Επιλογή eyelands: Ηλιοβασιλέματα και ουράνια τόξα

Συνεχίζουμε την δημοσίευση των ιστοριών της  Επιλογής από τον διεθνή διαγωνισμό με θέμα: Χρώματα, του eyelands. Πρόκειται για τα διηγήματα που διακρίθηκαν και θα δημοσιευθούν μόνο στο eyelands, δύο κάθε μήνα, σε μια σειρά ιστοριών που θα κλείσει τον Σεπτέμβριο του 2017 όταν θα ανακοινωθούν πλέον οι διακρίσεις του επόμενου διαγωνισμού. Σήμερα δημοσιεύεται το διήγημα  της Άννας Μαρίας Κατσαρού

αφίσα διαγωνισμού μικρότερηΗλιοβασιλέματα και ουράνια τόξα

Ένα ακόμη απόγευμα Αυγούστου πλησίαζε στο τέλος του καθώς ο ήλιος, κατακόκκινος και μεγαλοπρεπής βυθιζόταν σιγά σιγά στη θάλασσα, στο βάθος του ορίζοντα, βάφοντάς την σε χρυσαφένιες και πορφυρές αποχρώσεις. Το σημερινό ηλιοβασίλεμα ήταν μαγευτικό, τα χρώματά του μοναδικά, και η αίσθηση που άφηνε στο θεατή γλυκόπικρη. Γλυκιά λόγω του υπερθεάματος που χάριζε απλόχερα ο συνδυασμός χρωμάτων σε θάλασσα και ουρανό, πικρή γιατί η δύση του ηλίου σηματοδοτούσε τη λήξη άλλης μιας μέρας, καθώς η νύχτα ετοιμαζόταν να απλώσει το πέπλο της.

Η Δανάη καθόταν στο μπαλκόνι του σπιτιού της και απολάμβανε τη θέα του ηλιοβασιλέματος. Τρελαινόταν για τα ηλιοβασιλέματα. Ήταν η αγαπημένη της στιγμή της ημέρας. Σχεδόν κάθε πρωί τσέκαρε στο ημερολόγιο την ακριβή ώρα της δύσης, κι όταν εκείνη ερχόταν έτρεχε με τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι, προκειμένου να απαθανατίσει τις όμορφες στιγμές. Σε περίπτωση συννεφιάς, που η ορατότητα  δεν ήταν καλή, η απογοήτευσή της ήταν μεγάλη. Τέτοια ήταν η αδυναμία της για τα ηλιοβασιλέματα που δεν έχανε ευκαιρία να στέλνει τις φωτογραφίες σε διάφορα περιοδικά και sites, ώστε να μπορέσουν να τα απολαύσουν όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι.

Το απόγευμα αυτό, όμως, παρά το απερίγραπτα όμορφο ηλιοβασίλεμα, η διάθεση της Δανάης ήταν μελαγχολική. Καταιγιστικές σκέψεις κι ανησυχίες, ασυνάρτητες εικασίες, κι ένα σωρό θύμισες κι αναμνήσεις ταλάνιζαν το μυαλό της. Ήταν μία από τις τελευταίες φορές που στεκόταν σ’ αυτό το μπαλκόνι και θαύμαζε αυτή τη θέα. Σε μια εβδομάδα έφευγε για το εξωτερικό, αφήνοντας πίσω της γονείς, φίλους, συγγενείς, το σπίτι, τη βολή της…

Αγωνιούσε, λοιπόν, για όλα εκείνα που την περίμεναν στο νέο της ξεκίνημα, και συνάμα σκεφτόταν όλα όσα έζησε τα τελευταία αυτά χρόνια ως φοιτήτρια, στην πόλη που τόσο πολύ αγάπησε, στο δυάρι με την καταπληκτική θέα, που θεωρούσε πλέον σπίτι της. Η μία σκέψη έφερνε την άλλη και φυσικά, κατέληξε στον Πέτρο, η ιστορία με τον οποίο μετρούσε ήδη πέντε χρόνια μέρες. Ούτε ένα, ούτε δύο, αλλά πέντε ολόκληρα χρόνια από τη ζωή της. Να ευελπιστεί πως κάτι θα αλλάξει, πως δε θα τον βλέπει πλέον από κοντά μόνο μια φορά το χρόνο όπως μέχρι τότε και μετά να συμβιβάζονται με τις κλήσεις στο skype, πως τώρα που φεύγει κι εκείνη και θα μικρύνει η μεταξύ τους απόσταση θα μπορέσουν να μπουν επιτέλους σε σχέση και να  προσπαθήσουν  να συμπορευθούν. Γιατί η Δανάη αγαπούσε τον Πέτρο. Τον αγαπούσε με όλη της την ψυχή και τον ήθελε στη ζωή της. Ήξερε και την καλή του και την ανάποδη πλευρά του, είχε συνειδητοποιήσει το πόσο δύσκολο χαρακτήρα είχε, το πόσο περίεργος,  απότομος και σκληρός μπορούσε να γίνει, το πόσο άδικα της φερόταν μερικές φορές. Παρόλα αυτά τον αγαπούσε, γιατί η Δανάη έβλεπε πέρα από τα αρνητικά του, τα καλά στοιχεία που διέθετε, τα οποία έκρυβε πολύ βαθιά, σαν ένα είδος αδυναμίας, που δεν ήθελε να γίνει αντιληπτό από τους γύρω του, λες και αμυνόταν προτάσσοντας τον εγωισμό μαζί με το χειρότερο εαυτό του.

Η συμπεριφορά του απέναντι στη Δανάη ήταν ανεξήγητη. Όλα, ουσιαστικά, ξεκίνησαν από εκείνον όταν σε ένα από τα ταξίδια του πίσω στην πατρίδα επεδίωξε να τη γνωρίσει. Μέχρι τότε ήταν μόνο φίλοι στο facebook. Είχαν υπάρξει, βέβαια, και συμφοιτητές,  η Δανάη στο πρώτο κι ο Πέτρος στο τελευταίο έτος, κι ας μη γνώριζαν ο ένας τον άλλον.

Στην αρχή, η σχέση τους ήταν καθαρά φιλική. Για τη Δανάη, άλλωστε, προτεραιότητα είχαν οι σπουδές της και ο Πέτρος βρισκόταν σε άλλη φάση της ζωής του και της καριέρας του, κάτι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Σε επόμενο, όμως ταξίδι του, κι αφού είχαν τακτική επικοινωνία όλο το ενδιάμεσο διάστημα,  κι εκείνη άρχισε να δένεται μαζί του, καθώς μέρα με τη μέρα της γινόταν απαραίτητος κι ανυπομονούσε για την επόμενη φορά που θα τον ξανάβλεπε και θα ξανάκουγε τη φωνή του, ακολούθησαν εξομολογήσεις. Υπήρχε αμφότερη έλξη κι ερωτισμός, αλλά κι ένα μεγάλο «αλλά» από την πλευρά του Πέτρου, η απόσταση. Τη Δανάη δεν την ενοχλούσε τόσο. Εξάλλου, πολλά ζευγάρια,  βρίσκονταν σε παρόμοια κατάσταση και κατάφερναν να ξεπεράσουν τις διελκυστίνδες των χιλιομέτρων.  Ούτε οι πρώτοι θα ήταν ούτε οι τελευταίοι που θα τολμούσαν το εγχείρημα. Ο Πέτρος, όμως, ήταν διστακτικός, δεδομένου ότι είχε ξαναζήσει ανάλογη εμπειρία με την πρώην του, και η ιστορία δεν είχε αίσιο τέλος, με αποτέλεσμα να πληγωθεί βαθιά. Και κάπου εκεί ήταν που άνοιξε το κεφάλαιο «πρώην του Πέτρου», το οποίο σκίαζε τη σχέση τους. Της εξιστορούσε ό,τι σχετιζόταν με την πρώην του. Της έλεγε τα πάντα σα να ήταν φιλαράκια και να μιλούσαν για τα αισθηματικά τους. Η Δανάη σε κάθε άκουσμα του ονόματός της έβραζε από θυμό και ζήλια κι έτρεμε από οργή, προσπαθώντας ταυτόχρονα να κρατήσει την ψυχραιμία της κι ένα μειδίαμα στα χείλη για να μη δείξει την ενόχλησή της, στο βαθμό που αυτό ήταν εφικτό. Αναλογιζόταν αν το κάνει από αφέλεια, αν το κάνει εσκεμμένα ή αν πολύ απλά δεν την έχει ξεπεράσει. Και με τα πολλά, συνειδητοποίησε ότι ήταν κολλημένος με την άλλη, γιατί εκείνη του είχε ζητήσει να χωρίσουν. Έψαχνε, λοιπόν, ένα αποκούμπι να πει τον πόνο του, ένα υποκατάστατο της πρώην του, αφού μονίμως έκανε συγκρίσεις, ένα φιλαράκο να είναι πάντα διαθέσιμος όταν θα θέλει να εκθέτει τους προβληματισμούς του, να αναλύει τις θεωρίες του και φυσικά να μιλάει για εκείνη. Η κατάστασή του αθεράπευτα νοσηρή. Αλλά και της Δανάης το ίδιο, αφού τον ανεχόταν, αντί εξαρχής να ξεκαθαρίσει τη θέση της. Έτσι, μετά από κάθε συζήτησή τους, ξενυχτισμένη και άυπνη, στην προσπάθειά της να συμβαδίσει με τη διαφορά ώρας που τους χώριζε, κατέληγε να πέφτει στο κρεβάτι κλαίγοντας σα μικρό παιδί και, μην μπορώντας να κοιμηθεί, να σκέφτεται πώς θα ήταν τα πράγματα αν τον είχε γνωρίσει νωρίτερα, πριν την άλλη. Αν γι’ αυτή θα μπορούσε να νιώσει τα έντονα συναισθήματα που προφανώς ένιωσε για την άλλη, αν θα την ερωτευόταν τόσο ώστε να του έρχεται να χτυπήσει το κεφάλι του στον τοίχο μην μπορώντας να αντέξει την απουσία της, όπως και με την άλλη, αν θα επεδίωκε να έρχεται Ελλάδα κάθε έξι μήνες μόνο και μόνο για να τη δει και να περάσει χρόνο μαζί της. Γιατί, κακά τα ψέματα, ο Πέτρος δεν ήταν ερωτευμένος με τη Δανάη. Ναι μεν του άρεσε, τη θεωρούσε όμορφη, τη συμπαθούσε και την εκτιμούσε, τη σκεφτόταν, αλλά ως εκεί. Τα συναισθήματά του για κείνη, δυστυχώς, δεν είχαν υπόβαθρο. Αντίθετα, η Δανάη ήταν φουλ ερωτευμένη μαζί του, κι αυτό την έκανε  και τόσο ανεκτική. Ο Πέτρος μονοπωλούσε τη σκέψη της. Δεν ήθελε άλλον κι ας μην τον είχε κοντά της, δε γύριζε να κοιτάξει δεξιά κι αριστερά. Απέρριπτε την όποια πρόταση από οποιονδήποτε. Και η αλήθεια είναι ότι είχε πολλές προτάσεις. Πέραν από καλλιεργημένη, ωραία κι εμφανίσιμη κοπέλα, που τραβούσε εύκολα τα βλέμματα, ήταν ευγενική, χαμογελαστή, ευχάριστη, μα πρωτίστως είχε χρυσή καρδιά. Ήταν ένας εξαίρετος άνθρωπος με αδαμάντινο χαρακτήρα, ήθος και αρχές. Χωρίς να θέλει να γίνεται το επίκεντρο της προσοχής και όντας πάντα ήσυχη και λιγομίλητη, αποτελούσε με ένα μαγικό τρόπο την ψυχή της παρέας. Όλοι επεδίωκαν τη φιλία της. Ήταν το καλό παιδί.

«Ξεκόλλα και προχώρα», «δε σου αξίζει», «έχεις κοιταχτεί στον καθρέφτη τελευταία; Στοιχισμένους έπρεπε να τους έχεις και να διαλέγεις! Φύγε εσύ-έλα εσύ!», «κάνε και λίγο τη ζωή σου», «πόσο άλλο θα περιμένεις; Περνούν τα χρόνια και δε γυρίζουν πίσω! Μία ήταν η Πηνελόπη», «σου έχει πει τι σκοπό έχει; Αν σε θέλει μαζί του;» ήταν μερικά από αυτά που της έλεγαν όσοι γνώριζαν για την ιστορία αυτή. Και ήταν λίγοι εκείνοι, γιατί, γενικά,  δεν της άρεσε να εκθέτει τα προσωπικά της. «Είναι ιδιόρρυθμος, μα καλό παιδί κατά βάθος, με ακέραιο χαρακτήρα! Κι εγώ τον αγαπώ! Τρέφω πολύ έντονα συναισθήματα για το άτομό του, πράγμα που δε μου επιτρέπει να στραφώ σε άλλον άνδρα! Θα ήταν άδικο, άλλωστε, γιατί δεν ξέρω αν θα μπορέσω να αγαπήσω ξανά έτσι!», απαντούσε η Δανάη.

Όλα αυτά στριφογύριζαν στο μυαλουδάκι της εκείνο το απόγευμα, καθώς ο ήλιος βουτούσε στα γαλήνια νερά της θάλασσας και η λάμψη του δειλινού παραχωρούσε τη θέση της στο σούρουπο. Οι ερασιτέχνες ψαράδες βρίσκονταν ήδη στο πόστο τους στην προβλήτα, πέντε-έξι ψαρόβαρκες διακρίνονταν στο βάθος, ενώ ένα σκάφος τάραζε την ηρεμία πίσω από τον κυματοθραύστη. Οι γλάροι πετούσαν χαμηλά, πάνω από τη στέγη του σιδηροδρομικού σταθμού, βγάζοντας τον χαρακτηριστικό τους ήχο, ενώ μια ομάδα ποδηλατών διέσχιζε το Βόρειο Λιμένα, κατά μήκος του μόλου.   Ακουμπισμένη όπως ήταν στα κάγκελα του μπαλκονιού, συνειδητοποίησε ότι καυτά δάκρυα άρχισαν να κυλούν στο πρόσωπό της και να κατεβαίνουν στο λαιμό της σα χίμαιρες, μουσκεύοντας το γιακά της μπλούζας της . Θα της έλειπε πολύ αυτό το μέρος και όλα όσα έζησε εκεί. «Τέρμα τα κλάματα» σκέφτηκε, σκουπίζοντας μανιωδώς το πρόσωπό της. «Ακόμα κι αν φύγω, οι αναμνήσεις θα με συντροφεύουν, και οι φωτογραφίες που τράβηξα όλα αυτά τα χρόνια θα τις ενισχύουν». Έριξε μια τελευταία ματιά στη θάλασσα. Τα φώτα του λιμανιού είχαν ήδη ανάψει και στον ιώδη ουρανό άρχισαν να φαίνονται τα αστέρια, σα μικρές πυγολαμπίδες που ξεπροβάλλουν δειλά δειλά. Η Δανάη χαμογέλασε γλυκά και μπήκε μέσα για να συνεχίσει το πακετάρισμα των βιβλίων, που είχε αφήσει στη μέση.

 

Πέρασε ο καιρός. Η Δανάη μετρούσε ήδη έξι μήνες στο εξωτερικό. Όλα ήταν περίφημα. Είχε προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον, στο νέο  σπίτι, στη γειτονιά, στη δουλειά της, η σχέση της με τους συναδέλφους της ήταν άψογη και η ίδια έδινε τον καλύτερό της εαυτό, με αποτέλεσμα τη μεγάλη της πρόοδο σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Άλλωστε η Δανάη πάντα ήταν εργατική, συνεπής στις υποχρεώσεις της, τελειομανής και φιλόδοξη κι αυτό της το αναγνώριζαν.  Συναναστρεφόταν κυρίως ξένους, από άλλες εθνικότητες, κάτι που της άρεσε ιδιαιτέρως  γιατί  έτσι ερχόταν σε επαφή με την κουλτούρα, τη νοοτροπία τους, τα ήθη και τα έθιμά τους και προσπαθούσε και η ίδια, με τη σειρά της, να τους μεταλαμπαδεύσει στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού. Τα Σαββατοκύριακα, αφού μιλούσε με την οικογένειά της στο skype, κανόνιζε με τους νέους φίλους της διάφορες εξορμήσεις, προκειμένου να γνωρίσουν τις πτυχές της μεγαλούπολης στην οποία θα περνούσαν τα επόμενα χρόνια της ζωής τους. Εννοείται, φυσικά, ότι συνομιλούσε ή έστελνε μηνύματα και κάρτες σε φίλους, γνωστούς και συγγενείς, έτσι ώστε να διατηρήσει τις κοινωνικές της επαφές αλώβητες από το χρόνο και την απόσταση. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι βρισκόταν στην καλύτερή της φάση. Χρειαζόταν αυτή την αλλαγή. Το ένιωθε και η ίδια, ότι είχε ανάγκη να φύγει, δεν την κρατούσε πλέον η Ελλάδα. Ένα πράγμα μόνο τη βασάνιζε, ο Πέτρος. Εκεί που όσο βρισκόταν στην πατρίδα, μιλούσαν σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο, πλέον είχε εξαφανιστεί. Έστελνε κανένα μήνυμα πού και πού, για το τυπικό της υπόθεσης. Η Δανάη στενοχωριόταν, γιατί υπολόγιζε στον Πέτρο, στην ηθική και ψυχολογική του υποστήριξη, τουλάχιστον στην αρχή, δεδομένου ότι είχε βιώσει κι εκείνος την αλλαγή και ήξερε τα πράγματα εκ των έσω. Και η Δανάη, όποτε τη χρειαζόταν ήταν εκεί, βράχος, πρόθυμη να ακούσει τα προβλήματά του και να βοηθήσει με πάσης φύσεως τρόπο. Αντίθετα, ο Πέτρος τώρα ήταν άφαντος.

 

Στο εργαστήριο που εργαζόταν η Δανάη, ως ερευνήτρια, γνώρισε τον Τομ, Αμερικανό πολίτη, που έκανε εκεί το διδακτορικό του. Σε λίγους μήνες θα αποφοιτούσε και θα έφευγε για ειδικότητα στο Νότο. Στην αρχή η Δανάη, πέραν από την τυπική γνωριμία, δεν του είχε δώσει σημασία. Όχι, δεν τον σνόμπαρε, αλλά ήταν ακόμα εκπαιδευόμενη, αγχωμένη και ψαρωμένη και προσπαθούσε να εγκλιματιστεί. Στο μεταξύ, μονίμως στο μυαλό της ήταν ο Πέτρος. Συνέκρινε τους πάντες μαζί του, γιατί ο εν λόγω ήταν και ομορφόπαιδο. Καταλάβαινε, όμως, ότι ο Τομ ένιωθε άβολα μαζί της, και όταν βρίσκονταν στον ίδιο χώρο, είτε προσπαθούσε να την αποφύγει ή  ήταν νευρικός. Μέχρι που μια μέρα, όπως ετοιμάζονταν και οι δυο να φύγουν από τη δουλειά, ο Τομ βρήκε το θάρρος και τη ρώτησε: «Αν σου ζητούσα να βγούμε για δείπνο κάποια στιγμή, θα δεχόσουν;» «Ναι» αποκρίθηκε η Δανάη χωρίς να το πολυσκεφτεί, ενώ, στο άκουσμα της καταφατικής απάντησής της, το χαμόγελο του Τομ έγινε διάπλατο. Και βγήκαν λοιπόν. Ήταν ευκαιρία, να γνωριστούν και καλύτερα, αφού στη δουλειά οι διάλογοί τους περιορίζονταν στα βασικά. Περπάτησαν στο πάρκο κατά μήκος της λίμνης, είδαν μια ωραία ταινία στο σινεμά και πήγαν για φαγητό σ’ ένα ιταλικό εστιατόριο. Μίλησαν για τις ζωές τους. Ο Τομ ήταν ένα παιδί μορφωμένο, έξυπνο, ευγενικό, με καλούς τρόπους, αξιαγάπητο και φιλότιμο. Το χαμόγελο δεν έσβηνε από τα χείλη του και ήταν πάντα πρόθυμος να βοηθήσει τους γύρω του. Δεν ήταν ανταγωνιστικός, κακεντρεχής ή πονηρός, κι αυτό δικαιολογούσε το γεγονός ότι η παρουσία του ήταν ευχάριστη σε όλους. Η Δανάη είχε αρχίσει να επιδιώκει την παρέα του, κι όσο κι αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί, συχνά έπιανε τον εαυτό της να τον σκέφτεται. «Τι μου συμβαίνει; Έχω αρχίσει να τον ερωτεύομαι άραγε; Εγώ; Που μέχρι πρότινος έλεγα πέραν του Πέτρου, ουδείς!;» αναλογιζόταν τα βράδια, όταν κατάκοπη πήγαινε για ύπνο.

Μια απρόσμενη κλήση στο skype, εκείνο το απόγευμα του Σαββάτου ήρθε να την ταράξει. Ήταν ο Πέτρος. «Θα έρθω στη γειτονική πόλη για ένα συνέδριο» της ανήγγειλε. Αναχάραξε η Δανάη. «Ευκαιρία να ιδωθούμε» σκέφτηκε. Είχαν περάσει σχεδόν δυο χρόνια από την τελευταία φορά που βρέθηκαν εκ του σύνεγγυς στην Ελλάδα. «Ξέρεις, ο χρόνος μου θα είναι πολύ περιορισμένος και δε θα τα καταφέρω να έρθω να σε δω. Μην τρελαίνεσαι όμως. Δε χανόμαστε» της είπε, γεμάτος άνεση κι ανεμελιά. Η Δανάη ένιωθε έτοιμη να εκραγεί. Με πολύ κόπο συγκρατούσε τα δάκρυα από τα νεύρα της ενώ ένας κόμπος είχε σταθεί στο λαιμό της. Είχε απογοητευτεί και ταυτόχρονα ξενερώσει όσο δεν έπαιρνε. «Ή τώρα ή ποτέ» σκέφτηκε. «Ας μην το κουράζουμε ρε συ Πέτρο. Αν πραγματικά ήθελες, θα ερχόσουν. Τα λέμε.» ήταν τα τελευταία της λόγια πριν κλείσει και ξεσπάσει σε γοερά κλάματα. Παρόλα αυτά ένιωθε μια λύτρωση, μια ανακούφιση, σα να είχε μόλις διώξει ένα μεγάλο βάρος από τα στήθη της, σα να μπορούσε να αναπνεύσει πλέον χωρίς δυσχέρεια. Εκείνη τη στιγμή δέχτηκε ένα μήνυμα από τον Τομ στο κινητό. «Ξέρω ότι είσαι πολύ απασχολημένη αυτόν τον καιρό, αλλά θα ήθελες να πάμε για παγωτό αύριο;» «Μέσα» του απάντησε.

Καθόντουσαν στο παγκάκι στο πάρκο της γειτονιάς τους. Είχε βρέξει πριν λίγες ώρες και με το ζόρι κατάφεραν να βρουν στεγνό μέρος. «Είμαι ερωτευμένος μαζί σου και νομίζω ότι σ’ αγαπώ. Είσαι ό,τι καλύτερο έχει συμβεί στη μέχρι τώρα ζωή μου. Φεύγω σε λίγο καιρό και θα βρίσκομαι αρκετά μίλια μακριά, θα ήθελα όμως μια ευκαιρία να προσπαθήσουμε έστω σε μια σχέση εξ αποστάσεως. Είσαι πολύ σημαντική για μένα και σε θέλω στη ζωή μου. Τι λες;» της είπε. Δάκρυα χαράς και συγκίνησης έτρεχαν από τα κατακόκκινα μάτια της Δανάης ενώ η καρδιά της κάλπαζε στο στήθος της. «Κι εγώ είμαι ερωτευμένη μαζί σου και δε θέλω να σε χάσω. Ας προσπαθήσουμε κι όπου μας βγάλει» του είπε, ενώ εκείνος άρχισε να φιλάει απαλά τα χείλη της. Και ξάφνου η Δανάη το είδε: ένα πελώριο ουράνιο τόξο είχε απλωθεί στον ορίζοντα, από την ένωση των ηλιαχτίδων και των σταγόνων της μαγιάτικης βροχής που είχε προηγηθεί. « Κοίτα Τομ, ουράνιο τόξο!» «Φοβερό! Ξέρεις, αυτό είναι εξαιρετικός οιωνός!» της απάντησε. Και άρχισαν να περπατούν χέρι χέρι στο παρκάκι, υπό το πρίσμα των χρωμάτων της ίριδας ερυθρό, πορτοκαλί, κίτρινο, πράσινο, κυανούν, βαθύ κυανούν και ιώδες, που συμβόλιζαν τον πολύχρωμο δρόμο της ευτυχίας και τη γαλήνη που  είχε κυριεύσει τις ψυχές τους.

 

 

 

 

 

 

 

**

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Γεννήθηκα στην Αθήνα και μεγάλωσα στο Αγρίνιο, που είναι ο τόπος καταγωγής των γονιών μου. Αποφοίτησα από το Εκπαιδευτικό Μορφωτικό Ίδρυμα Αγρινίου «ΠΑΛΛΑΔΙΟ» και εισήχθην στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών, όπου και ολοκλήρωσα τις σπουδές μου. Από τον Οκτώβριο του 2015 διαμένω στη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ, όπου μετεκπαιδεύομαι ως ερευνήτρια στη μεταφραστική έρευνα, στον τομέα της Νευρολογίας. Η αγάπη μου για τη λογοτεχνία και την ποίηση διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην απόπειρά μου να ασχοληθώ με τη συγγραφή. Ανέκαθεν θεωρούσα το διάβασμα συναρπαστικό και ταυτοχρόνως πολύτιμο, αφού η πολύπλευρη εμπειρία της ανάγνωσης επιφέρει σημαντικά οφέλη τόσο σε ψυχική όσο και σε σωματική υγεία.

Στον ελεύθερό μου χρόνο, ο οποίος δυστυχώς είναι περιορισμένος, μου αρέσει να ζωγραφίζω και να τραβώ φωτογραφίες, κυρίως από τοπία. Λατρεύω τη μουσική, τον κινηματογράφο και το θέατρο, τα ταξίδια και την επαφή με ξένους πολιτισμούς. Αγαπώ τα ζώα, έχοντας ιδιαίτερη αδυναμία στους σκύλους. Μου αρέσει να συμμετέχω σε πάσης φύσεως εθελοντικά προγράμματα και φιλανθρωπικές δράσεις, που έχουν ως στόχο την προσφορά στο συνάνθρωπο, καθώς είμαι της άποψης ότι κοινωνία ανάλγητη ισοδυναμεί με κοινωνία συναισθηματικά ανάπηρη. Με χαρακτηρίζει απόλυτα η φράση του Νίκου Καζαντζάκη «Φτάσε όπου δεν μπορείς!».

**

Επόμενα διηγήματα που περιλαμβάνονται στην επιλογή και θα δημοσιευθούν στο eyelands.gr είναι:

 

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Νίκη Κωνσταντοπούλου – Η παλέτα της Φρόσως

ΜΑΙΟΣ

Σύλβια Λουκά -. Ταξίδι προς το ουράνιο τόξο

Φανή Δούμα – Μια άλλη εκδρομή

ΙΟΥΝΙΟΣ

Γιώργος Τζεβελεκάκης – Έλληνες, του φωτός χρωματοφάγοι…

Αλεξάνδρα Κολιγιώτη –  Χρώματα

ΙΟΥΛΙΟΣ

Άννα Καρακατσάνη – Dream on

Ηλίας Στεργίου – Γαλάζιο

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Τσιντώμη Ευαγγελία – Όνειρο

Ιγνάτιος Μηλιόρδος – Χρώμα – χρήμα ένα γράμμα διαφορά

 

Η σειρά δημοσίευσης των διηγημάτων ακολουθεί την χρονική σειρά υποβολής τους στο διαγωνισμό.

 

 

Advertisements