Σκάρλετ (προδημοσίευση) ένα διήγημα της Γεωργίας Μαμά

 

Χρυσόσκονη στη σκιά μου μικρόΑύριο είναι μια άλλη μέρα. Αύριο: μια μέρα νωρίτερα, μια μέρα αργότερα, θα τα σκεφθώ όλα αύριο.
Τυλίγομαι σε μία μεγάλη κουβέρτα και κλαίω. Αθόρυβα, το έχω μάθει, ίσα που το νιώθω, αν δεν ήταν τα δάκρυα να κυλούν στο πρόσωπο, να κατεβαίνουν να μουσκεύουν το λαιμό, θα το αμφισβητούσα.
Είναι περίεργο το πόσο οδυνηρά έχουν γίνει τώρα τελευταία τα πιο απλά πράγματα. Οδυνηρά και ακατόρθωτα. Ένα τηλεφώνημα μου παίρνει χρόνο και ενέργεια, πρέπει να προσποιηθώ ότι ζω στην κανονικότητα, ότι μιλάω όπως ο υπόλοιπος κόσμος, και κυρίως ότι δεν πονάω. Υπάρχουν κοινωνικές συμβάσεις και στον πόνο. Το έμαθα. Όταν χρειάστηκε ή μάλλον όταν το έζησα. «Έχει περάσει πια καιρός, ξεκόλλα», την ακούω τη σκέψη τους, δεν το αντέχουν που δεν ακολουθώ το συμβατικό χρόνο, πέρασαν δώδεκα μήνες, εντάξει. Τους νιώθω να θέλουν να με εκμηδενίσουν, να ακυρώσουν ό,τι αισθάνομαι, να με διαλύσουν, γιατί απλούστατα θέλουν οι ίδιοι να ξεχάσουν. Δεν την αντέχουν την παραφωνία. Οφείλω να επιστρέψω στην κανονικότητα, πιστεύουν ότι τους το χρωστάω για τη συμπαράσταση που μου έδειξαν. «Πάει τελείωσε πια, έχεις γυρίσει σελίδα εσύ». Και αν η μοίρα με γυρίσει πίσω στην ίδια αυτή τη σελίδα, πώς να φερθώ; Αύριο, αύριο θα τη βρω τη λύση.
(..)
Ο πυρετός άρχισε απροειδοποίητα. Τι ήθελα, να μου χτυπήσει καμπανάκια, να κάνει σαματά; Ένα πρωί είχα τριάντα επτά, μία εβδομάδα μετά τριάντα οκτώ. Έπινα το αντιπυρετικό μου και ξάπλωνα στο κρεβάτι μου, έβλεπα τηλεόραση, κυρίως διαφημίσεις, νόμιζα ότι τα ξέχναγα όλα, λίγο απείχα από το να αγοράσω νέα σεντόνια ή το καλσόν που δε σκίζει με τίποτε. Να το παραγγείλω τηλεφωνικώς και να κάνω τη δοκιμή που επιδεικνύουν, να προσπαθήσω να το τρυπήσω με αιχμηρό αντικείμενο και όταν το καταφέρω πια να τους το στείλω πακέτο πίσω με ένα σημείωμα, «το πέτυχα». Η μέρα περνούσε με χάζεμα, ελαφρύ φαγητό, σκεφτόμουν ότι ήμουν τυχερή που είχα αρρωστήσει καλοκαίρι που τα σχολεία ήταν κλειστά που δε θα έπρεπε να βρω γιατρό να μου γράψει άδεια. Ίωση, νόμισα. Δύσκολα χρόνια για να αρρωσταίνει κανείς, πιστοποιητικά, επιτροπές, τα βαριόμουν αφόρητα εξάλλου σπάνια έκανα πυρετό. Τις αρρώστιες τις περνούσα όρθια. Πριν. Αυτή τη φορά την έβγαζα στο κρεβάτι, σκεπαζόμουν παρόλη τη ζέστη, περνούσα από τα ρίγη στον ιδρώτα και πάλι από την αρχή. Τη νύχτα, στις τρεις, άνοιγα τα μάτια σα να είχα βάλει ξυπνητήρι και έψαχνα για κουβέρτες, το ρίγος ήταν ανυπόφορο. Το ντεπόν μάξιμουμ το είχα στο κομοδίνο μου μαζί με ποτήρι, μπουκάλι νερό. Το διάλυα, το έπινα μονοκοπανιά να μη νιώσω την πικρίλα του, έβαζα στην τηλεόραση τις διαφημίσεις και περίμενα. Ο ιδρώτας δεν αργούσε πολύ. Ερχόταν ανακουφιστικός, δεν αντιδρούσα, δεν πέταγα τα σκεπάσματα, γύριζα πλευρό και σκεφτόμουν ότι τώρα πια θα αποκοιμιόμουν πάλι. Δεν είχα άδικο. Ξαφνικά γινόταν πρωί.
Η αδερφή μου με βρήκε κάθιδρη ένα πρωί που γύρισε από τις διακοπές της στην Κρήτη και αποφάσισε να με σώσει. Με φόρτωσε στο αυτοκίνητο και με πήγε στα επείγοντα κρατικού νοσοκομείου. Οι γιατροί μου τα έψαλαν για τα αντιπυρετικά και την αντιβίωση, ακύρωσαν το γιατρό του ΙΚΑ. Θα το έψαχναν. Χρειάζονταν περαιτέρω εξετάσεις, δε χωρούσε αμφιβολία. Στο θάλαμό μου είμαστε τρεις γυναίκες. Μια Αιγύπτια οικιακή βοηθός που παραπονιόταν για κοιλιακό άλγος, μια υπερήλικη που είχε σταματήσει να τρώει. Στη μέση εγώ. Η μικρότερη. Ένα μήνα πέρασα εκεί μέσα, μου έπαιρναν αίμα πολλές φορές την ημέρα, βασικά όταν ανέβαινε ο πυρετός. Να εντοπίσουν το μικρόβιο, τον ιό, αυτό από το οποίο έπασχα τελοσπάντων. Τα ντεπόν μου τα είχαν περιορίσει, τα έπαιρνα μόνο όταν ο πυρετός σκαρφάλωνε στο τριάντα εννιά, τις υπόλοιπες ώρες ζούσα σε ένα κυριολεκτικά εμπύρετο τρανς, έχοντας χάσει την επαφή με τον έξω κόσμο. Υπήρχαν βέβαια επισκέψεις, φίλοι και συνάδελφοι. Αλλά ήταν καλο-καίρι. Όλοι μιλούσαν για διακοπές και παραλίες. «Και εσύ όταν γίνεις καλά, υπάρχει ακόμη καιρός ώσπου να αρχίσει το σχολείο, μπορείς να πάρεις και λίγες ημέρες άδεια, ρε παιδί μου, πώς θα τη βγάλεις έτσι τη σχολική χρονιά». Δεν είχα λόγο να διαφωνήσω.

«Είναι άτυχη». Τη διάβαζα τη σκέψη τους, ο πυρετός μου είχε δώσει το κληρονομικό χάρισμα, σα να μη μου επιτρεπόταν να αρρωστήσω μετά το Νίκο. Εκείνος όμως δεν είχε αρρωστήσει. Καρδιακό επεισόδιο. Και ήταν υγιέστατος ως τότε. Όπως εγώ. Δεν τον ανακάλυψαν τον ιό, με άφησαν να φύγω μετά από τις πιέσεις της αδερφής μου, ο πυρετός είχε περιοριστεί στα δέκατα όλο το εικοσιτετράωρο. Μόνο τη νύχτα, στις τρεις, ξυπνούσα, πιότερο απορημένη παρά ιδρωμένη και έβαζα τις τηλεπωλήσεις. Δε με έπαιρνε πάλι ο ύπνος. Έβλεπα στίφτες, μίξερ και καλύμματα, υπολόγιζα την τιμή τους, μάθαινα το τηλέφωνό τους απέξω για να τους καλέσω το πρωί, δεν είχα την ενέργεια να ψάξω για στυλό και χαρτί. Ώρες αργότερα, το φως της ημέρας έφτανε στο δωμάτιο μου από τη τζαμαρία του σαλονιού που δεν είχε παντζούρια. Τότε έσβηνα τη φωνή στην τηλεόραση και έκλεινα τα μάτια. Την ημέρα φοβόμουν λιγότερο. Την ημέρα δε θα σκεφτόμουν τι έχασα. Η ημέρα ήταν γεμάτη ζωή και ήχους.
«Το κλάμα δεν είναι λύση». Τυλιγμένη στην κουβέρτα μου μέσα στο καλοκαίρι σκέφτομαι αυτή τη φράση. Είναι και δεν είναι. Κάτι σαν το κρύο που νιώθω τυλιγμένη στην κουβέρτα μέσα στο καλοκαίρι. Τρέμω και δεν ξέρω αν είναι από το ρίγος της ασθένειας. Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Όλο το δωμάτιο είναι γεμάτο φωτογραφίες του Νίκου. Μόνος του ή μαζί μου. Πάλι μόνος του. Πάλι μαζί μου. Σκέφτομαι ότι δε με ενοχλεί να τις κοιτάζω, τις έχω συνηθίσει. Θα με πείραζε άμα έλειπαν, είναι συνήθεια να τις κοιτάζω, πρωί, βράδυ, όλη την ημέρα. Όταν κλείνω το φως στο δωμάτιο μου δε γίνεται παρά να κοιτάξω το Νίκο, η φωτογραφία του είναι δίπλα στο πορτατίφ, δε γίνεται να το κλείσω αλλιώς. Τον κοιτάζω και κοιμάμαι. Ή δε κοιμάμαι. Σαν τα δέκατα, τα νιώθω ή δε τα νιώθω. Ο οργανισμός μου μάλλον νίκησε τον ιό από μόνος του, πριν προλάβουν να τον ανιχνεύσουν οι γιατροί. Κρυβόταν. Έκανε προσποίηση και έπειτα ένα πρωί τον είχα συνηθίσει. Μου άφησε μόνο τα δέκατα. Το ξέρω θα κρατήσουν πολύ. Αλλά κοιμάμαι και ξυπνάω μαζί τους. Και με το κλάμα. Αλλά αύριο είναι μία άλλη μέρα. Θα τη βρω τη λύση.


H Γεωργία Μαμά γεννήθηκε το 1969. Έζησε τα πρώτα χρόνια της παιδικής της ηλικίας στον Πειραιά και στη συνέχεια μετακόμισε στο Χαλάνδρι όπου και εξακολουθεί να ζει με τους δύο γιους της. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, έκανε μεταπτυχιακό στη διδασκαλία της Γαλλικής ως ξένης γλώσσας, ενώ μιλάει επίσης αγγλικά, γερμανικά και ισπανικά. Ασχολήθηκε με τη διδασκαλία της γαλλικής και της αγγλικής αλλά ως πλήρη απασχόληση εργάζεται στη δημόσια διοίκηση. Ασχολείται με το γράψιμο από την παιδική ηλικία χωρίς όμως να έχει εκδώσει δικό της βιβλίο. Δύο διηγήματά της όμως, έχουν συμπεριληφθεί στις συλλογές διηγημάτων, Η συλλογή του χρόνου και Ιστορίες του χειμώνα (εκδόσεις Παράξενες Μέρες). Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά.
Η συλλογή διηγημάτων της «Χρυσόσκονη στη σκιά μου» κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις παράξενες μέρες
Ο πίνακας του εξωφύλλου είναι του Δημήτρη Τούλιου

Advertisements