Ποιά όρια; της Μαρίας Κανάκη (επιλογή eyelands)

Το eyelands συνεχίζει τις δημοσιεύσεις των διηγημάτων που διακρίθηκαν με την «επιλογή eyelands» στον 5ο διεθνή διαγωνισμό με το διήγημα «Ποια όρια;» της Μαρίας Κανάκη 

επιλογή//

Ποια όρια;

//

Είχα χάσει τα όρια καιρό τώρα. Έψαχνα να με βρω, αλλά δεν έβρισκα άκρη καμία. Είχα αρνηθεί πεισματικά τη βοήθεια των άλλων γιατί μέσα μου γνώριζα καλά ότι ο μόνος τρόπος για να επουλώσω τις πληγές μου ήταν να τις κάνω να αιμορραγήσουν και πάλι. Πήρα την απόφαση με θολωμένο μυαλό και στεγνό στόμα. Έκλαιγα ώρα πολλή, μα είχε έρθει η στιγμή να κάνω τη σκέψη μου να περπατήσει και το μυαλό μου να ξεβολευτεί.
«Θα τρέξω!», είπα στον αδελφό μου κι έδειξε να ξαφνιάζεται για πρώτη φορά τόσο. «Φέτος θα τρέξω μαζί σου στο Μαραθώνιο δρόμο της Αθήνας!».
Δεν είπε κουβέντα. Τον είχαν τρομάξει τα λόγια μου και προσπαθούσε κάνοντας άτακτες σκέψεις να υποθέσει τους λόγους που με έκαναν να ξεστομίσω την πρόθεσή μου σε ανύποπτο χρόνο. Δεν έφευγα από δίπλα του. Είχα περιέργεια να δω πως θα αντιδράσει. Όχι πως θα άλλαζε αυτό την απόφασή μου…
«Θυμάσαι που πέρυσι τράβηξες από τα χείλη μου εκείνο το κλαδάκι ελιάς που είχα φέρει από το τύμβο του Μαραθώνα μόνο για εσένα; Αυτό ήθελα να σε κάνω να πεις…», είπε κι έσκασε ένα συνωμοτικό χαμόγελο όμοιο του οποίου δεν είχα ποτέ δει ξανά.
Ήμουν πιεσμένη από τη δουλειά. Πολλά πράγματα πήγαιναν στραβά κι είχα συσσωρεύσει μεγάλη εσωτερική ταλαιπωρία. Τα προσωπικά μου με είχαν τρομάξει κι η επαφή με το άλλο φύλο με είχε αγριέψει στο έπακρο. Ένιωθα μόνη κι έρημη. Είχα καιρό να πιστέψω στις δυνάμεις μου κι ένιωθα κάθε μέρα να ξεφτίζω σαν παλιό κουρέλι. Έβλεπα ότι η ευτυχία δε με αφορούσε κι η εσωτερική μου θλίψη δεν έλεγε να φύγει. Έβγαζε ρίζες γερές κι έπαιζε κρυφτό με τις αντοχές μου.
Δυο μέρες μετά εκτύπωσα το προπονητικό μου πρόγραμμα. Έμοιαζε με τελεσίγραφο. Μου το είχε στείλει σε ηλεκτρονικό μήνυμα ο αδελφός μου κι ήταν σαν να έπαιρνα το πιο σημαντικό δώρο που μπορούσα να έχω εκείνη τη στιγμή. Χάιδεψα το χαρτί και είδα το θάρρος μου να γιγαντώνει. Παράτολμη απόφαση, ακραία συναισθήματα και μια ψυχολογία στο μηδέν.
Είχα αρκετό καιρό μπροστά μου για να τα καταφέρω. Αγόρασα ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια κι έκανα χαρές σαν μικρό παιδί. Είχα ξεχάσει πως είναι να προσπαθείς για κάτι και τι σημαίνει αυτοπειθαρχία.
«Μα γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου; Γιατί τώρα που δεν είσαι καθόλου καλά; Περίμενε λίγο να συνέλθεις και τρέχεις μετά!», μου είπε η Φωτεινή ένα βράδυ που είχαμε βγει για ποτό στο κέντρο της Αθήνας. Είχε περάσει ήδη μια εβδομάδα από την πρώτη προπόνηση κι ένιωθα την πρώτη κούραση στα πόδια. Βολόδερνα και φαινόταν. Άσκοπα δεν ήξερα ακόμη να πω.
«Το θέλω. Είναι μια αναμέτρηση με τον εαυτό μου. Μια φιλική κουβέντα. Ένα ξεκαθάρισμα», είπα κι άλλαξα αμέσως κουβέντα.
Ο καιρός περνούσε. Ανάμεικτα συναισθήματα αναδύονταν κάθε φορά που μια σκληρή προπόνηση είχε περάσει. Όλες εκείνες τις ώρες που περνούσα με τον εαυτό μου τρέχοντας, ταξίδευα πάνω από παλιά μέρη και γνώριμα τοπία. Το μυαλό μου δε φρεναρόταν με τρόπο κανένα. Με συναντούσα κρυφά στα σταυροδρόμια παλιών αποφάσεων και με έκρινα. Ήμουν πάντα αυστηρή κι άπλωνα το χέρι για να μου τραβήξω το αυτί όσο πιο τιμωρητικά μπορούσα. Είχα κάνει μεγάλα λάθη κι όμως τώρα τα ξεδίπλωνα. Αραχνιασμένα σφάλματα που είχαν μάθει να περιμένουν το ξεδιάλυμα.
Έτρεχα σχεδόν καθημερινά. Πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά τη δουλειά. Ίδρωνα από κούραση κι από τρόμο. Δεν άφηνα το στόχο μου με τίποτα. Η αναποφασιστικότητα ήταν παρελθόν κι ο μοναδικός μου σκοπός ήταν να τερματίσω στον αγώνα, έχοντας διανύσει 42 ολόκληρα χιλιόμετρα. Για εμένα και μόνο. Για να ξεπεράσω τον εαυτό μου και τα βαράκια που είχα στα πόδια μου τα τελευταία χρόνια. Με κρατούσαν στη γη και δεν μου επέτρεπαν να πετάξω και να φτάσω εκεί που ήθελα. Έτρεχα και κάθε φορά είχα ένα νοητό καθρέπτη μπροστά μου. Είχε φτάσει η ώρα να με αντιμετωπίσω και να συμφιλιωθώ με κάθε πηγαίο μου συναίσθημα. Αγαπούσα την κάθε μου πλευρά απλά δεν ήξερα ποιος ήταν ο καλύτερος τρόπος για να το κάνω.
«Αλήθεια, Φωτεινή… Μπορείς να φανταστείς από τι ξεκίνησα να τρέχω;», ρώτησα εντελώς ξαφνικά την κολλητή μου ένα βροχερό βράδυ έναν μήνα ακριβώς πριν το μεγάλο αγώνα.
Η Φωτεινή γούρλωσε τα μάτια και σκιάχτηκε από την αναπάντεχη ερώτηση. Δεν περίμενα να μου απαντήσει, απλά ήθελα πολύ να το εξομολογηθώ σε κάποιον και να του μιλήσω για την κινητήρια δύναμη που με είχε παρακινήσει να κάνω αυτό το μεγαλεπήβολο σχέδιο.
«Πολύ θα ήθελα να μάθω…», απάντησε η φιλενάδα μου με αμείωτο ενδιαφέρον στο βλέμμα.
«Από τσατίλα!», είπα και συνειδητοποιούσα λίγο λίγο τι μπορεί να σημαίνει αυτό.
«Με ποιον τα έχεις βάλει αυτή τη φορά;», ρώτησε η Φωτεινή κι έκανε να σκάσει ένα δειλό χαμόγελο.
«Κυρίως με εμένα.», απάντησα σοβαρά κι έσκυψα ελαφρώς το κεφάλι.
Είχα επιτρέψει σε ανθρώπους που είχα γνωρίσει όλα τα προηγούμενα χρόνια να με χειριστούν με τρόπο άδικο. Είχαν βρει τα κλειδιά πάνω στην πόρτα της υπομονής μου και κλείδωναν και ξεκλείδωναν τον ψυχικό μου κόσμο χωρίς να μπουν στον κόπο να με ρωτήσουν αν τους το επιτρέπω ή όχι. Είχα πληγωθεί και το ήξερα.
«Να ξέρεις ότι είμαι μαζί σου. Είναι σπουδαίο αυτό που έχεις βαλθεί να κάνεις ακόμη κι αν τελικά σπάσεις τα μούτρα σου.», είπε με ειλικρίνεια και θαυμασμό η Φωτεινή.
Η μέρα του αγώνα πλησίαζε επικίνδυνα. Δεν είχα καταφέρει να έχω τη συνέπεια που θα ήθελα στο προπονητικό μου πρόγραμμα, αλλά είχα βρει ένα κανάλι επικοινωνίας με τον εαυτό μου κι αυτό με βοηθούσε πολύ. Είχα ανακτήσει τις δυνάμεις μου κι ήμουν έτοιμη να ξαναγυρίσω στη ζωή.
«Είσαι έτοιμη για την Κυριακή;», είχε ρωτήσει ο αδελφός μου τηλεφωνικά στην αρχή της εβδομάδας.
Δεν ήξερα τι θα πει έτοιμος για έναν αγώνα. Ένιωθα έτοιμη, αλλά δεν ήμουν σίγουρη ότι αυτό με ρωτούσε ο αδελφός μου. Έτρεμα από αγωνία, αλλά ήθελα να την κρατήσω για εμένα. Έδειχνα δυνατή κι ήθελα να το κρατήσω.
«Θα βρεθώ στη γραμμή της εκκίνησης. Αυτό δεν αλλάζει!», του είπα κι άφησα να φανταστεί τα υπόλοιπα. Λάτρευα από μικρή την επικοινωνία που είχα με τον αδελφό μου. Είχαμε μάθει από τα λίγα λόγια να καταλαβαίνουμε πολλά. Δεν είναι και λίγο.
Μια μέρα πριν τον αγώνα μου τηλεφώνησε η Φωτεινή. Ήθελε να μου ευχηθεί καλό τερματισμό. Χάρηκα πολύ που το ζούσε μαζί μου με ένα σιωπηλό ενθουσιασμό που με συγκινούσε. Το κακό όμως ήταν ότι με είχε θυμηθεί μόνο εκείνη.
Πάνω στη χαρά της απόφασης μου να τρέξω λίγους μήνες πριν, το είχα πει και σε εκείνον. Εκείνος όμως μόνο σιωπή. Σιωπή και δέος, καθώς με έβλεπε να σηκώνω το βλέμμα στον ήλιο και να καλωσορίζω το νέο μου ξεκίνημα. Ένιωθε να αλλάζω και να με διεκδικώ πολύ περισσότερο από ότι το έκανε εκείνος. Φοβόταν και πνιγόταν στην ανασφάλεια και τους δισταγμούς του. Δε χωρούσε η δική μου χαρά στο κλουβί του. Είχε έρθει η ώρα να δω τα καγκέλια των ορίων του. Τα δικά μου τα είχα σπάσει δυο μήνες πριν.
Λίγα λεπτά πριν την εκκίνηση του αγώνα δεν είχα συνειδητοποιήσει γιατί βρισκόμουν εκεί, ανάμεσα σε χιλιάδες κόσμο που χοροπηδούσε από ανυπομονησία κι ενθουσιασμό. Ήμουν και δεν ήμουν μέρος του συνόλου. Ήξερα και δεν ήξερα γιατί ήμουν κι εγώ εκεί. Έψαχνα μανιωδώς τον αδελφό μου για να του μιλήσω, αλλά μάλλον ήταν δύσκολο να βρεθούμε τυχαία μέσα στο πιο ανομοιογενές πλήθος που είχα βρεθεί ποτέ.
«Μα που είσαι; Σε ψάχνω τόση ώρα!», μου είπε όταν συναντηθήκαμε και τα μάτια μου έλαμψαν από χαρά που τον έβλεπα. Είχα αγχωθεί και μπορούσε να το δει πανεύκολα. Μια αγκαλιά από εκείνον πριν το ξεκίνημα με είχε προετοιμάσει για την απρόβλεπτη συνέχεια και το έργο που θα έβλεπα σε πρώτη προβολή.
Όταν ξεκίνησα να τρέχω σβήστηκαν μονομιάς όλες μου οι προσδοκίες. Το μυαλό μου είχε επιλέξει το tabula rasa μάλλον από τακτική. Ήταν όμορφα που έτρεχα ανάμεσα σε τόσο διαφορετικό κόσμο και σε τόσα διάσπαρτα χαμόγελα. Ήταν λες κι είχε κορυφωθεί ο απελευθερωτικός αγώνας ενός καταπιεσμένου λαού και τώρα είχε έρθει η στιγμή να τρέξει και να το διασκεδάσει όσο πιο πολύ μπορούσε. Χάζεψα τα κουστούμια που είχαν επιλέξει να φοράνε κάποιοι δρομείς κι έπλεξα στο μυαλό μου το δικό μου. Ερμής ήθελα να ήμουν. Έτσι με φανταζόμουν. Με φτερά στα πόδια και το πιο ανθρώπινο μήνυμα παραμάσχαλα. Αυτό το καρναβάλι δεν έμοιαζε με τα άλλα. Είχε αλήθεια και σιωπή. Ουσία και καθαρό απόσταγμα ψυχής. Είχε κρυμμένους συμβολισμούς σαν τα σταυρόλεξα για δυνατούς λύτες.
«Πρώτη φορά τρέχεις, κοπελιά;» ακούστηκε μια φωνή από δεξιά και γύρισα να κοιτάξω.
«Ναι, αλλά μόλις συνειδητοποιώ πως 42 και κάτι χιλιόμετρα είναι μάλλον πολλά για τα δικά μου γούστα…», είπα και άφησα έναν αναστεναγμό να βγει.
«Έτσι λέμε όλοι στην αρχή!», είπε ο Φώτης και έδειχνε να με καταλαβαίνει.
Μαζί τρέξαμε τα πρώτα 15 χιλιόμετρα. Ήταν λάθος μου να ακολουθήσω το ρυθμό του και πολύ σύντομα ένιωθα να σφαδάζω από πόνο στο δεξί μου γόνατο. Ο Φώτης, όταν κατάλαβε ότι δεν μπορούσα να συνεχίσω μαζί του, έφυγε μπροστά χωρίς να πει το παραμικρό. Κρίμα, γιατί τον είχα συμπαθήσει. Κρίμα, γιατί για άλλη μια φορά συνειδητοποιούσα ότι στη ζωή είμαστε πάντα μόνοι. Εμείς για εμάς και μόνο, είτε έφτανε αυτό , είτε όχι.
Σύρθηκα σχεδόν κουτσαίνοντας έως τον πρώτο ιατρικό σταθμό. Καμία ημέρα πριν τον αγώνα δεν είχα νιώσει παρόμοιο πόνο. Κι όμως τώρα ήταν εκεί για να με ταλαιπωρεί και να μου τσακίζει το ηθικό.
«Το απρόβλεπτο της ζωής…» σκέφτηκα και έσκυψα το κεφάλι. Δεν υπήρχε χρόνος για γκρίνια. Αυτό ήταν το μόνο σίγουρο.
Πλησίασα τον γιατρό και του έδειξα με το δάχτυλο το γόνατο. Φάνηκε προβληματισμένος. Δεν μου άρεσε αυτό.
«Μάλλον πρέπει να σκεφτείς σοβαρά το ενδεχόμενο να σταματήσεις…», είπε διστακτικά ο γιατρός σαν να καταλάβαινε ότι αυτό που έλεγε ήταν η πιο δυνατή λεκτική σφαλιάρα που μπορούσε να μου δώσει.
Τον κοίταξα σαν να μιλούσε σε άλλη γλώσσα. Σαν να ήμουν παιδί που τώρα μάθαινα να κατανοώ τις προτάσεις που άκουγα γύρω μου. Σαν να ήθελα να μου κάνει πλάκα.
«Δε γίνεται να εγκαταλείψω. Δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό αυτό το ενδεχόμενο. Για αυτό και μόνο πρέπει να συνεχίσω…», είπα κι έκανα να φύγω σαν να καταλάβαινα ότι αυτά που έλεγα δεν έβγαζαν νόημα κανένα.
«Μια στιγμή!», είπε και με γύρισε πίσω. «Αν συνεχίσεις να πονάς, σταμάτα ξανά στον επόμενο σταθμό. Πρόσεχε, δεν παίζουμε με αυτά!», είπε και ακούστηκε αυστηρός και ξεκάθαρος.
Πάντα έτσι λειτουργούσα. Πείσμα στο πείσμα και πάλι από την αρχή. Εκτιμούσα το ρόλο της ιατρικής στη ζωή μας, μα πάνω από όλα μετρούσε για μένα η δύναμη της ψυχής και το σφίξιμο που κάνεις στα δόντια. Έφυγα χωρίς να πω λέξη και άρχισα να τρέχω αγνοώντας τον πόνο. Ώσπου εντελώς ξαφνικά αυτός δεν υπήρχε πια. Ακούραστο παιχνίδι με το μυαλό που έμοιαζε να πιάνει για παρθενική φορά. Μεγάλη επιτυχία.
Λίγα χιλιόμετρα πιο πάνω χάζεψα το μαύρο μπλουζάκι του μπροστινού μου. Είχε επιλέξει να τρέξει το μαραθώνιο δρόμο για έναν φίλο, έναν «αετό», όπως εξηγούσε στο ιδρωμένο μπλουζάκι του, που ήθελε να πετάξει ξανά στο γαλανό ουρανό. Αυτός ο αετός ήταν τώρα φυλακή. Ο φίλος του όμως δεν τον είχε ξεχάσει. Λαχταρούσε να τον καλωσορίσει και πάλι στην ελεύθερη ζωή. Λαχταρούσε να τον δει να ξανατρέχουν μαζί. Ατσάλινες φιλίες που δεν ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν. Άρχισα να απαριθμώ κι εγώ τους δικούς μου φίλους. Λίγοι μου βγήκαν στο μέτρημα. Αυτούς τους απολογισμούς πάντοτε τους έτρεμα.
Ήμουν στα μισά της διαδρομής, όταν ένιωσα την πρώτη κόπωση να με καταβάλει. Είχα ακούσει πολλές φορές γι αυτή, αλλά δεν έμοιαζε να με απασχολεί στα σοβαρά. Ήταν η στιγμή που είχα αρχίσει να βγάζω υπερένταση και νεύρα. Βρήκα τους χειρότερους εφιάλτες μπροστά μου. Έστεκαν σοβαροί και ήταν αδίστακτοι μαζί μου. Και σε εκείνον τα είπα ένα χεράκι. Είχε έρθει η στιγμή για να τα ακούσει κι αυτός. Μου είχε υποσχεθεί τα χίλια μύρια και με είχε εγκαταλείψει με ένα ψυχρό τηλεφώνημα. Όλοι τους έφταιγαν που είχα γίνει αγρίμι, αλλά έπρεπε να τους συναντήσω σήμερα στο μυαλό μου για να ανταλλάξουμε σκεπτικά και να γαληνέψει η ψυχή μας. Δε λέω … τους κατάλαβα σε όσα προσπάθησαν να μου εξηγήσουν. Μακάρι να μπόρεσα κι εγώ να κάνω το ίδιο, έστω για λίγο.
Κοκάλωσα από θαυμασμό λίγο πριν ολοκληρώσω το τριακοστό χιλιόμετρο του αγώνα μου. Ένας τυφλός μαζί με τον καλό συνοδό του, δεμένοι χέρι χέρι με μια κορδέλα προπορεύονταν. Αυτοί οι άνθρωποι δεν χρειάστηκαν ποτέ ένα ζευγάρι μάτια. Μια χαρά μπορούσαν να δουν και χωρίς αυτά. Έφεγγε η ψυχή τους και λούζονταν από φως. Εγώ από τη άλλη ένιωθα καλά όλα αυτά τα χρόνια μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Άνοιγα κάποιες φορές έναν ψεύτικο φακό και αρκούμουν σε αυτό. Δεν άφηνα τίποτα να περάσει μέσα μου. Τα κατεβασμένα ρολά του εαυτού μου δεν έλεγαν με τίποτα να ανέβουν.
Λίγο πριν τερματίσω έκανα μια ύστατη προσπάθεια να φτάσω μία ηλικιωμένη γυναίκα που έβλεπα μπροστά μου εδώ και ώρα. Αμαζόνα με ρυτιδιασμένο σώμα που έδινε μαθήματα νεότητας και ευεξίας σε όσους την παρατηρούσαν. Δεν μπόρεσα ποτέ να την προφτάσω. Είχε αυτό που δεν είχα εγώ. Νεαρή ψυχή που διψούσε για ζωή. Ορκίστηκα να μην ασχοληθώ ξανά με ηλικίες και χαμένα χρόνια. Είχε έρθει ο καιρός να τα ξανακερδίσω και δεν θα έκανα πίσω αυτή τη φορά ούτε ένα εκατοστό.
Άκουσα φωνές που δεν τολμούσα να ακούσω. Ένιωσα συναισθήματα που δεν ήξερα ότι υπήρχαν. Αντάμωσα εχθρούς που δεν μπορούσα ποτέ να αντιμετωπίσω. Είδα αλήθειες που δεν ήθελα να παραδεχτώ. Ψιθύρισα κουβέντες που δεν ξεστόμιζα για κανέναν σκοπό.
«Σας αγαπώ όλους! Αγαπώ κι εμένα μαζί με εσάς…», είπα κι έβγαλα έξω τη γλώσσα μου για να γευτώ τα πρώτα δάκρυα που αργότερα έγιναν ποτάμι.
Είχα ωραίο δάκρυ από μικρό παιδί. Αλμυρό και περήφανο.
Πέρασα τη γραμμή του τερματισμού με ιδρωμένες χούφτες και ανάκατο μαλλί. Ένα τσούρμο σκέψεις με είχαν περικυκλώσει και μόλις που μπορούσα να ακούσω το θερμό τους χειροκρότημα. Είχα μόλις ορθώσει ανάστημα κι είχα μάθει πως είναι να ορίζεις εσύ την πορεία των ονείρων σου. Δεν ήταν εύκολο να δραπετεύσω από εμένα. Ήμουν ανυπόμονη στα σχέδιά μου και το είχα αποδείξει περίτρανα.
Ξεχώρισα τη Φωτεινή από μακριά. Αντάμωσαν τα βλέμματά μας αναπάντεχα. Είχε έρθει για να με δει να φθάνω στο τέρμα. Δεν μου το είχε πει και ξαφνιάστηκα. Έτρεξε να με αγκαλιάσει. Εγώ δεν μπορούσα να κάνω βήμα. Πονούσα παντού.
Μου κράτησε το χέρι σφιχτά. Δε με ρώτησε τίποτα. Υπήρχε χρόνος για όλα, αλλά τώρα δεν ήταν σίγουρα η ώρα για πολλές κουβέντες. Μόνο για μεγάλες αποφάσεις και όνειρα.
«Του χρόνου θα έρθεις να με υποδεχτείς εσύ, έτσι;» ρώτησε η Φωτεινή και περίμενε επιβεβαίωση.
«Του χρόνου θα ψάχνουμε μαζί να βρούμε που πήγαν τα όριά και οι εσωτερικοί μας δαίμονες!», είπα γελώντας.
«Μα ποια όρια;», είπε η Φωτεινή και την πήρε το κλάμα.

//

Η Μαίρη Κανάκη γεννήθηκε το 1975 στην Αθήνα. Τα παιδικά της χρόνια τα πέρασε στο Χαϊδάρι και σήμερα ζει και εργάζεται στη Σαλαμίνα ως μόνιμος εκπαιδευτικός Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Είναι παντρεμένη κι έχει δύο παιδιά. Σπούδασε Αγγλική Γλώσσα και Φιλολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και έκανε Master Of Arts στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών (Διεθνείς Σχέσεις) στην Αγγλία στο University of Kent at Canterbury. Μιλάει τρεις γλώσσες (Αγγλικά, Ιταλικά και Γαλλικά) και είναι μαραθωνοδρόμος. Αγαπάει το ορεινό τρέξιμο, την ποδηλασία βουνού και δρόμου και ασχολείται με την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, τη θεατρική αγωγή, την Αγωγή Υγείας και έχει κάνει πολλά καινοτόμα εκπαιδευτικά προγράμματα στο δημόσιο σχολείο (μέλος των οικολογικών σχολείων, Αειφόρου σχολείου, ecomobility κτλ) κι έχει αποσπάσει βραβεία και επαίνους σε πολλούς πανελλήνιους διαγωνισμούς. Είναι γραμματέας στον Περιβαλλοντικό Όμιλο Σαλαμίνας. Έχουν δημοσιευτεί άρθρα της στον τοπικό τύπο και σε περιοδικά για το περιβάλλον και τον μαραθώνιο δρόμο. Έχει σκηνοθετήσει παιδικές θεατρικές παραστάσεις και δρώμενα στο σχολείο της.

//

Η σειρά ανάρτησης των επόμενων ιστοριών:
Κρουσταλιασμένα φτερά – Αριστείδη Αρχοντάκη
Υδρόγειος – Σοφοκλής Ρόκος
Στης ζωής το όριο – Αχιλλέας Μουστάκας
Στα όρια – Αναστάσιος Μπογιάρης
Αστικά Φαράγγια – Εμμανουήλ Πάσουλας
Συνάντηση στα όρια δύο κόσμων – Ισίδωρος Μαυρογεώργης
Λούκουλος – Κωνσταντίνος Αυγερινάκης
Μη νύ μα τα: S.O.S……! –Νατάσσα Θάνου
Asphyxia -Γεωργία Μαμά
Φαύλος κύκλος – Άννα Καρακατσάνη
Υπάρχει τρόπος – Φώτης Πάλλης

Θα υπάρχει μια ανάρτηση διηγήματος από την επιλογή κάθε είκοσι μέρες. Οι δημοσιεύσεις. Θα ολοκληρωθούν τον Ιούνιο όταν –εκτός απροόπτου- θα έχει κλείσει και ο 6ος διαγωνισμός.
Τα διηγήματα αυτά, μαζί με τα πρώτα βραβεία από το ελληνικό και το διεθνές τμήμα που θα δημοσιευθούν στο τέλος είναι τα μόνα από το διαγωνισμό που θα αναρτηθούν στην ιστοσελίδα.
Τα διηγήματα της μικρής λίστας μπορείτε να τα βρείτε στη συλλογή «Ιστορίες στα όρια» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες-

 

Advertisements