Δέκα, ένα κείμενο της Σταυρούλας Διαμαντή

Είναι μία από εκείνες τις μέρες που αναφωνείς: «Που να σφίξουν και οι ζέστες». Πρώτο κρούσμα βγαίνοντας από το μετρό του Ευαγγελισμού. Από τη μια μεριά άστεγη γυναίκα με κόκκινο γιλέκο κρατάει τη «Σχεδία» τεντώνοντας το αριστερό της χέρι. Από την άλλη, γυναίκα ντυμένη από την κορφή ως τα νύχια, με μαργαριταρένιο κολιέ, να ανεβοκατεβάζει το αντίγραφο του «αληθινού ευαγγελίου» μπροστά στο πρόσωπό της. Φωνάζουν. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι λένε.μελ.jpg

Ένα. Προχωρώ στο φανάρι προς τη βρετανική πρεσβεία. Περιμένω να περάσω απέναντι. Στα δεξιά μου, ένα από αυτά τα χαρακτηριστικά αμάξια, αυτά τα βαμμένα με το πιο άσχημο χρώμα στον κόσμο και με το πιο άγαρμπο κωδικό όνομα («ταξί»), έρχεται από τον δρόμο που πηγαίνει (θεωρητικά) ευθεία. Μόνο που κάνει κάτι που ελπίζω πως θα δω για πρώτη φορά στη ζωή μου. Στέκεται μπροστά από τους συνοδοιπόρους του στο δρόμο της πίστης στη μηχανική, και με μία μαγική κίνηση καταφέρνει να σταθεί οριζόντια χωρίς καμία απολύτως αντίδραση.

Δύο. Το πέρασμα από το φανάρι φάνηκε σαν πέρασμα σε έναν άλλο κόσμο. Τα τηλέφωνα ανά χείρας και αυτιού, και οι πιο αναπάντεχοι διάλογοι ξετυλίγονται εμπρός μου. Προηγουμένως, είχαμε συναντήσει ένα καρότσι σε μπλε ναυτικό χρώμα, και με κάτι ροδάκια που θα ορκιζόμουν ότι ήταν από ασήμι. Το βίντατζ μάλλον έχει πέραση και στη βρεφική μόδα. Σε αντίστοιχη περίπτωση, κυριες με καρότσι/μωρό/και τα σχετικά, ανταλλάσουν κουβέντες που δεν είμαι συνηθισμένη να ακούω: «Έχουν έρθει πάρα πολλές ρωσίδες. Μέχρι τώρα δεν το είχα προσέξει γιατί δεν με ένοιαζε».

Τέσσερα. Στο γραφειοκρατικό ίδρυμα περιμένοντας τα αποτελέσματα του εισιτηρίου για τη μερική διαφυγή-αλλιώς λέγε με Α.Τ.Α.Γ.ΜΕ.Μ. (Αποτελέσματα Τεστ Αγγλικών για Μελλοντικούς Μετανάστες), τα νουμεράκια και τα ηλεκτρονικά πλακάτ θυμίζουν τράπεζα (ή εμείς έχουμε την εντύπωση ότι είναι και κάτι άλλο). Πτυχίο με ημερομηνία λήξης τα δύο χρόνια.

Πέντε. Μεταλλαγμένο περιστέρι περνά ξυστά από τον άσπρο φάκελο που κρατάω στα χέρια μου γυρίζοντας στο υπόγειο τέρας με τη μεγάλη ταχύτητα.

Έξι. Γέρος σκανάρει από πάνω μέχρι κάτω νεαρή με κοντό σορτς για να της μάθει ότι εδώ συνεχίζει να μενει ζωντανη η φλόγα του Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια.

Εφτά. Αποβίβαση στον μουχλιασμένο σταθμό του Πειραιά ακολουθούμενη από μια μυστηριώδη μυρωδιά από λιβάνι ακόμα και μέχρι την έξοδο.

Οκτώ. Επιβίβαση στο λεωφορείο, ταραγμένο τηλεφώνημα, εργασιακό ζήτημα, κορίτσι να κλαίει με λυγμούς βασισμένη στην αορατότητα ως στοιχείο αξιακής θεμελίωσης της σύγχρονης συνύπαρξης.
«Να της μιλήσω;».
«Όχι».
«Έχουμε χαρτομάντηλα;»
«Όχι». «Βασικά…κάνε ο,τι θες.»
Εννιά.
Κορίτσι σηκώνεται με κατακόκκινο πρόσωπο, βλέμμα ευθυτενές και γεμάτο δάκρυα.
Δεν θυμάμαι καν αν όντως είχα ξεκινήσει από την αρχή να μετράω. Το σίγουρο είναι πάντως πως κατέληξα να το κάνω χωρίς να έχω κάποιον ουσιώδη λόγο. Σαν παιχνίδι. Ακόμα δεν ξέρω αν έφτασα στο δέκα.
«Μην στεναχωριέσαι…όλα θα πάνε καλά».

 

βιογραφικό

Η Σ.Δ. γεννήθηκε, όπως όλος ο άλλος κόσμος. Μεγάλωσε (λίγο), και συνεχίζει πεισματικά να φεύγει συνεχώς, αλλά πάντα να γυρίζει στο ίδιο μέρος. Η συγγραφική της δραστηριότητα έχει μακρά διάρκεια, και ξεκινάει από την πρώτη δημοτικού, και τις εκθέσεις στο σχολείο. Συγκεκριμένα, φάνηκε ότι κάτι άρχισε να μην πηγαίνει καλά, όταν σε μία έκθεση στη δευτέρα δημοτικού με θέμα την περιγραφή ενός παιχνιδιού, η μικρή Σ. συμπεριέλαβε και ένα τραγουδάκι στο οποίο μιλούσε η κούκλα. Αν θυμάμαι καλά, πήγαινε κάπως έτσι: «Τι κουκλίτσα είμαι εγώ και πάντα θα τραγουδώ» (διακριτική λεπτομέρεια οι ζωγραφισμένες νότες στο πλάι κάθε σειράς). Φήμες λένε πως μόλις τέλειωσε ένα τμήμα της φιλοσοφικής, άγνωστο στον υπόλοιπο κόσμο.

 

*

ο πίνακας είναι του Δημήτρη Τούλιου

Advertisements