Ένα διήγημα για το Πάσχα…

//το eyelands εύχεται Καλό Πάσχα

με ένα διήγημα της Γεωργίας Μαμά που δημοσιεύεται για πρώτη φορά!//

**

Το σημάδι

**

58f1d1e2cd3a183085763837Άνοιξε το ντουλαπάκι του μπάνιου και αναζήτησε το νεσεσέρ με τα καλλυντικά. Θα βαφόταν όπως συνήθως, κρέμα, μεϊκάπ, μάσκαρα, κραγιόν, όλα στη σειρά τους. Δεν άντεχε να βγαίνει από το σπίτι άβαφη, αισθανόταν σαν κάτι να της έλειπε, το πρόσωπό της έμοιαζε θαμπό. Ίσως να έφταιγε το ότι δεν έπινε πολύ νερό, σε αντίθεση με τις συμβουλές των γιατρών δυσκολευόταν να πιει πάνω από δύο ποτήρια την ημέρα. Ίσως πάλι το πρόβλημα να μην ήταν η αφυδάτωση αλλά απλώς η ηλικία που σήμαινε πολλά περισσότερα από έναν αριθμό.
Ξεκινάει με την κρέμα, την απλώνει με κυκλικές κινήσεις και έπειτα ακολουθώντας τη συμβουλή της αισθητικού αφήνει το δέρμα να την απορροφήσει για λίγα λεπτά πριν προχωρήσει στο μεϊκάπ. Σε αυτόν τον νεκρό χρόνο επιστρέφει στο δωμάτιο της και ολοκληρώνει το ντύσιμό της. Μπλε παντελόνι και λευκό πουκάμισο, ούτε παρέλαση να έκανε, αλλά μάλλον τα ρούχα της εκκλησίας και της παρέλασης ταυτίζονται. Φοράει το παντελόνι και καθώς το κουμπώνει θυμάται την παιδική της ηλικία, τότε που στην εκκλησία οι γυναίκες φορούσαν μόνο φούστες ή φορέματα. Τώρα όλα αυτά έχουν αλλάξει, σκέφτεται, φτιάχνοντας το γιακά του λευκού πουκαμίσου.
Πίσω στο μπάνιο οι κινήσεις της είναι γρήγορες. Το είδε στο ρολόι πόσο είχε περάσει η ώρα και πρέπει να βιαστεί. Αν θέλει να προλάβει τα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής και τον Επιτάφιο μέσα στην εκκλησία δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Περνάει τα χείλη με ένα διάφανο κραγιόν και αφήνει για το τέλος τα μάτια. Σκιές σε γήινα χρώματα, όπως της είχε προτείνει τις προάλλες εκείνη η πωλήτρια με τα κατάμαυρα μαλλιά. Της είχε θυμίσει τον εαυτό της αλλά πιο πολύ εκείνη, αν τη θυμόταν πραγματικά. Της ήταν αληθινά δύσκολο να διακρίνει εκείνα που υπαγόρευε η μνήμη από όσα γνώριζε από διηγήσεις ή φωτογραφίες.
Στα μάτια, ή μάλλον στα φρύδια, καθυστερεί λιγάκι παραπάνω. Πάντα εκεί χρειάζεται λίγη προσοχή. Φοράει για λίγο τα γυαλιά της πρεσβυωπίας και κάνει να τραβήξει με το τσιμπιδάκι κάποιες τρίχες αλλά τα παρατάει. Το βλέπει το κενό, εκεί που δεν υπάρχει τριχοφυΐα, το σημάδι της φαίνεται σαν να έχει μεγαλώσει, αλλά δεν υπάρχει χρόνος να αφαιρέσει τα κάτω φρύδια για να το αφανίσει όπως συνήθιζε. Τον τελευταίο χρόνο από τότε που συνταξιοδοτήθηκε δεν κοιτάζεται τόσο συχνά στον καθρέφτη, σταδιακά έχει πάψει να ζητάει επιβεβαίωση.
Κάποιοι της είχαν πει ότι η εικόνα των πυκνών φρυδιών που ξάφνου σταματούσαν και απότομα ξανάρχιζαν πάλι, αυτή η περίεργη τριχοφυΐα στο αριστερό μάτι, της αγρίευε το βλέμμα. Για χρόνια το πίστευε ώσπου τη στιγμή που ξεκίνησε να πηγαίνει στην αισθητικό που της έφτιαξε το σχήμα των φρυδιών, της έδειξε πώς να βάφεται και την έκανε να ξεχάσει.
Να όμως που τώρα θυμάται. Η μυρωδιά των κεριών τη ζαλίζει όπως και τότε. Αναμμένα κεριά και λιβάνι. Έξω άνοιξη, με ένα ψυχρό αγέρι που την είχε κάνει να τυλιχτεί στο λευκό μαντώ που της είχε αγοράσει ο μπαμπάς. Με το δεξί της χέρι γαντζωμένο στο δικό του είχαν πάει οι δυο τους στην εκκλησία, στο αριστερό κρατούσε ένα πανέμορφο πολύχρωμο φαναράκι για τον Επιτάφιο. Θα το άναβε, σίγουρα θα το άναβε και θα ήταν το ομορφότερο σε όλη την περιφορά.
«Και η μαμά;», τον είχε ρωτήσει. «Δεν θα έρθει μαζί μας;».
«Όχι, φέτος όχι, του χρόνου στα σίγουρα», της είχε απαντήσει με εκείνο το μισό του χαμόγελο που τότε ακόμη δεν ήξερε τι σήμαινε.
Στο στασίδι την είχε βάλει ο μπαμπάς δίπλα σε φίλες και γειτόνισσες που θα την πρόσεχαν, και κείνος είχε για λίγο απομακρυνθεί προς την πλευρά που κάθονταν οι άντρες.
Εκείνη μια άκουγε τα εγκώμια, μια το στομάχι της που της έστελνε προειδοποιητικούς ήχους για το πόσο άδειο ήταν. Τότε νήστευε, ας ήταν παιδί, νήστευε, δεν θα πάθαινε τίποτε, σε αυτό συμφωνούσαν και η μαμά και ο μπαμπάς.
«Η ζωή εν τάφω….»
Δεν καταλάβαινε τι ζωή μπορούσε να υπάρχει στον τάφο αλλά δεν στενοχωριόταν και ιδιαίτερα, σύντομα στο σπίτι θα ζητούσε από τον μπαμπά ή καλύτερα από τη μαμά να της εξηγήσει κάτι περισσότερο.
Αρρώστια, μαμά, όχι δεν υπήρχε θεραπεία, το κακόμοιρο το παιδί, τόσο μικρό και τόσο χαριτωμένο. Λέξεις σκόρπιες. Ασύνδετες. Όμως ενστικτωδώς τις είχε συνδυάσει. Μπορεί και να την είχαν ξεχάσει, αλλιώς δεν εξηγείται. Μιλούσαν χαμηλόφωνα, πολύ χαμηλόφωνα, αλλά εκείνη με την διαπεραστική από τότε ακοή της τις είχε ακούσει.
Πότε βρέθηκε κάτω από το στασίδι μπρούμυτα πάνω στο μωσαϊκό και με αίμα να τρέχει πάνω από το αριστερό μάτι, δεν θυμάται πια. Τίποτα δεν θυμάται. Ίσως μόνο τον εαυτό της να κλαίει, να προσπαθεί να βγει από την εκκλησία, τον μπαμπά να την παίρνει αγκαλιά και να την πηγαίνει σπίτι. Όχι, τους είχε διαβεβαιώσει ο γιατρός, δεν ήταν ανάγκη να τρέξουν μέρα που ήταν, για ράμματα στην πόλη, δεν ήταν τίποτε, το πολύ να έμενε ένα σημαδάκι που με τα χρόνια δεν θα φαινόταν καν.
Τώρα που κοιτάζεται και πάλι στον καθρέφτη κοντεύει να το πιστέψει. Πράγματι με τα χρόνια φαίνεται όλο και λιγότερο. Μόνο που κάθε χρόνο τη Μεγάλη Παρασκευή, η παιδική ηλικία που έχει απωθήσει ζωντανεύει, ο πόνος είναι παρών. Αίμα τρέχει από το πρόσωπο αίμα και από την ψυχή.
Την επόμενη χρονιά η μαμά δεν τη συνόδευσε στην εκκλησία τη Μεγάλη Παρασκευή. Έφυγε από τη ζωή ένα μήνα μετά το Πάσχα αφήνοντας την ίδια και τον πατέρα της απορημένους. Η απώθηση των αναμνήσεων είχε αποδειχτεί ο μόνος τρόπος διαφυγής από μία παιδική ηλικία που δεν είχε θελήσει. Μόνο την ημέρα αυτή η μνήμη ξυπνάει και όλα γίνονται πολύχρωμα όπως το φαναράκι της Μεγάλης Παρασκευής.

 

ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΑΜΑ

Γεννήθηκε το 1969. Έζησε τα πρώτα χρόνια της παιδικής της ηλικίας στον Πειραιά και στη συνέχεια μετακόμισε στο Χαλάνδρι όπου και εξακολουθεί να ζει με τους δύο γιους της. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών,  έκανε μεταπτυχιακό στη διδασκαλία της Γαλλικής. Ασχολήθηκε με τη διδασκαλία της γαλλικής και της αγγλικής αλλά ως πλήρη απασχόληση εργάζεται στη δημόσια διοίκηση. Ασχολείται με το γράψιμο από την παιδική ηλικία αλλά αυτό είναι το πρώτο της βιβλίο. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά ενώ δύο διηγήματά της διακρίθηκαν στους διαγωνισμούς που διοργανώνουν οι Παράξενες Μέρες και το eyelands και έχουν συμπεριληφθεί στα βιβλία : Συλλογή του χρόνου και Ιστορίες του χειμώνα. Συμμετείχε στο πρώτο ανοιχτό διαδικτυακό εργαστήρι συγγραφής που δημιούργησαν οι Παράξενες Μέρες  και στην έκδοση του συλλογικού μυθιστορήματος «Ταξίδι στο τέλος του κόσμου».

Το πρώτο της βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Χρυσόσκονη στη σκιά μου» εκδόθηκς από τις Παράξενες Μέρες το φθινόπωρο του 2015.

Το φθινόπωρο του 2017 θα κυκλοφορήσει το νέο της βιβλίο και πάλι από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες

Advertisements