Φθινόπωρο του 1900

το eyelands παρουσιάζει ένα διήγημα της Έφης Αντωνίου

İstanbul8Φθινόπωρο του 1900. Ο ουρανός ήταν καθάριος μετά τη βραδινή νεροποντή. Ο ήλιος έλουζε το χορτάρι και τις φτέρες, ενώ ένα απαλό αεράκι έσειε τις καρυδιές, τις καστανιές και τις οξιές του δάσους. Ο Δημήτρης άφηνε πίσω στην κοιλάδα τη λασπωμένη πόλη, το Καιϊλάρ κι αγνάντευε ψηλά από το λόφο το καταπράσινο χωριό του.
Ήταν κουρασμένος, καθώς ταξίδευε μέρες, όμως ένιωθε ευχάριστα πάνω στο ριγωτό χράμι του αλόγου και προσδοκούσε την αντάμωση με τους δικούς του ανθρώπους. Νυσταγμένος και ταλαιπωρημένος έγερνε στο άλογο να νιώσει τη ζεστασιά του ζωντανού και χάιδευε τη χαίτη και το χαϊμαλί με τις γαλάζιες χάντρες (το ξόρκι για το μάτι). Ο Δημήτρης ο Τσίρκας, ο πραματευτής, από το Κεφαλοχώρι των Καϊλαρίων.
Δεν είχε πολλή ώρα που χώρισε στο Καϊλάρ από το υπόλοιπο καραβάνι, όπου πέντε έξι νοματαίοι συνέχισαν το δρόμο τους για την Κοζάνη, ενώ άλλοι κιρατζήδες θα επέστρεφαν στα λιθόκτιστα αρχοντικά τους στη Σιάτιστα και τη Σαμαρίνα με τις ξύλινες αυλόπορτες, τις σιδεριές στα παράθυρα, τα τζάκια και τον πλούσιο ζωγραφικό διάκοσμο στο ταβάνι. Ταξίδευαν μέρες πολλές, άλλοι παρέα από την Κωνσταντινούπολη κι άλλοι ενώθηκαν με το δικό του καραβάνι στο δρόμο προς τη Θεσσαλονίκη, προερχόμενοι από τα μονοπάτια της Βουλγαρίας και της μακρινής Ρωσίας.
Ο Δημήτρης ταξίδευε τους τελευταίους τρεις μήνες. Είχε ξεκινήσει στα μέσα του καλοκαιριού από το Κεφαλοχώρι, πέρασε από τα γειτονικά Καϊλάρια, όπου έσμιξε με τους πραματευτάδες από το Μέτσοβο, για να πάει στο Μοναστήρι, να κατευθυνθεί βόρεια στη Σόφια κι από εκεί να φτάσει στο λιμάνι της Βάρνας. Εκεί έμεινε περίπου δέκα μέρες. Συναντήθηκε με Έλληνες κι αλλοεθνείς φίλους και συνεργάτες, ρύθμισε τις εμπορικές του υποθέσεις μιλώντας ελληνικά, τούρκικα, βουλγάρικα ή βλάχικα, επισκέφτηκε εμπορικούς οίκους και έλεγξε τα κτήματα και τους αγρότες στα τσιφλίκια του. Μετά κατηφόρισε νότια στην Πόλη.
Στην Κωνσταντινούπολη ο Δημήτρης έμεινε τρεις εβδομάδες. Τις πρώτες ημέρες επιδόθηκε με ζέση στη διευθέτηση των εμπορικών του συναλλαγών. Πηγαινοερχόταν ανάμεσα στο Καπαλί Τσαρσί, το Μισίρ Καρσισί και τη συνοικία των Ελλήνων, το Φανάρι, όπου αγόραζε και πουλούσε πολύχρωμα υφάσματα κάθε λογής, μπακιρένια κι αργυρά σκεύη, χρυσά νομίσματα, κοσμήματα και είδη χρυσοχοΐας. Άνοιξε κι έκλεισε το δερμάτινο πουγκί του αρκετές φορές, ευχαριστημένος ή μετανιωμένος από την έκβαση της δοσοληψίας, ποτέ όμως πικραμένος. «Ας είναι. Έτσι είναι το εμπόριο», σκεφτόταν, όταν μία αγοραπωλησία δεν ήταν επικερδής. Κέρδιζε ή έχανε σε βλέμματα, αφοσιώσεις, εμπιστοσύνη και φιλίες εκτός από τη συναλλαγή σε άσπρα, γρόσια και φλουριά.
Καθημερινά, μόλις τελείωνε το εμπόριο και τις υποχρεώσεις, του άρεζε να χάνεται στα σοκάκια της Πόλης και να οσμίζεται ανάκατα τις μυρωδιές από τον καφέ, τους ναργιλέδες, τα μπουρέκια και τους ζεστούς τσορμπάδες. Καθόταν σε ένα καφενείο, παρέα με τον Γιάννη και τον Αχμέτ, τους φίλους του (κι αυτούς εμπόρους) και χάζευε την πλημμυρίδα του κόσμου που σεργιάνιζε φορώντας πολύχρωμα φέσια, μαντίλες, σαλβάρια και βράκες. Άλλοτε, κατηφόριζε μόνος του προς το Βόσπορο ή τον Κεράτιο κι άκουγε τη φωνή του ιμάμη αντίλαλο στη μαγεία ενός δειλινού με θέα τη θάλασσα. Κάποιες φορές, επισκεπτόταν το χαμάμ με τον Αρμένιο φίλο του, το Σαρκίς, για να αισθανθεί την ηδονή του λουσίματος, του εξαγνισμού και της κάθαρσης από το αλισβερίσι, τα βλέμματα, τα χνώτα, και τη συμπεριφορά των εμπόρων. Το βράδυ επέστρεφε στο καραβάν σαράι, για να ελέγξει τα ζωντανά στο στάβλο και να ξεκουραστεί.
Ήταν δύο μήνες που έλειπε μακριά από την οικογένειά του. Πλησίαζε ο καιρός της επιστροφής στο αρχοντικό του. Το τελευταίο πρωινό στην Πόλη επισκέφτηκε το Πέρα, όπου αγόρασε δώρα για τους δικούς του: ένα μαύρο, μεταξωτό μαντήλι με εντυπωσιακά ροζ τριαντάφυλλα για τη γυναίκα του, την Κατίνα∙ μία χρυσοποίκιλτη ποδιά, με εραλδικά πουλιά και λουλούδια για τη κόρη του, τη Φανή∙ μαλαματένια, περίτεχνα κλειδώματα για την άλλη, την Ελένη∙ μία ασημένια δαχτυλήθρα, σκαλιστή και ζωγραφισμένη με κόκκινα λουλούδια και πράσινες κλάδες για τη Μαλαματή∙ ένα μπλε, βελούδινο ύφασμα για τη Φωτεινή∙ ένα χρυσό ρολόι, κρεμαστό για το γιο του το Νάσιο∙ ένα μαχαίρι για τον άλλο του γιο, το Στέφανο∙ ένα κομπολόι από κεχριμπάρι για τον πατέρα του και μία μαύρη μαντίλα, κροσσωτή για τη μητέρα του.
Την επομένη, αφού χαιρέτισε συνεταίρους και φίλους, πήρε το δρόμο της επιστροφής. Το ταξίδι ήταν ευχάριστο και ευνοϊκό. Είχε ξεκινήσει μαζί με το καραβάνι και δύο βοηθούς, για να ενωθεί στο δρόμο με άλλους Έλληνες ή ξένους, εμπόρους ή ταξιδιώτες. Όδευαν όλοι μαζί τη μέρα από ανοιχτά περάσματα και τη νύχτα από ξέφωτα ή μονοπάτια φωτισμένα υπό το φως της σελήνης, καθώς ο κίνδυνος των ληστών ήταν ορατός. Αρκετά εμπορεύματα είχαν χαθεί και άτομα σκοτωθεί σε παλαιότερες συναπαντήσεις και συμπλοκές με τους ληστές.
Όλα έβαιναν καλώς σ’ αυτό το ταξίδι. Λίγο πιο πριν αποχωρίστηκε από φίλους, εμπόρους, ταξιδιώτες, αγνώστους και τους βοηθούς του στο Καϊλάρ. Ο Δημήτρης ήταν ευδιάθετος. Πλησίαζε στο Κεφαλοχώρι έτοιμος, για να παραδοθεί ηδονικά, σχεδόν αποχαυνωτικά στη θαλπωρή και την ασφάλεια του τόπου του: οικογένεια, επίβλεψη των εργατών στα κτήματα και τα βοσκοτόπια, συνομιλία και κουβέντες με τους συντοπίτες, λιανικό εμπόριο στα γύρω χωριά της περιοχής. Θα ξεκουραζόταν δεκαπέντε μέρες και θα ξανάρχιζε και πάλι το ταξίδι, τώρα που ήταν νωρίς και ο καιρός καλός, πριν το βαρύ χειμώνα.
Αυτά σκεφτόταν, όταν έφτασε έξω από το Κεφαλοχώρι.
Άκουσε την καμπάνα του χωριού να χτυπάει πένθιμα.
Στη στροφή του δρόμου, εκεί όπου η δημοσιά ενώνεται με το δρόμο του χωριού που τώρα φέρει τ’ όνομά του, αντάμωσε το μικρό Γιωργάκη –μόλις πέντε ετών – που οδηγούσε τα ζεμένα βόδια από το σπίτι στο χωράφι.
– Ποιος πέθανε; τον ρώτησε με απορία.
– Η γυναίκα του Δημητρό, του μεγαλέμπορα, απάντησε ο μικρός, που δεν τον γνώριζε.
Τα τριάντα εννιά χρόνια βάρυναν στους ώμους του. Ο Δημήτρης πέταξε το δισάκι από τον ώμο, παράτησε φορτωμένα στο δρόμο τα άλογα με τα εμπορεύματα κι άρχισε να τρέχει αλαφιασμένος. Έτρεχε μηχανικά, στα τυφλά, καθώς δεν αναγνώριζε πρόσωπα και ανθρώπους στο διάβα του. Πρόλαβε την εξόδιο ακολουθία στην εκκλησία και συνόδεψε ψηλά, ως το νεκροταφείο του χωριού, τη σύντροφο της καρδιάς του.
Αργότερα πληροφορήθηκε την αιτία θανάτου της γυναίκας του. Ληστές είχαν στήσει ενέδρα κάποια νύχτα και σκότωσαν το γιο τους, το Στέφανο – όσο αυτός ταξίδευε. Η γυναίκα του πέθανε από το καημό της, πριν ακόμη σαραντίσει ο γιος τους.
Ο Δημήτρης δεν ξαναταξίδεψε. Έμεινε στο Κεφαλοχώρι, να ασχολείται με τα κτήματα, να κάνει εμπόριο λιανικής και να προστατεύει την οικογένειά του.

Η Έφη Αντωνίου γεννήθηκε στην Πτολεμαΐδα. Σπούδασε Νεοελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και συνέχισε τις μεταπτυχιακές σπουδές της στο πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ του Ηνωμένου Βασιλείου (M. Phil.- Νεολληνική Ποίηση, M.A. – Διεθνείς Σχέσεις). Γράφει ποιήματα από το 1998 και έχει μεταφράσει ποιήματα του Ρόι Κουαμπίνα και του Μίλοραντ Κρυστάνοβιτς. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη.

φωτογραφία: Η Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 20ου αιώνα.

από την ιστοσελίδα: http://www.melwdos.net

 

 

 

Advertisements