μ’ένα
ελέύθερο βήμα.

**

Η ΚΛΩΣΤΗ

Στο σκοτεινό δωμάτιο και το άδειο,
ακούω φωνές
των παιδικών μου χρόνων
και τα μαλλιά της Πηνελόπης σχεδόν αγγίζω,
έτσι αόρατος είμαι εγώ για εκείνη…

Και όπως γράφω όλο στίχους μα και εικόνες
μέσα σε πίνακες ζωγράφων συμμετέχω,
πότε στο πλάι του Αχιλλέα πολεμάω
και πότε σ’έναν γυμνικό αγώνα τρέχω!

Τι σχέση έχω με όλα αυτά κι όλο φοβάμαι
γι’αυτό που είμαι ή γι’αυτό που περισσεύω;
Σε κάθε σκέψη μου για σένα,κινδυνεύω
που ανύποπτη σ’έναν καθρέπτη ταξιδεύεις…

Πού χρησιμεύω;και ποιον γυρεύω;
Να ξεχαστώ σε μια μορφή,σχεδόν,κοντεύω
καθώς,σε κάθε μου στροφή θα συντομεύω
το νόημα
απ’την κλωστή να ξεμπερδεύω…
**

Επιτάφιος

Σε είχα δει στον επιτάφιο θυμάμαι
με χέρια σταυρωμένα οδοιπορούσες,
-λόγια κοφτά-να μ’αποφύγεις
κι η μπάντα έπαιζε θλιμμένα ένα μοτίβο.

Εγώ είχα πιει κρασί και τριγυρνούσα,
όλα τα καντηλάκια αναμμένα,
μοιάζαν σπιτάκια σε γιορτή
σα να’χε κίνηση κάτω απ’το χώμα.

Ανατριχιάζω σαν το σκέφτομαι ακόμα,
κείνο το βλέμμα σου, που ‘ταν γιομάτο αίμα,
ύστερα πέρασαν περίπου δέκα χρόνια
κι ήρθες ξανά να με προδώσεις!
(και το ρητό του Αριστάρχου να δικαιώσεις)*

Αυτά είναι του επιτάφιου τα λόγια
γραμμένα πάνω σε ταφόπλακα φιλίας,
λες να τα είχε προφητεύσει ο Ηλίας,
ή μήπως της Κασσάνδρας να’ταν λόγια;

*οὐδείς ἀγνωμονέστερος τοῦ εὐεργετηθέντος

**
ΒΟΤΣΑΛΑ

Αμέτρητα της παραλίας βότσαλα
και κόκκοι της άμμου μυριάδες
για πείτε μου αν είναι όλα ανώφελα:
τα πλούτη,
τα χρυσά
οι βασιλιάδες!

Ο ήλιος σας επύρωσε και γίνατε
του φλοίσβου το κρουστό το οργανάκι
αλμύρα και βροχή μονάχα πίνατε
σας έφτιαξε
ως κάστρο
ένα παιδάκι!

Και…δυο ερωτευμένοι σας συνάξανε
μια πέτρινη σχημάτισαν αγάπη
μα φύγαν, και τα κύματα σας φτάσανε
και η άμμος
πάλι τίποτα
δε γράφει…

**
ΩΔΗ ΣΕ ιό

Είναι σκληρός αυτός ο κόσμος,
είναι ο δίσκος μας σκληρός,
όλο παράθυρα ανοιγμένα
γιατί δε μπαίνει λίγο φως;

Με φαξ περνά η αγωνία
σερφάρουμε στην προσμονή,
βούτυρο-μέλι στο ψωμί μας
ενώ το μέηλ μας αργεί

Κι όπως μπλεχτήκαμε στα δίχτυα
στις αλιεύσεις τις πολλές
του Ερωτόκριτου περνάμε
τις περιπέτειες ,μου λες

Κολλήσαμε ιό ανίας
από τις συναναστροφές,
μα απ’τον ιστό της βασκανίας
δε βγαίνουμε με προσευχές.

Κι αυτοί στου φεγγαριού τη χάση
ένα πανί (μαύρο) έχουν ξεχάσει,
μα εις τα Ομηρικά τα έπη
βρίσκουμ’εκείνο που μας πρέπει.

Κοιλοπονούν τα κιλομπάιτ
πληροφορίες σα γεννούν,
σκυμμένοι πάνω από τα σάιτ
σαϊτεμένοι απορούν.

Θα βρουν το νόημα που ψάχνουν;
Θα υπάρχει σύνδεση όσο ζουν;
Με βία φορούν τ’ακουστικά τους,
ενώ οι Σειρήνες τραγουδούν…

*
Βέβαια, η φωνή

Πρωτίστως, τώρα πια
με τις φωνές συνεννοούμαι,
όχι με τα σώματα.
Με τις εικόνες
έχω διαταράξει τις σχέσεις.
Το Χόλυγουντ με στοίχειωσε,
κοκκινοσκουφίτσες μακιγιαρισμένες.
Και ακόμη με τα βλέμματα έχω πάρε-δώσε.
Είναι η ηλικία φαίνεται
που τα γιασεμιά σκύβουν,
το αμόνι κατοικεί στην κοιλιά,
κάθε παλιά νεότητα
σακουλιάζει περιεχοντας σάπιες ιδέες.
Το μόνο νεωτερικό
είναι η απόσταση από το μνήμα.
Και η γριά προπαγάνδα
δεν μπορεί να φορά μάσκα εμπρός μου χωρίς να το ξέρω.
Τι να συντηρηθεί στην ατέρμονη φθορά;
Στις διαταγές και τις αποφάσεις
εγώ κοιτώ
και βλέπω:
Δάκρυα κορόμηλα
κι έναν Καραγκιόζη
όλο και πιο επίκαιρο.
Και,πιστέψτε με,
αντίς να κλαίω,
γελώ.
Με λυγμούς.

**
Σε πτώση

Έπεφτες με τέτοιον γλεντζέδικο τρόπο
σαν να ήσουν ο σίγουρος αέρας,
είχες σώμα όμως.
Βούτηξες ταπεινώνοντας τα ύψη της φαιδρής πολυκατοικίας
εξισώνοντας εαυτόν με το έδαφος.
Κι εγώ που σ’αγαπάω φίλε μου,
είδα στο όνειρό μου το θάνατό σου,
απευθείας η μετάδοση διέκοψε ένα άλλο αδιάφορο όνειρο
με έναν έκτακτο εφιάλτη.
Συμβολικά.
Σα να πέφταμε όλοι,
φορούσαμε το πρόσωπό σου.
Δεν αντέξαμε.
Κοιτάξαμε με βεβαιότητα
τη σίγουρη λίμνη του αίματος.
Έγνοιες που σκόρπισαν….

Γιατί δεν με παρηγορεί το ξύπνημα;

**

λξ΄κξλκ

Το φιλί

Μπαμπά, ξέχασες να με φιλήσεις
κι έβαλα τα κλάματα
καθώς με παρέδιδες στον παιδικό σταθμό.
Για μένα αυτό
ήταν μεγάλη απογοήτευση.
Μην ξεχνάς ότι είμαι μόνο τριών
και τα μικρά για σένα,
σε μένα φαντάζουν τεράστια κι οριστικά.
Εσύ γελάς με την αφέλειά μου
που δεν καταλαβαίνω το προσωρινό του χωρισμού μας,
όμως για μένα κάθε μέρα είναι κι ένα αντίο,
θα’πρεπε εσύ περισσότερο να το νιώθεις αυτό παρά εγώ.

Αύριο θα ταξιδεύεις χωρίς μνήμη
με βλέμμα μετάνοιας κάτω από τα κλειστά σου βλέφαρα
για τα φιλιά που υποτίμησες.
Κι εγώ θα είμαι πια πολύ μεγάλη
για να διαμαρτύρομαι,
μα πάντα το ίδιο στενοχωρημένη
που δεν θα χωνεύω τον παντοτινό αποχωρισμό
και θα τον βαπτίζω αδιάφορα
ως «ταξίδι».
**
Δεν υπάρχουν ξένοι τόποι
alt
Βιγλίζω από λόφους,
κοιτώντας πέρα την υποψία της θάλασσας
και τους περαστικούς που θυμίζουν εκείνους της πατρίδας μου.
Η ίδια απτόητη γραφή με συντροφεύει,
τα μονίμως ασάλευτα δάκρυα παραμονεύουν
κι ας έχω συμφωνήσει πως δεδομένα κι αγαπημένα πρόσωπα
απομακρύνθηκαν οριστικά,
ή απλώς με απώλεσαν.
Ερείπια διαλέγω να αφουγκραστώ
και κόγχες ζητώ να ξαποστάσω.
Με αράχνες σε φωλιές συνδιαλέγομαι -σάλια που δε χαράμισα-
προδίδοντας τα μυστικά του κόσμου,στον κόσμο.
Αυτός μοιάζει με έναν φίλο μου
κι εκείνης το περπάτημα θυμίζει μια παλιά συνήθεια ερωτοτροπισμού.
Κι εγώ περνώ και χάνομαι μέσα στο χρόνο
που κάθε μέρα ανανεώνεται με μικρές ρωγμές,ιδεογράμματα σε ντουβάρια.
Δεν υποφέρω από μοναξιά όταν ταξιδεύω,
δε νοσταλγώ κριτικές  την ώρα που με γνωρίζω,
τον τόπο τον οικείο δεν αναζητώ,ούτε τους γνωστούς μου,
σα βυθίζομαι στην ουδέτερη πολιτεία.
Τα άγνωστα είν’ αυτά που με τραβάνε,με μαγνητίζει μια διήθηση γοητευτική.
Το σπίτι μου θα ανακαλύψω εκεί
που δεν μπορώ ν’ αρθρώσω βήμα,
ούτε το δέρμα μου ν’αλλάξω.
Σε σημείο, που η άνοιξη ψυχορραγεί σα γάτα βιαστική,
και οι άνθρωποι φωσφορίζουν για συμβίωση,
κοντοστέκομαι
για να πεισθώ,
απ’ανωτέρα βία τάχα,
τη μοναξιά ν’ αποδεχτώ τη μέσα μου
και να τους πλησιάσω.
**
Το τραγούδι της Πυθίας

Πώς να υπερβώ τους νόμους του λόγου;
Με ποιαν αιτία ν’αντισταθώ;
Τα φύλλα μασώντας του παραλόγου,
σε πόσα επίπεδα μπορώ να σταθώ;

Επωδός:Είν’το τραγούδι μου
γόρδια πλεξούδα,
ξεμπλέκεται μία, υφαίνεται τρεις,
τη μια σε προστάζει, φωνάζει: ‘τραγούδα’
την άλλη σε δένει με όρκους σιωπής…

Θαυμαστικά σε κοροϊδεύουν,
άνω τελείες σ’εξαπατούν.
Ουρές τα κόμματα σε δυσκολεύουν,
οξείες πίεση σου εξασκούν.

Μηδενικά γύρω σού γνέφουν,
σύμφωνα-ασύμφωνα σε ξεφωνούν.
Σπηλιές τα ‘άλφα’ σου ,όλο στενεύουν
και τα  ‘ωμέγα’ σου ασφυκτιούν!

Επωδός: Είν’το τραγούδι μου
‘ήξεις, αφήξεις’,
πεθαίνεις στον πόλεμο, σε ειρήνη θα ζεις,
τη μια σε διατάζει:΄να κολυμπήσεις΄,
την άλλη σε δέρνει με κύματα οργής.

**
Καρναβάλι
(Πάτρα89)

Στέλνει
ο ήλιος τις αχτίδες του στη θάλασσα
κι η Πάτρα
καρναβαλιού παίρνει μορφή,
καθώς αράζει ένα καράβι στην καρδιά μας
και τις χαρές μας τις ξεφορτώνει όλες μαζί.

Γλεντάνε
μέσα στους δρόμους ντόπιοι, ξένοι,
μα οι γέροι
αναπολούνε τους καιρούς,
την ώρα εκείνη που το κρασί αργοκυλάει,
κέφι σκορπάει και ανασταίνει τους νεκρούς.

Ο έρωτας
που περιοδεύει στα σοκάκια
μασκάρεψε
όλους τους φίλους τους καλούς
να τραγουδάνε, τον εαυτό τους να ξεχνάνε,
όσο φοράνε τους πιο καλούς τους εαυτούς.

Κοιμήσου!
«εις τον αφρό της θάλασσάς μας»
και άκου
ένα τραγούδι στεναγμό
που φανερώνει πως πίσω απ’αυτή τη μάσκα,
κρύβουμε όλοι ένα χαμόγελο βουβό.

*
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Είμαι 47 ετών, παντρεμένος, με δύο παιδιά. Εργάζομαι ως δάσκαλος στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Στα δεκατρία μου κέρδισα διαγωνισμό σύντομης ιστορίας(κόμικ) διανθισμένης με σκίτσα σε συνεργασία με συμμαθητή μου. Επινοώ ιστορίες ή στίχους, περπατώντας μεγάλες αποστάσεις. Κάποτε έγραψα και τη μουσική για ένα θεατρικό,που ανέβηκε στην Πάτρα. Γράφω ερασιτεχνικά στιχάκια και ομοίως τα μελοποιώ και τα κοινοποιώ σε καμμιά δεκαριά φίλους. Παίζω μουσική χωρίς όμως να την έχω σπουδάσει. Ενίοτε σκιτσάρω ασπρόμαυρα σκίτσα με βαθύ ή μη νόημα. Ελπίζω κάποτε να γράψω παραμύθι.
*

page 3
Ο Δημήτρης Τούλιος έχει διακριθεί στο πρώτο διαγωνισμό ποίησης (και ένα ποίημά του βρίσκεται στην έκδοση Ποιητικό Ημερολόγιο «Εποχές») αλλά και στον πρώτο διαγωνισμό σύντομου διηγήματος του eyelands. Ένα αφήγημά του για το καλοκαίρι βρίσκεται στην έκδοση Summer Stories που κυκλοφόρησε το Μάιο του 2013. Ποίημά του υπήρχε και στο Ημερολόγιο »Έρως-Κρίσις», του 2013 (εκδόσεις I-write). Από το Νοέμβριο του 2012 ανήκει στην ομάδα των βασικών συνεργατών της ιστοσελίδας.

Πίνακες του έγιναν εξώφυλλα για τα βιβλια των εκδόσεων Παράξενες Μέρες, με πιο πρόσφατο τη συλλογή διηγημάτων της Γεωργίας Μαμά, «Χρυσόσκονη στη σκιά μου»
*

περισσότερα ποιήματα του Δημήτρη Τούλιου μπορείτε να διαβάσετε στο eyelands/ποίηση.
και διηγήματά του στην ενότητα Storyland/ διηγήματα
Όλοι οι πίνακες είναι του Δημήτρη Τούλιου.

**

λογότυπο μικρότερο

Η ποίηση της Γεωργίας Ανδρουλιδάκη

 

147
*
τα ποιήματα που ανέβηκαν στο eyelands από την αρχή του νησιού μέχρι σήμερα
*
Η χώρα που αγαπώ δεν έχει τείχη
οι θάλασσες κι ο ουρανός δε περιφράζονται..
Έχει ανθρώπους που ξέρουν από ξεριζωμό και ξενιτιά..
Κι η μοναξιά του ναυτικού γράφει ποίηση..
Στη χώρα που αγαπώ τα σπίτια έχουν μπλε παράθυρα
για να γίνονται ένα με το γαλάζιο
κι οι πόρτες δεν έχουν κλειδιά..
Στη χώρα που αγαπώ η καλημέρα λέγεται χωρίς γνωριμιά
κι οι γυναίκες στήνουν αυτοσχέδια καφενεία στις γειτονιές..
Στη χώρα που αγαπώ οι λέξεις δίνουν σημασία στις κινήσεις του σώματος
και τα άγγιγμα μιλάει τη δική του γλώσσα..
Στη χώρα που αγαπώ τα αμπέλια φυτρώνουν στους βράχους
κι οι ελιές φυλάνε μυστικά που δε θα μάθει κανείς γραμματισμένος..
Οι νύχτες στήνουν γιoρτή
κι ο Διόνυσος χαμογελάει στην κεφαλή του τραπεζιού..
Στη χώρα που αγαπώ οι άνθρωποι δίνουν αλμυρά φιλιά
και τα καλοκαίρια κρατάνε πιο πολύ απ τους χειμώνες..
Στη χώρα που αγαπώ
η λύπη κι η χαρά τραγουδιούνται εξίσου..
Στη χώρα που αγάπησα
οι άνθρωποι γεννήθηκαν πλούσιοι
κι έγιναν φτωχοί..
Όμως οι θάλασσες δε στέρεψαν,
το γαλάζιο δεν ξεθώριασε,
τα γιασεμιά μυρίζουν ακόμα
τα καλοκαίρια έρχονται και φεύγουν
χωρίς αναβολή..
Μόνο οι πόρτες έχουν κλειδιά και μάνταλα..
Κι η λήθη βαραίνει τα κεφάλια πριν πουν την πρώτη καλημέρα..
Στη χώρα που αγαπώ αύριο θα είναι μια καινούρια μέρα..
Το ξέρω..
**
Γένεσις

Εγώ δε σας μεγάλωσα με πολλά
είχα όμως τον ήλιο και τη θάλασσα συμμάχους
και τον αστερισμό του Ωρίωνα φύλακα άγγελο σας..
Ούτε και σας ταξίδεψα πολύ
μόνο σε κόσμους γενναίων πειρατών
και μαγικά δάση με παιχνιδιάρες νεράιδες…Τους χειμώνες είχα τον Αι Βασίλη, σύντροφο..
Τα καλοκαίρια τις γοργόνες με τα πολύχρωμα λέπια, νταντάδες..
Κι ο χρόνος λίγος,
όσο η ζωή μιας πεταλούδας
άλλαζε τις εποχές
και μου άφηνε μόνο τη γεύση
των αλλαγών,
δώρο σε κουτί με κόκκινη κορδέλα..
Δεν είμαι ίδια,
μα αγαπώ περισσότερο
δεν είχα πολλά,
μα γέμισα θησαυρούς
κοιμάμαι κι αφουγκράζομαι
τις αναπνοές των ονείρων σας
μυστικό νανούρισμα,
τ’ ανήσυχα βράδια των φόβων μου..**
πρώτη ανάρτηση:http://alhtissa.blogspot.gr/
**

Κοσμογονία
Σεργιάνιζα στο μυαλό σου
φορώντας τα καλά μου.
Κάποιες καλοκαιρινές νύχτες
έρωτας σαρκοβόρος
στήνει καρτέρι
και μαχαιρώνει με λόγια ανείπωτα
τα σώματα.Το στόμα στεγνό.
Χόρτασα τη δίψα μου
τρώγοντας τα παιδιά σου.
Η επιθυμία δραπετεύει σε σταγόνες
και εξατμίζεται από τα στόματα των φύλλων.
Η ζέστη γράφει ξανά το χάρτη της οικουμένης.
Καινούρια ποτάμια ποτίζουν το στέρνο σου
στον αφαλό σου σχηματίζονται ήρεμες θάλασσες.
σεισμικές δονήσεις ανοίγουν φαράγγια στου μηρούς
κι η λάβα των ηφαιστείων φτιάχνει καινούρια νησιά.
Η γη πεθαίνει βίαια
μα ο θάνατος κρατάει ενός λεπτού σιγή
πριν πάρει μαζί του τις στιγμές που ξεψύχησαν
απ’ τα στόματα των εραστών.
Ο νέο κόσμος ξεπροβάλλει μέσα από τη γαλήνη,
μέχρι την επόμενη κοσμογονία..


**Μια εσωστρεφής στρουθοκάμηλοςΣτην αρχή ήρθε ο έρωτας
κι αργότερα οι απαγορευμένες ταινίες
και λίγο μετά η κοινωνική δικτύωση..
Σα να λέμε έρωτας με συντηρητικά
να μη χαλάει απ’ τη ζέστη..
Έρωτας διαρκείας
γεμάτος απ’ τη γλυκιά πεμπτουσία του απόλυτου..
Οι εραστές νοσταλγοί του ρομαντισμού
ανταλλάζουν μηνύματα αγάπης
«Πες μου πως σ’ αρέσει να το κάνεις;»
Τα πληκτρολόγια των υπολογιστών
πρέπει να είναι εστίες ηδυπαθών μικροβίων..
Ράθυμες παρθένες λικνίζουν τα κορμιά τους στη θέα
των λαίμαργων λέξεων..
Η φαντασία στην εξουσία κι η μαλακία επιστήμη.
Φιλώ το χέρι σας εφευρέτες του νέου έρωτα
οραματιστές των βίντεο γκέιμς
κυνηγοί με το ψηφιακό πιστόλι στο χέρι
αυτός ο έρωτας δε μου χαλάει το μαλλί..
Είμαι η συναρπαστική εικόνα του βαρετού εαυτού μου
είμαι το αύριο των αποστειρωμένων σχέσεων
ο «Μικρός Ήρως» στο διαφημιστικό του διάσημου αναψυκτικού
ο ψηφοφόρος της συμμετοχικής δημοκρατίας του καναπέ
είμαι όσα ονειρεύτηκε ο πολιτισμός για το μέλλον του
είμαι νωθρός και ευνουχισμένος
είμαι μόνος κι έχω ξεχάσει ν’ αγγίζω
είμαι σίγουρος πως η αξίες του πολιτισμού μου μένουν αναλλοίωτες
Είμαι η εσωστρεφής, καταθλιπτική στρουθοκάμηλος του δυτικού πολιτισμού σας
**Ήμασταν όμοιοι…
Εγώ μάζευα βότσαλα για να θυμάμαι τα καλοκαίρια
Κι εσύ έφτιαχνες επαναστατικά πανό απ’ τα σεντόνια μας…
Ουτοπιστές…
Εγώ έλεγα: «Θα ‘χω τα βότσαλα σπίτι και δε θα ξαναγίνει ποτέ χειμώνας»
Κι εσύ έλεγες: « Θα φτιάξω τον κόσμο να χει χώρο για τα όνειρα»
Κι ύστερα αγαπιόμασταν
Ανάμεσα στα βότσαλα και τα μουτζουρωμένα σεντόνια..
Εραστές…
Σου λεγα: «Μέσα στη θάλασσα υπάρχει μια υπόγεια, ανεξερεύνητη πόλη»…
Μου λεγες: «Σαν έχει ο νους πανιά και ξάρτια τα ταξίδια δε σταματούν σε καμιά πόλη της ξηράς ή της θάλασσας»…
Ταξιδευτές…
Μετρούσαμε την απόσταση απ’ τη Σρι Λάνκα στο Μπουένος Άιρες
κι όλο φοβόμουν κρυφά μη σε ρουφήξει το άπειρο του κόσμου και σε χάσω…
Στις σπηλιές χάραζα τ’ αρχικά μας να με βρίσκεις όταν θα ‘ρχεσαι
να μου θυμίσεις το γαλάζιο των ονείρων…Διάφανη
Κρύβομαι,
ξετυλίγοντας αργά το κουβάρι της λήθης,
ακροβατώ στη γραμμή του ορίζοντα,
παραδομένη στο άπειρο..
Υποφέρω απ’ το φόβο της νοσταλγίας,
σαν την παλιά αρρώστια με γυροφέρνει
η μνήμη…Το παρελθόν μ’ αποποιήθηκε..
Οι θάλασσες των παιδικών μου χρόνων,
έχουν διαφημιστικές ομπρέλες για πανιά,
οι βράχοι κατακτήθηκαν,
το σπάνιο κρίνο μαράθηκε
απ’ την πολυκοσμία..
Μόνο το νερό αφήνω να μ’ αγγίζει,
με νουθετεί σα μάνα,
μ’ αναστατώνει σαν εραστής..
Οι λέξεις δεν έχουν φτερά,
ευτυχώς..
Χρόνια κεντώ τη διαθήκη μου,
τρυπώντας το χαρτί..
Ηθελημένα καθυστερώ την αναχώρηση,
μα η παρουσία μου γίνεται όλο και πιο διάφανη..
Εξατμίζομαι,
διαπλέοντας τα διάφανα νερά
του Λυβικού πελάγους
Αποχαιρετώ το καλοκαίρι της απουσίας σου..
Ηττημένη..&&
Εικόνες
Rooms by The Sea X
Χάνομαι κατά καιρούς,
κρύβομαι από τον κόσμο,
στις τουαλέτες των πολυσύχναστων μπαρ..
Φοράω παλιά ρούχα να αποφύγω τα βλέμματα,
κλείνω τ’ αυτιά μου με τις παλάμες, να μην ακούω..
Δε θέλω να μου πείτε το σωστό,
διεκδικώ το δικαίωμα μου στην μάθηση δια της εμπειρίας..
Κάποιος μιλάει δυνατά στο κινητό για τη ζωή του,
αυξανόμενη εκπομπή ρύπων..
Δυο άνθρωποι κάνουν έρωτα στα όρθια,
έρωτας σε φαστ τρακ..
Τα σεντόνια δε φτάνουν να σκεπάσουν την παγωνιά,
να το ξέρεις
θέλεις έξτρα κουβέρτες το καλοκαίρι
που οι άνθρωποι ενώνονται υπό την επήρεια αλκοόλ..
Κάποιος να σταματήσει τη μουσική,
να πατήσει παύση,
να παγώσουν οι γρήγορες κινήσεις..
Η γη γυρίζει αργά
κι όσα διαρκούν θέλουν υπομονή να ανθίσουν..
Η ολιγωρία είναι το μόνο αντίδοτο στο θυμό..
(πίνακας: Edward Hopper, Rooms by the sea)
&&&
Υπερφίαλοι και μόνοι
Τα μέσα μαζικής μεταφοράς έχουν τακτικά δρομολόγια..
Τα καιρικά φαινόμενα αλλάζουν σύμφωνα με τις εποχές..
Μα εσύ φοβάσαι το χρόνο και τις αλλαγές..
Κρύβεσαι στην ντουλάπα των συναισθημάτων σου,
ικανοποιώντας τις αισθήσεις σου
με τo άρωμα ενός απορρυπαντικού,
που πήρε τη μυρωδιά της ζωής
και την αντικατέστησε με τη ευωδία
ενός αφύσικου σκευάσματος σε πλαστικό μπουκάλι..
Οι σχέσεις των ανθρώπων είναι τόσο εύθραυστες και ιδιόμορφες
όσο κι ο ιστός μιας αράχνης.
Οι εραστές, συχνά καμαρώνουν στο πλάι του συντρόφου τους
μα όταν το βράδυ πλαγιάζουν δίπλα του τον μισούν
σα να ‘ταν η αγάπη που πρόβαλαν με τόσο καμάρι
έργο τέχνης που έγινε μόνο από ματαιοδοξία..
Συχνά σου λείπει η αφέλεια της ερωμένης
που δεν ξέρει για κείνο
το κρυφό υποχθόνιο, μίσος..
Προσπαθείς να κάνεις πως δεν το γνωρίζεις
με την ελπίδα να το ξορκίσεις,
μαζί με κανά δυο ακόμα νευρώσεις
που κονόμησες τα χρόνια της άγνοιας..
Οι σιωπές των ανθρώπων,
είναι η πιο τρανταχτή φωνή απελπισίας απέναντι στο δεδομένο..
Ο ύπνος σου δεν είναι πια ήσυχος
και τα πράσινα λιβάδια των ποιητών σου φέρνουν εμετό..
Ο κόσμος είναι γεμάτος πίσσα και σκόνη..
Σε αρρωσταίνουν οι αισιόδοξοι
τραγουδιστές του έρωτα..
Ο θάνατος παραμονεύει τα παιδιά σου στη γωνία
κι η πόρνη παίρνει 5 ευρώ την πίπα λόγω κρίσης..
Κλαις συχνά,
ο πόνος σου θυμίζει πως είσαι ζωντανή,
πως έχεις δικαίωμα να πληρώνεις φόρους
και πως θα εξαντλήσεις και την τελευταία σου πνοή ως έντιμος πολίτης..
Τα καλοκαίρια κρατάνε λίγο,
οι έρωτες σου τρώνε σωθικά
κι οι αναμνήσεις σε γερνάνε θυμίζοντας σου
πόσα δεν μπορείς πια να κάνεις και πόσα θα αναζητάς,
επειδή δεν πρόλαβες να τα ζήσεις..
Κι εγώ σου φωνάζω απελπισμένα
σα να ‘σουν άλλη,
ξένη κι αποκομμένη από ‘μένα,
πως όσα πέρασαν κι όσα έγιναν δεν θα ξαναγυρίσουν..
Μα εσύ τρελή, θαρρείς πως θα φέρεις πίσω όσα στερήθηκες
γλείφοντας απ’ το πάτωμα το χυμένο γάλα..

*****************************
Με πονάτε

Με πονάς ευπατρίδη,μου ‘βαλες φίμωτρο και περιλαίμιο σφιχτόκαι με βγάζεις έξω

μόνο για να κάνω την ανάγκη μου,

χωρίς ποτέ να μαζεύεις τα σκατά μου απ’ τα πεζοδρόμια,

που παίζουν τα παιδιά του γείτονα σου..

Με πονάς άντρα,

που με πηδάς ως μέρος μιας αναγκαστικής διεκπεραίωσης

χωρίς να έχεις ενδιαφερθεί ποτέ

για την ανατομία και τη γεύση ενός μουνιού..

Με πονάς δάσκαλε,

που ξέχασες πως για να με διδάξεις

πρέπει να μ’ αγαπήσεις,

που είσαι ματαιόδοξος μισθοφόρος

αντί να είσαι ονειροπόλος επαναστάτης ..

Με πονάς εργοδότη,

που δεν ξέρεις κανένα άλλο τρόπο να κάνεις τους εργάτες σου αποδοτικούς

απ’ το φόβο της ανεργίας..

Με πονάς συνάνθρωπε,

που μιλάς για ηθική

και καμαρώνεις για το κοινωνικό σου πρόσωπο

ενώ κρυφά διασκεδάζεις με παιδική πορνογραφία ΠΟΤΑΠΟ ΑΝΘΡΩΠΟΕΙΔΕΣ..

Με πονάς παπά,

που μιλάς για αμαρτία και εγκράτεια

την ώρα που μοιράζεις τον αγιασμό σου

επί πληρωμή ..

Μα ένα να ξέρετε

δε θα αφήσω να έρθει η μέρα

που το δέρμα γύρω απ το λαιμό μου θα σκληρύνει

που ο έρωτας θα μου είναι αδιάφορος

που θα μισήσω τα βιβλία

που θα ανέχομαι την βρωμιά ως φυσιολογική

που θα είμαι καλή από φόβο..

Ας πονάω,

τουλάχιστον ελπίζω πως

να σας χαλάω τα όνειρα

με τις κραυγές του πόνου μου..
***********************
Παραδειγματική τιμωρία

Κατουράω συνέχεια τοξίνες,

αδειάζω το σώμα μου απ’ τα δηλητήρια σας..

Ω μην κοκκινίζετε ποιητές και φτασμένοι λόγιοι

με την αναίδεια και την κακογραφία μου..

Πως με φαντάζεστε αλήθεια,

πόρνη της οδού Φυλής,

άξεστη,

κενή και μοιρασμένη επί πληρωμή;

Μα ναι, αυτή είμαι δε σας έχω γελάσει..

Πληρώνομαι καθημερινά για τις υπηρεσίες μου,

δεν πάω στην εκκλησία,

δεν κοινωνώ,

σιχαίνομαι τις γλώσσες

που άγγιξαν πριν από εμένα το χρυσό κουτάλι του ιερέα..

Τ’ ομολογώ,

κάνω πονηρές σκέψεις

τάχα πως κάποιος μ’ αγαπά

με τους μαύρους κύκλους στα μάτια..

Δεν πιστεύω στον έρωτα,

τα παιδιά μου είναι μπάσταρδα

για το σύστημα εκπαίδευσης..

Και ναι,

φτιάχνομαι με ουσίες

καπνίζω και τρώω κονσέρβες

και μεταλλαγμένα σε κάθε γεύμα..

Το φυσικό το σκότωσαν στα εργαστήρια

οι εχθροί των πεινασμένων..

Ω καλά τα λέτε,

είμαι αλήτισσα,

σωστά συμπεράνατε άξιοι μου επικριτές

περιφέρομαι,

ψάχνοντας την αλήθεια σας..

Σίγουρα μου αξίζει η τιμωρία της πυράς

ή της αγχόνης..

Περιμένετε,

πλέκω μόνη, αργά το σκοινί να με κρεμάσετε

μη με κάψετε σας παρακαλώ δεν αντέχω τη φωτιά…

******************************
Παιχνίδια με τα χρώματα

Δε θυμάμαι τον εαυτό μου ποτέ να έχει πολλά αγαθά,
θα έλεγα πως το μόνο που είχα πάντα σε αφθονία ήταν τα χρώματα..
Μα σήμερα δεν έχω καμβά για να τα χρησιμοποιήσω,
τον κατανάλωσα ζωγραφίζοντας εικόνες μιας ζωής που θα ‘θελα..
Αυτό όμως που δε ζωγράφισα ποτέ είναι ο εαυτός μου..

Ίσως να μην ήθελα να δω την εικόνα μου με τα μάτια ενός άλλου..
Μπορεί όμως και να ‘φταιγε που
οι επιθυμίες είναι πιο έγχρωμες απ’ την ίδια την πραγματικότητα
κι εμένα πάντα μου άρεσε να σπαταλάω τις μπογιές μου..
Μα σήμερα είναι η μεγάλη μέρα,
η μέρα που θα φτιάξω το πιο σπουδαίο μου αριστούργημα
και μάλλον η πιο ιδανική γιατί δεν έχω πια καμβά..
Θα κάνω το σώμα μου καμβά κι έτσι η πιο μεγάλη μου δημιουργία
θα αναπνέει, θα κινείται, και θα νιώθει..
Καμιά φορά σκέφτομαι
πως αν τα έργα μου είχαν ζωή και βούληση
θα μπορούσα να κοιτάξω το Θεό κατάματα..
Θ’ αφήσω το σώμα μου ελεύθερο απ’ τον καθωσπρεπισμό των ρούχων
και θα βουτήξω τα πινέλα μου στις μπογιές με την αυτοπεποίθηση
του εραστή που κατακτά το σώμα μιας γυναίκας..
Στα πόδια μου θα ζωγραφίσω ουρά γοργόνας,
να καταλήγει σε οπλές,
για να ‘χω την ουρά του ψαριού σα διασχίζω τις θάλασσες της ζωής
και τις οπλές για να μπορώ να τρέχω πιο γρήγορα απ’ τη θλίψη..
Στην κοιλιά μου θα ζωγραφίσω ένα έμβρυο σε πλήρη ανάπτυξη
φόρο τιμής στο αγέννητο παιδί ενός μεγάλου μου έρωτα..
Στα στήθη μου,
τα μαστάρια μιας κατσίκας,
για να θυμάμαι
πως αυτά έδωσαν ζωή στα νεογέννητα παιδιά μου
και πως το πιο αισθαντικό άγγιγμα που ένιωσα ποτέ εκεί πέρα
ήταν τα χείλη τους όταν με βύζαιναν..
Στα μπράτσα μου θα ζωγραφίσω τα κλαδιά μιας ελιάς,
σύμβολο του μόχθου των ανθρώπων
μα και της δύναμης του καθενός μας να σβήσει
ή να στέκει αιώνες να παρατηρεί τον κόσμο,
όχι απλά επειδή είναι καταδικασμένος σε ακινησία
μα γιατί τάχτηκε μάρτυρας της ιστορίας του ανθρώπινου γένους..
Γύρω απ’ το λαιμό μου θα τύλιξω φίδι φαρμακερό,
σαν το φόβο που με ζώνει,
κάθε που βγαίνω με τη δύναμη του λιονταριού να αντιμετωπίσω τη ζωή
μα και για να μην ξεχνώ την ομηρία μου στο αμάρτημα της ηδονής..
Στο στόμα μου θα βάλω λουκέτο να φυλακίσω το μαχαίρι της γλώσσας,
μήπως και δεν ξαναχαράξει πληγές σε κανενός το δέρμα..
Τα μαλλιά μου θα τα χρωματίσω με το κόκκινο της φωτιάς,
σαν τις γοργόνες των ναυτικών
που ζήλεψα μα δεν έγινα ποτές..
Και πάνω στο μέτωπο μου θα χαράξω barcode,
γιατί όσο κι αν προσποιούμαι την ελεύθερη
γίνομαι αδιαμαρτύρητα,
προϊόν προς πώληση στις αγορές των ισχυρών..
Κι αφού το πιο μεγάλο έργο της ζωή μου θα έχει τελειώσει,
θα κοιταχτώ στον καθρέπτη της συνείδησης
και θα φυλακίσω την εικόνα για πάντα στην ψυχή μου,
γιατί ο άνθρωπος που δε θυμάται,
είναι ο πιο καλός φίλος της αμάθειας
κι όποιος αρνιέται να κοιτάξει το είδωλο του,
δούλος της αυταρέσκειας..

***
Οι τσαρλατάνοι του έρωτα..


Σχολάσανε οι έρωτες,

σαν αποκαμωμένοι εργάτες απ’ το μεροκάματο στη φάμπρικα..

Στοιβαγμένοι σε μισθωμένο λεωφορείο,

απρόσωπου εργοδότη,

περιμένουν υπομονετικά να γυρίσουν πίσω στην μίζερη πραγματικότητα

που τους κατευθύνει κάθε πρωί και μεσημέρι στην ίδια στάση..

Είναι δύσκολο να ξεφύγουν απ’ τη ζωή που τους έταξαν

οι δαίμονες των παιδικών τους ονείρων

κι αν το φως φέρνει την ανακούφιση απ’ τους νυχτερινούς εφιάλτες

υπάρχει μια αλήθεια να τους κατατρώει το είναι..

Ανελέητη, επίμονη και κακομούτσουνη σαν λερναία ύδρα…

να μη σ’ αφήνει να χαρείς το ηρωισμό σου, κάθε που βγάζει καινούριο κεφάλι..

Κι εγώ ακόμα κείτομαι άψυχη στη χωματερή της επιθυμίας,

περιμένοντας υπομονετικά κάποιον να μαζέψει το κουφάρι μου,

προτού το βεβηλώσουν με το σπέρμα τους οι τσαρλατάνοι του έρωτα..

**
ΦΟΒΑΜΑΙ
Φοβάμαι τις λέξεις που δεν έχουν τίποτα να πουν..

Τα Σαββατόβραδα στους δρόμους των πόλεων,

ο φόβος ξετρυπώνει σαν βρωμερό τρωκτικό,

απ’ τους υπονόμους των δημοτικών σφαγείων..

Περιφέρεται αθόρυβα στις ανάσες των περαστικών,ξερνάει πάνω στα ολοκαίνουρια ρούχα των κοριτσιών

κι αδειάζει κρυφά το χαρτζιλίκι των πιτσιρικάδων..

Οι έμποροι προστάτες των ονείρων, τρίβουν τα χέρια τους..

Το εμπόριο χημικών ονείρων θα ανθίσει για μια ακόμα νύχτα..

Κάποιοι θα παλέψουν για τη ζωή τους

κι άλλοι θα μεγαλώσουν απότομα

μαθαίνοντας πως όσα τους είχαν πει ήταν ψέματα..

Μικρό το κακό και στις δυο περιπτώσεις

η επιβίωση είναι ο υπέρτατος σκοπός..

Φυσικά πάντα θα υπάρχουν

οι νόμοι και οι δυνάμεις ασφαλείας να σου θυμίζουν

πόσο απροστάτευτος και μόνος είσαι,

στα πλαίσια τους οργανωμένου παρακράτους,

των αναιδών και των τιποτένιων..

Φοβάμαι, σας το λέω με πόνο,

μα φοβάμαι τη νύχτα εκείνη

που οι δειλοί του κόσμου θα ξεσηκωθούν

και θα τρυπήσουν τα αυτιά μας,

απ τις κραυγές των μελλοθανάτων..

**
ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΙΣ

Δεν διεκδικώ τίποτα
μόνο εκείνη τη θέση στη σκιά του δέντρου..
Να μη γεράσει το δέρμα μου απ την κάψα του ήλιου
μονάχα απ’ του χρόνου το χάδι,
να γίνουν τα μαλλιά μου το χρώμα της στάχτης
κι η ψυχή μου το μαύρο της της καπνιάς..
Να χω λίγη σκιά ν’ αφουγκράζομαι απερίσπαστη,

τα παιδιά που παίζουν ως αργά, τα καλοκαίρια..

Όσο το δικαίωμα στο παιχνίδι παραμένει αναφαίρετο

Όσο ακόμα υπάρχουν γειτονιές χωρίς όρνεα

έτοιμα να κατασπαράξουν τα νεανικά κορμιά..

Όσο υπάρχουν καταστροφές ανεκπλήρωτες…

Μόνο αυτό διεκδικώ,

μια σκιερή αγκαλιά και μια ψάθινη καρέκλα…

Ίσως κι ένα τελευταίο τσιγάρο

Του αποχωρισμού ο πόνος,

θέλει καπνό..

Κι η αναλγησία

το στήθος άδειο..

**
Έγραφες πυρετωδώς

σφίγγοντας ανάμεσα στα χείλη του αιδοίου σου,

ανούσιες κι ανίερες λέξεις,

τραγικές στιγμές,

την παράνοια του πόθου,

το τέρας του πάθους..

Έψαχνες για λέξεις με Νι και Λι,

να γεμίζει το στόμα σάλιο,

να ‘χουν γλιστρούν οι φαλλοί των φελλών στα στόματα..

Τραυματικές εμπειρίες γεμάτες έρωτα

Σαστισμένες σκηνές κοινωνική απαξίωσης..

Ήθελες μόνο εκτονωθεί το κτήνος των άγριων ενστίκτων

που περιμένει το τρυφερό κορίτσι στη γωνία..

Μεγάλωσες μα έχεις ακόμα τα στήθη στην ίδια θέση..

Κι η γη σου δίνει ακόμα χυμούς να θρέψεις την αοριστία ενός σ αγαπώ..

Τι να την κάνεις την πόρτα που οδηγεί εκεί που δεν γνωρίζεις;

Πώς να στεριώσει μια πληγή ανάμεσα σε τόση σήψη;

Γράφεις από απόγνωση ακριβώς όπως γερνάς..

Η τρυφερότητα της εμπιστοσύνης

χαμένη σε πύρινες γλώσσες

ερωτικών αναστεναγμών με ημερομηνία λήξης..

Να γυρίζεις πίσω τους δείκτες του ρολογιού
Κάθε που οι οσμές του παρελθόντος
Γεμίζουν τα ρουθούνια σου…
Να κοιμάσαι στην αγκαλιά της τίγρης
με την πιο αραχνοΰφαντη νυχτικιά σου..
Γυναίκα των δρόμων
να γλύφεις τις ακαθαρσίες
των περαστικών εραστών
τις νύχτες
και τα απομεσήμερα να ξαποσταίνεις
απ’ το λιοπύρι
των άγριων ερώτων σου
στη γέρικη μουριά των ανυπόστατων ονείρων..
Παρά φύση ιέρεια
να περιπλανιέσαι
στις λέξεις αυτών που υπηρετούν τη νομοτέλεια
χωρίς να γνωρίζουν το σκοπό της..
Μόνο εσύ ξέρεις το λόγο που
τα υγρά χείλη σου θα ποτίσουν
την άνυδρη γη των στεναγμών τους..
Αρσενικά θηρία με άγρια ένστικτα
θα σκίσουν τις σάρκες σου για να χορτάσουν
μα πάλι πεινασμένα θα μείνουν..
Ως τη στιγμή που η γη θα σε γεννήσει ξανά
Μηλιά, πορτοκαλιά και μ’ άνθη θα σε στολίσει
Γυναίκα άνοιξη..

Θα

…………

Θα ‘θελα να φύγω,
να ψάξω για λίγη ελευθερία
και μια δόση καθαρού αέρα,
στις άκρες των σκοτεινών δρόμων
και στα υγρά υπόγεια που δεν έχουν τηλεόραση..
Να ζήσω τη γοητεία του
κοινωνικά αποκλεισμένου..
Εκείνου που μετρά το αύριο
με τις απογοητεύσεις
και τις ευγενικές χορηγίες
από μπαγιάτικο φαγητό
στις άκρες των κάδων..
Να απολαύσω την κοινωνική αλληλεγγύη
που κοιτά τις πληγές με αηδία
και παρατηρεί με οίκτο
μέσα από το αλεξίσφαιρο τζάμι
της κατανόησης..
Να ζω με το ένστικτο της επιβίωσης
περιπλανώμενος νομάς των λεωφόρων
υπέρμαχος της απεργίας
των δημοτικών υπαλλήλων
υποστηρικτής των ληγμένων τροφίμων
και των ανόρεχτων παιδιών..
Να ταξιδέψω μετανάστης σε αφιλόξενη
χώρα με πολιτιστικό παρελθόν
και φασιστικό παρόν
να γίνω βαρυσήμαντη στατιστική
στα δελτία των τιποτένιων
να καταδιωχθώ απ’ τους δυνάστες των άπορων
να γίνω ένα με τον πόνο των φορολογουμένων
Να ζω με την ανάμνηση της ζέστης το χειμώνα
και να περιμένω στωικά την μέρα
που το άψυχο κορμί μου θα θυμίσει
σ’ ένα ακόμα από μας πως ο θάνατος
είναι καμιά φορά το λιγότερο
κακό που μπορεί να παρέμβει
σε μια καθόλα ελεύθερη ζωή..
**
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Γεωργία Ανδρουλιδάκη
: Γεννήθηκε στην Τρίπολη της Αρκαδίας το 1971 αλλά έχει καταγωγή από το Ηράκλειο και μεγάλωσε εκεί. Σπούδασε Διοίκηση Τουριστικών Επιχειρήσεων στο ΤΕΙ Ηρακλείου και εκπαιδεύτηκε στη διδασκαλία της Αγγλικής Γλώσσας στο Cambridge της Αγγλίας. Ασχολείται με τη διδασκαλία της Αγγλικής τα τελευταία 15 χρόνια. Το 2006 άρχισε να παρουσιάζει δείγματα της δουλειάς της στο χώρο των Blogs όπου και συνεχίζει να γράφει με το ψευδώνυμο «Αλήτισσα» στην ηλεκτρονική διεύθυνση alhtissa.blogspot.com. Το 2010 το ποίημά της «Ελεύθερη και ωραία» πήρε το 1ο βραβείο στο λογοτεχνικό διαγωνισμό του περιοδικού Fortezza.

**
διαβάστε περισσότερα ποιήματα (της Γεωργίας Ανδρουλιδάκη στο alhtissa.blogspot.com (υπάρχει και link από το eyelands)