Επιλογή eyelands: Πέφτοντας ψηλά

6th-international-contest-smallerΣυνεχίζουμε την δημοσίευση των ιστοριών της  Επιλογής από τον διεθνή διαγωνισμό με θέμα: Χρώματα, του eyelands. Πρόκειται για τα διηγήματα που διακρίθηκαν και θα δημοσιευθούν μόνο στο eyelands, δύο κάθε μήνα, σε μια σειρά ιστοριών που θα κλείσει τον Σεπτέμβριο του 2017 όταν θα ανακοινωθούν πλέον οι διακρίσεις του επόμενου διαγωνισμού.

 Έκτο διήγημα που δημοσιεύεται (ακολουθούμε τη σειρά υποβολής των κειμένων) είναι το διήγημα της Φαίη Ιακωβίδου «Πέφτοντας ψηλά». Μαζί με το βιογραφικό της συγγραφέως δημοσιεύουμε και την σειρά με την οποία θα δημοσιευθούν τα επόμενα διηγήματα.

Πέφτοντας ψηλά

Η Αλίκη παίρνει τον καφέ της, όπως κάθε μέρα, από το κυλικείο. Το ασανσέρ είναι πάλι χαλασμένο κι αναγκάζεται ν’ ανέβει γρήγορα τα τρία πατώματα με τα πόδια, ισορροπώντας με μαεστρία στα ψηλοτάκουνά της. Μόλις φθάνει έξω από την πόρτα παίρνει μια βαθιά ανάσα ισιώνει τη στενή μαύρη φούστα της, που φτάνει έως το γόνατο, και  τινάζει τα μακριά ξανθά μαλλιά της. Έφτασε πάλι αυτή η καταραμένη μέρα, η τελευταία του μήνα,  που η εταιρία της απολύει κι έναν υπάλληλο σχεδόν ένα χρόνο τώρα. Ανοίγει την πόρτα με όση αυτοπεποίθηση της απέμεινε, ανταλλάσσει χαμηλόφωνες και σκυθρωπές καλημέρες με τους συναδέλφους της, κάθεται στο γραφείο της κι ανοίγει τον υπολογιστή της. «Ποιος θα είναι ο τυχερός σήμερα» τη ρωτάει η Νάντια από το διπλανό γραφείο κι εκείνη ανασηκώνει τους ώμους με αγανάκτηση. Ο διαφημιστικός κλάδος υπέστη τεράστιο πλήγμα μετά το ξέσπασμα της κρίσης. Η κατανάλωση έπεσε στα τάρταρα και τα κέρδη των εταιριών συρρικνώθηκαν κατά πολύ. Καινούρια προϊόντα ανέστειλαν την προβολή τους στα μίντια και οι διαφημιστικές εταιρίες άρχισαν να κλείνουν η μία μετά την άλλη. Κάποτε το γραφείο της Αλίκης έσφυζε από ζωή καθώς είκοσι άτομα πάλευαν καθημερινά να κατεβάσουν πρωτότυπες ιδέες που θα κέρδιζαν τις εντυπώσεις. Σήμερα μόνο δέκα από αυτούς έχουν μείνει και μάλιστα δύο με μειωμένο ωράριο εργασίας.

Λίγο πριν τις δώδεκα χτυπάει το εσωτερικό τηλέφωνο. Ο διευθυντής την καλεί στο γραφείο του. Μέχρι να κλείσει το ακουστικό, τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν. Τα ψηλοτάκουνά της είναι ανίκανα να τη σηκώσουν από την καρέκλα. Η Νάντια την κοιτάζει με συμπόνια. «Αλίκη, τα πράγματα είναι δύσκολα» της λέει σε αυστηρό τόνο ο Παπαχρήστου.  «Δέκα χρόνια τώρα δουλεύεις στωικά και με ψυχή. Πρέπει να δείξεις θάρρος». Ένας κόμπος στο λαιμό της σφήνωσε επικίνδυνα. «Θα κάνω ριζικές τομές αλλιώς δεν επιβιώνουμε σε αυτό το χάος. Η εταιρία θα πτωχεύσει, θα απολυθούν όλοι και θα ξεκινήσουμε από την αρχή, εγώ, εσύ, ο Σωτηριάδης κι ο Μεντζελόπουλος. Θα φτύσουμε αίμα γι’ αυτό πρέπει να το σκεφτείς καλά. Δε θέλω γυναίκες στο σχήμα γιατί έχουν κωλύματα, γάμους, παιδιά κλπ. Εσύ όμως έχεις δείξει τέτοια αφοσίωση που είμαι βέβαιος ότι αυτό θέλεις. Θα είμαστε συνεταίροι τώρα, θα σε αντιμετωπίζω ως ίση. Ο μισθός σου θα αυξηθεί λίγο αλλά θα έχεις συμμετοχή στα κέρδη δέκα τοις εκατό».  Η Αλίκη έμεινε αποσβολωμένη να τον κοιτάζει. Αυτό που πάντα προσδοκούσε, συνέβη στην πιο σκληρή εποχή της οικονομίας. Κλείνοντας την πόρτα του Παπαχρήστου νιώθει τα βλέμματα όλων καρφωμένα επάνω της.  Τους καθησυχάζει μ’ ένα χαμόγελο κι επιστρέφει στο γραφείο της.

Το απόγευμα φεύγει νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθως. Θέλει να γιορτάσουν τα νέα της. Περνάει από το σούπερ μάρκετ για να  πάρει λίγα μανιτάρια πορτσίνι με σκοπό να κάνει το αγαπημένο ριζότο του Τάσου. Παίρνει κι ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, καλό, όχι το φθηνό που συνήθως πίνουν. Ετοιμάζει το δείπνο, στρώνει το πιο καλό τραπεζομάντηλο κι ανάβει ένα κερί. Ακούει τα κλειδιά του να μπαίνουν με δυσπιστία στην κλειδαριά. Του παίρνει λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να  καταφέρει να ανοίξει την πόρτα. Η Αλίκη πηγαίνει προς τα  ‘κει να δει τι συμβαίνει. Μένει άγαλμα μπροστά σ’ έναν Τάσο που τρεκλίζει και βρομάει αλκοόλ. Ποιος, ο Τάσος, που πίνει κάθε Σάββατο δύο μπύρες, τη μία χωρίς αλκοόλ, γύρισε σπίτι λιώμα. Και γιατί όλο αυτό; Για να της πει ότι φεύγει, πνίγεται, δεν αντέχει άλλο.  Φωνάζει και την κατηγορεί για διάφορα, την αποκαλεί ανέραστη, αριβίστρια, ότι δεν ενδιαφέρεται για τη σχέση τους κι ότι μόνο η καριέρα την ένοιαζε πάντα. Το μόνο που δεν ξεφούρνισε μέσα στη σούρα του ήταν ότι αυτό που, πραγματικά, τον έπνιγε ήταν το πλούσιο μπούστο της Λένας της πρακτικάριας, που η εταιρία του προσέλαβε για να τον βοηθάει.  Δέκα χρόνια από τη ζωή της γκρεμίστηκαν σε μία νύχτα. Τη νύχτα που οι τράπεζες έκλεισαν και γέμισαν απ’ έξω απελπισμένους πολίτες να καραδοκούν για να σηκώσουν όσα χρήματα μπορούσαν. Τέτοια κοσμογονία ακολούθησε το χωρισμό της Αλίκης και του Τάσου.

Την επόμενη μέρα ο Παπαχρήστου ανακοινώνει στο προσωπικό το προσωρινό κλείσιμο του γραφείου. Λέει σε όλους ότι δεν υπάρχει σάλιο στην αγορά και καλύτερα να φύγουν όσοι μπορούν από το κλεινόν άστυ γιατί προβλέπονται δύσκολες μέρες. Στην Αλίκη, βέβαια, κατ’ ιδίαν λέει άλλα, ότι περιμένει την απάντησή της αν και θεωρεί πως το θέμα έχει λήξει. Εγκαταλείποντας το γραφείο της κάνει μία στάση στο ταξιδιωτικό πρακτορείο του πρώτου ορόφου κι αγοράζει ένα εισιτήριο με το πλοίο για τη Σέριφο. Πρέπει ν’ αποφασίσει γρήγορα.

Το ίδιο απόγευμα στέκεται όρθια με τον καφέ της  στην πρύμνη του πλοίου όταν αντικρίζει τη μαγευτική κυκλάδα. Σαν πυραμίδα το νησί υψώνεται στον ουρανό και  συρρικνωμένη στην κορυφή του η Χώρα θαρρείς κρέμεται με μία αόρατη κλωστή από τα σύννεφα. Κατεβαίνοντας με τη μικρή βαλίτσα στο λιμάνι δε σταματά να κοιτάζει ψηλά γύρω της. Το μωβ του ουρανού παίρνει εύκολα τις σκέψεις της μακριά, όταν την επαναφέρει  μια βροντερή φωνή στη γη. «Επιτέλους ρε φιλενάδα, έπρεπε να κατεβάσει ρολά το κράτος για να μας καταδεχτείς;» . Η Δήμητρα, παιδική της φίλη, εγκατέλειψε την Αθήνα  για το νησί, όταν έμεινε άνεργη. Άνοιξε το παλιό καφενείο του παππού της για να σερβίρει τον πιο μερακλίδικο εσπρέσο των Κυκλάδων κι έγινε λάτρης της μεσημεριανής σιέστας την οποία μόνο εξ’ ακοής γνώριζε ως τυπική πρωτευουσιάνα.

Κάθε πρωί οι δύο φίλες πίνουνε το καφεδάκι τους κι έπειτα η Αλίκη ξεκινάει για τις πιο ερημικές παραλίες του νησιού. Σκέφτεται ξανά και ξανά την πρόταση του αφεντικού της.  Έχει όλο το χρόνο μπροστά της να πέσει με τα μούτρα στη δουλειά. Αυτό ήταν ο βασικός καυγάς της με τον Τάσο. Ο Τάσος έφυγε, άρα τι την εμποδίζει;  Ακούει συνέχεια τη φωνή της μαμάς της «Θα ξυπνήσεις μια μέρα γριά και μόνη και θα χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο». Στην ηλικία της και με την καριέρα που θα συναντούσε σε λίγο αυτό θα συνέβαινε. Πού χρόνος για γνωριμίες κι έρωτες.  Ξαπλωμένη στη δροσερή άμμο, κάτω από τη σκιά που πρόσφερε το κατάλευκο ξωκλήσι του Αγίου Σώστη, ατενίζει το απέραντο μπλε, που ξεκινάει από τα σπλάχνα του Αιγαίου και χάνεται στο μπλε του ουράνιου θόλου. Εκεί παίρνει την απόφαση να πει το ναι, με βαριά καρδιά.

Μία μέρα πριν φύγει για την Αθήνα , κι ενώ χαζεύει την ατζέντα της να θυμηθεί τι εκκρεμότητες την περιμένουν, βλέπει ότι έχει καθυστέρηση. Θα είναι από το άγχος σκέφτεται και ξεκινάει για το τελευταίο της ανέμελο μπάνιο στο νησί. Είναι  ήσυχα στην παραλία του Κουταλά, παρόλο που έχει δύο τρεις ομπρέλες γύρω της. Η άμμος είναι σκούρα και ζεστή και δεν βγάζει τα χέρια της από μέσα. Τα χώνει όλο και πιο βαθιά, μέχρι να συναντήσουν πιο δροσερό χώμα και κάπου εκεί αποκοιμιέται. Ξαφνικά, βλέπει τον εαυτό της από ψηλά, ξαπλωμένο σ΄ένα λευκό κρεβάτι με  μεταλλικό σκελετό. Από τις φλέβες της ξεκινάνε πλαστικά σωληνάκια που φτάνουν σε σακούλες ορού που κρέμονται από ψηλά. Γύρω της υπάρχουν όρθιοι άνθρωποι με λευκά ρούχα και γάντια να την πασπατεύουν. Μπιπ, μπιπ, είναι ο μοναδικός ήχος που ακούγεται από το μηχάνημα το οποίο καταγράφει τη λειτουργία της καρδιάς. Τη ρουτίνα του διακόπτει ένα σπαρακτικό βρεφικό κλάμα που την κάνει να βγάλει βίαια τα χέρια της από την άμμο και να πεταχτεί όρθια.

Η παραλία είναι άδεια, η ώρα έχει πάει έξι κι ένα ελαφρύ αεράκι τη δροσίζει καθώς διανύει τον έρημο δρόμο της επιστροφής. Κάνει στάση στο μοναδικό φαρμακείο του χωριού και παίρνει ένα τεστ εγκυμοσύνης. Δεν μπορεί να περιμένει το πρωί, κάνει ένα δροσερό ντους και το χρησιμοποιεί. Η ροζ γραμμή είναι αμείλικτη. Μαζεύει τα υγρά μαλλιά της  ψηλά,  φοράει ένα λευκό μακό φόρεμα και κατεβαίνει ξυπόλητη στο καφενείο της Δήμητρας που βρίσκεται ακριβώς από κάτω. Πίνει ένα ρακόμελο και μετά δεύτερο. Στο τρίτο της ξεφουρνίζει τα νέα.

« Τι έγινε ρε φιλενάδα, τι έβγαλε το δικό σου δημοψήφισμα;» Η Δήμητρα προσπαθεί να της φτιάξει το κέφι  καθώς την ξεπροβοδίζει για το λιμάνι.

« Είμαι τριάντα έξι χρονών Δήμητρα, μόνη και με μηδενικές πιθανότητες να βρω άντρα με τόση δουλειά που με περιμένει στην Αθήνα. Αλλά και χωρίς παιδί δεν πάει πολύ; Και πώς θα το μεγαλώσω με τόση δουλειά και μέσα στην κρίση;».

« Μη κοιτάς τα πόδια σου τα στραβά φιλενάδα, κοίτα την τύχη σου την ίσια και δε θα

χάσεις»  της φωνάζει η Δήμητρα  καθώς εκείνη ανεβαίνει στο πλοίο.

 

Πρώτη μέρα στη δουλειά, μετά από την δεκαπενθήμερη παύση, και η Αλίκη κάνει μία στάση στο κυλικείο για ένα χυμό πορτοκάλι κι ένα τοστ. Καλεί το ασανσέρ αλλά είναι πάλι  χαλασμένο. Αρχίζει ν’ ανεβαίνει τα σκαλοπάτια για το γραφείο της σιγά σιγά και ξεκούραστα φορώντας τις λευκές μπαλαρίνες της . Στον πρώτο όροφο ακούει φωνές να βγαίνουν από το ταξιδιωτικό γραφείο. Από την αρχή της κρίσης αυτή είναι η κατάσταση στην εταιρία αυτή. Τι ειρωνεία  οι μαγευτικές αφίσες από τους παραδεισένιους προορισμούς που κοσμούν την είσοδο. Το μάτι της πέφτει σε μία από αυτές. Δείχνει μία βάρκα άδεια, που μοιάζει με γόνδολα, μέσα σε  μία μικρή λίμνη με νούφαρα να επιπλέουν πάνω στα  κρυστάλλινα νερά. Γύρω γύρω ένα καταπράσινο λιβάδι με ανθρώπους σκυμμένους μέχρι τη γη, από τους οποίους μόνο τα ψάθινα στρογγυλά καπέλα που φοράνε   μπορείς να διακρίνεις.  Αφήνοντας τον πρώτο όροφο συνεχίζει με αργό βήμα προς το δεύτερο. Τα σκαλιά είναι κοφτά και πολλά. Λίγο πριν το τελευταίο σκαλί το μάτι της πέφτει στα γράμματα που κάποιος έχει σκαλίσει στον τοίχο. ‘Α+Α=L.F.E ‘ . «Τι μπούρδες»  σκέφτεται και χαμογελά, καθώς κάνει μία στάση στο διάδρομο πριν συνεχίσει για τον τρίτο.  Ανοίγει την πόρτα με αυτοπεποίθηση και χαμογελά διάπλατα σε όλους. Πρώτη φορά νιώθει τέτοια ηρεμία και δύναμη ταυτόχρονα. Νιώθει ήδη την υποχρέωση να αγωνιστεί και θα τα καταφέρει. Μετά από μία ώρα βρίσκεται στο γραφείο του Παπαχρήστου και του ανακοινώνει αυτό που ήδη εκείνος γνωρίζει. Λένε τα τυπικά και της δίνει τα καινούρια συμβόλαια συνεργασίας. Μέσα σε αυτά υπάρχει κι ένα μικρότερο χαρτί που τραβάει την προσοχή της. « Δεν είναι τίποτα, τυπικό, καταλαβαίνεις» την προλαβαίνει ο Παπαχρήστου πριν εκείνη καν το διαβάσει. «Προϋπογράφεις την παραίτησή σου σε περίπτωση εγκυμοσύνης. Η δουλειά μας, όπως σου είπα, δεν έχει χρόνο για χάσιμο πλέον ».  Το στυλό γλιστρά μέσα από τα ιδρωμένα της δάχτυλα και καταλήγει στο λευκό μάρμαρο μ΄έναν ήπιο κρότο. «Μη σκύβεις, ορίστε, πάρε το δικό μου».

 

*ΦΑΙΗ ΙΑΚΩΒΙΔΟΥ- ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Κατάγομαι από τις Σέρρες και ζω στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασα Πολιτικές Επιιστήμες στο Παντειο Πανεπιστήμιο, έχω εργαστεί στον τομέα του μάρκετινγκ /πωλήσεων και ως εκπαιδευτικός σε δημόσια και ιδιωτικά ΙΕΚ. Το τελευταίο μεγάλο διάστημα είμαι αφιερωμένη στο γιο μου, το γράψιμο και τα μακρινά ταξίδια.

**

ΕΠΙΛΟΓΗ EYELANDS 

Επόμενα διηγήματα που περιλαμβάνονται στην επιλογή και θα δημοσιευθούν στο eyelands.gr είναι:

 ΜΑΡΤΙΟΣ

Αναστάσιος Μπόγιαρης – Τι χρώμα έχει η αγάπη;

Μάρθα Γαλατοπούλου – Ανθισμένη έρημος

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Άννα Μαρία Κατσαρού – Ηλιοβασιλεματα και ουράνια τόξα

Νίκη Κωνσταντοπούλου – Η παλέτα της Φρόσως

ΜΑΙΟΣ

Σύλβια Λουκά -. Ταξίδι προς το ουράνιο τόξο

Φανή Δούμα – Μια άλλη εκδρομή

ΙΟΥΝΙΟΣ

Γιώργος Τζεβελεκάκης – Έλληνες, του φωτός χρωματοφάγοι…

Αλεξάνδρα Κολιγιώτη –  Χρώματα

ΙΟΥΛΙΟΣ

Άννα Καρακατσάνη – Dream on

Ηλίας Στεργίου – Γαλάζιο

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Τσιντώμη Ευαγγελία – Όνειρο

Ιγνάτιος Μηλιόρδος – Χρώμα – χρήμα ένα γράμμα διαφορά

 

Η σειρά δημοσίευσης των διηγημάτων ακολουθεί την χρονική σειρά υποβολής τους στο διαγωνισμό.

 

Advertisements