επιλογή eyelands: Στης ζωής το όριο

Το eyelands συνεχίζει τη δημοσίευση των διηγημάτων που διακρίθηκαν στον 5ο διαγωνισμό διηγήματος με θέμα «Στα όρια». Σειρά έχει το διήγημα:

Στης ζωής το όριο του Αχιλλέα Μουστάκα //

επιλογή

//

«Τι γίνεται τώρα;»

Ο άντρας βρισκόταν σ’ ένα σκοτεινό μέρος, στο βαθύτερο σημείο του εαυτού του. Σκοτάδι παντού, δε μπορούσε να δει τίποτα και όμως ένιωθε κάτι απροσδιόριστο. Ένιωθε και αφουγκραζόταν έναν αργό χτύπο, έναν απαλό ήχο ο οποίος με βεβαιότητα δεν ήταν η καρδιά του. Ήταν κάτι καθόλου απτό, δίχως υλική υπόσταση. Οι σκέψεις είχαν παύσει. Η δραστηριότητα του κορμιού του έφθινε σιγά-σιγά διότι δε σταματάνε όλα μόλις ξεψυχήσει ένας άνθρωπος.

 

Ο Εύδοξος Καρτεσιάδης βρισκόταν στην εξοχική κατοικία του, έχοντας φύγει από τη πόλη εδώ και χρόνια. Ήταν βράδυ, ο ήλιος είχε χαθεί από τον ορίζοντα, η χειμωνιάτικη νύχτα ήταν ανέφελη με αποτέλεσμα τ’ άστρα να φαίνονται με τρομερή καθαρότητα. Ο ηλικιωμένος Εύδοξος ήταν πολύ άρρωστος και οσονούπω θα έπνεε τα λοίσθια. Είχε μισάνοιχτα τα μάτια, το μυαλό και το σώμα του βρίσκονταν στη ζωή, ή όσο δύναται κανείς να πει ζωή αυτή τη κατάσταση• πιο πολύ θεωρείται κατώφλι της ζωής.

Μπορούσε να ακούει φωνές γύρω του μα τις αντιλαμβανόταν με μια καθυστέρηση. Σιγά-σιγά, θα ήταν ένας απόηχος, μια ανάμνηση.

«Τι σημασία έχει;», σκέφτηκε και χαμογέλασε νοερά.

Σε μια στιγμή, όλα άρχισαν να αλλάζουν. Τα μάτια του έσβηναν, η όραση εξασθενούσε και το να μιλήσει ήταν αδύνατον. Προσπάθησε να μιλήσει μια τελευταία φορά, να κάνει τις φωνητικές χορδές του να κινηθούν αλλά εκείνες δε πάλλονταν. Αντιθέτως, ένας ρόγχος βγήκε από μέσα του. Όταν ο Εύδοξος συνειδητοποίησε τι γινόταν, τρόμαξε και πανικοβλήθηκε λίγο.

Ήταν μόνο εξήντα δύο χρονών και ήταν άδικο να πέθαινε.

 

Δίπλα, μια γυναίκα καθόταν σ’ ένα σκαμπό. Ονομαζόταν Θέκλα και κοιτούσε το θείο της με δάκρυα στα μάτια. Σχεδόν αυτός τη μεγάλωσε όταν εκείνη ορφάνεψε στα δεκατρία της. Τη στιγμή κατά την οποία έχασε τους γονείς της, η γη άνοιξε και ευτυχώς που βρέθηκε ο θείος Εύδοξος, δεύτερος ξάδερφος της μητέρας της.

«Γιατρέ…», ήταν το μόνο που είπε και η φωνή της ράγισε.

Ο γιατρός κούνησε το κεφάλι του, αφού έπιασε το παλμό του ασθενούς.

«Δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα πια.»

Εκείνη έκατσε πάλι στη θέση της περιμένοντας το αναπόδραστο ή κάτι που μπορούσε να αλλάξει τη μοίρα.

Όσην ώρα η Θέκλα ήλπιζε, ο Εύδοξος βρισκόταν σε αυτή τη κατάσταση. Προσπαθούσε, προσπαθούσε με όλες τις δυνάμεις του να κατανοήσει τι γινόταν. Πέθαινε; Γινόταν καλύτερα; Αν γινόταν καλύτερα, γιατί όλα έσβηναν γύρω του;

Η όραση χάθηκε. Ένα αμυδρό φως έβλεπε μόνο, η ακοή του εξασθενούσε, η αφή έπαψε να υπάρχει, το ίδιο και η όσφρηση.

Το ρολόι στο σπίτι χτύπησε οχτώ το βράδυ. Το σκοτάδι κύκλωσε τελείως τον Εύδοξο Καρτεσιάδη, η αναπνοή του σταμάτησε και όλες οι αισθήσεις εξαφανίστηκαν.

Ο γιατρός έριξε μια ματιά στον ασθενή, είδε ότι δεν υπήρχε παλμός, έκανε το σταυρό του και τον σκέπασε.

Η Θέκλα κατέρρευσε στη καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι, βγάζοντας μια πνιχτή φωνή.

 

*

Ο Εύδοξος είχε ξεψυχήσει εδώ και μισή ώρα. Η καρδιακή προσβολή που υπέστη ήταν τόσο ισχυρή και το σώμα του δε μπόρεσε να την αντέξει• τα τελευταία δύο χρόνια υπέφερε από τη καρδιά του, μα δε μπορούσε να κάνει και πολλά. Μάλιστα, το τελευταίο χρόνο γλίτωσε από του χάρου τα δόντια όταν έπαθε δύο καρδιακές προσβολές, μία το φθινόπωρο και τη δεύτερη στο τέλος της άνοιξης. Εντέλει, στη τρίτη, δε τα κατάφερε. Τρίτη και φαρμακερή δε λένε;

Ο άντρας βρισκόταν σ’ ένα μέρος γεμάτο έρεβος. Οι σκέψεις του είχαν σχεδόν παγώσει, ήταν πλέον βέβαιος ότι ήταν νεκρός και όλη του το είναι πρόσμενε κάτι. Μια αλλαγή, ίσως μια απονομή δικαιοσύνης.

Σιγά-σιγά, το έρεβος καθάριζε και χρώματα εμφανίζονταν, όχι όπως στη πραγματικότητα. Όπως βλέπεις στα όνειρα. Τα όνειρα είναι περίεργα καθώς δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα στην οποία είσαι άνετα ή ανήσυχα και πολλές φορές όταν ξυπνάς, δε μπορείς να θυμηθείς ακριβώς τι έγινε.

Έτσι έβλεπε και εκείνος τα χρώματα. Λευκό, αχνό κίτρινο, γαλάζιο, κόκκινο, μαύρο κατά τόπους.

Σε μια στιγμή, η επαφή με τα χρώματα χάθηκε και το μέρος όπου βρισκόταν ήταν περίεργα αιθέριο, με μια δόση ανησυχίας εμποτισμένο. Η ανησυχία μετατράπηκε σε φόβο, λες και κάτι άσχημο θα γινόταν, κάτι που είχε τη δυνατότητα να τον φέρει σε δύσκολη θέση.

Τότε κάτι μετατοπίστηκε. Ο Εύδοξος ένιωθε σκέψεις να κατακλύζουν το μυαλό του, η μνήμη άρχισε να λειτουργεί αλλά το τελευταίο πράγμα που θυμόταν ήταν τα γενέθλιά του και τα δώρα που του έφεραν. Και αυτή η ανάμνηση δεν ήταν η τελευταία καθώς απείχε δύο μήνες από την ημέρα του θανάτου του.

Μόλις άρχισε να παρατηρεί το μέρος όπου βρισκόταν, κατάλαβε ότι βρισκόταν σ’ ένα δωμάτιο χρώματος πολύ αχνού γαλάζιου. Δεν υπήρχαν πόρτες μα δύο πολυθρόνες τέλειες, καλαίσθητες. Όχι πολύ ογκώδεις, ούτε πολύ μικρές, και όταν κάθισε στη μια, παρατήρησε ότι ήταν ανετότατη.

Περιφερόμενος στο δωμάτιο, η ανησυχία επέστρεψε. Κάποιος, κάτι θα εμφανιζόταν, και τότε…

Η εύλογη ερώτηση γεννήθηκε στη σκέψη του.

«Που να είμαι;»

Μια άλλη στιγμή, ο Εύδοξος έστρεψε το κεφάλι του δεξιά, κοιτώντας τον ώμο του και έπαθε σοκ. Το σώμα του είχε πάψει να υπάρχει, η μορφή του όμως όχι. Κοιτώντας τα χέρια του, τα πόδια του, η μορφή ήταν άυλη και σχεδόν αόρατη. Δεν ένιωθε τίποτα και ήταν γαλήνιος, αν εξαιρέσουμε εκείνη την ανησυχία.

Ξαφνικά, μια μορφή άρχισε να αναδύεται.

*

 

Ο άντρας κατάλαβε ότι αυτή η μορφή που αναδυόταν επρόκειτο να τον ταράξει. Και μάλιστα φοβερά. Όταν δομήθηκε, είχε την ίδια υπόσταση με εκείνον δηλαδή άυλος και σχεδόν αόρατος. Η μορφή ήταν σχεδόν αντρική, απίστευτα αιθέρια και γέννησε τρεις σκέψεις στο μυαλό του.

«Θεία Δικαιοσύνη.»

«Αυστηρότητα.»

«Ηρεμία.»

Η φιγούρα τον κοιτούσε ανέκφραστα. Βέβαια, σε αυτό το μέρος που βρισκόταν, το ανέκφραστο βλέμμα ήταν καθαρά υποκειμενικό και καθένας το εκλάμβανε διαφορετικά. Ο Εύδοξος Καρτεσιάδης παρέμεινε σιωπηλός μα θέλησε να σπάσει αυτή τη σιωπή. Και το έκανε.

«Μπορώ να ρωτήσω κάτι;»

Η φιγούρα, παραμένοντας σιωπηλή, κούνησε το κεφάλι καταφατικά.

«Στο μυαλό μου ήρθε η σκέψη της δικαιοσύνης. Πρόκειται να απολογηθώ γι’ αυτά που έκανα;», ρώτησε ουδέτερα μ’ έναν απειροελάχιστο κόμπο στη φωνή του.

Η φιγούρα μειδίασε πάρα πολύ ελαφρά, έδειξε τη πολυθρόνα στην οποία είχε καθίσει ο Εύδοξος και απάντησε.

«Ναι.»

Η φωνή της ήταν απροσδιόριστα γνωστή. Καθώς καθόταν, συλλογιζόταν που την είχε ξανακούσει και σε λίγο η απάντηση βρέθηκε. Η φωνή ήταν ίδια με εκείνη που είχε στο βάθος του μυαλού του, στη συνείδησή του.

«Είστε ο Θεός;»

Η ερώτηση ήταν σαφέστατα παιδιάστικη και κάπου αποσκοπούσε. Η αντρική μορφή κάθισε απέναντί του, δεν απάντησε και τον κοιτούσε με αυτό το σύμπλεγμα που είχε ορίσει ο Εύδοξος.

«Μου είπατε ότι πρόκειται να απολογηθώ για τις πράξεις μου. Λαμβάνω την έλλειψη απάντησης ως άρνηση και δε δέχομαι να απολογηθώ παρά μόνο στον Ύψιστο», εξακολούθησε με πάθος και θαρρετά.

«Ο Θεός βρίσκεται σε πολλά. Τι σας κάνει να πιστεύεται ότι δεν μπορείτε να απολογηθείτε σε εμένα;»

«Διότι δεν είστε ο Θεός. Θέλω να ξέρω γιατί γίνονται όλα όσα γίνονται στο κόσμο. Μήπως τον έχει εγκαταλείψει;»

Το πρόσωπο της φιγούρας παρέμεινε ανέκφραστο. Εντούτοις, σα να σπίθισε κάτι στο βλέμμα του. Η αυστηρότητα που όρισε ο Εύδοξος κυριάρχησε.

«Μη γίνεστε ασεβής.»

«Είναι ασεβής μια εύλογη απορία; Ήμουν θεοσεβούμενος άνθρωπος και πλήρωσα για τα λάθη μου. Γιατί να κυριαρχεί τόσο το κακό και να μην υπάρχει περισσότερο καλό; Γιατί οι κοινωνίες πάνε από το κακό στο χειρότερο; Πριν από χρόνια, τίποτα δεν ήταν έτσι», είπε με λιγότερο πάθος αυτή τη φορά.

«Μην ανησυχείτε. Όλοι λαμβάνουν τους καρπούς των πράξεών τους. Θεία Δικαιοσύνη όπως ορθώς συλλογιστήκατε. Εξάλλου και εσείς θα λάβετε τη δέουσα επιβράβευση για τις καλές σας πράξεις και τη προσήκουσα τιμωρία για τις κακές.»

«Πολύ καλά. Αφού δεν υφίσταται άλλη επιλογή, ας προχωρήσουμε», αποκρίθηκε χαμογελαστά.

Καθώς η κουβέντα συνεχιζόταν, οι πράξεις στη ζωή του Ευδόξου Καρτεσιάδη ξεδιπλώνονταν. Ήταν μια συζήτηση η οποία θα ενδιέφερε αφάνταστα κάθε φιλόσοφο, κάθε μελετητή της μεταθανάτιας ζωής, κάθε θρησκευόμενο άνθρωπο, ακόμα και ένα δικηγόρο. Τα επιχειρήματα και οι συλλογισμοί της αντρικής φιγούρας ήταν σωστά και ο Εύδοξος στριμώχτηκε αρκετές φορές γι’ αυτά που έκανε, αυτά που δεν έκανε και αυτά που παρέλειψε.

«… δηλαδή θεωρείτε ότι η δολοφονία του ανθρώπου που σκότωσε τη κόρη και τη γυναίκα σας ήταν αξιέπαινη;»

«Όχι.»

«Αλήθεια; Προηγουμένως είπατε ότι…»

«Προηγουμένως είπα ότι διέπραξα αυτό το πράγμα και δε το μετανιώνω. Και άλλος στη θέση μου ίσως να το έκανε. Η οικογένειά μου δεν ήταν τα μόνα του θύματα, δε μετάνιωσε για τις πράξεις του, ήταν κομπορρήμων, θα το ξαναέκανε και εγώ βασανιζόμουν. Ανάθεμα και αν ξέρετε τι είναι να χάνεις την οικογένειά σου έτσι. Δε λυπάμαι που τον σκότωσα. Έζησα τη κόλασή μου. Δεν έζησα ελαφριά τη καρδία και δε πέρασε μέρα να μη μνημονεύω αυτή τη στιγμή. Εντούτοις, δε θα την άλλαζα.»

Η φιγούρα δε μίλησε.

Η στεναχώρια κύκλωσε τον Εύδοξο σαν βόας που επιτίθεται. Ναι, είχε δίκιο. Άλλοι άνθρωποι σκοτώνουν για κέρδος, για δόξα, για να ικανοποιήσουν μια ανώμαλη πείνα. Εκείνος δεν ένιωθε ότι εκδικείται. Ή μήπως όχι;

«Παραδέξου του, Εύδοξε. Σκότωσε τη κόρη σου. Πνίγοντάς την. Και τη γυναίκα σου με δύο σφαίρες στο στήθος.»

Έτσι ήταν. Ο Εύδοξος θεωρούσε ότι δεν είναι εκδίκηση το να κάνεις κακό στον άλλο όσο ακριβώς σου έκανε εκείνος. Οφθαλμόν αντί οφθαλμού… Βάσει αυτού έπραξε. Όταν βρήκε που κρυβόταν, μίλησε μαζί του, του ζήτησε να παραδοθεί μα εκείνος γέλασε. Γέλαγε, γέλαγε τόσο δυνατά που τα μηλίγγια του Ευδόξου σφυροκόπαγαν• ανακτώντας την αυτοκυριαρχία του, έβγαλε ένα πιστόλι, ίδιο ακριβώς με αυτό που σκοτώθηκε η οικογένεια του και πυροβόλησε στα ακριβή σημεία.

Δύο σφαίρες στο στήθος. Όπως και στης γυναίκας του το φόνο.

Έπειτα, γύρισε σπίτι του, έκανε ένα καυτό μπάνιο και κοιμήθηκε. Στον ύπνο του είδε δέκα φορές αυτή τη σκηνή και το πρωί όταν σηκώθηκε, κάτι είχε σπάσει μέσα του. Μέχρι το θάνατο, μέρα δε πέρασε κατά την οποία να μη θυμόταν αυτό που έκανε. Και ποτέ δε ζήτησε συγχώρεση. Ίσως γιατί ήταν τόσο υπερφίαλος, ίσως γιατί δε την άξιζε.

«Η συγχώρεση είναι ένα δώρο και δε το αξίζουν όλοι.»

Επανερχόμενος στη πραγματικότητα, η αντρική φιγούρα είχε εξαφανιστεί. Ο Εύδοξος αναλύθηκε σε δάκρυα. Ή μάλλον, δε δάκρυσε καθόλου μα το πασίγνωστο συναίσθημα που νιώθουμε εκείνη τη στιγμή ήταν εκατό φορές μεγαλύτερο και όλα τα κακά που έκανε, από τη πιο μικρή ηλικία μέχρι το τέλος, έρχονταν σαν εικόνες που τον οδηγούσαν σε βαθύτερη, σχεδόν απύθμενη θλίψη.

«Ώστε αυτό είναι η κόλαση;», διερωτήθηκε σε μια στιγμή ενάργειας.

Κάμποσο αργότερο, λίγο για κάποιους, πολύ για άλλους, όσο ακόμα βρισκόταν στη κόλαση ο Καρτεσιάδης, διότι όλοι περνάνε ή πρόκειται να περάσουν από αυτή, κάτι σαν πόρτα άνοιξε και ένα αχνό κίτρινο φως δημιουργήθηκε. Ο Εύδοξος άρχισε να ηρεμεί. Επιλέγοντας να προχωρήσει, σηκώθηκε και διάβηκε τη πόρτα.

Όλα έσβησαν, η δικαιοσύνη είχε αποδοθεί και ο Εύδοξος προχώρησε.

Για κάπου καλύτερα…

Καθώς περνούσε τη πόρτα, το συμπέρασμα που έβγαλε ήταν απλό και απαρέγκλιτο.

«Έζησα στιγμή προς τη στιγμή όλα τα άσχημα που έκανα στη ζωή μου. Αυτούς που πλήγωσα, αυτά που δεν έκανα, τα ξαναέζησα με πολύ, πολύ μεγαλύτερη ένταση. Νιώθω ότι διήρκησε πολύ. Αλλοίμονο σε αυτόν που θα κάνει χειρότερα. Και αν η τιμωρία διαρκούσε για πάντα γι’ αυτούς;»

 

Ονομάζομαι Αχιλλέας Μουστάκας και γεννήθηκα το 1991, στο Βόλο. Σπούδασα Οικονομικά στο Βόλο και ασχολούμαι με τη συγγραφή βιβλίων από το 2009. Μέχρι τώρα έχω ασχοληθεί με εφηβική λογοτεχνία και συλλογές διηγημάτων.

ΕΠΟΜΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΘΑ ΑΝΑΡΤΗΘΟΥΝ ΣΤΟ EYELANDS

Στα όρια – Αναστάσιος Μπογιάρης

Αστικά Φαράγγια – Εμμανουήλ Πάσουλας

Συνάντηση στα όρια δύο κόσμων – Ισίδωρος Μαυρογεώργης

Η Ελλάδα στα χρόνια της κρίσης – Χριστίνα Δεμερτζίδου

Λούκουλος – Κωνσταντίνος Αυγερινάκης

Μηνύμα τα: S.O.S! – Νατάσσα Θάνου

Asphyxia -Γεωργία Μαμά

Φαύλος κύκλος – Άννα Καρακατσάνη

Υπάρχει τρόπος – Φώτης Πάλλης

 

 

 

 

 

 

Advertisements