Τρία ποιήματα του Αλέξιου Μάινα

Το eyelands (ανα) δημοσιεύει τρία ποιήματα από την προσεχή συλλογή του Αλέξιου Μάινα με τίτλο: «Ο διαμελισμός του Αδάμ». Η πρώτη δημοσίευση ποιημάτων της συλλογής ανήκει στο Bookpress.

μαινας.jpgΟ Αλέξιος Μάινας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976. Σπούδασε Φιλοσοφία στη Βόννη και ασχολείται κυρίως με τη μετάφραση. Γράφει ποίηση και διήγημα. Ατομικές ποιητικές συλλογές του: Το περιεχόμενο του υπόλοιπου (εκδ. Γαβριηλίδης, 2011), Το ξυράφι του Όκαμ (εκδ. Μικρή Άρκτος, 2014). Προσεχώς θα εκδοθεί η συλλογή του: Ο διαμελισμός του Αδάμ.

 

Πρώτη προ-δημοσίευση εδώ:

http://www.bookpress.gr/prodimosieuseis/poiimata/alexios-mainas-diamelismos-tou-adam

**

 Διαβάζεις

Η λευκή φωνή.

Σ’ ένα ποίημα με τον τίτλο Γράφω

σκύβω πάνω από το χαρτί

και γράφω ένα ποίημα

για το ότι σκύβεις πάνω από το χαρτί

και διαβάζεις αυτό το ποίημα

του οποίου ο τίτλος ήδη φανέρωσε

πόσο διαφέρουμε

σκύβουμε μεν κι οι δυο

πάνω από το χαρτί

μα δεν υπάρχει τρόπος

για μας να συναντηθούμε.

◊ ◊ ◊

Ο δρόμος κάτω από τον λόφο

Το έμβολο της λύπης.

Πλησιάζοντας το παλιό σπίτι θυμήθηκα

τα χρόνια που περάσαμε μαζί.

Θυμήθηκα τα πόδια σου.

Τώρα ζουν άλλοι εκεί.

Μια οικογένεια με δυο ξανθά παιδιά.

Ένας τυφλός για σένα άντρας.

Χτύπησα και ζήτησα να μ’ αφήσουν να δω

την ξύλινη σκάλα, την ταπετσαρία στο καθιστικό,

τ’ αραβουργήματα.

Το τζάμι με τη μοναξιά.

Μπήκα και μ’ άφησαν να δω

τα ξύλινα σκαλιά που οδηγούσαν πάνω.

Τη βροχή.

Τη μεταμέλεια το παράπονο τον πόνο.

Ανέβηκα κι αντίκρισα

τα βράδια που ‘χες λείψει.

◊ ◊ ◊

Κάθαρσις

Όταν λέω εσύ, το λέω μόνος μου.

Οι μέρες άργησαν. Αλλά ήρθαν.

Το ψωμί φαγώθηκε.

Κάναμε μια βόλτα στην προκυμαία

για να θάψουμε το ψωμί και τον σκύλο.

Βέβαια δε μιλώ ούτε για σκύλο ούτε για ψίχες.

Για τούτα θα μιλήσει αυτή.

Εγώ μιλώ για φέρετρα.

Και κόρα.

Τα τελευταία ψέματα τα ‘πε νύχτα,

μπροστά στη θάλασσα.

Δεν ήξερα πως έτσι λέγεται το τέλος.

Έτσι, τελευταία φορά την είδα στο παγκάκι που ‘κατσε

πάνω απ’ τα σκύβαλα και το νερό στις πέτρες.

Έκλαιγε μέσα σε ρίγη καπνού.

Κάτι κρατούσε που ‘μοιαζε νεκρό.

Από μακριά ακουγόταν η φωνή του κενού

σαν αλάτι που καθάριζε τη γη από μένα,

δηλαδή ακουγόμουν εγώ που της μίλαγα,

σαν να μην υπήρχα.

Advertisements