Για γέλια και για κλάμματα

Η Δέσποινα Μουζουράκη επιστρέφει μετά από καιρό στο νησί με ένα καινούργιο χρονογράφημα//

δκδτυν.jpg

Είμαι μαμά, ένα πλάσμα ανθεκτικό σε υψηλές θερμοκρασίες, πυρηνικά απόβλητα, έντονες βροχοπτώσεις, περιόδους μεγάλης ξηρασίας, σε σεισμούς, λιμούς, φωτιά και βία.
Όλα τα αντέχω, γιατί είμαι φτιαγμένη από υλικά υψηλής αντοχής, όπως οι περισσότερες μαμάδες, δίχως αυτό να σημαίνει πως είμαι δυνατή.
Μια γωνιά ν’ ακουμπήσω το κεφάλι μου, μια φωλιά να κρύψω την καρδιά μου, ένα φιλί στο στόμα να καταπιώ την κραυγή μου. Μόνη μου πρέπει να σταθώ αντίκρυ στους καιρούς και να αντέξω το μουγκρητό μιας θάλασσας της οποίας ξεριζώνουν βίαια τα σωθικά. Πρέπει ν’ αντέξω τους ανέμους.
Πρέπει,πρέπει, πρέπει. Μου χει φάει τη ζωή μου αυτό το πρέπει. Στο όνομα ποιας θρησκείας, ποιας ιδεολογίας, ποιας φιλοσοφίας και ποιας ανθρώπινης κοινωνίας πρέπει;
Αυτά κι άλλα παρόμοια κουβεντιάζαμε οι μαμάδες εκείνο το απόγευμα πίνοντας ντόπιο τσάι και μασουλώντας γλυκούς τηγανίτες με πετιμέζι για να γλυκάνομε το φυλλοκάρδι μας.
Δεν πάμε καλά, είπε η μικρότερη, το ξέρετε; Ούτε για σουτιέν κουβεντιάζουμε, ούτε για μαλλιά, ούτε για νύχια και μανό, ούτε για πεθερές, ούτε για την παρακάτω γειτόνισσα που την κοπάνισε ο άντρας της και ήρθανε τα εκατά.
Σαν να χάσαμε την γυναικεία μας υπόσταση, έστω εκείνη την ολιγόωρη ανεμελιά ενός καφέ την εβδομάδα. Κι ύστερα πάλι ανασκουμπώναμε τα μανίκια και παίρναμε τη ζωή στο κατόπι.
Σάμπως θέλαμε πολλά; Μια κλιμακτήριο και μια κατάθλιψη για τα νιάτα μας που φεύγουνε θέλαμε να περάσουμε με την ησυχία μας και δεν μας αφήνουν.
Ήπιαμε μια γουλιά τσάι για να ζεσταθούμε αλλά δεν ήτανε εύκολο.
Τώρα και τέσσερα χρόνια, το καλοριφέρ στην πολυκατοικία δεν ανάβει όπως μας είπε η Αμαλία, στο σπίτι της οποίας πίναμε το τσάι μας οι μαμάδες.
Όχι λεφτά, όχι πετρέλαιο, όχι θέρμανση, και να είχα τουλάχιστον μια αγκαλιά να ζεσταθώ, καημός δεν ήταν, συνέχισε.
Ο άντρας της Αμαλίας βγήκε στη σύνταξη πρόωρα κι ακόμα δεν την πήρε ολόκληρη. Δηλαδή όχι πως θα φτάνει αν την πάρει ολόκληρη, αλλά έτσι λέμε, να υπάρχει μια δικαιολογία. Και δηλαδή και πριν που εργαζόταν πάλι στενάχωρα ήταν τα οικονομικά, αλλά τότε δεν το λέγανε κρίση.
Τώρα κρατά το κεφάλι του, τρίβει τη μύτη του, τραβάει τα αφτιά του και φυσά. Όλη μέρα φυσά και βρίζει, λέει η Αμαλία. Βλέπει ειδήσεις το πρωί, το μεσημέρι, το απόγευμα, το βράδυ και βρίζει. Βρίζει τους Έλληνες αρχής γινομένης από το συγχωρεμένο τον Οδυσσέα. Εξαιρεί μόνο τον μέγα Αλέξανδρο, τον Κολοκοτρώνη, τον Καβάφη και τον Καζαντζίδη. Για τον Αλέξανδρο τσακώνονται καθημερινά την ώρα του φαγητού κι όταν η κόρη τους έγραψε διαγώνισμα στο σχολείο για τον Αλέξανδρο, έγραψε για τη μαμά της και το μπαμπά της. Κουβάρια όλα στο κεφαλάκι του κοριτσιού και τι να πρωτοξεμπερδέψει κι αυτό το καημένο παιδί.
Μια μέρα είπε η Αμαλία στον σύζυγο της ότι το παιδί θα αρρωστήσει έτσι που τον βλέπει και πρέπει να αλλάξει τροπάριο. Καλά είπε εκείνος και άλλαξε. Άρχισε να τραγουδάει από την επομένη έχοντας εκτός από γαϊδουροφωνάρα και μεγάλο ρεπερτόριο.
Πρώτο τραγούδι το <δυο πόρτες έχει η ζωή>, δεύτερο <την ζωή εν τάφω>, τρίτο την εξόδιο ακολουθία και για κερασάκι στην τούρτα μια μαντινάδα του Ψαραντώνη.
Τότε η Αμαλία άφρισε, δεν είναι του είπε αυτά τραγούδια για να καλυτερέψει η ψυχολογική κατάσταση της κοπελιάς, ούτε για να κάνει όνειρα και να χει ελπίδα για το μέλλον, κι αυτός το κατάλαβε και άλλαξε ρεπερτόριο.
Την επομένη το πρωί ξεκίνησε καινούριο αμανέ. Εγώ το πλουσιόπαιδο που ζούσα στα σαλόνια για δέστε πως κατάντησα με άπλυτα πουκάμισα και τρύπια παντελόνια……..
Φύγαμε τελικά από το σπίτι της Αμαλίας, άλλες γελώντας κι άλλες κλαίγοντας. Ούτε τον έρωτα θυμηθήκαμε, ούτε την γιορτή των ερωτευμένων, ούτε τις αμυγδαλιές που πιθανόν να άνθισαν όπως και πέρυσι. Τίποτα.
Αλλού ξημερωμένες οι μαμάδες.
Το μόνο που ξέρομε είναι, ότι πέρυσι οι αμυγδαλιές μόνο που άνθισαν αλλά δεν έκαναν μύγδαλα.
Δέσποινα Μουζουράκη

 

Ζωγραφική: Δημήτρης Τούλιος

Advertisements