Ανένταχτα, από τον Γρηγόρη Παπαδογιάννη

the-young-girls-of-wilko

 

Είδα ξανά τις ‘’Δεσποινίδες του Βίλκο’’. Ήταν λίγο παράξενο. Επέστρεφα σε μια ταινία που με σημάδεψε, στην οποία η υπόθεση αφορά έναν μεσήλικα –και εκεί σταματάει κάθε ομοιότητα με τον Ντάνιελ Ολμπρίνσκι- ο οποίος ξαναγυρνάει στον τόπο που αγάπησε πάρα πολύ και ξαναβλέπει κάποιες γυναίκες που τον είχαν όλες ερωτευτεί τότε παλιά (είπαμε, καμία άλλη σχέση). Όμως το ζήτημα είναι ότι επιστρέφοντας στην ταινία προσπάθησα μάταια να θυμηθώ ακριβώς τους λόγους που με συγκίνησε τότε για να δω αν παρέμεναν οι ίδιοι και τώρα. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι βλέποντας τότε την ταινία, ως εικοσάρης, με συνεπήραν συναισθήματα ανάρμοστα και πρωθύστερα για την τότε ηλικία μου. Τώρα είμαι στην ηλικία που μπορεί κάποιος, αφού έχει διανύσει –όπως τα έχει- αρκετά χιλιόμετρα ζωής, να κατανοήσει τι σημαίνει ο χρόνος που φεύγει, να νιώσει τη θλίψη για όσα χάνονται, για τις στιγμές που δεν άδραξε, για τα λάθη και την αναπόφευκτη μετάνοια για όσα έκανε ή ακόμη περισσότερο για όσα δεν έκανε. Τι στα κομμάτια μπορούσα να καταλάβω τότε και λάτρεψα αυτή την ταινία; Δεν μπορώ να καταλάβω. Μπορεί να είναι απλά η μαγεία ενός μεγάλου έργου τέχνης που σε συγκινεί, που σε συνεπαίρνει ακόμη κι αν δεν έχεις ιδέα τι ακριβώς σημαίνει, τι θέλει να σου πει.

Κάθε φορά που φεύγει ένας σημαντικός άνθρωπος σκέφτομαι πόσο ανούσια είναι αυτού του είδους τα μνημοσυνο-κείμενα που διαβάζω εδώ κι εκεί στο διαδίκτυο. Συνήθως αντιγραφή των δύο τριών πρώτων που γράφτηκαν. Γράφεις για να τιμήσεις κάποιον, γράφεις, πιο συχνά, για να θυμηθείς πράγματα για σένα, γράφεις για να είσαι συνεπής σε κάποιου  είδους αόρατο απουσιολόγιο που επιβάλλει να μιλάμε για καθέναν που φεύγει. Στο eyelands δεν είχαμε ποτέ το άγχος της καθημερινής παρουσίας. Γράφουμε όταν νιώθουμε ότι είναι ανάγκη να γίνει αυτό. Γράφω όταν έχω να πω κάτι για τον άνθρωπο που έφυγε, πιο σωστά: γράφω όταν αυτός ο άνθρωπος μου έχει «πει» κάτι με το έργο του –αν και πάντα είναι καλύτερα να γράφεις για αυτούς που είναι σημαντικοί όσο είναι ακόμη μαζί μας. Έτσι και στην περίπτωση του Αντρέι Βάιντα άρχισα σιγά σιγά να ταξιδεύω πίσω ανακαλύπτοντας σταθμούς στη ζωή μου που σχετίζονται με τις ταινίες του. Έχει ενδιαφέρον να βλέπω το πέρασμα του χρόνου –του δικού μου χρόνου- αλλά και τον τρόπο που ορατά ή αδιόρατα επηρέασε τη ζωή μου καθώς η η αναφορά στο έργο του περνάει μέσα από τις προσωπικές μου εμπειρίες. Αυτό είναι που λένε «βιωματική γραφή;» ποιος ξέρει –κάποτε (όταν τα χάσω εντελώς) μπορεί να ασχοληθώ με τη θεωρία της λογοτεχνίας. Για την ώρα απλώς γράφω.

Ο Αντρέι Βάιντα έγινε γνωστός σε εμάς, εννοώ στο αθηναϊκό κοινό, στα τέλη της δεκαετίας του ’70 με τον Άνθρωπο από Μάρμαρο. Η εποχή ήταν αρκετά περίεργη. Η έκρηξη της μεταπολίτευσης με τα διάφορα πανηγυριτζίδικα που την ακολούθησαν τελείωνε, μαζί και με νεοκαραμανλική εποχή. Ο πράσινος ο ήλιος ετοιμαζόταν να ανατείλει και η φάρσα να συνεχιστεί με άλλους πρωταγωνιστές. Το ζήτημα για τους αριστερούς – έννοια που ήδη είχε αρχίσει να φθείρεται με την άνοδο του Πασόκ, το πιο σημαντικό με το έργο αυτό ήταν να ξαναδούμε την ιστορία των χωρών του ανατολικού μπλοκ της Ευρώπης χωρίς παρωπίδες. Και ο «Άνθρωπος από μάρμαρο» ήταν ένα μάθημα ιστορίας και μαζί ένα μάθημα για τη σχέση της ιστορίας με την αλήθεια. Αντιμετωπίστηκε με την πατροπαράδοτη κακία και εμπάθεια από το ΚΚΕ και τα έντυπά του. Η ιστορία ενός ιδεολόγου του σοσιαλισμού στην Πολωνία που παραχαράσσεται για να χωρέσει στα στενά όρια της κομματικής ιδεοληψίας, η κατασκευή ειδώλων και η εκμετάλλευσή τους από τα σοβιετικού τύπου καθεστώτα, η αντικατάσταση των προκατασκευασμένων κομματικών ιστοριών με την προσπάθεια αφήγησης της πραγματικής ζωής ήταν πάρα πολύ για να το ανεχτούν, τότε και τώρα και πάντα. Αλλά τα «χειρότερα», με την Ιστορία και τις ταινίες του Βάιντα δεν είχαν ακόμη έρθει. Το 1981 ενώ ήδη είχε ξεσπάσει το κίνημα της Αλληλεγγύης στην Πολωνία που λίγο αργότερα θα κατέπνιγε η απροσχημάτιστη στρατιωτική δικτατορία του Γιαρουζέλσκι ο Βάιντα σκηνοθετεί τη δεύτερη ταινία της τριλογίας, τον «Άνθρωπο από σίδερο» με πρωταγωνιστή της ιστορίας το γιο του ήρωα της προηγούμενης ταινίας. Είναι μια προσπάθεια καταγραφής με την κάμερα ως μέσο της ιστορίας εν τω γίγνεσθαι. Η ταινία είναι μια γέφυρα ανάμεσα στα γεγονότα που προηγήθηκαν, ουσιαστικά ένα δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ για την εξέγερση των εργατών στα ναυπηγεία του Γκντάνσκ και της καταστολής του κινήματος που είχε προλάβει να εξαπλωθεί σε όλη την Πολωνία και να προκαλέσει τεράστιες κινήσεις συμπαράστασης σε όλη την Ευρώπη. Ο Βάιντα προλαβαίνει να καταγράψει μια σημαντική στιγμή της ιστορίας με την κάμερά του, αυτό τον ενδιαφέρει εδώ, κρατώντας όμως έναν αφηγηματικό συνδετικό ιστό με την προηγούμενη ταινία.

Το τέλος του κινήματος έφερε και την αναγκαστική εξορία στον σκηνοθέτη που δημιουργεί, στο Παρίσι πλέον, την ταινία «Δαντών» θέτοντας με αφορμή την Γαλλική επανάσταση τα διλήματτα κάθε εξέγερσης που καταλαμβάνει την εξουσία. Έγραψαν ότι η ταινία ήταν μια παραβολή για την σύγκρουση ανάμεσα στον Βαλέσα και τον Γιαρουζέλσκι χρησιμοποιώντας τη σύγκρουση του Δαντών με τον Ροβεσπιέρο. Με συμβολισμούς ή όχι δεν πιστεύω ότι ανήκει στις μεγάλες του ταινίες όπως είναι  το «Κανάλ» και το «Στάχτες και διαμάντια» που αφηγηματικά τοποθετούνται στην εποχή του Β’ πακόσμιου πολέμου και την αντίσταση στην Πολωνία. Αυτά είναι δύο πραγματικά ασπρόμαυρα αριστουργήματα που τον επέβαλαν στο Ευρωπαϊκό σινεμά ήδη από τη δεκαετία του ’60 ως εμβληματική σκηνοθετική μορφή για τη χώρα του, τον σκηνοθέτη που ταυτίζεται ως όνομα με το σινεμά μιας χώρας (όπως ο Γιάντσο στην Ουγγαρία ή ο Μπέργκμαν στη Σουηδία) παρόλο που η Πολωνία ανέδειξε μια σειρά από μεγάλους σκηνοθέτες όπως ο Κισλόφσκι, ο Ζανούσι, ο Σκολιμόφκσι και ο Ζουλάφκσι φίλος και «μαθητής» του Βάιντα στην αρχή της καριέρας του που έφυγε και εκείνος φέτος.

Η εμμονή του για την ιστορία ήταν ανάλογη με την μαγική του σκηνοθετική δύναμη. Οι κύκλοι που άνοιξαν οι παραπάνω ταινίες έκλεισαν πολλά χρόνια αργότερα στη δύση της καριέρας του. Ούτε το Κατίν (2007) που κλείνει τον κύκλο του Β’ παγκοσμίου πολέμου με το τρομακτικό έγκλημα της εξόντωσης χιλιάδων πολωνών στρατιωτών από την «Κόκκινη στρατιά» ούτε πολύ περισσότερο, το «Βαλέσα, ο άνθρωπος της ελπιδας» βρίσκονται σκηνοθετικά στο ύψος των ταινιών των προηγούμενων δεκαετιών. Δεν θα ήταν δυνατό άλλωστε. Αλλά η μία ολοκληρώνει τους λογαριασμούς του με το τραύμα του πολέμου και η άλλη με το τραύμα του σταλινισμού που ξεκινάει αμέσως μετά στην Πολωνία. Αναρωτιόμουν  βλέποντας τον «Άνθρωπο της ελπίδας» αν συνειδητά κατεβάζει τον Βαλέσα από το βάθρο του ήρωα και τον παρουσιάζει ως αυτό που τελικά ήταν: ένας ανθρωπάκος που αναδείχτηκε μέσα σε μια αναλαμπή της ιστορίας. Στην πραγματικότητα έχει λίγη σημασία. Η ιστορία άφησε πίσω της το Βαλέσα και για τους υπόλοιπους κράτησε όσα είχαν σημασία: την εξέγερση και αυτά που μπορούσε να αντλήσει κάποιος από αυτήν. Όσο για τον Βάιντα είχε την ευτυχία να ζήσει μέχρι να ολοκληρώσει όλα όσα σημάδεψαν τη ζωή του αλλά και τη ζωή της χώρας του στην πορεία των ενενήντα χρόνων του.

Οι δυο αγαπημένες μου ταινίες του Βάιντα πάντως παραμένουν πάντα, φυσικά, οι  «Δεσποινίδες του Βίλκο» κι έπειτα το «Χωρίς Αναισθητικό», λίγα χρόνια πριν τον Άνθρωπο από Μάρμαρο με πρωταγωνιστή τον Σμπίγκνιου Ζαπάσιεβιτς –που έπαιξε σε πολλές ταινίες του Κριστόφ Ζανούσι, αλλά και στις «Δεσποινίδες» έχει ένα μικρό ρόλο. Ήταν κι αυτή μια ταινία που μιλούσε για τη φύση εκείνων των ανατολικών καθεστώτων. Αυτή, όπως και μια ουγγαρέζικη ταινία, «Η αγαπημένη μου Βέρα», μας άνοιξαν λίγο περισσότερο τα μάτια τότε. Για κάποιους βέβαια, οι παρωπίδες μεγαλώνουν όσο περνάει ο καιρός. Στο διαδίκτυο βρέθηκαν αρκετοί να ειρωνευτούν και να συκοφαντήσουν τον Βάιντα με αφορμή τον θάνατό του. Φαντάζομαι ότι θα ήταν οι καλύτεροι καταδότες αν τύχαινε να ζουν στη Μόσχα τη δεκαετία του ’30. Τότε θα τρώγανε πολλά κεφάλια. Τώρα απλώς βρίζουν με ποσταρίσματα. Ξεπεσμός όσο και να πεις.

Για τον Αντώνη Σουρούνη που έφυγε κι εκείνος δεν έχω πολλά να πω. Αγάπησα τον τρόπο που είχε να διηγείται και τον ξεχώρισα από άλλους ομότεχνούς του γιατί είχε αυτό το χάρισμα να γράφει απλά και βιωματικά, κάτι απόλυτα φυσιολογικό γι’ αυτούς που αφηγούνται ιστορίες, για τους παραμυθάδες. Κι αντίθετα εντελώς από αυτούς που συνήθως ονομάζουμε λογοτέχνες που παλεύουν μια ζωή απλώς να στραγγίξουν την αλήθεια και την ομορφιά από τις ιστορίες και να πλάσουν διάφορα κομψά και άκομψα θεωρητικά οικοδομήματα. Για να αποσπάσουν τους επαίνους και ενίοτε πολύ περισσότερα από διάφορους που κρίνουν με το ίδιο καλούπι. Τεμαχίζουν την ζωή σε θεωρίες. Ο Σουρούνης πάντως ήταν ένας αφηγητής που έγραψε συνήθως για πράγματα που είχε ζήσει, όπως ο Καββαδίας, όπως ο Μπουκόφκσι και τόσοι άλλοι. Ίσως γι’ αυτό έλεγε πως το συγγραφιλίκι δεν χρειάζεται παιδεία, ότι την έχεις μέσα σου. Άλλο παιδεία και άλλο δουλειά βέβαια. Μπορεί να έχεις ή να μην έχεις παιδεία, χωρίς δουλειά όμως δεν γίνεται τίποτε. Σε τέτοιους συγγραφείς η μοίρα είναι να διανύουν τον διπλό δρόμο και με διπλό κόπο για να φτάσουν στην αναγνώριση. Γιατί ακριβώς δεν έχουν την εύνοια των «ειδικών», των «σχολών» κ.λ.π.

Θυμάμαι όμως καλά τη μοναδική φορά που επικοινώνησα μαζί του. Ήταν πριν αρκετά χρόνια τότε που δούλευα σ’ ένα περιοδικό που είχε αποφασίσει να κάνει προδημοσίευση κάποια κεφάλαια από το καινούργιο του τότε βιβλίο. Χρειάστηκε λοιπόν να συνεννοηθώ μαζί του για τα διαδικαστικά. Το κείμενο το είχε στείλει, έλειπε μόνο ο τίτλος. «Και τι τίτλο θα βάλουμε κύριε Σουρούνη;» τον ρώτησα. «Α, δεν ξέρω», μου είπε, «δεν θέλω να βάλω τον τίτλο του μυθιστορήματος, πρέπει να βρω κάτι αλλο…» «Να βάλουμε εμείς έναν τίτλο;» ρώτησα. ««Άσε, κάτι θα σκεφτώ και θα σας πάρω», μου είπε. Δεν πήρε όμως, και η μέρα για να κλείσουμε ύλη έφτασε και το κομμάτι δεν είχε τίτλο. Οπότε βέβαια, δουλειά μου ήταν υποτίθεται, έβαλα έναν δικό μου. Και φυσικά όταν βγήκε το περιοδικό έψαχνα τρύπα να κρυφτώ. Ο ως εκείνο το σημείο ευγενέστατος άνθρωπος είχε αγανακτήσει με τον τίτλο μου και έψαχνε να με βρει να με περάσει γεννέες δεκατέσσερις όπως έμαθα από τους άλλους. Κατέφυγα για μερικές ώρες στο καπνιστήριο. Και δεν ήταν τόσο άσχημος τίτλος -εξακολουθώ να πιστεύω… Αλλά πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός κάποιος όταν ασχολείται με τους συγγραφείς και τα έργα τους.

Άξιζε το νόμπελ ο Μπομπ Ντύλαν; Η σωστή ερώτηση είναι: Αξίζει τόση φασαρία με τα νόμπελ; Ας μην ασχοληθούμε με τον τρόπο που γίνονται οι προτάσεις για τους υποψήφιους που μόνο ξεκάθαρος δεν είναι. Αλλά ένα βραβείο για να έχει αξία πρέπει να είναι είτε η συνισταμένη της γνώμης μιας μεγάλης πλειοψηφίας – με όλα τα ζητήματα που έχουν αυτές οι «μεγάλες πλειοψηφίες» ή να έχει τουλάχιστον τη βαρύτητα της γνώμης των ειδικών που αποφασίζουν. Αν πιστεύει κάποιος ότι οι τύποι της σουηδικής ακαδημίας είναι οι ιδανικοί κριτές για να αναδείξουν τον κορυφαίο συγγραφέα του κόσμου κάθε χρόνο, εντάξει. Προσωπικά δεν το πιστεύω. Ιδίως αν έχουν την ίδια ακατανίκητη οσμή μουχλας με τους δικούς μας.

Advertisements