επιλογή eyelands /1

 

 

επιλογήΤο eyelands αρχίζει σήμερα τις δημοσιεύσεις των διηγημάτων που διακρίθηκαν με την «επιλογή eyelands» στον 5ο διεθνή διαγωνισμό. Τα διηγήματα αυτά, μαζί με τα πρώτα βραβεία από το ελληνικό και το διεθνές τμήμα που θα δημοσιευθούν στο τέλος είναι τα μόνα που θα αναρτηθούν στην ιστοσελίδα από το διαγωνισμό. Πρόκειται για 15 εξαιρετικές ιστορίες που θα αναρτηθούν με αυτή τη σειρά:

Αν Δεν Πέθαιναν ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα – Χρήστος Καραντωνίου
Στον Ψητ…αναλυτή – Αναστασία ΝταλταγιάννηBuy Now Button
Το φάντασμα της Τζίνι – Απόστολος Λαγαρίας
Ποια όρια; – Μαρία Κανάκη

Κρουσταλιασμένα φτερά – Αριστείδη Αρχοντάκη
Υδρόγειος – Σοφοκλής Ρόκος
Στης ζωής το όριο – Αχιλλέας Μουστάκας
Στα όρια – Αναστάσιος Μπογιάρης
Αστικά Φαράγγια – Εμμανουήλ Πάσουλας
Συνάντηση στα όρια δύο κόσμων – Ισίδωρος Μαυρογεώργης
Λούκουλος – Κωνσταντίνος Αυγερινάκης
Μη νύ μα τα: S.O.S……! –Νατάσσα Θάνου
Asphyxia -Γεωργία Μαμά
Φαύλος κύκλος – Άννα Καρακατσάνη
Υπάρχει τρόπος – Φώτης Πάλλης

Θα υπάρχει μια ανάρτηση διηγήματος από την επιλογή κάθε δύο εβδομάδες. Οι δημοσιεύσεις. Θα ολοκληρωθούν τον Ιούνιο όταν –εκτός απροόπτου- θα έχει κλείσει και ο 6ος διαγωνισμός.

*

Ξεκινάμε λοιπόν με το πρώτο στη σειρά διήγημα,

επιλογήΑν Δεν Πέθαιναν ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα – Χρήστος Καραντωνίου

Ο Ρωμαίος έβαλε ένα ακόμα ποτήρι κρασί και το κατέβασε με δυο γουλιές. Είχε ήδη σουρώσει για τα καλά, αλλά δεν τον ένοιαζε. Ήθελε να φτάσει σε τέτοιο σημείο, που όταν θα πάει στο σπίτι του, απλά θα ξεραθεί. Ή σε σημείο που θα πάει στο σπίτι του και θα πει όσα έχει να πει χωρίς να τον νοιάζει.
Δεν ήθελε να μιλήσει με την Ιουλιέτα, αλλά έπρεπε κάποια στιγμή να το πάρει απόφαση. Ούτε να την δει δεν ήθελε, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Δεν θυμόταν ποια στιγμή είχε πάψει να την αγαπά, αλλά ήταν σίγουρος πως ήταν αρκετό καιρό πριν. Για χρόνια ολόκληρα κορόιδευε τον εαυτό του πως την αγαπά, αλλά πλέον το είχε πάρει απόφαση, ότι και αν είχε νοιώσει στην αρχή, πλέον είχε χαθεί.
Στην αρχή τον εντυπωσίασε. Η ομορφιά της επισκίασε την Ροζαλίνα με μια ματιά στον χορό όπου την είδε για πρώτη φορά. Βέβαια, αν ήξερε πως χρόνια μετά η Ροζαλίνα θα διατηρούσε την ομορφιά της, ενώ η Ιουλιέτα θα παραμελούσε εντελώς τον εαυτό της, ίσως και να είχε άλλη κατάληξη η ζωή του.
Μετάνιωνε τόσο πολύ. Ευχόταν ο υπηρέτης να μην του έφερνε το γράμμα από την πεθερά του. Ευχόταν να την είχε για νεκρή και να αυτοκτονούσε και αυτός μαζί της. Τότε ίσως να έμεναν στην ιστορία σαν το απόλυτο ζευγάρι, ο ιδανικός νεανικός έρωτας. Τελικά έγιναν απλά δυο κακομαθημένα τσογλάνια που κατάφεραν να κάνουν τις οικογένειές του να ανέχεται η μια την άλλη από πείσμα και μόνο.
Μα τι ακρότητα ήταν αυτή που είχε κάνει η γυναίκα του! Να πάρει φαρμάκι μόνο και μόνο για να μην υπακούσει τον πατέρα της; Έπρεπε να το είχε καταλάβει τότε πως η εκλεκτή της καρδιάς του δεν ήταν και πολύ νορμάλ. Αλλά τι να έκανε; Ήταν νέος και είχε αγαμίες.
Αναρωτιόταν αν αυτό που ένοιωθε ήταν έρωτας ή αν ήταν απλά εύκολο. Δηλαδή, όχι εύκολες οι συνθήκες, εύκολο σεξ. Ήπιε ένα τελευταίο ποτήρι στην υγειά των νιάτων και έφυγε για το σπίτι του. Όταν σηκώθηκε έριξε μια ροχάλα, κόκκινη – κόκκινη, για τα δικά του νιάτα και άρχισε να παραπατάει.
Η βραδιά ήταν δροσερή και ευχάριστη. Ο αέρας φυσούσε απαλά στο πρόσωπό του και του ανακάτευε ήρεμα τα μαλλιά. Για μια στιγμή δεν ήταν κανένας και του άρεσε. Ο κανένας δεν έχει προβλήματα. Ο κανένας δεν χρειάζεται να πει στην γυναίκα που μαζί της αναστάτωσε ολόκληρο τον κόσμο πως δεν την αγαπάει πλέον. Ο κανένας δεν ήταν λυπημένος κάθε μέρα, όλη μέρα. Ο κανένας πήγαινε άνετος στα μπουρδέλα, γιατί δεν είναι δημόσιο πρόσωπο και δεν ντροπιάζει την οικογένειά του. Ο Ρωμαίος θα αντάλλαζε, όχι μόνο το βασίλειο του για να είναι κάποιος άλλος, την ίδια του την ψυχή θα έδινε.
Ήταν έξω από την πόρτα του σπιτιού του και οι σκέψεις του επέστρεψαν μέσα στο κεφάλι του. Πήρε μια βαθειά ανάσα και μπήκε μέσα. Η Ιουλιέτα τον περίμενε καθισμένη σε μια πολυθρόνα. Η περιφέρειά της γέμιζε ολόκληρο το κάθισμα και η εικόνα της έφερε ακόμα περισσότερη θλίψη στον Ρωμαίο. «Που ήσουν μέχρι τώρα;» τον ρώτησε απότομα χωρίς καν να τον καλησπερίσει.
«Καλησπέρα», είπε μονόχνοτα ο Ρωμαίος μόνο και μόνο για να βάλει σε μια σειρά τις σκέψεις του. Θα της ζητούσε διαζύγιο, δεν άντεχε ούτε στιγμή ακόμα μαζί της. «Ήμουν έξω και έπινα μερικά ποτηράκια».
«Μόνος σου;»
«Ναι, γαμώτο, μόνος μου!» φώναξε ο Ρωμαίος, χωρίς κανένα προφανή λόγο, απλά αρπαζόταν εύκολα. Έβγαλε με νεύρο το παλτό του και το κρέμασε.
«Τι φωνάζεις πάλι;» τον ρώτησε η Ιουλιέτα. «Αργείς να έρθεις στο σπίτι, βλέπεις τα παιδιά σου ελάχιστα, κάθεσαι και μπεκροπίνεις, βρωμοκοπάς ολόκληρος κρασί και περιμένεις να πιστέψω πως ήσουν μόνος;»
Ο Ρωμαίος απλά δεν ήθελε να της μιλήσει άλλο. Πήγε να πλύνει τα μούτρα του και ήπιε τρεις μεγάλες γουλιές νερό. Το πήρε απόφαση, δεν είχε σημασία αν ήθελε ή όχι να της μιλήσει, είχε φτάσει η ώρα. Θα της έλεγε τα πάντα. Δεν την αγαπούσε, δεν τον έλκυε, ούτε καν την συμπαθούσε και μετά βίας την ανεχόταν. Είχε φτάσει στο απροχώρητο, δεν άντεχε άλλο την ίδια του την ζωή. Το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να βρει τις κατάλληλες και να τις βάλει στην σωστή σειρά. Χα! Παιχνιδάκι.
«Δεν μπορώ να σου μιλήσω», έσπασε την σιωπή η Ιουλιέτα. «Πάω να ξαπλώσω, εσύ κάνε ότι καταλαβαίνεις».
Ο Ρωμαίος ανακουφίστηκε και μίσησε λίγο ακόμα τον εαυτό του. Πόσο δειλός ήταν, μόνο να πίνει και να κλαίγεται μπορούσε. Πως μπορούσε όμως να διαλύσει όλα όσα είχαν οι δυο τους. Τα παιδιά τους, το σπίτι τους. Ουσιαστικά αυτοί οι δυο ήταν ο λόγος που οι οικογένειές τους δεν σκοτώνονταν μεταξύ του πλέον. Θα τα κατέστρεφε όλα αυτά, μόνο με την ελπίδα πως μετά απ’ τον χωρισμό τους θα ήταν ευτυχισμένος;
Και πέρα απ’ όλα αυτά, η Ιουλιέτα δεν ήταν κακιά. Εντάξει, είχε πάρει πολλά κιλά, αλλά μετά από δυο γέννες ήταν λογικό. Θα μπορούσε βέβαια να κάνει μια σοβαρή προσπάθεια να αδυνατήσει, αλλά πέρα από αυτό ήταν καλή σύζυγος. Τον φρόντιζε και τον καταλάβαινε.
Ο Ρωμαίος απογοητευμένος άδειασε την ουροδόχο κίστη του και έβαλε ένα τελευταίο ποτήρι κρασί πριν τον ύπνο. Η ησυχία του σπιτιού τον ηρεμούσε, μα το κρασί τον μπέρδευε περισσότερο. Κλασικός Ρωμαίος, γεμάτος αντιφάσεις. Πόσο μαλάκας ένοιωθε. Είχε γεράσει και αυτός, είχε παχύνει και είχε ζαρώσει. Αν έμενε μόνος του τώρα, θα έμενε μόνος του για πάντα.
Αλλά δεν μπορούσε να ελέγξει την καρδιά του, ούτε να την πείσει να αγαπήσει την Ιουλιέτα. Αποτελείωσε το ποτήρι του και έβαλε τα ρούχα του για τον ύπνο.
Μπήκε στο υπνοδωμάτιό τους όσο πιο αθόρυβα μπορούσε και ξάπλωσε. «Γιατί δεν μου μιλάς;» τον ρώτησε χαμηλόφωνα η Ιουλιέτα. «Πες μου τι σε τρώει».
Ο Ρωμαίος σκεπάστηκε και έβαλε το κεφάλι του μέσα στα σκεπάσματα. Τώρα ήταν η ευκαιρία του. Τώρα.
Πήρε βαθιά ανάσα για να πάρει δυνάμεις, αλλά δείλιασε. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή. Ίσως να της μιλούσε την επόμενη μέρα. Ή την επόμενη εβδομάδα.
«Δεν έχω τίποτα να σου πω», είπε και προσπάθησε να μη μισήσει τον εαυτό του πάρα πολύ, αλλά όπως αποτύγχανε σε όλα, απέτυχε και σε αυτό.

βιογραφικό συγγραφέα: Λέγομαι Καραντωνίου Χρήστος και είμαι καλά. τις περισσότερες φορές. εμ, είμαι ένας τρυφερός μα και αρρενωπός εραστής. εμ, είμαι ο Μπάτμαν. εμ, βασικά μερικές φορές γράφω ιστορίες και μερικές φορές αρέσουν και σε άλλους και τις εκδίδουν που και που, άλλοτε πάλι αρέσουν τόσο πολύ που μου δίνουν ένα χαρτί που λέει »μπράβο, είσαι πολύ καλός». Το λένε βραβείο, οπότε έχω κάτι να στολίζω τα ράφια και τους τοίχους μου. Βέβαια, πολλές φορές μου λένε »εντάξει, πλάκα έχεις, αλλά σκάσε τώρα να μιλήσουν οι μεγάλοι». Πάντως σίγουρα όταν αγχώνομαι και δεν ξέρω τι να πω, αρχίζω και λέω σαχλά αστεία. Σαν άμυνα δεν λέει και πολλά, ίσως μια μέρα να κουλουριάζομαι και να γίνομαι μπάλα, όπως οι σκαντζόχοιροι. Οι σκαντζόχοιροι κατά την γνώμη μου είναι τα πιο χαριτωμένα ζώα του κόσμου.

 

Advertisements