Το φάντασμα της Τζίνι, ένα διήγημα του Απόστολου Λαγαρία

επιλογήΤο eyelands συνεχίζει τις δημοσιεύσεις των διηγημάτων που διακρίθηκαν με την «επιλογή eyelands» στον 5ο διεθνή διαγωνισμό.

////Απόστολος Λαγαρίας: Το φάντασμα της Τζίνι////

Όταν εμφανίστηκε το φάντασμα της Τζίνι, το τελευταίο που μπορώ να πω ήταν ότι ξαφνιάστηκα. Άλλωστε με έναν τρόπο το περίμενα από καιρό. Και έτσι στα χείλη μου σχηματίστηκε απλώς η ερώτηση «γιατί άργησες τόσο πολύ;», οι λέξεις δε χρειάστηκε να ακουστούν αφού το φάντασμα οπωσδήποτε θα διάβαζε τα χείλη μου, θα έβλεπε μέσα μου σαν να ήμουνα διάφανος χωρίς να μπορώ να κρύψω καμία σκέψη ή επιθυμία, όλα θα γίνονταν επιτέλους τόσο απλά ανάμεσά μας.
Διάφανη ήτανε και εκείνη. Έπλεε αέρινα ανάμεσα από τα έπιπλα του δωματίου, διαπερνούσε τοίχους και εμφανιζόταν πότε πίσω μου, πότε μπροστά μου, πλησίαζε τόσο που σχεδόν θα μπορούσα να απλώσω το χέρι και να την αγγίξω και έπειτα απομακρυνόταν και μου έστρεφε την πλάτη εξετάζοντας με υπεροπτικό ύφος τα πράγματά μου, που είχα φροντίσει επιμελώς να μη θυμίζουν τίποτα από εκείνη, από εμάς, τίποτα που να μπορούσε να το αναγνωρίσει.
Τα βιβλία στη βιβλιοθήκη όλα καινούρια, είχα ξεφορτωθεί επιμελώς όλους τους αγαπημένους μας συγγραφείς και διάλεγα άλλους που το όνομα τους να μην το είχα ξανακούσει ποτέ, τους Νέους Συγγραφείς όπως μου άρεσε να τους αποκαλώ, τους διάβαζα πάντοτε καθισμένος στον γκρίζο καναπέ με το σκληρό υπόστρωμα και τα χοντρά τετραγωνισμένα μπράτσα. Καμιά φωτογραφία, κανένα κειμήλιο από το παρελθόν, μόνο το ολοκαίνουριο πορτοφόλι μου στο κομοδίνο, το ελλειψοειδές μοντέρνο ξυπνητήρι που είχα αγοράσει σε προσφορά στα εγκαίνια του Νέου Εμπορικού, τα μονόχρωμα θαλασσί σεντόνια με τις ασορτί μωβ μαξιλαροθήκες πάνω στο ημίδιπλο κρεβάτι, τα ρούχα μου, ελάχιστα -τόσο που αναγκαζόμουν να τα πλένω κάθε τρεις μέρες για να μπορώ να τα φοράω καθαρά- αλλά ολοκαίνουρια και αυτά. Ο Νέος Εαυτός μου. Και όσο το φάντασμα της Τζίνι οικειοποιούνταν όλες αυτές τις απαραίτητες και συστηματικές μεταβολές, εγώ είχα το χρόνο να την παρατηρώ από απόσταση ασφαλείας, καταγράφοντας κάθε λεπτομέρεια στην όψη της.
Χλωμή σαν καλυμμένη από πέπλο νεκρικό. Τα κατάξανθα μαλλιά της άκοφτα από μήνες, χρόνια ίσως, έφταναν ως τη μέση και έπεφταν μπροστά σκεπάζοντας σχεδόν το πρόσωπό της. Το σώμα της έμοιαζε ακόμη πιο ασθενικό -εάν ήταν αυτό πότε δυνατό!- τα μάγουλα της ρουφηγμένα και αναιμικά, τα μάτια να βυθίζονται μέσα σε δύο κόγχες που τις υπογράμμιζαν μαύροι πένθιμοι κύκλοι. Χαμογελούσε όπως επεξεργαζόταν τα αντικείμενα του δωματίου, και αυτό το χαμόγελο έδειχνε απόκοσμο και τόσο αντιθετικό με την εμφάνισή της που κανονικά θα έπρεπε να μου προξενεί απορία και ίσως τρόμο. Αλλά ήτανε εκείνη, όσο και αν η ομορφιά της είχε αποσυρθεί, όσο και αν δεν ανήκε πια στον κόσμο των ζωντανών, ήταν αναμφισβήτητα εκείνη και η σκέψη αυτή αρκούσε για να γεμίσει την καρδιά μου με ζεστό αίμα, να κάνει τα χείλη μου να σχηματίζουν λέξεις αφοσίωσης απέναντι σε ένα πλάσμα που οποιονδήποτε άλλο θα τον έκανε να μαρμαρώσει από τη φρίκη.
«Γιατί άργησες τόσο πολύ;».
Αυτήν την ερώτηση σχημάτισα στα χείλη μου και ας υποψιαζόμουν την απάντηση. Άλλωστε μου το είχε πει η ίδια την τελευταία φορά, όταν με αποχαιρετούσε πολύ μακριά από το δωμάτιο αυτό, σε ένα άλλο ημισφαίριο της γης, επτά τουλάχιστον μεσημβρινούς και άλλους τόσους παραλλήλους μακριά, σε μια αποβάθρα που μύριζε αλμύρα, βρωμιά και λάδι μηχανής, με το πελώριο πλοίο δίπλα μας να έχει βάλει μπροστά τις μηχανές και να μουγκρίζει σκεπάζοντας τα λόγια μας, τα τελευταία λόγια.
Με φίλησε στο στόμα και είχα νιώσει την ανάσα της ζεστή, τη γεύση της σαν νέκταρ των Θεών, το χτύπο της καρδιάς της σαν μια μελωδία μαγική, χαμένη στους αιώνες. Μου έπιασε τα χέρια και αφού με κοίταξε μέσα στα μάτια για να σιγουρευτεί ότι θα καταλάβω αυτό που θα μου έλεγε, είπε: «Θα ξανάρθω. Όταν πια θα έχεις απομακρυνθεί τόσο που να μπορέσεις να με ξεχάσεις εντελώς, τόσο που να μη με χρειάζεσαι, όταν η ζεστή μου ανάσα, τα χείλη που σε φίλησαν πριν λίγο θα έχουν πια μετουσιωθεί σε μια θολή ανάμνηση, όταν πια θα αμφιβάλλεις εάν υπήρξα ποτέ πραγματικά, ένα ήμουνα ποτέ αληθινή, όταν θα έχεις κατακτήσει τα όρια του εαυτού σου, όταν θα έχεις αναπροσδιοριστεί μακριά από εμένα, χωρίς εμένα, τότε ακριβώς εκείνη τη στιγμή θα επιλέξω να επιστρέψω». Και έπειτα πήρε τα χέρια μου, που τα κρατούσε συνεχώς την ώρα που μου τα έλεγε όλα αυτά και τα έφερε στα χείλη της και την επόμενη στιγμή είχε εξαφανιστεί περπατώντας γρήγορα μακριά, για να μην μπορέσω να διακρίνω τα δάκρυα στα μάτια της, να μην υποταχθεί απέναντι στη θλίψη. Και εγώ περίμενα μέχρι η σκιά της να χαθεί οριστικά και μπήκα μέσα στο θαλάσσιο κύτος με τις αναμμένες μηχανές, αφού δεν υπήρχε τίποτα άλλο πια να κάνω και αφού αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να την ξαναβρώ.
Και πράγματι την ξέχασα. Την ξέχασα χωρίς να την ξεχάσω, απομακρύνθηκα για να την ξαναβρώ και ισορρόπησα ανάμεσα στη θλίψη και την ελπίδα, την απώλεια και την ανακάλυψη ενός κόσμου που έμοιαζε να είναι τόσο νέος και άγνωστος μόνο και μόνο επειδή δεν εμπεριείχε ούτε ίχνος από αυτή. Και κάθε βράδυ περίμενα. Κάθε βράδυ που έφτανα να κάνω ένα ακόμη βήμα πιο μακριά, ένα ακόμα βήμα προς τα «όρια του εαυτού μου» όπως εκείνη μου είχε πει, ένα ακόμη βήμα προς το άγνωστο, γύριζα προς τα πίσω και κοιτούσα με την ελπίδα να μπορέσω να τη δω να εκπληρώνει την υπόσχεσή της.
«Γιατί άργησες τόσο πολύ;».
Το φάντασμα τη Τζίνι συνεχίζει να επιθεωρεί τον Νέο Κόσμο μου. Δεν ξέρω γιατί τον βρίσκει τόσο ενδιαφέρον. Ελάχιστα αντικείμενα που μου χρειάζονται και που με βοηθάνε να προχωράω κάθε μέρα προς τα εμπρός. Ας τα κοιτάζει όσο θέλει, δεν πρόκειται να ανακαλύψει κάτι το συγκλονιστικό σε αυτά. Αλλά το φάντασμα της Τζίνι δείχνει μεγάλη προσοχή στις λεπτομέρειες του δωματίου, χαϊδεύει με τα διάφανα δάκτυλά του το ξυπνητήρι με το ελλειψοειδές πλαίσιο, ξαπλώνει με το άυλο κορμί του πάνω στα θαλασσί σεντόνια και ακουμπά το πρόσωπο στο πουπουλένιο μαξιλάρι, το μαξιλάρι όμως μένει άκαμπτο και δεν βουλιάζει ούτε εκατοστό. Έπειτα το φάντασμα σηκώνεται και περιεργάζεται τα ρούχα στην ανοιχτή ντουλάπα, δύο πουκάμισα που κρέμονται από τις κρεμάστρες σιδερωμένα όπως πρέπει για τη δουλειά, μια στοίβα από διπλωμένα εσώρουχα και δίπλα ακριβώς λίγα μακό μπλουζάκια και το μοναδικό πουλόβερ μου, σκουρόχρωμο και με χοντρή ραφή, απαραίτητο για τις κρύες μέρες που κυριαρχούν στη Νέα Χώρα, στη Νέα Πατρίδα μου, στη Νέα Ζωή μου. Οσφραίνεται το άρωμα των φρεσκοπλυμένων ρούχων, και έπειτα επιστρέφει σε εμένα και μου βάζει το δάκτυλο στα χείλη σαν να θέλει να μου πει να σταματήσω να μιλώ. Αλλά εγώ δεν είχα πει τίποτα ακόμα, μόνο σκεφτόμουνα, σκεφτόμουνα και οι σκέψεις μου είναι διάφανες και ορατές, δεν χρειάζεται να ειπωθούν, ούτε καν να σχηματιστούν άφωνες στα χείλη μου.
Δεν αμφισβητώ εάν είσαι εσύ. Και ας μην μπορώ να δω τα μάτια σου που χάνονται μέσα στις μαύρες κόγχες και κρύβονται πίσω από τις τεράστιες ξανθιές πλεξούδες. Δεν το αμφισβητώ. Είσαι όπως ακριβώς σε θυμάμαι. Τώρα που έγινες μονάχα μια αμυδρή ανάμνηση, τώρα που αμφιβάλλω εάν υπήρξες ποτέ αληθινή, τώρα που έφτασα στα όρια του εαυτού μου, τώρα πια η μορφή αυτή είναι η μόνη που θα μπορούσα να αποδεχτώ ως ικανή να σε απεικονίσει.
Και σε περίμενα –ω ναι!- σε περίμενα έτσι ακριβώς, γυρνώντας κάθε μέρα προς τα πίσω, κάθε μέρα που δίπλωνα τα ρούχα στη ντουλάπα, που ρύθμιζα στο ελλειψοειδές ξυπνητήρι την ώρα της αφύπνισης για τη δουλειά, που έκλεινα το βιβλίο κάποιου από τους Νέους Συγγραφείς και σηκωνόμουν από τον γκρίζο καναπέ με το σκληρό υπόστρωμα και τα χοντρά τετραγωνισμένα μπράτσα, που άφηνα το κεφάλι μου να βυθιστεί ονειρικά στο πουπουλένιο μαξιλάρι και έκλεινα επιτέλους τα μάτια σαν να ήταν αυτή η στιγμή το μόνο που περίμενα ολόκληρη τη μέρα, ο μόνος στόχος που μου επέτρεπε να συνεχίζω, η μόνη αληθινή ανταμοιβή για την προσπάθεια μου να βαδίζω προς τα εμπρός, έκλεινα επιτέλους τα μάτια για να μπορέσω να σε δω και σε καλούσα μέσα από μια ιεροτελεστία, σε καλούσα ψελλίζοντας λόγια που θα σε έδεναν για πάντα πάνω μου, που θα έφταναν σε εσένα με έναν τρόπο μαγικό όπου και αν βρισκόσουν, επτά μεσημβρινούς και άλλους τόσους παραλλήλους μακριά και θα σου θύμιζαν την τελευταία σου υπόσχεση.
«Γιατί άργησες τόσο πολύ;». Τόσο πολύ που να μην μπορώ πια να σε αγγίξω, τα χείλη μου να μην μπορούν να κάνουνε τις λέξεις να ακουστούν, το καινούριο μου δωμάτιο, τα έπιπλα, τα ρούχα και τα θαλασσί σεντόνια να έχουνε θαφτεί κάτω από τόνους σκόνης, κάτω από το βάρος αιώνων, κάτω από το βάρος χιλιάδων ίδιων ημερών, χιλιάδων αναμνήσεων, χιλιάδων υποσχέσεων που δεν εκπληρώθηκαν ποτέ. Τόσο που να μην μπορώ να δω τα μάτια σου που χάνονται μέσα στις μαύρες κόγχες και κρύβονται πίσω από τις τεράστιες ξανθιές πλεξούδες.
Όταν εμφανίστηκε το φάντασμα της Τζίνι το τελευταίο που μπορώ να πω ήταν ότι ξαφνιάστηκα. Είχε ήδη αργήσει τόσο πολύ που ήμουν από καιρό ένα φάντασμα και εγώ.

/

//

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο Απόστολος Λαγαρίας γεννήθηκε το 1981 στη Λάρισα και είναι διδάκτωρ Αρχιτέκτων-Πολεοδόμος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει βραβευτεί για μελέτες σε αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς και έχει δημοσιεύσει εργασίες σε ευρωπαϊκά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Είναι μουσικός, κιθαρίστας/συνθέτης και με το καλλιτεχνικό όνομα strange C συμμετέχει σε συγκροτήματα της ανεξάρτητης/εναλλακτικής ροκ σκηνής, ενώ έχει γράψει και μουσική για ταινίες. Από το 2012, οπότε και άρχισε να ασχολείται συστηματικά με τη συγγραφή, έχει εκδώσει συλλογές διηγημάτων, έχει γράψει μυθιστορήματα και νουβέλες, ενώ έχει διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς λαμβάνοντας έπαινο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών. Δημοσιευμένα Έργα: Παλέρμο επί Πέντε (συλλογή διηγημάτων, 2013, e-book εκδόσεις «24 Γράμματα», σειρά «εν καινώ», νο.63) Το Τέρας (συλλογή διηγημάτων, 2014, εκδόσεις Σαΐτα) Μυθο-λογίες (συλλογή διηγημάτων, 2015, e-book εκδόσεις «24 Γράμματα», σειρά «εν καινώ» νο.110)
Διακρίσεις – Βραβεύσεις:
Διάκριση σε Πανελλήνιους Διαγωνισμούς Διηγήματος από τις εκδόσεις «Παράξενες Μέρες», με το διήγημα «το Τέρας», (Συλλογή πρώτη, 2013), με το διήγημα «Adieu tristesse» και Τιμητική Διάκριση για το διήγημα «VOID», 2014. Επίσης από τον εκδοτικό οίκο «iWrite», διάκριση για το διήγημα «Δύο Κόσμοι», 2013 και επίσης διάκριση (και επιλογή στη συλλογική έκδοση με τίτλο «Θεσσαλονίκη, απίθανες ιστορίες της πόλης μας») με το διήγημα «Προκαταλήψεις», 2014. Έπαινος από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών για τη νουβέλα «Τα προκατειλημμένα χέρια», 2014.

/

Η σειρά ανάρτησης των επόμενων ιστοριών:
Ποια όρια; – Μαρία Κανάκη
Κρουσταλιασμένα φτερά – Αριστείδη Αρχοντάκη
Υδρόγειος – Σοφοκλής Ρόκος
Στης ζωής το όριο – Αχιλλέας Μουστάκας
Στα όρια – Αναστάσιος Μπογιάρης
Αστικά Φαράγγια – Εμμανουήλ Πάσουλας
Συνάντηση στα όρια δύο κόσμων – Ισίδωρος Μαυρογεώργης
Λούκουλος – Κωνσταντίνος Αυγερινάκης
Μη νύ μα τα: S.O.S……! –Νατάσσα Θάνου
Asphyxia -Γεωργία Μαμά
Φαύλος κύκλος – Άννα Καρακατσάνη
Υπάρχει τρόπος – Φώτης Πάλλης
Τα διηγήματα αυτά, μαζί με τα πρώτα βραβεία από το ελληνικό και το διεθνές τμήμα που θα δημοσιευθούν στο τέλος είναι τα μόνα από το διαγωνισμό που θα αναρτηθούν στην ιστοσελίδα.
Τα διηγήματα της μικρής λίστας μπορείτε να τα βρείτε στη συλλογή «Ιστορίες στα όρια» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες-

/

 

Advertisements