Κάθε μέρα ένα βραβευμένο διήγημα!

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΤΑ ΟΡΙΑ μκρότεροΓια μια εβδομάδα από την Μεγάλη Πέμπτη ως την Τετάρτη μετά το Πάσχα, το eyelands θα δημοσιεύει καθημερινά και ένα διήγημα από αυτά που διακρίθηκαν στον 5ο διαγωνισμό μας. θα φιλοξενήσουμε στον ίδιο χώρο τα διηγήματα που πήραν τους τρεις επαίνους, και σε ξεχωριστό τα τρία ισότιμα βραβεία και το πρώτο βραβείο. Τα διηγήματα αυτά είναι τα μόνα από τη συλλογή «Στα Όρια» που θα αναρτηθούν στην ιστοσελίδα. Τα υπόλοιπα μπορείτε να τα διαβάσετε στο βιβλίο που κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες σε δεύτερη έκδοση!

 λογότυπο μικρότερο

6ος ΔΙΕΘΝΗΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ / ΒΡΑΒΕΙΟ

 

 

 

 λογότυπο μικρότερο

6ος ΔΙΕΘΝΗΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ / ΕΠΑΙΝΟΙ

ΤΡΙΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ /ΕΠΑΙΝΟΣ

Παναγιώτης Καναβός

 Bullying – Η λίστα

Μια μέρα θα ουρλιάξω τόσο δυνατά και για τόση πολλή ώρα που θα ραγίσουν οι πέτρες, θα κατεδαφιστούν κτίρια, θα ξυπνήσουν οι νεκροί, και ο αντίλαλος αυτού του ουρλιαχτού θα ακούγεται εις τους αιώνες των αιώνων αμήν, σαν ένα είδος υπενθύμισης για τις μελλοντικές γενιές. Αλήθεια, μια μέρα θα το κάνω.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που έφτασα στο τσακ να το πραγματοποιήσω, στο πάρα τρίχα. Λίγο ακόμα και θα γινόταν το μεγάλο μπαμ, λίγο μόνο. Ήταν μια βαρετή Τετάρτη και οι συνήθεις ύποπτοι με είχαν παρατήσει σε μια τουαλέτα του σχολείου, γυμνό. Δηλαδή, μόνο με το σώβρακο. Ίσως να κατάλαβαν πως ακόμα και η πλάκα έχει τα όριά της. Δεν τους κρατάω κακία, καταλαβαίνω πως όλα αυτά τα κάνουν για να εντυπωσιάσουν τα κορίτσια ή να φανούν μάγκες στους συμμαθητές μας – άλλωστε είμαστε και η μικρότερη τάξη του λυκείου, κάπου πρέπει να ξεσπάσουν κι αυτοί.

Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω τι ακριβώς φταίει που το θύμα της υπόθεσης είμαι πάντα εγώ· και όχι μόνο τώρα, στην πρώτη λυκείου, αλλά από το δημοτικό. Μπορεί τα γυαλιά –τα πατομπούκαλα όπως τα λένε οι δύο πιο σκληροί από τους βασανιστές μου– που με κάνουν να μοιάζω με κουκουβάγια. Ή το μπουκλέ μαλλί μου που ποτέ δεν μπορεί να κάτσει σε μια μεριά, το αναθεματισμένο, και πετάει ανεξέλεγκτα από ’δω κι από ’κει λες και θέλει να φύγει, να εξαφανιστεί απ’ το κεφάλι μου για να μην αποτελεί μέρος ενός ανθρώπου δειλού, που δεν τολμά ποτέ να αντιδράσει. Ή μήπως είναι αυτή η δειλία μου που φταίει, τελικά; Το ότι δεν υποστηρίζω καμία άποψη με φανατισμό, ότι ποτέ δεν παίρνω το μέρος κανενός σε μια διαφωνία, ότι δεν είμαι καν οπαδός κάποιας ομάδας. Ίσως, όμως, ο λόγος να είναι ότι δεν έχω φίλους, δεν βγαίνω για καφέδες, δεν πάω βόλτες. Πώς, όμως; Οι δικοί μου δεν έχουν λεφτά να πληρώσουν ούτε ένα φροντιστήριο, για καφέδες θα έβγαινα; Α, μπορεί να είναι αυτό: που δεν έχουμε λεφτά.

Μ’ αρέσει που δηλώνω άγνοια για το τι φταίει. Αν προσθέσεις όλα τα παραπάνω, ένα και μόνο αποτέλεσμα μπορεί να βγει: το τέλειο θύμα. Δεν με έκανε και ο θεός λίγο όμορφο, γεροδεμένο, ή έστω ψηλό, ρε γαμώτο. Τουλάχιστον έτσι μπορεί να τραβούσα την προσοχή των κοριτσιών. Αλλά ένας κακομούτσουνος χοντρούλης και κοντούλης μόνο την προσοχή των νταήδων τραβάει. Αν και υπάρχει μία συγκεκριμένη κοπέλα από την τάξη μας που ασχολείται συνέχεια με μένα. Μόνο όμως για να συμμετέχει στις φάρσες που διοργανώνονται εναντίον μου.

Ήταν μάλιστα πρωταγωνίστρια σε ένα σκηνικό που είχε μπει μες στο top-5 των όσων έχω υποστεί από την ομάδα που μου κάνει τη ζωή δύσκολη, σύμφωνα με τη λίστα που έχουν ανεβάσει στο Facebook οι ίδιοι, δηλαδή. Μια λίστα που περιέχει βίντεο, φωτογραφίες, μαρτυρίες, σχόλια, φατσούλες που ξεκαρδίζονται, και άλλα τέτοια όμορφα. Είναι στο νούμερο τέσσερα αυτής της λίστας –το νούμερο πέντε ήταν αυτό με το σώβρακο– και πρόκειται για έναν ομαδικό ξυλοδαρμό μου.

Ήταν η χειρότερη μέρα της εβδομάδας –καλά καταλάβατε: Δευτέρα–, και στο τρίτο διάλλειμα ήρθε αυτή η κοπέλα και με ρώτησε αν μπορούσα να τη βοηθήσω σε μια απορία που είχε για την επόμενη ώρα που είχαμε Ιστορία.

«Βεβαίως», έκανα ανυποψίαστος εγώ – μαζί με όλα τα υπόλοιπα ελαττώματά μου, ξέχασα να αναφέρω κι άλλα δύο: εμπιστευόμουν πανεύκολα τους ανθρώπους, άσχετα απ’ το πόσα με είχαν αναγκάσει να περάσω, και ήμουν ένας απ’ τους καλύτερους μαθητές της τάξης μου. Ίσως ο πρώτος όπως μαρτυρούσαν οι βαθμοί, αν κι εγώ δεν ήθελα να ξεχωρίζω με κανέναν τρόπο και μεριμνούσα για να πέσω τουλάχιστον στη δεύτερη θέση.

«Βασικά, μια ερώτηση έχω να σου κάνω μόνο».

«Όσες θες». Το να σε προσεγγίζει ο οποιοσδήποτε όταν είσαι το μαύρο πρόβατο είναι ευλογία.

«Πόσο μαλάκας είσαι;»

«Ε;»

«Είσαι και κουφός ρε βλάκα;» Και μου σκάει μια τόσο δυνατή σφαλιάρα που μου έφυγαν τα γυαλιά.

Έσκυψα να τα πιάσω. Όταν σηκώθηκα και αφού τα φόρεσα, την ρώτησα: «Γιατί το έκανες αυτό;»

Κι άλλη σφαλιάρα. «Βοήθεια!» φώναξε αμέσως, πριν προλάβω να πω οτιδήποτε αυτή τη φορά. «Ο Σάββας με παρενοχλεί σεξουαλικά».

Σαν να ήταν από πριν συνεννοημένοι, πέντε άτομα εμφανίστηκαν σε χρόνο ρεκόρ μπροστά μου, και με φάπες, χαστούκια και μπουνιές –αν και, για να λέμε την αλήθεια, δεν ήταν και πολύ δυνατές, δόξα τω Θεώ– με ανάγκασαν να γυρίσω σπίτι μου σε κακά χάλια. Το χειρότερό μου ήταν ότι στεναχωρούσα τους δικούς μου, που είχαν την ίδια ιδιοσυγκρασία με εμένα και δεν αντιδρούσαν, ούτε ρωτούσαν το παραμικρό.

Να αντιδράσω! Αυτό είναι το όνειρό μου. Να κάνω κάτι για να φοβίσω τους βασανιστές μου. Εκείνη την ημέρα έφτασα στο όριό μου, το είδα κατάματα, το οσμίστηκα, και παραλίγο να βρεθώ στην απέναντι πλευρά. Ελάχιστα ήθελα, μόνο ένα τσακ, και θα περνούσα εκείνη τη γραμμή. Ένα μόνο τσακ. Ίσως μία παραπάνω σφαλιάρα και να γινόταν. Μόνο μία.

Μια μέρα θα το ξεπεράσω αυτό το όριο· αλήθεια, μια μέρα θα γίνει. Την περιμένω πώς και πώς αυτή τη στιγμή, που όταν έρθει θα καταλάβουν όλοι πού μπορεί να φτάσει ο Σάββας και τότε, ποιος είδε τον θεό και δεν τον φοβήθηκε.

Να είχα τουλάχιστον και την βοήθεια των καθηγητών μου. Μόνο ένας, ο γυμναστής, βάζει τις φωνές στους νταήδες πού και πού. Κι αυτόν τον τρέμουν, γιατί δεν καταλαβαίνει τίποτα. Όταν το παρακάνουν τους αρπάζει από τον γιακά, τους χώνει μια κλοτσιά στον κώλο και τους διαολοστέλνει. Έτσι απλά.

Μακάρι βέβαια να είχε κάνει το ίδιο κι εκείνη τη μέρα που παίζαμε μπάσκετ με τη δευτέρα λυκείου, παρουσία όλου του σχολείου. Γιατί τότε όχι απλά δεν έχωσε καμία κλοτσιά όταν είδε τι πάει να αρχίσει, αλλά ακόμα κι ο ίδιος, με τον τρόπο του, συμμετείχε στο όλο σκηνικό.

Το κακό ξεκίνησε από νωρίς: δύο από τους βασικούς μας παίκτες ήταν άρρωστοι εκείνη τη μέρα. Και πάλι όμως, δεν υπήρχε κανένας φόβος να χρησιμοποιήσει εμένα ο γυμναστής, είχαμε ένα σωρό αγόρια πιο ψηλά, και σίγουρα με περισσότερη τεχνική, δύναμη και αθλητικό μυαλό από μένα.

Δεν είχαν περάσει ούτε πέντε λεπτά στον αγώνα, όταν τα παιδιά της δευτέρας άρχισαν να φωνάζουν το σύνθημα: Βάλτε μέσα τον χοντρό! Βάλτε μέσα τον χοντρό!

Δεν έδωσα σημασία, ίσα ίσα που χαμογέλασα για να δείξω ότι δεν με πείραζε. Αλλά με πείραζε, γαμώτο, με πείραζε πολύ. Γιατί ασχολούνταν όλοι μαζί μου; Γιατί δεν με αφήναν στην ησυχία μου; Ένιωσα το θυμό μέσα μου να βράζει και αναρωτήθηκα μήπως ήταν αυτή ακριβώς η στιγμή του πολυαναμενόμενου ξεσπάσματός μου, μήπως είχε φτάσει η ώρα να περάσω εκείνο το όριο και να τους απαντήσω, να τους βρίσω, να τους πετάξω το κουτάκι κόκα-κόλα που κρατούσα στα χέρια μου, να τους φτύσω, κάτι.

«Σάββα, μπαίνεις».

Στην αρχή νόμιζα πως επρόκειτο για μια ηχώ ξεχασμένη, που απλά θυμήθηκε τώρα να αντιλαλήσει μες στο κεφάλι μου.

«Σάββα, ξύπνα!»

Σκατά, ήταν ο γυμναστής. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι τους έκανε το χατίρι, δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ουσιαστικά έπαιρνε μέρος στην πλάκα –πώς θα έπαιζα μπάσκετ εγώ που δεν είχα ξαναπαίξει ποτέ, που δεν φορούσα καν φόρμα, που σε κάποιο σκληρό μαρκάρισμα μπορεί να έσπαγαν τα πατομπούκαλά μου;– και, το χειρότερο όλων, δεν μπορούσα να πιστέψω με τίποτα το χαμόγελο μπες-να-γελάσουμε που είχε στο πρόσωπό του.

«Playmaker», έκανε. «Θα κατεβάζεις την μπάλα και θα δίνεις πάσες για να βάζουν οι άλλοι καλάθια». Ήταν η φράση που άρχισε να δίνει ζωή στο νούμερο τρία εκείνης της λίστας.

Όταν έγινε η αλλαγή, όλο το σχολείο γέλασε. Όλο. Στην πρώτη επαφή μου με την μπάλα έκανα βήματα, δεν ήξερα ότι πρέπει να την γκελάρεις για να προχωράς. Πάλι γέλια, πάλι κοροϊδίες και τα κινητά να βιντεοσκοπούν ήδη, μην τυχόν και χάσουν στιγμή με τον χαζό του χωριού.

“Είναι χοντρός/ Είναι και κακάσχημος/Δεν ξέρει μπάλα/Είναι και κοντός/Είναι χοντρός Είναι και κακάσχημος/Δεν ξέρει μπάλα/Είναι και κοντός/Είναι χοντρός/Είναι και κακάσχημος/Δεν ξέρει μπάλα/Είναι και κοντός…”

Αυτό ήταν το νέο σύνθημα τώρα. Αυτή τη φορά το φώναζαν από την πλευρά της τάξης μου, λογικά ξεκίνησε από τους συνήθεις ύποπτους, και ακούστηκε περίπου τρία λεπτά αφού μπήκα στο παιχνίδι. Ξανά και ξανά και ξανά. Μέχρι που άρχισε να το φωνάζει όλο το σχολείο, ίσως όλη η γειτονιά, η χώρα, ολόκληρη η γη, το σύμπαν, το παρελθόν και το μέλλον μαζί.

Το μυαλό μου πόνεσε, τα μηνίγγια μου χτυπούσαν στον ρυθμό του ίδιου του συνθήματος και ένας θεός ξέρει πώς συγκρατήθηκα και δεν κλότσησα την μπάλα πάνω στον οποιονδήποτε τύχαινε να βρεθεί μπροστά μου· ένας θεός ξέρει πώς δεν άρχισα να δαγκώνω ό,τι κινιόταν. Έφτασα στο πάρα πέντε, λίγο ακόμα ήθελα και θα ξεπερνούσα τα όριά μου, εκείνη τη γραμμή που άπαξ και τη διαβείς δεν υπάρχει γυρισμός. Στο τσακ ήμουν, στο τσακ. Ίσως αν έλεγαν ακόμη μια φορά το σύνθημα, ή αν άκουγα ένα μόνο γέλιο παραπάνω. Ίσως τότε.

Όπως έχετε καταλάβει, δεν περνάω καλά στο σχολείο. Τα μαθήματα είναι ωραία, η γνώση γοητευτική, η μόρφωση ζητούμενο, αλλά όλα τ’ άλλα… Μόνο η Παρασκευή αξίζει, το κουδούνι του σχολάσματος. Βασικά, λίγο μετά απ’ αυτό, όταν βρίσκομαι σπίτι και έχω στη διάθεσή μου εξήντα έξι ολόκληρες ώρες μακριά από την κόλαση, εξήντα έξι ώρες πριν ακουστεί και πάλι το κουδούνι και αφαιρέσει ένα ακόμα κομματάκι της ψυχής μου. Γι’ αυτές τις εξήντα έξι ώρες ζω και αναπνέω· τις μετράω ανάποδα μία προς μία και παρακαλάω θεούς και δαίμονες να επεκταθούν, να διαρκέσουν παραπάνω, να μην τελειώσουν ποτέ!

Οι Παρασκευές λοιπόν είναι οι καλύτερες μέρες. Αν και Παρασκευή ήταν που συνέβη το νούμερο δύο της καταραμένης λίστας του Facebook.

Φεύγαμε απ’ το σχολείο, είχε επιτέλους τελειώσει άλλη μία εβδομάδα παθών. Γυρνούσα σπίτι με τον Παύλο, όπως σχεδόν κάθε μεσημέρι. Τον θαύμαζα τον Παύλο, είχε τα κότσια να γυρίζει μαζί μου παρότι ήξερε ότι έτσι το ρίσκαρε, ότι δεν αποκλείεται να τον έπαιρνε κι αυτόν η μπάλα σε μία από τις συνηθισμένες επιθέσεις εναντίον μου.

Εκείνη την Παρασκευή όμως το κακό έγινε. Μας έκοψαν τον δρόμο οι δύο σκληρότεροι νταήδες της ομάδας που με βασάνιζε. «Τι θέλεις εσύ μ’ αυτόν;» έκανε ο ψηλότερος απ’ τους δύο στον Παύλο.

«Δεν έχεις καμία δουλειά μαζί του», είπε κι ο άλλος.

«Ε;» έκανε μόνο ο φίλος μου.

«Για να μην έχουμε κακά ξεμπερδέματα», είπε πάλι ο ψηλός, «θα κάνεις ό,τι σου πούμε. Δεν είναι τίποτα, μόνο τρία πραγματάκια, και ύστερα ο καθένας θα πάει σπίτι του».

Αλήθεια, ακουγόταν μέχρι κι ευχάριστο με την απλότητα που το ξεστόμισε.

Έβγαλε την τσίχλα που μασούσε απ’ το στόμα του, την ακούμπησε στο χέρι του Παύλου και του έδειξε τα μαλλιά μου. Ε, όχι, όχι! Για ποιο λόγο να κάνουν κάτι τέτοιο; Δεν υπήρχε περίπτωση να το δεχτεί ο φίλος μου, θα πέταγε την τσίχλα και θα αρνούνταν να μπει σ’ αυτό το θέατρο του παραλόγου.

«Εμπρός!» έκανε ο πιο κοντός που ήδη μας βιντεοσκοπούσε.

Ο Παύλος δίστασε. Κοίταξε αμίλητος, πρώτα εμένα, ύστερα τους νταήδες, μετά την τσίχλα και ύστερα πάλι εμένα. Το πρόσωπό του ήταν κόκκινο, φαινόταν έτοιμος να εκραγεί, να τους βρίσει, ίσως και να τα βάλει μαζί τους. Σκέφτηκα ότι αυτή πρέπει να ήταν η ευκαιρία που έψαχνα τόσα χρόνια· τώρα θα δικαιωνόμουν, θα έπαιρνα επιτέλους την εκδίκησή μου, και ακόμα κι αν τις τρώγαμε για τα καλά, τουλάχιστον θα…

Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω την σκέψη μου, ο Παύλος είχε κολλήσει την τσίχλα στα μαλλιά μου. Και με την καθοδήγηση των νταήδων, με έλουσε με ένα σοκολατούχο γάλα –ολόκληρο το μπουκάλι– και με άλειψε με τρία κεσεδάκια γιαούρτι. Μαζεύτηκε πάλι σχεδόν όλο το σχολείο, ήμουν ό,τι έπρεπε, το καλύτερο θέαμα για το τέλος της εβδομάδας.

Το χειρότερο όλων όμως ήταν πως ακόμα κι ο φίλος μου έδειχνε να το απολαμβάνει. Μάλλον όχι, το χειρότερο ήταν πως από ’δω και πέρα θα γυρνούσα μόνος μου στο σπίτι, χωρίς τη συντροφιά κανενός πλέον.

Μια σατανική σκέψη άστραψε στο μυαλό μου: να ξυλοφορτώσω τον Παύλο! Μπορούσα να τον καταφέρω, ήταν τσιλιβήθρας, και άπειρος σαν εμένα, ποτέ δεν τον είχα δει να πλακώνεται. Έτσι, όχι μόνο θα ευχαριστούσα το κοινό, με αποτέλεσμα ίσως να κερδίσω την συμπάθεια κάποιων, αλλά θα έδειχνα σε όλους ότι ήρθε η σειρά ενός άλλου πια, ότι οι δικές μου μέρες τελείωσαν.

Διάβολε, μια μπουνιά στα δόντια ήταν, θα κρατούσε απειροελάχιστες στιγμές. Μπαμ και κάτω. Ήμουν ειλικρινά πανέτοιμος να την δώσω, ένα δευτερόλεπτο ήθελα ακόμα, αλλά σε εκείνο το δευτερόλεπτο κατάλαβα πως ο Παύλος απλά είχε πάρει το μέρος του δυνατού, όπως θα έκανε ο καθένας στη θέση του, ίσως κι εγώ, δεν μπορούσα να τον κατηγορήσω, πόσο μάλλον να σηκώσω χέρι πάνω του.

Ήταν άλλη μια φορά που έφτασα στα όρια και δεν τα ξεπέρασα, άλλη μια φορά που κάτι με εμπόδισε την τελευταία στιγμή να ξεσπάσω. Και κάθε φορά απορούσα με τον εαυτό μου, με τη δειλία μου. Γιατί; Γιατί δεν άφηνα την οργή μου να εκδηλωθεί; Γιατί δεν διέλυα τον κόσμο ολόκληρο από τη στιγμή που ήταν τόσο σκληρός και άδικος; Γιατί;

Ίσως για να δω αν αυτή η ομάδα που μου κάνει τη ζωή μαύρη έχει τελικά κάποιο στοπ στα δικά της όρια ή αν τα γκρεμίζει όλα στο πέρασμά της για να τα διευρύνει όσο περισσότερο μπορεί. Αφού δεν γίνεται να πάω πέρα από τα δικά μου, μιας και ό,τι κι αν συμβαίνει μένω κλεισμένος ασφυκτικά μέσα τους, ας είμαι εγώ η γραμμή εκείνη που κάποιοι θα υπερπηδήσουν για να φτάσουν λίγο παραπέρα. Και ύστερα λίγο ακόμα. Και λίγο περισσότερο.

Το νούμερο ένα της λίστας ήταν γραφτό να γεννηθεί μια Πέμπτη. Ήταν στο μεγάλο διάλλειμα, και κάποιοι είχαν κυλήσει έναν κάδο σκουπιδιών στην πίσω πλευρά του σχολείου, προφανώς για να μην είναι ορατός από το γραφείο των καθηγητών. Ναι, καλά καταλάβετε, με πέταξαν μέσα. Την πήδησαν τη γραμμή. Ύστερα την έβαλαν λίγο παραπέρα: άδειασαν κι άλλα σκουπίδια πάνω μου, με έκαναν χάλια από σοκολάτες, γάλατα, μισοφαγωμένες τυρόπιτες. Και ύστερα την έφτασαν ως εκεί που δεν πήγαινε.

«Λούστε τον, τον πούστη!» Στην αρχή δεν κατάλαβα, νόμιζα ότι απλά έχυσαν ένα κουτάκι αναψυκτικό πάνω μου, ίσως πορτοκαλάδα χωρίς ανθρακικό, αλλά μετά από λίγο άρχισα να το πιάνω. Τους είδα κιόλας. Σκαρφαλωμένοι σε μια μάντρα για να είναι πάνω από τον κάδο, είχαν βγάλει τα πουλιά τους έξω και με κατουρούσαν. Με κατουρούσαν! Ποια γραμμή; Εδώ δεν υπήρχε γραμμή, δεν υπήρχε τίποτα. Τίποτα…

«Άνοιξε το στόμα σου χοντρούλη», έκαναν. «Πιες λίγο». Και δώσ’ του βρισιές, δώσ’ του χάχανα.

Αυτή τη φορά δεν έφτασα σε κανένα παρά τσακ, δεν υπήρξε θυμός, δεν ήθελα να ουρλιάξω μέχρι να ξυπνήσω τους νεκρούς. Αυτή τη φορά δεν υπήρχε τίποτα. Μοναχά ένα κενό. Χωρίς πάτο. Που πέφτεις, και πέφτεις, και πέφτεις…

Και ύστερα έρχονται οι άδειες μέρες, που θέλεις να χτυπήσεις το κεφάλι σου στον τοίχο, να τελειώνεις μια και καλή, που θέλεις να πληγώσεις το άσχημο κορμί σου, να το εξαφανίσεις από προσώπου γης. Εκείνες οι μέρες που θέλεις να σε πνίξουν τα δάκρυα –αλήθεια, να σε πνίξουν, να σε στείλουν στο διάολο–, ή να πάρεις ένα μαχαίρι και να σφάξεις οποιονδήποτε έχει γελάσει εις βάρος σου, να τον σφάξεις και ύστερα να πιεις το αίμα του. Είναι εκείνες οι μέρες που το μυαλό σου πονάει, που δεν αντέχει. Δεν αντέχει, γαμώτο, δεν αντέχει…

 λογότυπο μικρότερο6ος ΔΙΕΘΝΗΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ / ΕΠΑΙΝΟΣ

Δεύτερο διήγημα:  Μαρία Καλογεράκη-Βεζυριάνα

Μια μέρα… όχι σαν όλες τις άλλες

Άλλο ένα πρωϊνό σαν όλα τα άλλα. Διασχίζω το μικρό άλσος κοντά στο σπίτι μου στο δρόμο για το σχολείο. Κάνει κρύο και σήμερα. Η αναπνοή μου γρήγορη και παγωμένη. Περπατώ σκυφτός με τα ακουστικά στα αυτιά προσπαθώντας να ξυπνήσω με την ένταση της μουσικής. Σιγοτραγουδώ τα λόγια του τραγουδιού:

Και δεν αντέχεις όλα αυτά που σε χαλάνε, τα όνειρά σου τις ελπίδες σου σκορπάνε, αρρώστια είναι, κοντά μου μείνε, μόνο μαζί θα καταφέρουμε πριν είναι, αργά για σένα, αργά για μένα, αργά για όλα αυτά που σού ‘πανε να είσαι…

Νιώθω το σακίδιο στην πλάτη σα βαριά τιμωρία, έχω κατεβάσει την κουκούλα του φούτερ μέχρι τα μάτια. Τα χέρια μου χωμένα στις τσέπες του λιωμένου μου τζην ως συνήθως, μόνο που σήμερα το επιβάλλει η παγωνιά και όχι το γνώριμο στυλάκι μου. Κλωτσάω τα ξερά φύλα που είναι στρωμένα στο πλακόστρωτο. Φτάνω στο δρόμο και προσπερνάω κάνοντας ένα κύκλο πίσω από το σκουπιδιάρικο που αδειάζει τους κάδους. Βρώμα και φασαρία. Ένα αδέσποτο σκυλί μαζεύεται απρόθυμα σε μια άκρη, αφού μόλις το έσπρωξε βίαια με το πόδι του ένας άντρας. Έφραζε το κατώφλι του μαγαζιού του. Τον κοιτάζω προκλητικά με μια έκφραση αηδίας, αφήνoντας μια βρισιά να βγει απ’ τα χείλη μου. Μ’ ακούει και ανταποδίδει «τι κοιτάς ρε κωλόπαιδο»;

Συνεχίζω να περπατώ, στρίβω στη γωνία προς το περίπτερο. Δε γουστάρω αυτούς που την πέφτουν στα αδέσποτα, μου φέρνουν αναγούλα. Παίρνω ένα κρουασάν και τσιγάρα. Ο πατέρας μου τό ‘κοψε πριν πέντε χρόνια. Έπαθε έλκος από το άγχος του και τό ‘κοψε. Του μοιάζω, δε μ’ αρέσει να μιλάω. Η μάνα μου λέει ότι με το τσιγκέλι μου βγάζει τις λέξεις. «Ίδιος ο πατέρας σου…» Πλησιάζω στο φωτοτυπάδικο. Το προαύλιο του 52ου Λυκείου φαίνεται από δω. Η καρδιά μου αρχίζει να χτυπά δυνατά, τα χέρια μου ιδρώνουν, ξαφνικά αρχίζω να ζεσταίνομαι. Το στόμα μου έχει ξεραθεί, η μουσική στα αυτιά μου ακούγεται σαν ακαθόριστη βουή, δεν ακούω πια τα λόγια. «Το κέρατό μου, πάλι εδώ είναι οι παλιομαλάκες, σαχλαμαρίζουνε πάνω στα μηχανάκια τους». Κάνω μεταβολή χωρίς δεύτερη σκέψη, ξαναπερνάω μπροστά από το φωτοτυπάδικο και μπαίνω στο δρομάκι που βγάζει στον παράλληλο της οδού Μερκούρη. Τρία τετράγωνα πιο κάτω φτάνω στο άλσος. Κάθομαι στο παγκάκι δίπλα στο τοιχείο της τράπεζας για να κόβει το κρύο. Ανάβω τσιγάρο. To τελειώνω με βιαστικές ρουφηξιές και ανάβω δεύτερο. Είναι η τρίτη μέρα που τη βγάζω στο παγκάκι του άλσους…

– Ήρθες αγόρι μου, πως πήγε το σχολείο;

– Καλά. Κλείνομαι στο δωμάτιο μου και βάζω τσίτα τη μουσική.

– Έντυ το φαγητό είναι έτοιμο. Δεν απαντάω.

– Χαμήλωσε το βρε παιδί μου να μπορούμε να συνεννοηθούμε.

– Ωχ ρε μάνα άσε με δεν πεινάω.

– Πάλι δεν πεινάς; Τι έχεις;

– Τίποτα παράτα με σου λέω, έφαγα έξω.

Ξαπλωμένος στο κρεβάτι κοιτάζω το ταβάνι. Με τα χέρια μου παίζω ντραμς στον αέρα, οι κινήσεις μου είναι όλο και πιο γρήγορες. Μένω εκεί δεν ξέρω για πόσο, μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Μόνο τότε δε σκέφτομαι. Όταν ανοίγω τα μάτια μου είναι σκοτεινά έξω. Αισθάνομαι κουρασμένος, δεν έχω όρεξη για τίποτα. Βγαίνω από το δωμάτιο για τουαλέτα. Δεν είναι κανείς έξω. Η μάνα μου έχει φύγει για τη δουλειά, είναι απογευματινή σήμερα. Ευτυχώς γιατί δεν αντέχω να με πρήζει. Ο πατέρας μου κοιμάται, έχω να τον συναντήσω πάνω από βδομάδα τώρα που είναι οδηγός στα φορτηγά. Κάθομαι στον υπολογιστή και παίζω LOL. Χάνομαι σε ένα φανταστικό κόσμο. Εκεί είμαι δυνατός, άτρωτος δε φοβάμαι τίποτα. Κάποια στιγμή ακούω τον πατέρα μου που ετοιμάζεται για τη δουλειά. Το ρολόι δείχνει 05:00. Την πέφτω για ύπνο.

– Έντυ ξύπνα, είναι τρεις. Πρέπει να μιλήσουμε.

–  Άσε με ρε μάνα νυστάζω.

– Ξύπνα αγόρι μου δεν πήγες στο σχολείο;

– Πήγα.

– Έντυ με πήρε ο διευθυντής τηλέφωνο, με ρώτησε αν είσαι άρρωστος, έχεις τρεις μέρες να πας στο σχολείο. Τι συμβαίνει;

– Τίποτα δε συμβαίνει, δεν έχω όρεξη.

– Έντυ ανησυχώ, έχεις μπλέξει πουθενά παιδί μου;

– Δεν έχω μπλέξει σου είπα παράτα με, αύριο θα πάω εντάξει;

Το βράδυ ο πατέρας μου ήρθε να μου μιλήσει. Τον έβαλε η μάνα. Με ρώτησε τα ίδια, αν έχω κάτι, γιατί δεν πήγα στο σχολείο, αν έχω μπλέξει με παρέες και κάνω κοπάνες. Δεν είπα τίποτα. Τι να πω; ότι ο γιος του είναι κότα; Είναι ένας δειλός;  Ότι κάτι τζογλάνια τον στρίμωξαν και του πήραν το κινητό; Ότι σ’ αυτή την κωλογειτονιά που ήρθαμε δεν ξέρω κανένα; Ότι είμαι πάλι ένας ξένος, όπως τότε που ήρθαμε μετανάστες;  Ότι είμαι συνέχεια μόνος και θυμωμένος;  Ότι θέλω μόνο να κοιμάμαι και να μη σκέφτομαι;  Ότι θέλω να γίνω μουσικός αλλά δεν έχουμε λεφτά για μαθήματα μουσικής; Όχι δεν είπα τίποτα απ’ αυτά. Δεν μπορούσα να πω τίποτα, ούτε σ’ αυτόν που δουλεύει από τα αξημέρωτα για να ζήσουμε, ούτε στη μάνα μου που φροντίζει μια ανοϊκή γρια για να τα βγάζουμε πέρα. Ντρέπομαι, θέλω να βγω έξω, να πάρω αέρα. Νιώθω να πνίγομαι. Ανοίγω την πόρτα και φεύγω τρέχοντας. Πηδάω τα σκαλιά σχεδόν χωρίς να ακουμπάνε τα πόδια μου κάτω. Βγαίνω στο δρόμο και αρχίζω να τρέχω, να τρέχω, να τρέχω.

Η Μαρίνα δε με ξαναπήρε τηλέφωνο. Και να πήρε δεν το ξέρω αφού δεν έχω πια κινητό. Πριν μετακομίσουμε της ζήτησα να βρεθούμε. Δεν την άφησαν οι γονείς της να έρθει. Δικαιολογίες, αν ήθελε θα έβρισκε τρόπο. Απλώς δε με γούσταρε πια. Στο facebook την είδα με την κολλητή της στο πάρτυ του Νίκου. Ήταν χαρούμενη. Εμένα δε με είχαν καλέσει. Την άλλη βδομάδα γίνομαι 16. Κι αυτή μια μέρα ίδια σαν τις άλλες. Ξενερώνω με τις γιορτές, έχω να γιορτάσω τα γενέθλιά μου από τότε που ήμουν 8. Μπαίνω στο λεωφορείο. Φτάνω έξω από το παλιό μου σχολείο. Σε λίγο θα σχολάσει. Θα της μιλήσω. Μετά από λίγο τη βλέπω να βγαίνει και σφίγγεται το στομάχι μου, είναι αγκαλιά με το Νίκο. Θέλω να τον χτυπήσω. Χτυπάω το χέρι μου στο δέντρο. Μπαίνω πάλι στο λεωφορείο και φεύγω. Μια κυρία με ένα μικρό αγοράκι με κοιτάζει περίεργα. Το χέρι μου τρέχει αίμα. Περίεργο, δε νιώθω πόνο.

Στο άλσος συναντώ τον αδέσποτο σκύλο, είναι χτυπημένος, κουτσαίνει στο πίσω δεξί πόδι. Τον πλησιάζω επιφυλακτικά και του χαϊδεύω το κεφάλι. Στην αρχή γρυλίζει απειλητικά αλλά μετά το γρύλισμα γίνεται κλάμα ευγνωμοσύνης. Σέρνεται στα πόδια μου και κουρνιάζει. Μου ανεβαίνουν δάκρυα στα μάτια, σκουπίζομαι γρήγορα με το μανίκι μου, κοιτάζω τριγύρω να δω αν με βλέπει κανείς. Αισθάνομαι μια παράξενη υγρασία. Το σκυλί, μου γλύφει τα ξεραμένα αίματα στο χέρι μου.

– Τι είναι φιλαράκο; Μοιάζουμε εμείς οι δύο. Μόνοι και πληγωμένοι. Κι εσένα σε παράτησε η γκόμενα; Γυναίκες φίλε, δε βγάζεις άκρη. Μη σκάς ρε, θα γνωρίσεις άλλη καλύτερη, δε θα τη νοιάζει που είσαι μπατίρης και κουτσός, έτσι είναι η αληθινή αγάπη.

Εκείνο το μεσημέρι ακόμα και κουτσαίνοντας ο νέος μου φίλος με ακολούθησε μέχρι το σπίτι. Ανέβηκα βιαστικά, βρήκα κάτι αποφάγια της προηγούμενης μέρας και του τα πήγα. Τα κατάπιε αμάσητα. Βλέποντας τον να μου κουνάει την ουρά ευχαριστημένος και χορτάτος συνειδητοποίησα ότι είναι το δικό μου στομάχι που γουργουρίζει. Μάλλον έπρεπε να φάω κι εγώ κάτι μήπως και παρηγορηθώ. Είχε φακές. Μου φάνηκαν πιο νόστιμες από ότι συνήθως. Ίσως και να ήταν η ιδέα μου.

Αν ζούσε ο Αλέξανδρος θα ήταν 24 ετών. Όλα θα ήταν αλλιώς, ίσως η μάνα μου να γελούσε συχνότερα, ίσως ο πατέρας μου να μιλούσε πιο πολύ, ίσως εγώ να μην ένιωθα τόσο μόνος. Άρεσε και σε κείνον η μουσική, έπαιζε κιθάρα. Η κιθάρα είναι το μόνο πράγμα που έχω από τον αδελφό μου. Η μάνα μου δεν ήθελε να τη βλέπει, της τον θύμιζε. Ο πατέρας μου ήταν αυτός που την έπεισε να μην τη δώσει, όταν είδε πόσο πολύ την ήθελα. Τις περισσότερες φορές νομίζω ότι η μάνα μαλώνει τον Αλέξαν-δρο και όχι εμένα όταν παίζω δυνατά. Όχι για τη μουσική, αλλά γιατί ήταν έφηβος, χαρούμενος και ζωηρός. Πέθανε επειδή xαιρόταν τη ζωή. Χόρευε στο δρόμο με την παρέα του, δοκίμαζε μια καινούρια φιγούρα, δεν υπολόγισε καλά και χτύπησε με τον αυχένα στο πεζοδρόμιο. Πέθανε ακαριαία. Οι γονείς μου πήραν την κάτω βόλτα από τότε. Κι εγώ; Μεγάλωσα μόνος στη σκιά του. Πέθανε. Πoια είναι όμως τα όρια της ζωής και του θανάτου; Πως γίνεται να είναι τόσο ζωντανός κάποιος πεθαμένος; Πως γίνεται να τον σκέφτεσαι κάθε μέρα για οκτώ ολόκληρα χρόνια; Γιατί δεν πεθαίνει επιτέλους στα αλήθεια να μας αφήσει ήσυχους; Είμαι κι εγώ εδώ Αλέξανδρε και ζω στα αλήθεια! Γιατί μου κλέβεις τη ζωή μου; Έχω φτάσει στα όριά μου. Ώρες, ώρες, νομίζω ότι τρελαίνομαι. Το μυαλό μου παίζει περίεργα παιχνίδια. Τη μία είναι απενεργοποιημένο και την άλλη με πνίγουν σκέψεις και εικόνες. Φοβάμαι, φοβάμαι τι θα σκεφτώ το επόμενο λεπτό και αν δε σκεφτώ τίποτα, φοβάμαι ότι είμαι κι εγώ πεθαμένος.

Προσπαθώ να κάνω τις σκέψεις μου τραγούδια, να ξορκίσω τη σιωπή και το φόβο. Δεν τα καταφέρνω πάντα. Μοιάζει χωρίς νόημα το χάος του μέσα μου. Δεν έχω τραγουδήσει σε κανέναν τα τραγούδια που γράφω. Οι λέξεις έρχονται από μόνες τους και βγαίνουν σα χείμαρρος στο χαρτί. Σημειώνω βιαστικά σε πρόχειρα χαρτάκια που μένουν σα μυστικά, κρυμμένα αυστηρά στους τέσσερις τοίχους του δωματίου μου. Δεν μπορώ να τα μοιραστώ, θα είναι σαν να διαρρέουν οι βαθύτερες σκέψεις μου. Μακάρι να μπορούσα να τα κάνω μουσική. Τα τσαλακωμένα χαρτάκια με τους σκόρπιους στίχους που σέρνονται στο πάτωμα είναι σαν τα κομμάτια ενός παζλ. Του παζλ της ψυχής μου. Σίγουρα η μουσική έχει τη δύναμη να τα ενώσει σε μια συνέχεια, να βάλει πλαίσιο και να δομήσει τα όσα θολά και ασύνδετα με βασανίζουν. Φαντάζομαι ότι με ένα μαγικό τρόπο αυτό που θα βγεί θα είναι λυτρωτικό.

Το βράδυ ονειρεύτηκα ότι ήμουν μέλος μιας μπάντας. Έπαιζα κιθάρα και τραγουδούσα τα τραγούδια μου. Ένιωθα ευτυχισμένος και γεμάτος. Από κάτω είχε πολύ κόσμο, αγόρια και κορίτσια που ήξεραν τα λόγια και τραγουδούσαν μαζί μου. Όταν τελείωσε η παράσταση με πλησίασε ένας νεαρός και με αγκάλιασε. Το πρόσωπό του ήταν ήρεμο και χαρούμενο. Έσκυψε κοντά μου και μου είπε: «να κυνηγήσεις το όνειρό σου». Ήταν ο Αλέξανδρος. Το επόμενο πρωί ξύπνησα και αισθανόμουν ανάλαφρος σαν πούπουλο. Ετοιμάστηκα για το σχολείο.

Το σκυλί με περίμενε κάτω από το σπίτι. Ένα χαμόγελο έσκασε αβίαστα στο πρόσωπό μου. Είχα καιρό να χαρώ με κάτι.

– Καλημέρα μούργο, είσαι καλά;

Το σκυλί με συνοδεύει στο δρόμο για το σχολείο. Μόλις σταματάω, σταματάει κι αυτό. Ξεκινάω και με ακολουθεί.

– Δεν έχεις που να πας; Παρέα ψάχνεις; Οκέι, πάμε μαζί.

Περπατώντας με τον τετράποδο συνοδό μου σκέφτομαι ότι είναι καιρός να σταθώ στα πόδια μου. Πάει καιρός που ακροβατώ σε τεντωμένο σκοινί. Βαρέθηκα να είμαι μόνος και θυμωμένος. Θέλω να ζήσω. Και αν αρχίσω να χαίρομαι και γίνει κάτι κακό και έρθουν όλα τούμπα ας γίνει. Τουλάχιστον δε θα φοβάμαι πια. Τόσα χρόνια ένιωθα ότι όποιος χαίρεται τη ζωή κινδυνεύει να πεθάνει, όπως ο Αλέξανδρος. Τελικά κατάλαβα ότι ο φόβος είναι χειρότερος από το θάνατο. Σήμερα θα πάω στο σχολείο ότι κι αν γίνει. Γυρίζω στο μούργο. -Ναι ρε φίλε, σήμερα θέλω να είναι μια μέρα διαφορετική, όχι σαν όλες τις άλλες. Χτες το βράδυ  έγραψα κι ένα τραγούδι. Θες να στο πω; Το σκυλί με κοιτάζει με απορία. Έχει κόψει το κρύο. Βγάζω την κουκούλα και αρχίζω να σιγοτραγουδάω:

Θέλω να σπάσω τα δεσμά που με κρατάνε, να δω τα όνειρα μπαλόνια να πετάνε, θέλω η ψυχή μου στον αέρα ν’αρμενίζει, το παρελθόν μου σαν  κερί  θέλω να σβήσει, καινούρια μέρα από τώρα ξεκινάει, βάζω φτερά, πετώ ψηλά και όσο πάει, δεν έχει όρια αυτό που μου συμβαίνει, δεν έχει σύνορα, φραγμούς, πένθος στο χέρι, είμαι ελεύθερος ρε φίλε και το ξέρω, έχω νικήσει ήδη, νά ‘μαι ανασαίνω.

-*****************************-

Το πρώτο διήγημα είναι το Εκτός ορίων χρωματολογίου, της Σοφίας Καλογερίδου, της οποίας η συλλογή διηγημάτων Ο Τσονγκλασέ απ’ το πρωί ψάχνει μαλλιά, κυκλοφόρησε τον Απρίλιο από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες.

λογότυπο μικρότερο6ος ΔΙΕΘΝΗΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ / ΕΠΑΙΝΟΣ

Σοφία Καλογερίδου

Εκτός ορίων χρωματολογίου

Προχωράω μπροστά. Ξεμακραίνω. Χάνομαι απ’ το υπόλοιπο γκρουπ. Βγαίνω απ’ το πρώτο μπλοκ και συνεχίζω. Ακολουθώ κάτι Πορτογάλους. Η ξεναγός τους μιλάει στα αγγλικά.

– Να εδώ, εδώ. Βλέπετε; Στατιστικά για τους Ουκρανούς, τους Ρώσους… οι Πολωνοί την πλήρωσαν πιο ακριβά απ’ όλους. Επικεντρώνεται σε σημεία στις μεγάλες αφίσες με τα πλέξιγκλας.

Βγαίνω. Ανάβω τσιγάρο. Ήλιος σκαστός χώνεται παντού. Τρυπώνει στους πόρους. Παγωμένος αέρας ανταγωνίζεται με πορτοκαλιές ισχνές αχτίδες. Διεκδικούν σκασμένο δέρμα στις παρυφές των χειλιών. Και τα χέρια μου έσκασαν. Πλήγιασαν εκεί που φύεται το μικρό δαχτυλάκι. Ακούω σκυλιά. Άγρια. Αλλόφρονα. Νηστικά. Το δέρμα μου είναι πιο μελαψό. Είμαι όρθια. Δεν ξέρω πόσες ώρες τώρα, μπορεί τέσσερις, μπορεί και πέντε. Μες το κρύο. 29 Δεκεμβρίου. Στο σπίτι θα σφάζαμε το γουρούνι σήμερα. Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Μα αν κλείσω τα μάτια μου θα βρεθώ στο σπίτι. Θα παίζουν βιολιά γύρω απ’ τη φωτιά. Θα μαζευτούμε όλοι οι Ρομανί του χωριού γύρω απ’ τη μεγάλη φωτιά τρώγοντας και πίνοντας. Κι εγώ θα χαζεύω τον Γιάνος. Θα είναι λες και είμαστε μόνοι εγώ κι αυτός. Μονάχος θα είναι στο πλάνο μου. Θα γεμίσει τα μάτια μου.

Πλησιάζει ο Φριτς, ο αξιωματικός – ο χειρότερος απ’ όλους τους – σκυλιασμένος πιο πολύ κι απ’ τον Έκτορα το Βέλγο. Όταν γαυγίζει ο Έκτορας τα σάλια του στάζουν αφρούς γύρω απ’ το στόμα στην παγωμένη γη. Λένε πως ο Έκτορας τρέφεται από σάρκες δικών μας. Εμείς οι Τσιγγάνοι, πιο μισητοί κι απ’ τους Εβραίους, πιο μελαψοί απ’ όλους τους άλλους εδώ. Τους χαλάμε το χρωματολόγιο. Δεν έχει όλον τον χρωματικό κύκλο. Κόψαν και κράτησαν ένα τόξο. Η απόχρωσή μας δεν είναι μέσα. Μας απεχθάνονται. Ίσως επειδή σιγοτραγουδάμε ακόμα κι όταν μας εκτελούν. Ίσως γιατί δεν μπορούν να μας βάλουν σε καλούπι. Τους ξεφεύγουμε.

Κάθε μέρα διαλέγουν τους πιο αδύνατους για το κρεματόριο. Η θεία μου λέει τα πρωινά να φοράω όλα μου τα ρούχα από μέσα. Να δείχνω πιο ψωμωμένη.

Θ’ αντέξω. Την άλλη φορά άντεξα έξι ώρες. Όταν μας αφήσανε πήγα χώθηκα στον κόρφο της θείας. Έβαλα τα ξύλα που έχω για πόδια ανάμεσα  στα τροφαντά άλλοτε μπουτάκια της κι αποκοιμήθηκα. Οι ψείρες μόνο μ’ ενοχλούσαν. Πλήγιασαν το κεφάλι μου. Ξύνω ξεραμένα αίματα. Άμα πιάσω καμιά την τρώω. Περίεργη γεύση. Τη μασάω ώρα πολύ να τη γευτώ, να φτάσει ως στον ουρανίσκο.

Εκείνο το βράδυ είδα στον ύπνο τον παππού όταν με πήγε στη Βουδαπέστη. Πάνω ψηλά στον Πύργο των Ψαράδων και στην Πλατεία των Ηρώων και στο λόφο του Γκέλερ. Και μ’ αγόρασε βούρτσα και καθρεφτάκι να χτενίζω τα μαλλιά. Και μου είπε έχεις τα μαλλιά της γιαγιάς σου. Παντού με πήγε. Άμα γυρίσουμε θα πάρουμε πάλι άλογα. Με τ’ άλογο με πήγε στη Βουδαπέστη. Το ’39 ήτανε. Έκλεινα τα δεκατρία. Τρία χρόνια πριν μας φέρουν εδώ.

Το πρωί που ήρθαν να μας πάρουν δε θα το ξεχάσω ποτέ μου. Μας διέταξαν να πάρουμε τα πράγματά μας και σε μια ώρα να είμαστε όλοι στο σταθμό. Μαζί μου πήρα μια κουβέρτα, ένα πιρούνι κι ένα κουτάλι. Και το σάλι της μάνας που ‘χω για ενθύμιο. Μας φόρτωσαν όλους εξήντα άτομα σ’ ένα βαγόνι. Δεν υπήρχε χώρος ούτε να απλώσεις τα πόδια να ξεμουδιάσεις. Ούτε νερό ούτε αέρας ν’ ανασάνεις. Σταματούσαμε και σ’ άλλους σταθμούς και φορτώνανε κόσμο. Φωνάζαμε, χτυπούσαμε να μας ανοίξουν να πάμε για την ανάγκη μας, να πάρουμε λίγο αέρα. Απ’ τις χαραμάδες έβλεπα που φορτώνανε κόσμο τρομαγμένο. Κι άκουγα. Φασαρίες, κλάματα μωρών κι άγριες φωνές. Πιο πολύ Εβραίους παίρναμε απ’ όπου σταματούσαμε. Ακουγόταν κλάματα από τ’ άλλα βαγόνια. Εμείς δεν καταδεχόμασταν να κλαψουρίσουμε, μόνο τους φωνάζαμε, τους βρίζαμε στα τσιγγάνικα και τραγουδούσαμε.

Όταν φτάσαμε δυνατή μουσική και σκυλιά αγριεμένα παντού. Μας βάλανε στη σειρά. Μια γραμμή οι γυναίκες μια οι άντρες. Εκεί ένας με στολή τράβηξε τη μάμι μου απ’ τη γραμμή. Την έσπρωξε ν’ ακουλουθήσει άλλους γέρους και γριές, μωρά μικρά που κλαίγανε, σε άλλη γραμμή παραδίπλα. Γερή γριά η μάμι μου μόνο που κούτσαινε λίγο απ’ τ’ αριστερό, από όταν έπεσε από τ’ άλογο, κοπέλα ακόμα. Σ’ εκείνη τη γραμμή ήταν και τρία ξαδέρφια μου μικρά. Δεν τους ξαναείδαμε.

Μας έβαλαν σε μια αίθουσα γυμνές και όρθιες όλη τη νύχτα. Την επόμενη μας κούρεψαν και μας χτύπησαν το νούμερο.

«Τούτο το στρατόπεδο έχει μονάχα μία έξοδο: την ψηλή μαύρη καμινάδα απ’ όπου βγαίνει ο πηχτός εκείνος καπνός. Όλοι σας θα περάσετε από κει…» μας είχε πει ο ξανθομπούμπουρας ο αξιωματικός όταν έκανε τη διαλογή στην είσοδο.

Σε πέντε μέρες που έμαθα για τα κρεματόρια κατάλαβε τι εννοούσε. Κόντεψα να σαλέψω. Μα έπρεπε να κρατηθώ. Τότε είχα μαζί και την αδερφή μου. Δυο χρόνια μικρότερη. Έπρεπε να της σταθώ. Πέθανε από πνευμονία πριν έξι μήνες. Την έτριβα τα βράδια στο στήθος, τη σκέπαζα με το σάλι. Δεν τα κατάφερε. Μάνα δεν έχω. Πέθανε στη γέννα του αδερφού μας του μικρού. Αυτός γλύτωσε ευτυχώς. Κάτι συχωριανοί Μαγυάροι τον πήρανε σπίτι τους. Δεν είχαν παιδιά. Μας είπαν δώστε τον. Δε θ’ αντέξει το ταξίδι. Δυόμισι χρονών μωρό. Δεν ξέραμε που ερχόμασταν. Αλλιώς θα παίρναμε τα άλογα κι όπου φύγει φύγει. Μας είπαν πάτε σε στρατόπεδο για να είστε με άλλους δικούς σας. Εκεί δε θα έχετε κανέναν κίνδυνο. Θα ζείτε όλοι μαζί. Ευτυχισμένοι. Μονιασμένοι. Εδώ δε σας θέλουνε. Τρεις την ώρα έχετε προβλήματα. Εκεί θα βρείτε την ησυχία σας. Θα είστε όλοι ίδιοι. Αμ εδώ που ήρθαμε δε μας θέλει κανένας. Ούτε οι Πολωνοί, ούτε οι Εβραίοι. Μόνο οι κουμμουνιστές δε μας στραβοκοιτάνε. Είμαστε όλοι ίσοι, μας λένε στα κρυφά και ζητάνε να ξεσηκωθούμε μαζί τους. Μα εμείς δε θέλουμε μπλεξίματα. Θέλουμε μόνο να γλυτώσουμε, να φύγουμε πίσω στην πατρίδα. Να ξανακάνουμε το κοπάδι τ’ άλογα. Κάνουμε κουράγιο μέχρι να ξημερώσει κείνη η μέρα.

Το ξύλο και τις βουρδουλιές τα συνηθίσαμε. Αυτό που δε συνηθίζεται με τίποτα είναι η πείνα. Όταν μας βγάζουν έξω στα χωράφια τρώω ότι βρω. Σκαθάρια, σκουλήκια που βρίσκω άμα σκάψω μες το χώμα, χόρτα αν έχουν φυτρώσει. Το χειμώνα δεν έχει τίποτα. Μόνο χώμα πετρωμένο και χιόνι. Και κρύο μπόλικο που τρυπώνει στα κόκαλα μου και με θερίζει. Τότε μετράω ως το χίλια και ύστερα τραγουδάω τραγούδια δικά μας που μ’ έμαθε η μάνα. Κλείνω για δευτερόλεπτα τα μάτια να τη δω μπροστά μου. Ασθμαίνομαι τη μυρουδιά γύρω απ’ το λαιμό της όταν με κρατούσε αγκαλιά τα βράδια κοντά στη φωτιά. Αυτή τη μυρωδιά προσπαθώ να θυμηθώ μπας και ξεχάσω την άλλη που γαντζώθηκε πάνω μας από τη μέρα που ήρθαμε.

Γκρίζα και χειμωνιάτικη ήταν η μέρα που φτάσαμε εδώ. Κακοντυμένοι άνθρωποι με βρώμικες φόρμες ριγωτές μας κοίταζαν παράξενα. Κι εκείνη η μυρουδιά καμένου κόλλησε στη μύτη μας. Τρύπωσε στα ρουθούνια μας. Πότισε θαρρείς τους πόρους μας. Κόλλησε στο είναι μας. Τώρα πια τη συνήθισα. Αφού όταν πάμε στα χωράφια και γυρνάμε δε μου φαίνεται άλλο ξένη. Γρήγορα τη συνηθίζω πάλι.

Έγινα το νούμερο «8670039». Μου δώσανε και φόρεσα ένα φόρεμα με λεκέδες από αίματα και δυο παπούτσια άλλο νούμερο το ένα από τ’ άλλο. Το φαγητό είναι ένα αηδιαστικό μαύρο ζουμί. Πότε πότε έχει και κανένα κομματάκι σάπια πατάτα με τις φλούδες. Αλλά η μπιμπί μου λέει φάτο να κρατηθείς στα πόδια σου. Φάτο να μη σε πάρουνε στη διαλογή. Το βράδυ κοιμόμαστε είκοσι κοπέλες σ’ ένα σανίδι. Άμα θέλει καμιά να γυρίσει πλευρό γυρίζουμε όλες. Έτσι κορμί με κορμί κρατάμε ζέστη. Κι άμα κάποια την πιάσει το παράπονο κι αρχίσει να κλαίει, την κρύβει στον κόρφο της η διπλανή μην την ακούσουνε κι έχει μπελάδες.

Κάθε πρωί ανάμεσα στο πρώτο κτίριο και στον τοίχο 265 αραδιάζουν τους νεκρούς της ημέρας. Άμα περνάμε για τα χωράφια έξω, κοιτάζω μήπως δω ανάμεσά τους τον πατέρα, τους θείους ή τα ξαδέρφια. Ρίχνω κλεφτές ματιές και νιώθω τυχερή πολύ που δεν είμαι ανάμεσά τους. Από καιρό σε καιρό βλέπω κι από κανέναν συχωριανό στη ντάνα και πιάνεται η ψυχή μου.

Δυο ξαδέρφια μου είναι ζόντερκομάντο. Άλλοι μας το είπανε. Αυτοί δε λένε τίποτα. Προχωράνε σκυμμένοι. Οι υπόλοιποι που είναι μαζί τους είναι Εβραίοι. Κουβαλάν τα πτώματα κάθε μέρα στα κρεματόρια. Τους κουβαλάν λέει στους φούρνους. Τους βάζουν πάνω σε ένα σαν ανεβατόρι. Μόνο που δεν πάει προς τα πάνω, μα οριζόντια, κινείται σε ράγες, μέσα στο στόμα του φούρνου που τους καταπίνει. Αυτά μας τα είπανε οι κουμμουνιστές. Μπορεί και να είναι ψέματα όλα για να ξεσηκωθούμε. Οι δικοί μας δε λένε τίποτα άμα τους ρωτάμε. Μόνο πάνε σκυμμένοι κάθε μέρα. Σαν πεθαμένοι μοιάζουνε. Σαν αυτούς που κουβαλάνε, μόνο που κουνιούνται. Και τα μάτια τους γυάλινα θαρρείς, ψεύτικα. Ίδια με της κούκλας που μου είχε χαρίσει ο παππούς όταν έκλεινα τα εφτά.

Τον παππού μου έχω έξι μήνες να τον δω. Είναι γερός άντρας, θηρίο. Μπορεί να ζει, να τον πήγαν πουθενά αλλού για δουλειά. Σε άλλο στρατόπεδο. Τέτοιους άντρες θηρία τους θέλουνε. Όσο οι άλλοι να σηκώσουν ένα σακί αυτός έχει βάλει τρία στην πλάτη του. Είναι ο πιο δυνατός τσιγγάνος του χωριού μας. Κι ας είναι γέρος. Δεν έχασε τη δύναμή του από τότε που ήταν νέος. Έτσι λένε όλοι. Και τον σέβονται. Κι έρχονται να τον συμβουλευτούν όλοι στο χωριό και οι τσιγγάνοι κι οι Μαγυάροι άμα έχουνε ζόρια. Κάθε μα κάθε μέρα θυμάμαι την παροιμία που μας έλεγε συχνά πυκνά:

Χαβ, πιάβ, τζιβάβ, μεράβ -σόσκετεχουλαϊνάβ;

(Τρώω, πίνω, ζω, πεθαίνω -γιατί να επικρατώ;)

Η μπίμπι βρίσκει εφημερίδες. Με βάζει και τις τρώω. Αναγουλιάζομαι. Λέει με τη διάρροια θα δείχνω αρρωστιάρα. Κι άμα δείχνω αρρωστιάρα δε θα με πάρουν για πειράματα. Ούτε για βρωμοδουλειές. Αν και για βρωμοδουλειές παίρνουν απ’ τις άλλες. Εμάς δε μας θέλουν γιατί είμαστε μελαψές μου είπε. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Για πειράματα πάλι πήραν πολλούς από δω μέσα. Και παιδάκια και γυναίκες και κορίτσια. Μετά που γυρνάνε οι περισσότεροι πεθαίνουνε σε μερικές μέρες, το πολύ μια δυο βδομάδες. Έχουν πόνους τρελούς. Διπλώνονται στα δυο. Πολλά κορίτσια δεν έχουν αίμα μετά. Κι εγώ, έχει τέσσερις μήνες που δεν έχω αίμα. Καλύτερα λέει η θεία. Μάλλον απ΄ την αδυναμία θα είναι μου λέει. Όταν γυρίσουμε στο σπίτι και φάω καλά, λέει πως θα ‘μαι εντάξει. Πέντε παιδιά μου λέει να κάνω άμα παντρευτώ με τον Γιάνος. Θα ‘ρθει να με ζητήσει. Αν δεν ερχόμασταν εδώ θα είχαμε παντρευτεί. Μάζεψε τα λεφτά που ζητάνε οι δικοί μου. Αλλά κι εμείς ετοιμάσαμε τα έπιπλα. Ο παππούς τα σκάλιζε δυο χρόνια. Σα μωρά τα μίλαγε και τα χάιδευε. Κι η άμαξα σχεδόν έτοιμη είναι. Την ανέλαβε ο πατέρας. Στο γάμο θα έρθει όλο το χωριό. Οι Μαγυάροι μας αγαπάνε. Γλεντάνε μαζί μας. Τους αρέσουν τα βιολιά μας. «Τσιγγάν μας λένε. Ξέρετε να γλεντάτε. Ξέρετε και να ζείτε»

Μπλογκ 14

Μάτωσε το αριστερό μου χέρι. Το βαλκανικό μου χέρι άμαθο στο πολωνικό κρύο. Η ματιά μιας τσιγγάνας δεκαοκτώ χρονών το πολύ με καρφώνει με τ’ ασπρόμαυρο βλέμμα της.

Αλλάζω μπλογκ. Τα μαλλιά όλων αυτών των κεφαλιών από πυρόξανθα μέχρι καστανά ανοιχτά μ’ ανατριχιάσανε περισσότερο κι από τους φούρνους.

Η τσιγγάνα απ’ την Ουγγαρία χάθηκε, εξαϋλώθηκε εδώ μέσα κι ούτε μια κοτσίδα δεν έμεινε να μαρτυράει πως κάποτε πέρασε την πόρτα του Άουσβιτς με το ελαφροπερπάτημά της. Ως άλλη Αλτάνα. Των παραδουνάβιων χωριών.

Η εργασία απελευθερώνει.

 

 

Advertisements