Επιλογή eyelands: Φιγούρα στο σκοτάδι

 

αφίσα διαγωνισμού μικρότερηΣυνεχίζουμε την δημοσίευση των ιστοριών της  Επιλογής από τον διεθνή διαγωνισμό του eyelands. Πρόκειται για τα διηγήματα που διακρίθηκαν αλλά δεν θα συμπεριληφθούν στην έντυπη έκδοση. Θα δημοσιευθούν στο eyelands, δύο κάθε μήνα, σε μια σειρά ιστοριών που θα κλείσει τον Σεπτέμβριο του 2017 όταν θα ανακοινωθούν πλέον οι διακρίσεις του επόμενου διαγωνισμού.

 Τρίτο διήγημα που δημοσιεύεται (ακολουθούμε τη σειρά υποβολής των κειμένων) είναι το διήγημα του Γιώργου Βουλγαρίδη: Φιγούρα στο σκοτάδι. Μαζί με το βιογραφικό του συγγραφέως δημοσιεύουμε και την σειρά με την οποία θα δημοσιευθούν τα επόμενα διηγήματα

**

Γιώργος Βουλγαρίδης – Φιγούρα στο σκοτάδι

Ήταν ένα πολύ ωραίο σπίτι. Είχα δει πάρα πολλά,αλλά αυτό ήταν αψεγάδιαστο.Όσο αψεγάδιαστο μπορεί να είναι ένα σπίτι που βρίσκεται στην Αθήνα.Κι  όταν μάλιστα έρχεσαι σε αυτήν,ύστερα από μια δεκάχρονη παραμονή στην Ικαρία.Η σύγκριση είναι τραγικά άδικη.Η Ικαρία είναι ένα μεγάλο σπίτι και εσύ μέλος μιας μεγάλης οικογένειας.Έχεις σχέσεις αγάπης με τους φίλους και συγγενικής ανέχειας με τους άλλους.Στην Αθήνα βλέπεις χιλιάδες κόσμο και δεν είσαι στην σκέψη κανενός.Έστω αρνητικά.Γι’αυτό κι ένα καλό σπίτι απαλύνει κάπως τον πόνο της τωρινής σου ερημιάς που επιτείνεται από την θύμηση του παρελθόντος.Το κυριότερο προσόν αυτού του σπιτιού είναι ότι δεν κλείνεται από πολυκατοικίες,μολονότι βρίσκεται σε μια πολύ πυκνοκατοικημένη περιοχή.Είναι το ψηλότερο οροφοδιαμέρισμα μιας τριώροφης οικοδομής κι έχει το προνόμιο να βλέπει ολόκληρο τον αγωνιστικό χώρο ενός γηπέδου ποδοσφαίρου που βρίσκεται σχεδόν κολλητά.Προσπαθώντας να βρω αρετές στο σπίτι μου και δικαίωση στην επιλογή μου παρατήρησα πως ήμουν ο μόνος που θα μπορούσε να δει απρόσκοπτα τα παιχνίδια που θα γίνονταν στο γήπεδο.Κι αυτό γιατί από όλες τις άλλες πλευρές οι κερκίδες είναι πολύ ψηλές και περιβάλλονται από μεγάλους δρόμους κι ένα μεγάλο πάρκο.Κι όλα αυτά,ενώ δεν παρακολουθώ ποτέ ποδόσφαιρο.

Έβγαινα συχνά στο μπαλκόνι να κάνω τσιγάρο.Καθόμουν σε μια καρέκλα ξύλινη, μαζεμένος,κοιτάζοντας το χόρτο του γηπέδου και τον όγκο των πολυκατοικιών που απλώνονταν πιο πέρα.Τίποτα με χρώμα.Όλα γκρίζα και μουντά.Με έντονη νοσταλγία θυμόμουν τις στιγμές που καπνίζοντας αγνάντευα από τις καριώτικες πλαγιές τον βοριά να δέρνει ανελέητα τα βράχια και να σημαιοστολίζει τα νερά μέχρι εκεί που το μάτι χάνεται.Τότε που περπατούσαμε ατέλειωτες ώρες μέχρι να φτάσουμε στα ξωκκλήσια που περίμεναν το ασβέστωμα για να γιορτάσουν την επόμενη μέρα την μοναδικότητά τους.Μια ανοιξιάτικη μέρα,το χάραμα,ανεβαίναμε πάνω από δέκα άτομα το μονοπάτι για το ξωκκλήσι του Αι Γιάννη.Είχαμε φορτωθεί χρώματα, βούρτσες, φαγητά, κρασί, ρούχα.Μας βοηθούσε κι ένας γάιδαρος που αγκομαχούσε μαζί μας και από ανωτερότητα τον αφήσαμε να προπορεύεται.Εκείνη τη μέρα θα καθαρίζαμε και την επόμενη θα βοηθούσαμε, καθώς το εκκλησάκι γιόρταζε και περίμενε κόσμο.Σε ένα άνοιγμα του δρόμου και μπροστά στα μάτια μας εμφανίστηκε μια πέρδικα με κουστωδία τη φαμίλια της ,πέντε-έξι περδικόπουλα.Η πέρδικα σταμάτησε και τα μικρά της πέρασαν γρήγορα τον δρόμο.Αμέσως μετά άρχισε να προσποιείται την τραυματισμένη και να κουνά επιδεικτικά το ένα της φτερό προσπαθώντας να μας πείσει ότι είναι σπασμένο.Αν και ξέραμε ότι πρόκειται για θεατρικό παιχνίδι, αδιαφορήσαμε τελείως για τα μικρά που χάθηκαν στην πυκνή βλάστηση και το ενδιαφέρον μας επικεντρώθηκε στο υποκριτικό ταλέντο της μάνας.Την ίδια τακτική ακολουθεί απέναντι και  στα άλλα αρπακτικά που παραμονεύουν στις καριώτικες πλαγιές την εύκολη λεία των νεοσσών.

Μετά την ευχάριστη έκπληξη συνεχίσαμε τον δρόμο μας και σε μια ώρα περίπου φτάσαμε.Αμέσως πιάσαμε δουλειά.Σκουπίσαμε,πήραμε τα κλαδιά και τα χώματα,καθαρίσαμε το εσωτερικό,οριοθετήσαμε τον χώρο κι ασβεστώσαμε.Την επόμενη έγινε η λειτουργία κι αφού ετοιμάσαμε τα τραπέζια,καθίσαμε πολλά άτομα μαζί.Κάποιοι είχαν έρθει από πολύ μακριά.Ένας ήρθε από την Αμερική κι ένας άλλος από την Σουηδία.Κι όμως το τραπέζι ήταν πολύ λιτό.Μια μανέστρα με μια σάλτσα ντομάτα και μερικές ελιές.Και στο τραπέζι υπήρχαν στιγμές που δεν λέγαμε πολλά.Πεινάγαμε,αλλά δεν τρώγαμε με όρεξη.Θέλαμε να πιούμε,αλλά δεν πίναμε πολύ.Η σύναξή μας ήταν μια ωδή στη ζωή και στον θάνατο.Στα χρόνια που φεύγουν με μοναξιά,στην ταπεινότητα που χάσαμε,στη χαρά και στη λύπη.Περάσαμε όμως πολύ καλά και  όταν φεύγαμε κοιτούσε ο ένας τον άλλον δίνοντας με τα βλέμματά μας υποσχέσεις για το καινούργιο αντάμωμα του χρόνου την ίδια μέρα.

Αυτά σκέφτομαι όταν κάθομαι στο μπαλκόνι μαζεμένος σε μια ξύλινη καρέκλα.Πολλές φορές βγαίνω πολύ αργά τα βράδια.Τότε που καταλαγιάζει κάπως το αλλόκοτο βουητό της αθηναϊκής ζούγκλας.Μια από αυτές τις νύχτες κι ενώ κοιτούσα αφηρημένος,παρατήρησα κίνηση στον αγωνιστικό χώρο.Έβλεπα μόνο με το φως της νύχτας.Ο δήμος ήταν καταχρεωμένος και τα φώτα στους στύλους έσβηναν μετά τις δύο.Ήταν κάτι που φαίνονταν και χάνονταν.Κινιόταν και σταματούσε.Ήταν άνθρωπος.Ένας άνθρωπος στο κέντρο του γηπέδου.Άλλοτε να τρέχει κι άλλοτε να κυλιέται,άλλοτε να περπατά κι άλλοτε να κάθεται ακίνητος.Έμεινα αρκετή ώρα να τον παρακολουθώ ,ώσπου εξαφανίστηκε.Ήταν σίγουρο ότι δεν με είχε δει γιατί τα είχα όλα θεοσκότεινα.Αλλά κι αυτόν μόνο κάποιος σαν κι εμένα που συλλογίζεται στις ατέλειωτες μοναχικές του νύχτες θα μπορούσε να δει.

Το άλλο βράδυ πάλι στο μπαλκόνι μου.Ήταν ήδη πολύ αργά,περασμένες δύο.Έπρεπε να αποκλείσω το ενδεχόμενο να είναι όνειρο ή προϊόν κάποιας δικής μου παράνοιας.Κι όμως κάτι τέτοιο άρχισα να το αποκλείω όταν είδα,όσο καθαρά μπορούσα να δω,να περνάει από το κέντρο του γηπέδου πολύ γρήγορα μια ανθρώπινη φιγούρα.Πέρα από το κέντρο που έστω αμυδρά έφεγγε λίγο το φως της νύχτας,στο υπόλοιπο γήπεδο η ορατότητα ήταν ανύπαρκτη λόγω της σκίασης που δημιουργούσε το ύψος των κερκίδων.Σε λίγο,αλλά με αντίθετη φορά,πάλι η ίδια φιγούρα να περνά γρήγορα και να χάνεται στο σκοτάδι.Αυτό κράτησε πάνω από είκοσι λεπτά και με μένα να βεβαιώνομαι ότι βιώνω κάτι πραγματικό.Κάποια στιγμή η ανθρώπινη φιγούρα κάθισε ακριβώς στο κέντρο.Μάλλον ξάπλωσε ανάσκελα με τα χέρια και τα πόδια διάπλατα ανοιγμένα.Έμεινε έτσι πολλή ώρα.Δεν μπορούσα να ξέρω αν ήταν στάση ξεκούρασης ή κάτι άλλο.Σίγουρα δεν ήταν αυτό που σε κάποια στιγμή μού θύμισε αυτή η στάση.Τη στάση του μπάρμπα Σταμέλου,ενός γέρου ψαρά στα Δωδεκάνησα που,όταν πάθαινε αβαρία σε μια σαπιόβαρκα που είχε,καθόταν ανάσκελα στο σπυράγιο κι έβριζε ανατριχιαστικά τα θεία.Κάποιος συγγενής του μου είχε πει πως και το τελευταίο βράδυ του όλο το νοσοκομείο τον άκουγε να τα βάζει ανοιχτά με τον θεό μέχρι τη στιγμή που πέθανε, τσακισμένος  από την παλιαρρώστια.

Εδώ το πράγμα ήταν διαφορετικό και βάλθηκα να το ξεδιαλύνω.Θα μπορούσα να ειδοποιήσω τους υπευθύνους του σταδίου ή την αστυνομία.Ασυνείδητα όμως ένοιωσα σεβασμό στο μυστικό που μοιραζόμασταν εγώ και η ανθρώπινη φιγούρα.Εξάλλου,απέκλεισα από την αρχή την πιθανότητα να πρόκειται για κλέφτη ή για κάτι τέλος πάντων πονηρό.Στις πολύ σκοτεινές νύχτες οι κινήσεις και οι στάσεις του παράξενου αυτού όντος μάλλον ταίριαζαν σε ξωτικό.Μόνο που αυτό δεν εμφανιζόταν σε παραμυθένια δάση και σε φεγγαρόφωτες νυχτιές,αλλά στον χλοοτάπητα ενός αθηναϊκού γηπέδου και σε απόλυτο σκοτάδι.Τις νύχτες που είχε πολύ λίγο φεγγάρι δεν έβγαινε ποτέ.Ήταν κάτι απόκοσμο και μοναχικό,μυστήριο κι αλλόκοτο.

Όλα αυτά μέχρι που σταμάτησε τις εμφανίσεις.Μάταια έβγαινα τις βραδιές που δεν είχε φεγγάρι.Είχα αρχίσει να απελπίζομαι.Άρχισα να κοιμάμαι κανονικά.Μια μέρα ψώνιζα από το περίπτερο που βρίσκεται στην άλλη πλευρά του γηπέδου.Έτυχα σε κουβέντα γειτόνων για κάποιο νέο άνθρωπο,ιδιοκτήτη ενός αρχοντικού σπιτιού που εφάπτεται σχέδον του γηπέδου.Έλεγαν ότι αυτοκτόνησε πριν κάμποσες μέρες,γιατί τα έχασε όλα.Είχε ακμαία επιχείρηση,αλλά μπήκε εγγυητής σε ένα δάνειο του αδερφού του και καταστράφηκε.Έλεγαν ότι τον παράτησε η γυναίκα του και ζούσε μόνος και δεν μιλούσε σε κανέναν.Έφυγα και μπήκα μέσα στο γήπεδο.Είχε προπόνηση ένα τοπικό αθλητικό σωματείο.Ανέβηκα στο ψηλότερο μέρος των κερκίδων και κατευθύνθηκα προς στο σπίτι του αυτόχειρα.Οι κερκίδες σε εκείνο το σημείο χαμηλώνουν.Σταμάτησα.Είδα το περίπτερο.Ήμουν πάνω από το σπίτι του.Κοιτάω προσεκτικά.Είναι μια αρχοντική μονοκατοικία με μεγάλη σκεπή.Έχει ακάλυπτο μόνο ένα μέρος της πλάκας , στο οποίο υπάρχει ο ηλιακός και μια μεγάλη αλουμινένια σκάλα που ακουμπά στο εξωτερικό μέρος της κερκίδας.

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Γιώργος Βουλγαρίδης γεννήθηκε στον Βόλο το 1967. Είναι απόφοιτος της  Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών. Εργάστηκε ως φιλόλογος στα σχολεία: Γυμνάσιο Φούρνων Ικαρίας,Γυμνάσιο Πύργου Σάμου,Λύκειο Αντιμάχειας Κω,Γυμνάσιο Ζιπαρίου,Λύκειο Τραγαίας Νάξου,Εμπειρίκειο Γυμνάσιο Άνδρου, 1ο Λύκειο Σύρου,Γυμνάσιου Αγίου Κηρύκου Ικαρίας, Λύκειο Ανδριτσαίνης Ηλείας, Γυμνάσιο Βίβλου Νάξου.Εδώ και επτά χρόνια διδάσκει στο 1ο Λύκειο Βόλου. Μαθητές του διακρίθηκαν σε πολλούς πανελλήνιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.Το 2015-2016 βραβεύτηκε από την πανελλήνια ένωση λογοτεχνών. Έχει εκδώσει τρεις συλλογές διηγημάτων. Είναι παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών.

**

Επόμενα διηγήματα που περιλαμβάνονται στην επιλογή και θα δημοσιευθούν στο eyelands.gr είναι:

 

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ

Χριστίνα Αλεξίου – Λευκή

Δημήτρης Πολίτης – Μια συνηθισμένη μέρα

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

Μαριάντζελα Ψωμαδέλλη – Πολύχρωμα τέρατα

Φαίη Ιακωβίδου – Πέφτοντας ψηλά

ΜΑΡΤΙΟΣ

Αναστάσιος Μπόγιαρης – Τι χρώμα έχει η αγάπη;

Μάρθα Γαλατοπούλου – Ανθισμένη έρημος

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Άννα Μαρία Κατσαρού – Ηλιοβασιλεματα και ουράνια τόξα

Νίκη Κωνσταντοπούλου – Η παλέτα της Φρόσως

ΜΑΙΟΣ

Σύλβια Λουκά -. Ταξίδι προς το ουράνιο τόξο

Φανή Δούμα – Μια άλλη εκδρομή

ΙΟΥΝΙΟΣ

Γιώργος Τζεβελεκάκης – Έλληνες, του φωτός χρωματοφάγοι…

Αλεξάνδρα Κολιγιώτη –  Χρώματα

ΙΟΥΛΙΟΣ

Άννα Καρακατσάνη – Dream on

Ηλίας Στεργίου – Γαλάζιο

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Τσιντώμη Ευαγγελία – Όνειρο

Ιγνάτιος Μηλιόρδος – Χρώμα – χρήμα ένα γράμμα διαφορά

 

Η σειρά δημοσίευσης των διηγημάτων ακολουθεί την χρονική σειρά υποβολής τους στο διαγωνισμό.

Advertisements