Χρώματα: Επιλογή eyelands

Για άλλη μια χρονιά ξεκινάμε τη δημοσίευση των ιστοριών της  Επιλογής από τον διεθνή διαγωνισμό του eyelands. Πρόκειται για τα διηγήματα που διακρίθηκαν αλλά δεν θα συμπεριληφθούν στην έντυπη έκδοση. Θα δημοσιευθούν στο eyelands, δύο κάθε μήνα, σε μια σειρά ιστοριών που θα κλείσει τον Σεπτέμβριο του 2017 όταν θα ανακοινωθούν πλέον οι διακρίσεις του επόμενου διαγωνισμού.

Πρώτο διήγημα που δημοσιεύεται (ακολουθούμε τη σειρά υποβολής των κειμένων) είναι το διήγημα της Δανάης Δημητρακοπούλου « Ο ουρανός είναι μπλε» Μαζί με το βιογραφικό της συγγραφέως δημοσιεύουμε και την σειρά με την οποία θα δημοσιευθούν τα διηγήματα.

6th-international-contest-smaller

Ο ουρανός είναι μπλε

Κοίταξε τα μικρά χέρια που ήθελαν να πάρουν τα πινέλα που κρατούσε. Τα χέρια της δεν είχαν δύναμη να ασχοληθούν κι άλλο με τον άδειο καμβά. Κοίταξε τον μικρό και μπορεί ακόμα και να χαμογέλασε, δεν ήταν σίγουρη. Χάιδεψε λίγο τα μαλλιά του και τον άφησε να την κοιτάει, ενώ έβαζε σε παράλληλες θέσεις τα πινέλα της. Πήρε αγκαλιά τον μικρό Ανδρέα και έσφιξε το πρόσωπό του πάνω της. Εκείνος προσπάθησε να την κοιτάξει, να της χαμογελάσει μα εκείνη τον έσφιγγε πάνω της κοιτώντας επίμονα έξω από το μικρό παράθυρο μπροστά της. Ο μικρός έμεινε να είναι εκεί, μέσα στην αγκαλιά της μάνας του.

Κάπου ανάμεσα στη ζέστη του μεσημεριού, η Άρτεμις έβαλε το κοιμισμένο μωρό στο μικρό κρεβάτι δίπλα στο δικό της. Τον κοίταξε και για μια στιγμή πάγωσε. Έβγαλε μια βραχνή φωνή μέσα απ’ τα δόντια της ταυτόχρονα με ένα χαμόγελο και έβαλε βιαστικά το χέρι της μπροστά στο στόμα της. Τα μάτια της άρχισαν να τρέχουν κι εκείνη να γελάει σχεδόν υστερικά, κουνώντας το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά σα να μη συνέβαινε στ’ αλήθεια. Με το χέρι μπροστά στο στόμα της, προσπαθούσε να μείνει σιωπηλή. Πήγε να αγγίξει το μωρό της και τραβήχτηκε αντανακλαστικά. Δε μπορούσε να τον ξυπνήσει.

Έκλεισε την πόρτα πίσω της, το σώμα της ήταν τεντωμένο και τα μάτια της κλειστά, σφιχτά κλειστά. Ανέπνεε βαθιά και κάθε της ανάσα έβγαινε ρυθμικά. Έκρυψε το πρόσωπό της με τα χέρια της και έβαλε τα κλάματα, αυτή τη φορά ελεύθερα. Κάθισε στο πάτωμα και πίεζε το πρόσωπό της, ψιθύριζε στον εαυτό της να σωπάσει, να μη κλαίει. Ήταν η πρώτη φορά που κοίταξε το παιδί της εδώ και μέρες.

Τα δάκρυα ακόμα έτρεχαν και τα χέρια της έτρεμαν λίγο. Στον μεγάλο πάγκο κοίταξε τα χρώματα σε μια λερωμένη παλέτα. Χάθηκε για μια στιγμή. Το ύφος της τσαλακώθηκε λίγο που σκέφτηκε γιατί δε μπορούσε να κοιτάξει με τον ίδιο τρόπο τον γιο της. Σήκωσε τους ώμους της και πήρε μια βαθιά ανάσα. Τίναξε το σώμα της και άγγιξε τις λευκές γραμμές του καμβά. Τον γύρισε ανάποδα, να μη την κοιτά. Άνοιξε μια μικρή ντουλάπα δίπλα και τον έστησε δίπλα σε άλλους, μεγάλους και μικρούς, όλοι κενοί. Κοίταξε το συρτάρι λίγο πιο κάτω και έκανε να το αγγίξει. Γύρισε απότομα με άγρια μάτια κι έσπρωξε όλα τα χρώματα με δύναμη μέσα σε ένα ξύλινο κουτί.

Βύθισε τα χέρια της στα χρώματα της παλέτας και έμεινε να κοιτάζει τις αποχρώσεις. Ντράπηκε. Ντράπηκε που δε μπορούσε να κάνει κάτι που αγαπάει. Γι αυτόν. Ντράπηκε που εκείνος το ήξερε. Ένιωσε λίγη, έσφιξε τα χέρια της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και άνοιξε το κρύο νερό να την ξεπλύνει. Μπροστά της μισοτελειωμένα τσιγάρα και στο χέρι της ακόμα ένα που έκαιγε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε τον ουρανό. Μόνο βράδυ, μόνο τότε μπορούσε να το κάνει. Ευχήθηκε να μπορούσε να κοιτάξει όσα ήθελα ξανά, σύντομα. Πολύ σύντομα.

Τα χείλη της πικράθηκαν κι έσβησε με ενόχληση και αυτό το τσιγάρο. Χαμογέλασε και σκέφτηκε κάθε φορά που είχε αρνηθεί να τη φιλήσει.

Καιγόταν το σώμα της, τα χέρια της είχαν ιδρώσει και ό,τι κοιτούσε κουνιόταν δεξιά και αριστερά. Ακουγόταν η σιωπή του καλοκαιρινού βραδιού και εκείνη έκανε θόρυβο με την σιδερένια καρέκλα της για να σπάσει τη μοναξιά.

Ρούφηξε ακόμα λίγο καπνό και κοίταξε τη θέση δίπλα της. Την ακούμπησε με το χέρι της μαλακά και έσβησε αποφασιστικά το τσιγάρο. Ξάπλωσε στη θέση της και κοίταξε τον ουρανό.

«Εκεί είσαι;», ψιθύρισε κοιτάζοντας έντονα.

«Πες μου αν είσαι εκεί. Αν είσαι εκεί, αν τώρα που σε κοιτάζω με κοιτάς πίσω, είσαι εκεί που ήθελες πάντα να είσαι. Ανάμεσα στα σύννεφα.» συνέχισε και γέλασε αμήχανα.

«Εκεί ήθελες να είσαι. Ακόμα κι εδώ, δίπλα μου όταν ήσουν, στο μυαλό σου ταξίδευες. Ποτέ δε μου το είπες. Το ξέρω.» άρχισε να γελάει σχεδόν κουνώντας την σιδερένια καρέκλα της σχεδόν υστερικά.

«Ποτέ δε μου το είπες, αλλά εκεί ήσουν. Το σώμα σου ήταν εδώ, φυλακισμένο σε μια αγάπη που σου στερούσε την πραγματική σου θέση.» μουρμούρισε ακόμα λίγες λέξεις και έβαλε τα χέρια της στο πρόσωπό της. Σταμάτησε την καρέκλα της και κοίταξε τα πόδια της. Έβαλε τα δάχτυλα των χεριών της πάνω και άρχισε να πιέζει.

Τα μάτια της έμειναν κενά.

«Μα δε σε φυλάκισα ποτέ… Ποτέ δεν ήθελα να μείνεις αν δεν ήθελες. Ποτέ δε σου ζήτησα να μη πας, να μη κάνεις, να μην ζήσεις. Ίσως λίγο να νιώσεις…; Στην άκρη, περίμενα να σε δω, περίμενα να μου μιλήσεις.»

Το δέρμα της είχε γίνει κόκκινο κι εκείνη είχε μείνει να το κοιτά και να πιέζει κι άλλο. Τράβηξε τα νύχια της, μάτωσε.

«Δεν μου είναι καν δύσκολο, ξέρεις.», είπε και χαμογέλασε στον εαυτό της. «Ίσως και να είναι αλλά δε φαίνεται να είναι. Απλά λείπεις. Όπως έλειπες πάντα. Απλά δεν είσαι εδώ, όπως συνήθιζες να κάνεις. Απλά μιλάω εγώ, όπως πάντα μιλούσα εγώ και αυτή τη φορά ελπίζω πως με ακούς. Αυτή τη φορά νιώθω να με ακούς. Ποιος ξέρει. Ανάμεσα σε αυτό το σιχαμένο χρώμα που αγαπάς… αγαπούσες, να βρήκες κάτι άλλο, κάτι καλύτερο.»

Ερχόταν κρυφά, κάθε φορά κρυφά, δε της έλεγε τίποτα. Απλώς εμφανιζόταν στην πόρτα του ατελιέ της και την κοιτούσε όσο ζωγράφιζε. Παρατηρούσε τα χέρια της να χάνονται σε γραμμές και τα μάτια της να ακολουθούν το κάθε χρώμα. Τελευταία ένιωθε πως ήξερε πότε θα εμφανιζόταν. Τα μάτια της σα να έχαναν λίγο τις γραμμές της και να έμεναν σταθερά, σε κάποιο σημείο του πίνακα. Γυρνούσε και τον κοιτούσε. Χαμογελούσε κι εκείνος ένιωθε να είναι σπίτι ξανά.

Εκείνη τη μέρα, στάθηκε στην πόρτα της και κοίταξε μια άδεια φιγούρα. Μπροστά από έναν άδειο πίνακα. Κανένα χρώμα, τίποτα και πουθενά. Εκείνη έμενε να κοιτάζει το άσπρο και τα βλέφαρά της ήταν ακίνητα. Μόνο παρατηρούσαν τις γραμμές του λευκού που θα μπορούσαν να γίνουν τόσα πολλά.

Την πλησίασε και της άγγιξε τους ώμους. Τραντάχτηκε σα να ξύπνησε από εφιάλτη. Γύρισε και τον άγγιξε στο μάγουλο, τον κοίταξε στα μάτια. Χαμογέλασε και γύρισε την πλάτη της. Γέμισε τα χέρια της μπογιές, με κάθε γαλάζιο και μπλε του συννεφιασμένου ουρανού και άρχισε να ζωγραφίζει. Κάθε τι που της ερχόταν. Εκείνος έμεινε εκεί, να την κοιτά μέχρι το βράδυ. Χωρίς να πουν λέξη. Απλά ήταν μαζί.

Του είχε πει τόσο παραστατικά πως κάθε φορά που της μιλούσε για κάτι που αγαπούσε, τα μάτια του ήταν μια άλλη απόχρωση αυτής που είχε. Του είχε πει πως κάθε φορά που την έβλεπε, άλλαζαν. Κάθε φορά που έφευγε, άλλαζαν. Κάθε φορά που γυρνούσε, πάλι. Κάθε ταξίδι ήταν ένα διαφορετικό βλέμμα, ένα διαφορετικό μπλε.

Τόσοι πίνακες με τόσα χρώματα, τόσα που μπορούσε να δημιουργήσει, είχαν σταθεί σε μια μονοχρωμία που την έκανε να νιώθει ζωντανή. Οι κινήσεις του ήταν η δική του τέχνη. Αυτό του έλεγε και πως ήταν τόσο τυχερός που είχε τη δική του μορφή έκφρασης. Εκείνος ζήλευε που την έβλεπε να εκφράζεται σε κάθε τι. Στις κινήσεις, στην τέχνη της, στην γραφή και τα βλέμματά της. Ήταν μια γυναίκα που δε μπορούσε να κρυφτεί. Σε κάθε τι που έκανε, γινόταν γυμνή και μπροστά του, ήθελε να είναι όσο πιο ελεύθερη ήθελε εκείνη.

Τα βράδια που την έβλεπε να γράφει, τον φόβιζε. Ήξερε πως είναι κάτι δικό της, κάτι που δε θα έβλεπε ο ίδιος, ποτέ. Την ήξερε για πάντα. Εκείνη παρατηρούσε, έβλεπε και ήξερε πού να κοιτάξει. Τον φόβιζε το πόσο διάφανος ήταν μπροστά της. Την κοιτούσε να γράφει, να γράφει συνέχεια σε εκείνο το μικρό τετράδιο που κάθε φορά που οι σελίδες γέμιζαν, εκείνη είχε ένα ίδιο, ακριβώς ίδιο, έτοιμο να το γεμίσει.

Δεν ήξερε αν έγραφε ιστορίες, αν έγραφε για εκείνη, γι αυτόν. Ήταν κάτι ολότελα δικό της και το άφηνε να είναι έτσι. Έπρεπε να το κάνει. Μέσα σε ένα τόσο ελεύθερο μυαλό, κάποιοι της είχαν πει πως έπρεπε να γράψει, να βάλει τις σκέψεις της σε μια ευθεία. Είχε κλάψει, είχε νευριάσει μα δε τα παράτησε ποτέ. Ήξερε πως για εκείνη, μόνο για εκείνη και για κανέναν άλλον, πέντε πράγματα τη μέρα έπρεπε να τα κάνει.

Μπορεί να ένιωσε για μιας στιγμή δέσμιός της. Ποτέ επειδή ήταν άρρωστη. Ποτέ επειδή τον αγαπούσε τόσο. Μόνο γιατί δίπλα της έχανε κι αυτός λίγο τη λογική του. Ήθελε να είναι δίπλα της, να την αγαπάει, να κάνει μόνο αυτό. Να την αγαπάει. Κι εκεί όλα έμπαιναν στο πλάι κι εκείνος μισούσε να βάζει προτεραιότητες.

Η νύχτα έφευγε και η Άρτεμις ήθελε να μείνει εκεί, να μη ξημερώσει ποτέ. Θα άκουγε σε λίγες ώρες το παιδί και θα άρχιζε το βάσανό της τη ρουτίνα του. Μισούσε τον εαυτό της γι αυτό που ένιωθε. Μισούσε που χρειαζόταν την αγωγή για να μπορέσει να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά και άλλη αγωγή για να μπορεί να ξέρει ποια είναι και μια άλλη απλά για… απλά για να ζει. Να ζει κανονικά. Εκείνος ήταν όλα όσα χρειαζόταν. Δεν ήθελε να έχει το παιδί αν δεν ήταν εκείνος εκεί. Ήθελε να το αγαπάει, είχε τόση αγάπη να του δώσει μα δεν ήθελε να βλέπει την καταστροφή της στα μάτια του.

Πόση σημασία μπορούσε να δώσει κάποιος στον εαυτό του; Πόσο εγωίστρια, πόσο νάρκισσος, πόσο εμμονική με τον εαυτό της θα μπορούσε να είναι μια μάνα; Ένα κομμάτι της είχε σπάσει και ένα άλλο είχε γεννηθεί, πώς μπορούσε να ψάχνει ακόμα το σπασμένο;

Σηκώθηκε από την σιδερένια καρέκλα της αφήνοντάς την να τσιρίζει. Τουλάχιστον κάποιος έπρεπε να ουρλιάξει, να μάθει ο κόσμος πως πονάει. Περπάτησε με βαριά βήματα και αποφασιστικά ως την πόρτα της αυλής και σταμάτησε σα να έπεσε σε τοίχο. Τα πόδια της έγιναν ελαφριά και πέρασε το κατώφλι χορευτικά. Έκλεισε την πόρτα πίσω της και αθόρυβα περπάτησε μπροστά.

Έφτασε στο δωμάτιό της, στο δωμάτιό τους και έμεινε να κοιτάζει το άδειο κρεβάτι. Το βλέμμα της ήταν τόσο κενό όσο και η θέση δίπλα στη δική της. Εκείνος πάντα αριστερά. Πάντα, γιατί εκείνη κοιμόταν στο δεξί της πλάι. Έπρεπε να είναι εκεί, να την κρατάει πάνω του, να την έχει μέχρι να χρειαστεί να φύγει.

Το συρτάρι του το κλειδωμένο, δε το είχε ανοίξει ποτέ. Τα ρούχα του ήταν ακόμα διπλωμένα στη θέση τους, τα πουκάμισά του ήταν σιδερωμένα κι μυρωδάτα. Λίγο μέσα της, τον περίμενε. Σε λίγο θα ερχόταν και εκείνη θα ξεκινούσε να ζωγραφίζει πάλι. Θ’ άρχιζε να βάζει χρώμα σε κενές παλέτες.

Δε θα ερχόταν. Δε θα την κοιτούσε κρυφά να ζωγραφίζει, δε θα της φιλούσε την πλάτη όταν έγραφε, δε θα την έψαχνε μέσα στον ύπνο του να την τραβήξει πάνω του. Μόνο θα έλειπε. Πάντα θα έλειπε και δεν είχε τίποτα από εκείνον. Μόνο τα χάδια του που ο καιρός θα της τα έπαιρνε. Κι ένα παιδί που τη σκότωνε κάθε μέρα.

Για πρώτη φορά έτρεξε στο μαξιλάρι του κι έχωσε το πρόσωπό της μέσα. Μέσα στο άρωμά του, σε ό,τι είχε μείνει ζωντανό από αυτόν, σε ό,τι μπορούσε να την αγγίξει για λίγο. Ήταν για λίγο δίπλα του. Εκεί, της έλεγε πως την αγαπούσε, πως ήταν εκεί, ακόμα κι αν δεν ήταν.

Για εκείνη ξεκίνησε να γράφει. Προσπάθησε, έγραψε χαζά, έγραψε αληθινά, προσωπικά, για εκείνη. Την δική της τέχνη, προσπάθησε να τη δανειστεί και να της τη χαρίσει. Υπήρχαν λέξεις που έβγαιναν και δεν το καταλάβαινε το γιατί. Λέξεις που δε σήμαιναν κάτι, μπορεί ακόμα να μην υπήρχαν. Ένα τετράδιο με εξήντα σελίδες κι εκείνος δε μπορούσε να τις γεμίσει. Κάθε φορά νόμιζε πως είχε γράψει εκατοντάδες λέξεις, χιλιάδες πράγματα που ήθελε να πει και κάθε φορά, οι σελίδες έμεναν μισογεμάτες.

«Όλη μου τη ζωή ήξερα τι θα κάνω. Τουλάχιστον ήξερα τι ήθελα να κάνω. Ήξερα πως στην άκρη του μυαλού μου ήσουν κι εσύ. Ποτέ δε προσπάθησα για εσένα όσο προσπάθησα για άλλα πράγματα και αυτό θα το μετανιώνω.

Ότι σε έχω δίπλα μου και με αγαπάς τόσο, με κάνει να θέλω να πετάξω πιο ψηλά για να νιώσω την αδρεναλίνη. Μερικές φορές είναι σαν όταν ξυπνήσω, δε θα είσαι εκεί, θα είμαστε πάλι δεκαπέντε χρονών και θα σε κοιτάω από μακριά να γελάς με τις φίλες σου…»

Η Άρτεμις με μάτια γεμάτα αγάπη, διάβαζε τις λέξεις που είχε κρυμμένες στο συρτάρι ο Άρης. Σα να τον γνώρισε για μια στιγμή ξανά.

«Το μυαλό σου τρέχει χίλια μίλια η σκέψη και πραγματικά θα ήθελα να ξέρω πώς σκέφτεσαι όσα σκέφτεσαι, πώς καταλήγεις σε κάτι, πώς είσαι ακόμα μαζί μου, με εμένα που έχω μια σκέψη και κολλάω σε αυτή, μένω σε αυτήν, επενδύω σε αυτήν. Είναι φορές που πονάω μαζί σου. Όταν νιώθεις χαμένη, όταν έχεις το μυαλό σου σαν χειρότερο εχθρό σου. Πονάω όταν δεν είμαι εκεί και το περνάς μόνη. Έλειπα πολύ καιρό από τη ζωή σου, ακόμα και όταν ήμουν παρών. Συγγνώμη. Συγγνώμη που δεν ήμουν εκεί από την αρχή. Συγγνώμη που σε έκανα να πιστέψεις πως δε σε αγαπούσα από πάντα.»

Μέσα στην δική της αρρώστια, στα δικά της παιχνίδια, ξαφνικά ο άντρας που αγάπησε, ο μοναδικός άντρας, ήταν άνθρωπος. Στις δομημένες σκέψεις του, στις σκέψεις που εκείνη ζήλευε, μπόρεσε και έβγαλε αυτά που ένιωθε να της τα δώσει. Σκέφτηκε τα μάτια του, όταν έγραφε. Θα είχαν το χρώμα που είχαν όταν την κοιτούσε; Ή αυτό που είχαν στον αποχωρισμό;

«Σε κάθε φιλί που σου δίνω, κάθε στιγμή που πρέπει να φύγω, σε βλέπω. Παρατηρώ κι εγώ για μια φορά. Σε βλέπω να με κοιτάς, να θες να με κρατήσεις για πάντα μέσα σου. Ξέρω πως έχεις σκεφτεί λέξεις να γράψεις, εικόνες να βάψεις και θες να με έχεις μέσα σου. Κάθε τέτοια φορά, φοβάμαι.»

Δίπλωσε το χαρτί και το έβαλε στην άκρη. Αγκάλιασε το μαξιλάρι που δεν είχε αφήσει από πάνω της και στ’ αλήθεια πίστεψε πως τον άκουγε να της λέει αυτές τις λέξεις. Δεν τις διάβαζε. Τις άκουγε, τον κοιτούσε, τον μύριζε, της κρατούσε το χέρι.

Αν φοβόταν εκείνος, ποια ήταν αυτή που δεν είχε δικαίωμα στο φόβο; Αυτός που ήταν ο χειρότερος εχθρός της, αυτός που δεν την άφηνε να κοιμηθεί τα βράδια, αυτόν που ο Άρης είχε νικήσει τόσες φορές, αυτός ήταν ένα μικρό αγκάθι στο πλευρό του ίδιου. Δεν ήταν ανίκητος. Δεν ήταν μόνη. Η παρουσία του ήταν γιατρικό και η απουσία της ήταν φαρμάκι και αυτό είχε πολλή ανάγκη να το ξέρει.

Ήθελε να τον έχει αγγίξει πιο πολύ, να τον έχει κοιτάξει πιο πολύ, να τον έχει αγαπήσει πιο πολύ, τόσο που δεν ήξερε αν πήγαινε άλλο. Κι εκεί, εκεί που ο ήλιος προσπάθησε να της πει καλημέρα, εκεί σκέφτηκε πως τον είχε. Ήταν ακόμα εκεί. Ήταν το μεγαλύτερο κομμάτι του, αυτό που μοιράζονταν. Τι καλύτερο θα μπορούσε να έχει μείνει από τον άνθρωπο που αγάπησε πάνω από όλα.

«…Φοβάμαι. Πως πρέπει να πάρω κάθε στοιχείο σου, κάθε σου ίχνος και να το βάλω καλά στο μυαλό μου. Να μη σε ξεχάσω. Να πετάω και να σε βλέπω παντού δίπλα μου. Γιατί μου λείπεις. Συνέχεια μου λείπεις. Όταν δε σε είχα ήταν αλλιώς. Ήσουν μια σκέψη, μια επιθυμία. Τώρα, τώρα Άρτεμις, αν διαβάσεις αυτά που γράφω, θα ξέρεις πως είσαι τα πάντα. Είσαι αυτό που ήθελα, αυτό που θέλω, αυτό που δεν είχα ποτέ και πάντα είχα.

Φοβάμαι πως αν σε ξεχάσω, θα σε χάσω την ίδια στιγμή. Φοβάμαι πως αν δεν κοιτάξεις τα μάτια μου, αν δεν ήξερες κάθε απόχρωσή τους, δε θα με αγαπούσες τόσο. Αλλά αυτό είναι. Κοίταξες πολύ ακόμα κι όταν εγώ κρυβόμουν. Σα βλάκας, έκρυβα τα πάντα από εσένα, και τότε να δεις, φοβόμουν. Σε μισώ και σε λατρεύω που με έκανες να νιώσω ανασφαλής. Αλλά κυρίως σε λατρεύω. Σε αγαπάω με όλο μου το είναι, σε αγάπησα από την πρώτη στιγμή που σε είδα, θα σε αγαπάω ακόμα και όταν αυτά τα σύννεφα που είναι η δουλειά μου, με καταπιούν και δε σε ξαναδώ. Σε έχω μέσα μου και πάντα θα σε έχω.

Ξέρω πως μισούσες το μπλε, ξέρω πως αγάπησες εμένα και κάθε τι μπλε σε κάνει να χαμογελάς. Μακάρι μόνο αν ποτέ, αν τύχει και δε με ξαναδείς, να κοιτάς το μπλε και να χαμογελάς ακόμα. Είναι που ξέρω πως οι σκέψεις σου σού κάνουν παιχνίδια και θέλω αλήθεια να με σκέφτεσαι. Είμαι κάπου στον ουρανό, όπως πάντα ήμουν. Κι όταν κοιτάς πάνω, θα σε κοιτάω πίσω. Γιατί σκέψου αυτό… ο ουρανός, τι χρώμα έχει ο ουρανός;

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Δανάη Δημητρακοπούλου

Γεννημένη  και μεγαλωμένη στον Πειραιά, σε ένα δωμάτιο γεμάτο μισοτελειωμένα σχέδια, τετράδια και παλιά φιλμ. Κάπου μέσα στους διαδρόμους της Γραφιστικής Σχολής, αποφάσισε να σταματήσει να γράφει στα κρυφά και στη σχολή Δημιουργικής Γραφής έμαθε πως μπορείς αλήθεια να σπουδάζεις κάτι και να το αγαπάς κάθε μέρα και πιο πολύ.Μέσα από δουλειές γεμάτες λόγια, ρούχα κι επιφάνεια, κατάλαβε πως τελικά αφεντικό της μπορεί να είναι ο εαυτός της, τα σκυλιά και ο καλός καφές. Πλέον, όλοι μαζί γράφουν παρέα τα βράδια.

**

ΕΠΙΛΟΓΗ EYELANDS 

6th-international-contest-smaller

Είκοσι διηγήματα από τον 6ο διεθνή διαγωνισμό διηγήματος έχουν επιλεγεί από την ομάδα ανάγνωσης του διαγωνισμού. Τα διηγήματα που περιλαμβάνονται στην επιλογή και θα δημοσιευθούν στο eyelands.gr είναι:

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ

Δανάη Δημητρακοπούλου – Ο ουρανός είναι μπλε

Μαρία Σαββάκη – Η υδρόγειος σφαίρα

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ

Αναστασία Δεουδέ – Tα εξ ανακλάσεως

Ιωάννα Βουλγαρίδη – Φιγούρα στο σκοτάδι

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ

Αλεξίου Χριστίνα – Λευκή

Δημήτρης Πολίτης – Μια συνηθισμένη μέρα

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

Μαριάντζελα Ψωμαδέλλη – Πολύχρωμα τέρατα

Φαίη Ιακωβίδου – Πέφτοντας ψηλά

ΜΑΡΤΙΟΣ

Αναστάσιος Μπόγιαρης – Τι χρώμα έχει η αγάπη;

Μάρθα Γαλατοπούλου – Ανθισμένη έρημος

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Άννα Μαρία Κατσαρού – Ηλιοβασιλεματα και ουράνια τόξα

Νίκη Κωνσταντοπούλου – Η παλέτα της Φρόσως

ΜΑΙΟΣ

Σύλβια Λουκά -. Ταξίδι προς το ουράνιο τόξο

Φανή Δούμα – Μια άλλη εκδρομή

ΙΟΥΝΙΟΣ

Γιώργος Τζεβελεκάκης – Έλληνες, του φωτός χρωματοφάγοι…

Αλεξάνδρα Κολιγιώτη –  Χρώματα

ΙΟΥΛΙΟΣ

Άννα Καρακατσάνη – Dream on

Ηλίας Στεργίου – Γαλάζιο

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Τσιντώμη Ευαγγελία – Όνειρο

Ιγνάτιος Μηλιόρδος – Χρώμα – χρήμα ένα γράμμα διαφορά

 

Η σειρά δημοσίευσης των διηγημάτων ακολουθεί την χρονική σειρά υποβολής τους στο διαγωνισμό.

 

Advertisements