ΕΠΙΛΟΓΗ EYELANDS-Στα όρια των δύο κόσμων

επιλογήΤο eyelands συνεχίζει τις δημοσιεύσεις των διηγημάτων που διακρίθηκαν με την «επιλογή eyelands» στον 5ο διεθνή διαγωνισμό.

Θα υπάρχει μια ανάρτηση διηγήματος από την επιλογή κάθε δυο εβδομάδες. Οι δημοσιεύσεις. Θα ολοκληρωθούν μέσα στο καλοκαίρι.

Τα διηγήματα αυτά, μαζί με τα πρώτα βραβεία από το ελληνικό και το διεθνές τμήμα που θα δημοσιευθούν στο τέλος είναι τα μόνα από το διαγωνισμό που θα αναρτηθούν στην ιστοσελίδα. Σειρά έχει το διήγημα :

ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΚΟΣΜΩΝ 

του ΙΣΙΔΩΡΟΥ ΜΑΥΡΟΓΕΩΡΓΗ

  “What shadow had seized from his arms his dead beloved?  Dead?

No: is the soul of the violoncello snatched away in the cry of

its breaking string?”

Villiers de L’Isle-Adam: “Vera

 

Αφήστε με να σας μιλήσω για τη ζωή, αυτή την κατάσταση που από άγνοια ή αφέλειά νομίζουμε πως κατανοούμε. Αφήστε με να σας πω για το θάνατο. Και για τα όρια ανάμεσά τους.

Η ιστορία που θα ακούσετε, είναι μια παράξενη ιστορία ζωής, έρωτα και θανάτου και νομίζω πως είναι μια ιστορία θλιβερή. Ωστόσο για το τελευταίο δεν θα μπορούσα να είμαι σίγουρος. Κανείς δεν μπορεί…

Όπως όλος ο κόσμος, έτσι κι εγώ κοιτούσα κάποτε τα πάντα μέσα από τα ομιχλώδη πέπλα της αυταπάτης που παραμορφώνουν σπλαχνικά την αλήθεια. Θεωρούσα τη ζωή και το θάνατο γεγονότα απόλυτα κι αναμφισβήτητα, μια σανίδα, επιπλέουσα στο πέλαγος της  αμφιβολίας που μας περιβάλλει.

Τα πράγματα ωστόσο αλλάζουν, α ναι, πόσο αλλάζουν! Τώρα το βλέπω καθαρά…

Πιστεύω –αλίμονο,  ξέρω  θα έπρεπε να πω- πως αν ο άνθρωπος γνώριζε πόσες διαφορετικές όψεις διαθέτουν τα πράγματα που νομίζουμε πως κατανοούμε πλήρως, ίσως… ίσως το μυαλό του να μην μπορούσε ν’ αντέξει. Ίσως η λογική και το πνεύμα του να δραπέτευαν οριστικά σ’ έναν κόσμο στον οποίο δεν θα μπορούσε να φτάσει η αλήθεια αυτή.

 

Κατάγομαι από μια πολύ παλιά κι ισχυρή οικογένεια. Εδώ μονάχα, στον παλιό πύργο που υψώνεται πάνω από τ’ άγρια κύματα του Ατλαντικού στον κόλπο της κομητείας του Ντόνεγκαλ, είχαν ζήσει δεκατρείς γενιές προγόνων μου. Τα πρόσωπά τους κοιτάζουν βλοσυρά μέσα από τα πορτραίτα που κοσμούν τους σκοτεινούς διαδρόμους. Τα σώματά τους βρίσκονται σε οικογενειακούς τάφους, στα υπόγεια του παρεκκλησιού του πύργου. Εκεί, μέσα σε ζοφερά δωμάτια με παράξενα σκαλίσματα στους τοίχους αναπαύονται. Περιμένουν. Κανένας δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν αναπαύονται εν ειρήνη. Η ζωή τους βλέπετε διέφερε κατά πολύ από εκείνη των υπολοίπων ανθρώπων. Αυτό που περιμένουν ωστόσο, είναι αυτό που περιμένουν όλοι όσοι έχουν φύγει –τη μέρα του γυρισμού.

Ο πρώτος εκείνος πρόγονός μου που είχε έρθει από την κεντρική Ευρώπη για να εγκατασταθεί εδώ, καταγόταν κι ο ίδιος από μια πολύ παλιά οικογένεια. Οι απόγονοί του – οι δικοί μου πρόγονοι- ενέπνεαν πάντοτε το σεβασμό και το φόβο. Πολλές φορές η οικογένειά μου ενέπνεε ακόμη και την οργή στους θεοσεβούμενους ντόπιους χωρικούς γιατί κύρια χαρακτηριστικά μας υπήρξαν πάντοτε η μεγάλη δύναμη της φαντασίας μας και η φλογερή μας ιδιοσυγκρασία. Αυτά πυροδοτούσαν τη δημιουργική τρέλα που σαν αρρώστια σωματική κυλούσε στις φλέβες μας ορίζοντας τις πράξεις μας. Ναι η φαντασία και το πάθος υπήρξαν ανέκαθεν οδηγοί μας πολύ περισσότερο απ’ ότι η λογική. Έτσι κατά καιρούς οι απλοϊκοί χωρικοί έλεγαν ιστορίες για μας κι έκαναν το σταυρό τους, προσέχοντας ταυτόχρονα να μην τους ακούνε τα παιδιά.

Με γενναιοδωρία μου είχαν κληροδοτήσει ακέραια τα χαρακτηριστικά αυτά. Τόσο η ζωηρή φαντασία όσο και η φλόγα του πάθους έκαιγαν μέσα μου δίνοντας μια πυρετώδη, μόνιμη λάμψη στα μάτια μου. Μαζί είχα κληρονομήσει κι εκείνη την παράξενη, σχεδόν καλλιτεχνική ευαισθησία και τη δημιουργική τρέλα που αποτελούν απόρροιά τους.

 

Ο πύργος στα βράχια του Ντόνεγκαλ δέσποζε πάντοτε εκεί που έσκαγαν τα κύματα του Ατλαντικού. Ιστορίες παράξενες ξεπρόβαλλαν από τα βάθη του ωκεανού σαν τις καταχνιές που αναδύονται για να σμίξουν -ερωτικά σχεδόν- με τα σύννεφα. Ιστορίες από το παρελθόν μας, γεγονότα που είχαν σημαδέψει τη ζωή των προγόνων μου, έρχονταν για να γίνουν ένα με τη δική μου ζωή. Τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το μη πραγματικό είναι  ασαφή και θα πρέπει κάποιος να είναι στ’ αλήθεια ανόητος για να μην το έχει αντιληφθεί. Ας μην είμαι τόσο αυστηρός όμως. Δεν μπορώ να ξέρω τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον κόσμο εκείνοι που δεν χρησιμοποιούν το πάθος και τη φαντασία ισότιμα με τις πέντε αισθήσεις τους.

 

Τα κύματα συνέχιζαν πάντοτε να σκάνε στα βράχια κι αυτό το πήγαινε- έλα τους ερχόταν σε συμφωνία πάντοτε με τη διάθεσή μου. Η ανία ωστόσο είχε αρχίσει να εισβάλλει στη ζωή μου. Οι πόρτες του πύργου ήταν πάντοτε ανοιχτές για τους κολασμένους γλεντοκόπους και αρκετά συχνά γιορτές ακραίες προσπαθούσαν να μας βγάλουν από το τέλμα της ανίας στο οποίο όλοι βυθιζόμασταν. Η εκκεντρικότητα συναντούσε τη μεγαλοπρέπεια κι η φαντασία τη λαχτάρα για το κρυφό, το απαγορευμένο, κάποιες φορές ακόμη και το βλάσφημο. Ίσως είναι ευλογία το γεγονός πως κάτι μοιάζει να έχει κλέψει τις αναμνήσεις αυτές από το μυαλό μου. Θυμάμαι μονάχα πως η οργή των ντόπιων μεγάλωνε συνεχώς καθώς περνούσαμε το ένα όριο μετά το άλλο, ωστόσο ο φόβος  που ένιωθαν τους ανάγκαζαν να περιορίζονται σ’ αυτήν.

 

Έτσι περνούσε ο καιρός. Τα όσα κάναμε ξεπερνούσαν το ανθρώπινο μέτρο και δημιουργούσαν θρύλους που θα συζητιούνται ακόμη κι όταν εμείς θα έχουμε πια ξεχαστεί από καιρό. Δεν είναι εύκολο να ξαναφέρω στο μυαλό τις λεπτομέρειες από τη περίοδο εκείνη της ζωής μου. Οι αναμνήσεις μου εξακολουθούν να είναι θολές λες κι ένα πυκνό πέπλο ομίχλης είχε σκεπάσει τα πάντα. Ακόμη κι η πιο πυκνή ομίχλη ωστόσο δε διαρκεί αιώνια. Κάποτε βγαίνει ο ήλιος για να διαλύσει τα σύννεφα. Στη δική μου περίπτωση, στη δική μου καταχνιά, ο ήλιος ήταν εκείνη…

 

Ήταν λες κι είχε έρθει για να φωτίσει και να ζεστάνει τη ζωή μου και τη συννεφιασμένη μου ψυχή. Το ανθρώπινο όνομά της ήταν Μαργαρίτα κι όταν την κοίταζες καταλάβαινες αμέσως το γιατί. Είχε εκείνο τον υπέροχο συνδυασμό ομορφιάς και απλότητας του άνθους του οποίου το όνομα της είχαν χαρίσει. Ταυτόχρονα έμοιαζε εξ’ ίσου εφήμερη μ’ αυτό, που ανθίζει μονάχα για μια άνοιξη κι ύστερα χάνεται για πάντα. Την κοίταζες κι έβλεπες ένα κομμάτι τ’ ουρανού που βρέθηκε στη Γη από κάποιο λάθος. Είχε το πρόσωπο ενός αγγέλου και το κορμί ενός δαίμονα. Ήταν ολόκληρη η αθωότητα κι η αμαρτία της οικουμένης, κλεισμένες σ’ ένα ανθρώπινο πλάσμα. Δεν μπορώ να την περιγράψω με ακρίβεια, παρ’ όλο που η εικόνα της έρχεται ολοκάθαρα στο μυαλό μου. Νομίζω πως κάθε απόπειρα περιγραφής θα μείωνε φριχτά το μεγαλείο της. Είχε όμως κάτι από το πέταγμα του αετού στον καταγάλανο ουρανό την άνοιξη. Από τον τρόπο που κυλάει το νερό σε μια ολόδροση ρεματιά. Μπορούσες να τη δεις στο ανέμελο γέλιο ενός παιδιού ή να την ακούσεις στο τραγούδι του ανέμου καθώς περνάει από καλαμιές. Βρισκόταν στα παράξενα σχέδια που σκαρώνει η φύση σ’ ένα κοχύλι ή στο δέος που προκαλεί η θέα από την άκρη του γκρεμού. Βρισκόταν παντού. Ανέτειλλε με τον ήλιο κι έδυε μαζί του.

Η καταγωγή της ξεκινούσε από ένα παρακλάδι της γενιάς μας που είχε παραμείνει στην κεντρική Ευρώπη, έτσι διέθετε κι εκείνη ακέραια τα γνωρίσματα που τόσα προβλήματα είχαν δημιουργήσει κατά το παρελθόν στους προγόνους μας. Μαζί μ’ αυτά είχε και την ευαισθησία που μας χαρακτήριζε. Ίσως μάλιστα αυτός να ήταν ο λόγος που την είχε φέρει μέχρι την Ιρλανδία. Αναζητούσε κάτι χωρίς κι η ίδια να μπορεί να πει με βεβαιότητα τι ήταν αυτό. Ένα άπιαστο και φευγαλέο καλλιτεχνικό της όνειρο που –όπως κι ολόκληρη η ζωή της άλλωστε- πολύ μικρή σχέση είχε με τον κόσμο μας ή με την ίδια τη λογική. Για το λόγο αυτό είχε πιαστεί από αδιόρατες, φευγαλέες φήμες και τις άφησε να οδηγήσουν τα βήματά της ως εδώ. Από φήμες που ψιθύριζαν πως εδώ υπάρχουν άνθρωποι σαν κι εκείνη. Από μια ιδέα αδιόρατη και από τη μοίρα. Γιατί τώρα που το σκέφτομαι ίσως να ήταν η μοίρα που την είχε φέρει ως εδώ, μια μοίρα παράξενη που είχε αποφασίσει να ενώσει τις ζωές μας για κάποιο λόγο που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί.

 

Έτσι ο ήλιος ανέτειλε στον ασυννέφιαστο πια ουρανό.

Η Γη σταμάτησε να γυρίζει κι ο κόσμος ολόκληρος έμοιαζε ν’ ακινητοποιείται. Ο έρωτάς μας συνδυάζοντας τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της γενιάς μας, κατόρθωσε να ξεπεράσει ακόμη και τα έσχατα όρια. Με τη φαντασία, το πάθος και την τρέλα, είχαμε περάσει πια κάθε φραγμό της πραγματικότητας, είχαμε διαβεί κάθε σύνορο με το οποίο προσπαθούσαν να μας περιορίσουν οι φθονεροί θεοί της πλήξης και της ανίας. Ταξιδεύαμε τώρα στις ονειρικές σφαίρες που αποτελούν κατοικία των άλλων θεών, αφού είχαμε γίνει ίσοι μ’ αυτούς. Με την τέχνη, τη φαντασία και το πάθος ως εργαλεία, δημιουργήσαμε κόσμους δικούς μας, χίλιες φορές πιο όμορφους από τον ανείπωτα ατελή κόσμο της ασχήμιας και της θλίψης.

Είχαμε γίνει δημιουργοί. Χτίζαμε έναν καινούριο κόσμο, παραδίδοντας στην αχόρταγη φλόγα του πάθους που έκαιγε μέσα μας όλες τις ατέλειες του παλιού. Τώρα πια οι βαριές πόρτες του πύργου είχαν κλείσει για όλους τους επισκέπτες, έτσι ώστε να μπορούμε απερίσπαστοι να ζούμε ο ένας για τον άλλο. Είχαμε σπάσει κι αφήσει πίσω μας τα δεσμά που μας έδεναν με τον παλιό κόσμο.

Ο γάμος που τελέσαμε στο παρεκκλήσι του πύργου προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στους χωρικούς γιατί δεν ήταν ο χριστιανικός γάμος, αλλά εκείνη η τελετή που συνδύαζε τη λατρεία της φύσης με τον παγανισμό. Η πανάρχαια αυτή τελετή είχε χρησιμοποιηθεί και κατά το παρελθόν από τους προγόνους μας, είχε οδηγήσει μάλιστα κάποιους απ’ αυτούς στον «διά της εξαγνιστικής πυράς θάνατον».

 

Ο χρόνος έμοιαζε να έχει σταματήσει πια για μας και με τον τρόπο αυτό πέρασε πολύς καιρός, ανυπολόγιστος από ανθρώπινα ημερολόγια. Δεν μπορώ να μιλήσω με βεβαιότητα γι’ αυτό, στο δικό μας κόσμο πάντως ο χρόνος είχε καταργηθεί. Έτσι περάσαμε μια ολόκληρη αιωνιότητα μέσα στην ευτυχία, σ’ ένα σύμπαν πλασμένο αλλιώτικα, όπου το ένα θαύμα διαδεχόταν το άλλο.

Ακόμη κι η αιωνιότητα αυτή ωστόσο έφτασε στο τέλος της. Μίλησα για τη ζωή. Αυτή όμως δεν είναι παρά μόνο η μια πλευρά του νομίσματος. Η άλλη, η σκοτεινή πλευρά του είναι ο θάνατος. Το νόμισμα αφού περιστράφηκε πολλές φορές, προτίμησε πέφτοντας να στρέψει κοροϊδευτικά τη σκοτεινή πλευρά του προς τον ουρανό. Ο ήλιος συνεχίζοντας την πορεία του, πλησίαζε αμετάκλητα προς τη δύση του. Ο θάνατος που σαν από καπρίτσιο του επιτρέψαμε μεγαλόθυμα να υπάρξει στον κόσμο μας ήρθε για να μείνει. Τίποτε δεν είναι ίδιο από τότε. Το φως έφυγε. Ο ήλιος που μεσουρανούσε θριαμβευτικά, έδυσε και τη θέση του δεν την πήραν καν τα σύννεφα που υπήρχαν παλιότερα αλλά το αιώνιο, το αδιαπέραστο σκοτάδι. Το κομμάτι εκείνο τ’ ουρανού που κάποιο λάθος έμοιαζε να έχει ρίξει στη Γη, χάθηκε ξανά. Η Γη που είχε ακινητοποιηθεί πέρα από το χρόνο, άρχισε να γυρίζει και πάλι –αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο κόσμος που είχαμε δημιουργήσει, έχανε τη συνοχή του και τα συντρίμμια του σκορπίζονταν παντού. Ο αετός που πετούσε στον καταγάλανο, ανοιξιάτικο ουρανό, τσακίστηκε στο χώμα. Το νερό που κυλούσε στη δροσερή ρεματιά ξεράθηκε. Τα παιδικά γέλια πάγωσαν σε μια αιώνια γκριμάτσα τρόμου και το τραγούδι του ανέμου έσβησε στη σιγαλιά. Η ευτυχία μας, η ασυννέφιαστη κι αιώνια εκείνη ευτυχία, αποδείχτηκε τελικά εξ’ ίσου εφήμερη μ’ εκείνο το όμορφο λουλούδι του οποίου το όνομα είχαν χαρίσει οι άνθρωποι στη Μαργαρίτα. Πέρασε η άνοιξη και η ζωή μαράθηκε. Εμείς οι δυο είχαμε γίνει μία οντότητα και τώρα πια που ο θάνατος μας χώρισε, ένοιωθα άνθρωπος μισός. Τα ονειρικά ταξίδια σταμάτησαν καθώς η φαντασία στέρεψε κι έσβησε η φλόγα του πάθους. Οι πόρτες του πύργου στο Ντόνεγκαλ άνοιξαν και πάλι, η βαριά σκιά του θανάτου ωστόσο δεν επέτρεπε σε κανένα να πλησιάσει.

 

Εγώ δεν άφηνα την απογοήτευση να με κυριεύσει. Ήξερα πως η ζωή συνεχίζεται και πέρα από τον τάφο, και αδημονούσα να έρθει εκείνη η στιγμή που θα μας έβρισκε και πάλι μαζί. Ανυπομονησία ένοιωθα αντί για θλίψη επειδή γνώριζα καλά πως ο θάνατος απλά μας απομάκρυνε προσωρινά δίχως να μας χωρίσει ολότελα.

Από τη μέρα εκείνη που ο θάνατος μπήκε ανάμεσά μας, ένοιωσα πολλές φορές έντονη την παρουσία της κοντά μου. Με πολλούς τρόπους. Αυτό με γέμισε αμφιβολίες για το αν είναι στ’ αλήθεια αδιάβατο όπως πιστεύεται το βάραθρο που χωρίζει τον κόσμο των ζωντανών από εκείνο των νεκρών. Υπάρχουν όρια που δεν είναι αδιάβατα, όρια που υποχωρούν κάτω από το βάρος μιας θέλησης αρκετά ισχυρής.

 

Τελικά μια παράξενη ψυχική γέφυρα ένωσε τους δύο κόσμους κι εμείς συναντηθήκαμε φευγαλέα στο μέσο της γέφυρας αυτής. Στα ασαφή όρια δύο κόσμων. Σ’ ένα μέρος που δεν ήταν ούτε ζωή ούτε και θάνατος.  Η παρουσία της τώρα θα βρίσκεται πάντοτε στο πλευρό μου, όπως άλλωστε κι η δική μου παρουσία θα βρίσκεται κοντά της. Το μόνο που χρειάζεται είναι υπομονή ώσπου ο θάνατος που μας χώρισε για λίγο να μας ενώσει και πάλι. Ναι να μας ενώσει για δεύτερη φορά στο παρεκκλήσι του πύργου, στα υπόγεια του αυτή τη φορά, στον σαν κατακόμβη οικογενειακό τάφο. Στους υπόγειους διαδρόμους του παρεκκλησιού του πύργου στο Χόρνχεντ, εκεί στον ανεμοδαρμένο και θαλασσοδαρμένο κόλπο της κομητείας του Ντόνεγκαλ. Εκεί όπου αναπαύονται περιμένοντας δεκατρείς γενιές προγόνων μου και τώρα βρίσκεται και η δέκατη τέταρτη.

 

Οι διαφορετικές όψεις της ζωής δεν είναι δυνατόν να γίνουν αντιληπτές σε συνθήκες τις οποίες οι άνθρωποι θα χαρακτήριζαν  συνηθισμένες. Τι γίνεται όμως όταν οι συνθήκες αλλάζουν; Πως μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τους χαρακτηρισμούς αυτούς, σ’ ένα παράξενο σύμπαν όπου όχι μόνο θα μπορούσαν να συμβούν τα πάντα αλλά ίσως να συμβαίνουν ήδη;

 

Μέχρι τη στιγμή που θα μας ενώσει και πάλι ο θάνατος, εγώ θα τη θυμάμαι σαν να είναι μόλις τώρα…

Ντυμένη στα μαύρα, να σκουπίζει ένα δάκρυ από τα μάτια της και να φεύγει, κλείνοντας πίσω της τη βαριά πόρτα του οικογενειακού τάφου, που έγραφε με παράξενους, επίσημους χαρακτήρες το όνομά μου!

 

ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΜΑΥΡΟΓΕΩΡΓΗΣ: σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη γεννήθηκε στις 7 Ιανουαρίου του 1970. Τόπος γέννησης θεωρείται η Καλλιθέα Αττικής και καμμιά άλλη πόλη δεν ερίζει για την καταγωγή του. Ο ίδιος πιστεύει πως είναι γέννημα – θρέμμα της Ικαρίας, παρ’ όλο που ούτε έχει γεννηθεί, ούτε έχει μεγαλώσει εκεί. Δεν είνα δα κι ο πρώτος ή ο τελευταίος που πιστεύει κάτι τέτοιο για την Ικαρία.  Έχει εργαστεί ως οδοντοτεχνίτης, ταπετσιέρης τοίχων, μοκετάς, ραδιοφωνικός παραγωγός, οδηγός ασθενοφόρου, διανομέας φυλλαδίων, πωλητής, διαφημιστής, αρθρογράφος, βιβλιοκριτικός, διοργανωτής συναυλιών και μεταμεσονύκτιων προβολών τρόμου ως μέλος της συντα(ρα)κτικής ομάδας του Splatterzine. Κι αυτά δεν είναι παρά τα λιγότερο ακραία πράγματα που έχει κάνει προκειμένου να τραβήξει την προσοχή γύρω από το άτομό του. Διαβάζει (όσο περισσότερο μπορεί), γράφει (τα βράδια κυρίως), ταξιδεύει (όταν έχει λεφτά), φτιάχνει καταπληκτικά μουσικά βίντεο (για το κανάλι του στο You Tube) κι εύχεται η μέρα να είχε 30 ώρες ώστε να προλαβαίνει να κοιμάται και λίγο. Σήμερα ζει στα Κάτω Πατήσια.

 

**

Η  σειρά ανάρτησης των επόμενων ιστοριών:

 

Λούκουλος – Κωνσταντίνος Αυγερινάκης

Μηνύματα S.O.S! – Νατάσσα Θάνου

Asphyxia -Γεωργία Μαμά

Φαύλος κύκλος – Άννα Καρακατσάνη

Υπάρχει τρόπος – Φώτης Πάλλης

Advertisements