Επιλογή eyelands – Λευκή

Συνεχίζουμε την δημοσίευση των ιστοριών της  Επιλογής από τον διεθνή διαγωνισμό με θέμα: Χρώματα, του eyelands. Πρόκειται για τα διηγήματα που διακρίθηκαν και θα δημοσιευθούν μόνο στο eyelands, δύο κάθε μήνα, σε μια σειρά ιστοριών που θα κλείσει τον Σεπτέμβριο του 2017 όταν θα ανακοινωθούν πλέον οι διακρίσεις του επόμενου διαγωνισμού.

 Τέταρτο διήγημα που δημοσιεύεται (ακολουθούμε τη σειρά υποβολής των κειμένων) είναι το διήγημα της Χριστίνας Αλεξίου: «Λευκή». Μαζί με το βιογραφικό της συγγραφέως δημοσιεύουμε και την σειρά με την οποία θα δημοσιευθούν τα επόμενα διηγήματα.

**

Χριστίνα Αλεξίου

Λευκή

αφίσα διαγωνισμού μικρότερη            Ανοίγω τα μάτια μου και νοιώθω παγωνιά. Καθηλωμένη σ’ ένα κρύο και άγνωστο κρεβάτι. Παγωνιά και μοναξιά. Κι ένα τεράστιο κενό μέσα στο κεφάλι μου. Πονάει όλο μου το σώμα.  Η πλάτη μου είναι μουδιασμένη. Τα μάτια μου θολά και τσούζουν. Προσπαθώ να κουνήσω το κεφάλι μου. Βαρύ σαν πέτρα. Έφαγα ξύλο, δεν μπορεί. Καταφέρνω ν’ ανασηκωθώ με δυσκολία. Στην θέα των ματιών μου, αρχίζω να ιδρώνω. Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Το μυαλό μου παίζει παιχνίδια.  Δεν σκέφτομαι, δεν μπορώ. Είμαι σε πανικό. Βλέπω έναν λαβύρινθο μπροστά στα μάτια μου. Είμαι μέσα σ’ έναν λαβύρινθο. Τα λέω όλα διπλά μέσα στο κεφάλι μου γιατί δεν τα πιστεύω. Από κάπου μπαίνει όμως λίγο φως. Πώς γίνεται αυτό; Είναι λευκοί οι τοίχοι. Πολύ λευκοί. Κρύβεται γρήγορα το φως, δυστυχώς. Μάλλον είναι χειμώνας γιατί έχει παγωνιά. Πόση παγωνιά Θεέ μου. Θεέ μου;… εγώ το είπα αυτό; Νόμιζα ότι έχω ξεχάσει τι εστί Θεός , όπως τώρα είμαι σίγουρη ότι με έχει ξεχάσει κι Εκείνος. Μοναξιά και παγωνιά, παγωνιά και μοναξιά. Αυτά είναι τα μόνα πράγματα που κατανοεί ο εγκέφαλός μου. Γιατί όλα τ’ άλλα, δεν μπορώ, δε νοιώθω καμία λάμψη κανένα φως να έρχεται ν’ ανοίγει τα παράθυρα του μυαλού μου. Μαραμένο θα το’ λεγα. Μόνο σκοτάδι, παγωνιά και μοναξιά. Μόνο αγκάθια και κάγκελα κυκλώνουν την καρδιά μου που πονάει, πονάει πολύ. Πρέπει να τρέξω. Πρέπει να σηκωθώ. Τρέμει το σώμα μου, αλλά κουνιέμαι. Κατεβαίνω απ’ το κρεβάτι ξυπόλητη. Φοράω ένα λευκό νυχτικό. Αρχίζει και με δυναστεύει τρομερά αυτό το λευκό. Νοιώθω την ανάγκη να πετάξω κουβάδες χρώμα παντού. Διστακτικά φτάνω σε μία πόρτα. Λευκή κι αυτή, πιο λευκή δεν γίνεται. Αρχίζει να εξαντλείται η λιγοστή υπομονή μου. Μόλις ανοίγω την πόρτα και βλέπω μπροστά μου τον λαβύρινθο να συνεχίζεται, καταρρέω στο πάτωμα. Κουλουριάζομαι, τρέμοντας μην ακουμπήσω τον τοίχο κι αρχίζω να σπαράζω. Δεν βγαίνει όμως τίποτα. Ξαφνικά δεν ακούω την φωνή μου. Μόνο εσωτερικός αντίλαλος, βουβός, που σκίζει τα σωθικά μου. Να σπάσω θέλω το κεφάλι μου. Τι είναι όλα αυτά; Πού είμαι, που πηγαίνω; Aκούω ένα κλάμα. Μωρού; Παιδικό; Ενήλικα; Δεν μπορώ να καταλάβω. Όχι Θεέ μου, βγάζω μια κραυγή κι αρχίζω να θρηνώ. Δεν ξέρω γιατί αλλά το κάνω αβίαστα. Τελικά, δεν μπορεί, πιστεύω στον Θεό τουλάχιστον, με τόσες προσφωνήσεις! Ξαφνικά όλα αρχίζουν να γυρίζουν. Εγώ εκεί, ακόμα κουλουριασμένη, χωρίς να υπολογίζω χρόνο. Μια δίνη μόνο, μια ζάλη κυριαρχεί στον εγκέφαλό μου. Κι αυτό είναι. Σβήνει η ακοή μου και κλείνουν τα μάτια μου. Λιποθυμώ. Για λίγο… Επανέρχομαι νωρίς, νομίζω δηλαδή. Ανοίγω πάλι τα μάτια και κοιτώ δειλά γύρω μου. Βρίσκομαι στο ίδιο πάτωμα, μπροστά στην ίδια λευκή πόρτα, με τους λευκούς τοίχους να κυριαρχούν. Κι ένα κομμάτι χαρτί στα χέρια μου, σαν γράμμα. Ο λαβύρινθος εξαφανίστηκε. Μα πώς; Νοιώθω την παρουσία της κοντά μου κι ανασηκώνω το κεφάλι. Στέκεται μπροστά μου με την λευκή της ρόμπα και νομίζω ότι βλέπω συμπάθεια στο βλέμμα της. Κάτι μου θυμίζει. Μα ναι, είναι αυτή. Αυτή που ήρθε κι εχθές και προχθές. Αυτή που μπήγει στο κορμί μου την ένεση κι αποκοιμιέμαι. Πόσο καιρό άραγε; Και θυμήθηκα. Με αποκαλεί συχνά “καημενούλα μου”, επειδή δεν θυμάμαι λέει. Το μόνο που ξέρω, ένα όνομα που είναι κολλημένο στο κεφάλι μου μέσα και σαν να προσπαθεί ν’ ανάψει φως. “Λευκή. Σ’ εσένα γράφω λοιπόν κι ας μην θυμάμαι ποια είσαι”. Και μόνο παγωνιά. Παγωνιά και μοναξιά. Τα υπόλοιπα κενά, αδιάφορα, σαν να περπατώ σ’ ένα λευκό σύννεφο, χωρίς προορισμό.

Η Αγγελική μόλις τελείωσε το διάβασμα, έβαλε το χαρτί πίσω στο συρτάρι και ξύπνησε την Λευκή, όσο πιο γλυκά μπορούσε για να της δώσει το πρωινό της χάπι.

«Λευκή!» της είπε και συνέχισε γλυκαίνοντας την φωνή της, η Αγγελική.

«Μου επιτρέπεις να σου μιλάω στον ενικό, έτσι; Είσαι στην ηλικία μου, σχεδόν» και εισέπραξε γι’ άλλη μια φορά την σιωπή της κοπέλας. Αυτή την απόκοσμη σιωπή που σε συνδυασμό με το βλέμμα της σου ράγιζε την καρδιά. Της Αγγελικής τουλάχιστον την καρδιά, που ήταν κι ευαίσθητο πλάσμα, την άγγιζε. Εκτός από βοηθός της ψυχιάτρου ήταν πρώτα απ’ όλα άνθρωπος. Έκανε την πρακτική της εδώ και τέσσερις μήνες στο συγκεκριμένο ίδρυμα αποκατάστασης ατόμων με ψυχική νόσο. Και παρ’ όλο το τόσο μικρό διάστημα είχε ήδη δεθεί συναισθηματικά με τους περισσότερους εκεί μέσα. Με την Λευκή ιδιαίτερα. Γιατί ήταν πολύ κοντά στην ηλικία της και θεωρούσε ότι μπορεί να ήταν πολύ μικρή για ν’ αντέξει το κακό που της συνέβη, αλλά πίστευε παράλληλα ότι ήταν αρκετά νέα κι έπρεπε να βρει κουράγιο να σηκωθεί και να συνεχίσει. Όφειλε στον εαυτό της να το διαχειριστεί.  Όλοι της έλεγαν της Αγγελικής, ότι έπρεπε να προσέχει περισσότερο. Δεν έπρεπε να δένεται τόσο και σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να υποκύπτει στις επιθυμίες τους και να τους κάνει χατίρια. Γέλασε στην σκέψη της κυρίας Ευθυμίας, όνομα και πράγμα, μιας γλυκύτατης, καλοσυνάτης γριούλας, που την παρακάλαγε κάθε φορά που την έβλεπε, να της φέρει καραμέλα. Εντάξει λοιπόν. Που ήταν το τόσο κακό; Σιγά τον συναισθηματικό εκβιασμό στον οποίο υπέκυψε, σκεφτόταν. Ίσα-ίσα, μόλις γλύκανε το στόμα της  απ’ την καραμέλα σαν να πήρε ζωντάνια η ματιά της. Σαν να πήγε το σιρόπι στην καρδιά και άλλαξε τον χτύπο της και έδωσε ώθηση στο γρανάζι του σώματος, να ισιώσει λίγο το κορμί, να κορδωθεί, να θυμηθεί καλές στιγμές από τα νιάτα. Και να ξεχάσει πίκρες και λύπες, να πάρει λίγο χρώμα η ζωή. Να κλέψει λίγο μέλι η κυρία Ευθυμία και να γλυκαθεί. Πού το κακό δηλαδή; Δεν καταλάβαιναν εδώ μέσα, ότι ίσως λείπει λίγο χρώμα; Ίσως ήταν λίγο παραμελημένος ο χώρος, λίγο παλιός, αλλά όλοι μαζί μπορούσαν να τον ανανεώσουν λιγάκι. Πάντα πίστευε στο <<όλοι μαζί>> η Αγγελική. Άσε που θυμόταν με τί λαχτάρα και χαρά φύλαξε το πολύχρωμο περιτύλιγμα της καραμέλας η κυρία Ευθυμία. Γιατί δηλαδή φαντάζονται ότι το κράτησε; Για να προδώσει ότι έτρωγε καραμελίτσες κρυφά; Ε, όχι δα. Την μαγνήτισε το χρώμα του. Ήταν σίγουρη η Αγγελική, ότι αυτό το μικροσκοπικό, γεμάτο χρώματα χαρτάκι, θύμιζε κάτι στην κυρία Ευθυμία. Την λιγοστή ίσως χαρά που είχε ζήσει. Πόση μαυρίλα άραγε και πόσο γκρίζο να είχε νιώσει στην ψυχή της; Για την Αγγελική, για όλα υπήρχε κάποιος λόγος, είτε σημαντικός, είτε ασήμαντος. Ποιός είναι άλλωστε ο κριτής της σημαντικότητας άραγε; Εκτός απ’ τον εαυτό μας; Μόνον αυτός γνωρίζει πόσο μεγάλο ή πόσο μικρό φαίνεται κάτι στα μάτια μας και στην ψυχή μας. Οπότε….

Πόπο! Πώς ξεγελάστηκε έτσι η σκέψη της; Χάθηκε τόση ώρα μέσα στα μάτια της Λευκής Χάθηκε στο κενό. Κι όμως, είδες πόσες σκέψεις γεννάει ένα κενό; Η αλήθεια βεβαίως, είναι ότι αυτό που φαίνεται εξωτερικά και φαινομενικά κενό και άδειο, αν τραβήξεις λίγο το πέπλο, μπορεί και να βρεις θησαυρό. Μπορεί να είναι καλά κρυμμένος. Είχε δεθεί με την Λευκή. Κι άλλος ένας λόγος που δενόταν μαζί της, ήταν γιατί κάθε πρωί έβρισκε από ένα γράμμα στο διπλανό κομοδίνο της. Δεν μπορεί να ήταν ξένα. Οπότε, εκείνη έγραφε. Και είχε καταφέρει να μην την πάρει χαμπάρι κανείς. Δεν την είχανε δει ποτέ να γράφει. Δεν έμπαινε όμως κάποιος άλλος στο δωμάτιο. Οπότε ήταν δικά της. Δεν εξηγούνταν αλλιώς. Κι εκείνη όμως, τα διάβαζε πρωί – πρωί, στον πρώτο έλεγχο κι έτσι δεν την έβλεπε η Λευκή. Τώρα όμως, είπε να δοκιμάσει να της το δείξει. Άπλωσε το χέρι ν’ ανοίξει το συρτάρι του κομοδίνου. Δεν την περίμενε την αντίδραση της Λευκής. Σχεδόν της χτύπησε το χέρι. Και μετά, δείχνοντας λίγο τρομαγμένη, άνοιξε το στόμα της και μίλησε. Ήταν η πρώτη φορά που μίλησε. «Όχι το χρώμα μου. Σε παρακαλώ. Είναι δικό μου. Είναι το χρώμα μου». Και η Αγγελική χαμογελώντας της λέει: «Με συγχωρείς Λευκή μου, δεν ήθελα να σε ταράξω. Εγώ σε νοιάζομαι. Μπράβο σου που μίλησες. Έκανες το πρώτο βήμα. Θα δεις, όλα θα πάνε καλά». Η Αγγελική εισέπραξε το πρώτο χαμόγελο της Λευκής και άφησε την κοπέλα να ησυχάσει, κλείνοντας σιγά την πόρτα πίσω της.

Η Λευκή άνοιξε το συρτάρι κι έπιασε το χαρτί και το ροζ στυλό. Ήταν τα μόνα που είχε ζητήσει απ’ την μητέρα της, τον τελευταίο μήνα που καταλάβαινε σιγά-σιγά τον εαυτό της. Είχε κενά, πολλά κενά αλλά ενστικτωδώς ένιωθε ότι με το γράψιμο συμπλήρωνε κομμάτια του πάζλ, που τα ένιωθε απλωμένα μέσα στο κεφάλι της. Προσπαθούσε να τα ενώσει αλλά έκανε και μεγάλο κόπο να μην πιέζεται, γιατί όπως έλεγε και η κυρία που ερχόταν κάθε απόγευμα και της μιλούσε, «θα θυμηθείς σιγά – σιγά και θα θεραπευτείς με υπομονή». Αναρωτιόταν από τι έπρεπε να θεραπευτεί. Εκείνη το μόνο που θυμόταν αμυδρά ήταν ένα κλάμα μωρού. Μόνο αυτό. Και το όνομά της που της το λέγανε και το ξαναλέγανε, εκείνη ένιωθε να το σιχαίνεται. Πόσο κενό έχει ένα λευκό, αναρωτιόταν τις διαυγείς στιγμές της. Εκείνη ήθελε το χρώμα του δειλινού και της αυγής. Αυτό το χρώμα της ταίριαζε. Δεν γινόταν να την φωνάζουν χρυσαφένια; Θα το ζητούσε στην Αγγελική από αύριο. Την Αγγελική την θυμόταν. Σαν ήλιο λαμπερό την έβλεπε, να την ξυπνά και να την φωτίζει μ’ αυτό το υπέροχο χαμόγελο. Έβλεπε στο βλέμμα της, χρυσαφένιο φως. Γι’ αυτό την συμπαθούσε. Ένιωθε το ενδιαφέρον της. Και τώρα, αισθανόταν λίγο άσχημα για την προηγούμενη συμπεριφορά της. Δεν θα γινόταν και τίποτα τραγικό να έβρισκε τα χαρτιά της. Τα όνειρα που έβλεπε έγραφε κι απλά ξαλάφρωνε η βαριά ψυχή της. Όμως ήταν μπερδεμένη η Λευκή. Δεν ήξερε τί ήθελε να πει ακόμα και σε ποιον. Εκείνο το πρωινό πάντως ένιωθε μια ιδιαίτερη διαύγεια και αυτό της έδινε μεγάλη χαρά. Ίσως γι’ αυτό να χαμογέλασε στην Αγγελική. Γιατί της χαμογέλασε, το κατάλαβε. Ξεκίνησε πάλι να γράφει…το όνειρο της νύχτας.

Τόλμησα να κατέβω τις σκοτεινές σκάλες, στις οποίες τον έβλεπα τις τελευταίες μέρες να χάνεται, κάθε φορά που τελείωνα το λιγοστό φαγητό που μου είχε φέρει. Τόσες μέρες τώρα, δεν μπορούσα να υπολογίσω πόσες ακριβώς, τις ένοιωθα πολλές πάντως, με παρακολουθούσε να τρώω σιωπηλός, χωρίς να αντιδρά, ούτε να απαντά σε καμία από τις ερωτήσεις που τολμούσα να του κάνω, στην απόγνωση μου. Δεν με είχε πειράξει, το ήξερα. Ένοιωθα ότι κυκλοφορεί σαν πνεύμα εκεί γύρω, σαν ονειρική, σκοτεινή ύπαρξη, αλλά δεν με ενόχλησε και εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω. Ήμουν φυλακισμένη ; Κι αν όχι δεν έβλεπα έξοδο διαφυγής, μόνο τις σκοτεινές σκάλες τις οποίες ακολουθούσε εκείνος, μετά τις λίγες στιγμές που με παρακολουθούσε να τρώω.  Δεν φοβόμουν όμως, ένιωθα ασφαλής. Τον είδα στις σκάλες, καθισμένο, με κρυμμένο το κεφάλι. Σαν να τον περικύκλωνε λευκή ομίχλη, σαν νεφέλωμα. Πήρα βαθιά ανάσα και τον ρώτησα «είστε καλά;» Τότε αντίκρισα τα μάτια του, μόλις σήκωσε και κάρφωσε το βλέμμα του, πάνω μου. Συνάντησα σκοτεινιά που μ’ έκανε ν’ ανατριχιάσω, αλλά ταυτόχρονα ήταν γεμάτα θλίψη και μελαγχολία. Μίσος ; Αγάπη ; Πόνος ; Πολλά και μπερδεμένα συναισθήματα, δεν μπορούσα να εξηγήσω τί ακριβώς έβλεπα μέσα του. Εγώ θυμόμουν καλά, ήξερα ότι ήθελα να ελέγχω τους ανθρώπους, να υπολογίζω τις καταστάσεις. Δεν μου άρεσαν καθόλου τα απρόοπτα, ούτε οι περιπέτειες και τώρα… Ήθελα να προστατεύω τον εαυτό μου πρωτού πέσω σε παγίδες. Δεν άφηνα ποτέ τα δικά μου συναισθήματα να εκφραστούν. Για εκείνον, όμως, εκείνη την συγκεκριμένη στιγμή, ένοιωσα κάτι, ένα περίεργο συναίσθημα και δεν ήταν φόβος. Ναι, τώρα ήμουν σίγουρη. Δεν τον φοβόμουν. Προσπάθησα να θυμηθώ τις ώρες που με τράβαγε με βία, να με ανεβάσει σ’ αυτό το σκοτεινό κάστρο. Το κοιτούσα απο χαμηλά, έτσι επιβλητικό, την ώρα που ανεβαίναμε τα φυσικά σκαλοπάτια που είχαν δημιουργηθεί απο το χώμα σε συνδυασμό με την άγρια βλάστηση και τα δέντρα που μας περικύκλωναν κι έκρυβαν ταυτόχρονα τις άπειρες μικρές σπηλιές γύρω μας. Τον άκουγα που παραμιλούσε «στο κάστρο των χρωμάτων, εκεί θα σε πάω, εκεί θα με αγαπήσεις, θέλεις δεν θέλεις…» Κάτι έλεγε για μαγικούς χρησμούς, για μαγικά φίλτρα, δεν καταλάβαινα. Μέχρι που φτάσαμε ψηλά, μπροστά σε μια μπρούτζινη καγκελόπορτα, η οποία άνοιξε μόνη της, μόλις πλησιάσαμε. Μπήκαμε σ’ ένα τούνελ, μέσα στον γιγάντιο βράχο και σε λίγα δευτερόλεπτα βγήκαμε σε μια μικρή γεφυρούλα, η οποία οδηγούσε στο εσωτερικό άλλου τεράστιου βράχου. Μόλις βγήκαμε στην γέφυρα, εκείνος σταμάτησε να με τραβάει και μου είπε <<τώρα πρέπει να μπεις μόνη σου>>.  Αλλά εγώ δεν θυμόμουν τίποτα από εκεί και πέρα. Βρέθηκα σ’ αυτό το κλειστό, σκοτεινό μπουντρούμι, χωρίς να ξέρω το γιατί. Τώρα όμως έπρεπε να μάθω και βρήκα το θάρρος να τον πλησιάσω. Μου φάνηκε τεράστιος και τρομερός, αλλά ένιωθα κάτι οικείο.

Τα σκοτεινά του μάτια εξακολουθούσαν να είναι καρφωμένα πάνω μου όμως με κοιτούσαν με απελπισία, με παράκληση.

«Γιατί κάθεσαι εδώ;» τον ρωτάω.

«Φοβάμαι να φύγω. Για να λυθούν τα μάγια και να βρω τα χρώματα της ψυχής μου, πρέπει να μ’ αγαπήσεις», λέει και θόλωσαν τα μάτια του. Έσκυψε το κεφάλι του και το στήριξε στα δυο του χέρια. Ο τρόπος που μιλούσε ήταν σαν πληγωμένου παιδιού που το κοροϊδέψανε.

«Μακάρι να ήταν τόσο εύκολο να φύγουν οι φόβοι από την ψυχή μας», του λέω δίνοντας λίγο ζωντάνια στην φωνή μου.

«Κι όμως», τον ακούω να λέει κλαίγοντας «η αγάπη μόνο θα διώξει τις μαύρες σκιές. Με κυνηγάνε κάθε βράδυ, δεν αντέχω άλλο…Αγάπη και πίστη…και Χρώματα, πολλά χρώματα. Η Ζωή θέλει χρώμα!» και ακούστηκε από το βάθος το κλάμα ενός μωρού. Ενστικτωδώς τον έπιασα από το χέρι και κατεβήκαμε τρέχοντας, τις σκάλες. Σαν από βαθύ τούνελ ακουγόταν σταδιακά να σβήνει το κλάμα. Βρεθήκαμε στην γέφυρα που είχα λιποθυμήσει. Απο κάτω ένα απέραντο κενό. Το χάος. Ένοιωσα τα μέλη μου να μουδιάζουν κι ένα λευκό φως να με τυλίγει. Εκείνος εξαϋλωνόταν κι εγώ του φώναξα μόνο <<ποιος είσαι, πώς σε λένε;» Εκείνος εξαφανιζόταν από μπροστά μου κι η φωνή του ψιθύρισε «είμαι ο φοβισμένος εαυτός σου». Πήρε ο άνεμος την φωνή και την ταξίδεψε και ένα χρυσό, ζεστό φως κάλυψε τα πάντα γύρω μου κι ολόκληρη την ύπαρξή μου. Ένα ουράνιο τόξο απλώθηκε μπροστά στα μάτια μου. Γέμισα χρώματα, πολλά χρώματα!

Η Λευκή ξύπνησε με τα χαρτιά στην αγκαλιά της, χωρίς να έχει την αίσθηση εάν είχαν περάσει ώρες, μέρες ή μήνες. Το κλάμα μωρού που άκουγε στο αυτί της τους τελευταίους τέσσερις μήνες σχεδόν, είχε σταματήσει. Ήταν ξαπλωμένη σε ζεστά και καθαρά σεντόνια. Από το παράθυρο απέναντί της, έβλεπε τα σχέδια που έκαναν τα σύννεφα και χαμογέλασε ασυναίσθητα. Κατάλαβε αμέσως που βρισκόταν και τα μάτια της ξεκίνησαν να τρέχουν. Το μωρό της είχε χαθεί στην κοιλιά ακόμα, δεν πρόλαβε καν να γεννηθεί. Εφτά μηνών έγκυος ήταν. Εκείνη όμως έπρεπε να συνεχίσει. Να κερδίσει την ζωή με τα χρώματά της, για την ψυχούλα αυτού του μωρού. Να φέρει άλλα μωρά για να βρει κι αυτό το δρόμο του στα υπέροχα χρώματα του ουρανού, την ώρα που χαράζει η μέρα. Να κάνει την τσουλήθρα του στα χρώματα του ουράνιου τόξου, μετά τις καταιγίδες. Αυτό είναι η ζωή άλλωστε. Τα χρώματα του ουράνιου τόξου, μετά την καταιγίδα. Νοερά ονόμασε Χρυσή αυτήν την χαμένη ψυχούλα και ανασηκώθηκε καλύτερα να κοιτάξει τον ουρανό με τις υπέροχες αποχρώσεις του. Κάπου εκεί, ανάμεσα στα σύννεφα, νόμισε ότι είδε την γέφυρα του ονείρου της, που θα της θύμιζε ότι έπρεπε επιτέλους να αγαπήσει τον εαυτό της με τους φόβους του. Και ξαφνικά την πλημμύρισε θεϊκή δύναμη. Άνοιξε η πόρτα του δωματίου της και η Λευκή, χάρισε το πρώτο της αληθινό χαμόγελο στην Αγγελική. Νέα χρώματα γένναγε ο ουρανός και η ζωή.

**

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Χριστίνα Αλεξίου

Γεννήθηκα στα Ιωάννινα το 1977 και μεγάλωσα στην Αθήνα. Σπούδασα πιάνο και εργάστηκα σε ωδείο. Εδώ και πολλά χρόνια εργάζομαι ως ιδιωτική υπάλληλος σε εμπορική εταιρεία. Μεγάλη μου αγάπη το διάβασμα. Τα τελευταία χρόνια ασχολούμαι με τον μαγικό κόσμο της γραφής. Εδώ και ένα χρόνο παρακολουθώ σεμινάρια λογοτεχνικής γραφής στην σχολή Tabula Rasa, με την Αντιγόνη Πόμμερ. Πρόσφατα κέρδισα το Β΄ βραβείο Διηγήματος στον Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Πνευματικής Συντροφιάς Λεμεσού. Είμαι παντρεμένη και έχω ένα κορίτσι. Μου αρέσει το περπάτημα, το κολύμπι και τα παζλ. Η φράση που αντιπροσωπεύει την ζωή μου είναι «εάν κάνουμε λίγο πιο απλή την ζωή και την σκέψη μας και εάν αγαπήσουμε και γεμίσουμε χαμόγελα τον μικρόκοσμο μας, θα βοηθήσουμε να γίνει καλύτερος όλος ο κόσμος».

 

ΕΠΙΛΟΓΗ EYELANDS

Επόμενα διηγήματα που περιλαμβάνονται στην επιλογή και θα δημοσιευθούν στο eyelands.gr είναι:

 

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ

Δημήτρης Πολίτης – Μια συνηθισμένη μέρα

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

Μαριάντζελα Ψωμαδέλλη – Πολύχρωμα τέρατα

Φαίη Ιακωβίδου – Πέφτοντας ψηλά

ΜΑΡΤΙΟΣ

Αναστάσιος Μπόγιαρης – Τι χρώμα έχει η αγάπη;

Μάρθα Γαλατοπούλου – Ανθισμένη έρημος

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Άννα Μαρία Κατσαρού – Ηλιοβασιλεματα και ουράνια τόξα

Νίκη Κωνσταντοπούλου – Η παλέτα της Φρόσως

ΜΑΙΟΣ

Σύλβια Λουκά -. Ταξίδι προς το ουράνιο τόξο

Φανή Δούμα – Μια άλλη εκδρομή

ΙΟΥΝΙΟΣ

Γιώργος Τζεβελεκάκης – Έλληνες, του φωτός χρωματοφάγοι…

Αλεξάνδρα Κολιγιώτη –  Χρώματα

ΙΟΥΛΙΟΣ

Άννα Καρακατσάνη – Dream on

Ηλίας Στεργίου – Γαλάζιο

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Τσιντώμη Ευαγγελία – Όνειρο

Ιγνάτιος Μηλιόρδος – Χρώμα – χρήμα ένα γράμμα διαφορά

 

Η σειρά δημοσίευσης των διηγημάτων ακολουθεί την χρονική σειρά υποβολής τους στο διαγωνισμό.

Advertisements