Μικρές επαναστάσεις – τα κείμενα / μέρος δεύτερο

Το eyelands δημοσιεύει και τα υπόλοιπα κείμενα από τον διαγωνισμό κειμένου «Μικρές επαναστάσεις». Όλα τα κείμενά σας αξίζουν την ανάρτησή τους και πάρα πολλά την έκδοση, αλλά αυτό είναι κάτι που θα το δούμε αργότερα. Για την ώρα σας ευχαριστούμε ειλικρινά γιατί αποδείξατε για άλλη μια φορά ότι μπορούμε να κάνουμε πράξη διάφορα εντελώς παράξενα όνειρα…

Για μας το πιο σημαντικό από όλα είναι ότι μέσα σε 4 μέρες ήρθαν 76 κείμενα για έναν διαγωνισμό στον οποίο δεν σας υποσχεθήκαμε τίποτε. Γιατί έτσι ήταν το σωστό.

Τώρα σας υποσχόμαστε όμως: Οι Μικρές Επαναστάσεις θα συνεχιστούν και στο τέλος της χρονιάς θα υπάρχει μια έκδοση με αυτό τον τίτλο…

3

22. Ιμπραημ Χατζηαβατιδης

Επικρατούσε μια βουβή αναστάτωση στην πλατεία του χωριού. Οι άντρες που κάθονταν στο καφενείο κοιτούσαν αμήχανα, κάποιοι υπνωτισμένοι την κουμπίνα που είχε σταματήσει στην άκρη της πλατείας, κάποιοι απορημένοι το περίπτερο, μια γιαγιά παράτησε το καροτσάκι λαϊκής και ακούμπησε σε ένα πεζούλι αναστατωμένη.

“Πιάσε μου δυο πακέτα.”

Ο περιπτεράς εξυπηρέτησε και, έπειτα, έμεινε να κοιτάει αποχαυνωμένος τον πελάτη του, που τώρα διέσχιζε την πλατεία.

Στάθηκε μπροστά στο καφενείο και έβγαλε ένα τσιγάρο από το πακέτο που μόλις είχε αγοράσει – καρέλια φίλτρο κασσετίνα.

“Καλημέρα, παιδί μου.”
“Καλημέρα, πάτερ.”
“Για πού τόβαλες με την κουμπίνα;”
“Φεύγω από δω.”

Κάποιος γύρισε προς τον παπά και έκανε να πει κάτι. Ο παπάς του έκανε νόημα να σωπάσει.

“Καιρός σου ήτανε, παιδί μου. Ο Θεός μαζί σου.”
“Νάσαι καλά, πάτερ.”

Ακούμπησε το τσιγάρο στα χείλη του, το άναψε και ρούφηξε μια απολαυστική τζούρα αφήνοντας τον καπνό να διαλυθεί αργά στον αέρα. Έπειτα, κρέμασε το τσιγάρο στα χείλη του για να λερωθεί με κόκκινο κραγιόν. Η γιαγιά στο πεζούλι σταυροκοπιώταν αργά και περιοδικά παρατηρώντας το λερωμένο σορτσάκι εργασίας και τα τριχωτά πόδια του που φορούσαν ένα ζευγάρι γόβες. Μέσα σε γενική σιωπή, κάπνισε το τσιγάρο του, μετά το πέταξε κάτω, το έλιωσε με τη γόβα και άρχισε να περπατάει προς την κουμπίνα. Ο ήχος από τις γόβες ξύπνησε τους πάντες από την υπνωσιακή κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει. Σκαρφάλωσε με προσοχή στη θέση του οδηγού, έβαλε μπροστά την κουμπίνα, κόρναρε δύο φορές και πήρε το δρόμο του.

  1. (Λίνα Λινάκι) Ευαγγελία Τσιντώμη / Το χρυσό κλουβί

Χτυπάει με δύναμη τη πόρτα πίσω της!
Βρέθηκε για ακόμα μια φορά παγιδευμένη στο χρυσό κλουβί της!
Μέσα σκοτάδι..
Απο έξω μόνο ομορφιά!
Χρυσή ομορφιά όπως και το όνομά της!

Βγάζει βιαστικά τα ρουχά της..
Με το ζόρι συγκρατεί τους λυγμούς που την έπνιγαν!
Μπαίνει στο ντους!Το καυτό νερό ξεπλένει τις πληγές της!
Αποστειρώνει κάθε της μικρόβιο.
Μένει για ώρα εκεί! Θέλει να το νιώσει στο πετσί της!

Το νερό δε φαίνεται να καλύπτει τις κραυγές της!
Τα χέρια κλείνουν τα αυτιά της,το κεφάλι ακουμπά τα γόνατα με μανία!
Το πιέζει και άλλο σε αυτά,και άλλο..

Πού θα φτάσει!

Οι σκέψεις κατακλύζουν το μυαλό!
Το νερό αρχίζει να κρυώνει,τα δάκρυα στερεύουν σιγά,σιγά!

Τυλίγει γύρω της μια πετσέτα,είναι πιο ήρεμη τώρα!
Ανάβει τσιγάρο,μια δυο τζούρες και το σβήνει.
Ανοίγει τη ντουλάπα,βγάζει το αγαπημένο της σκούρο μπλέ τζίν!
Το κρατούσε απο την εφηβεία της!
Της έκανε ακόμα!Το συνδυάζει με ένα άσπρο τοπάκι!
Κοιτάζεται στον καθρέφτη!
Κρατά στα χέρια ένα μικρό κουτάκι!
Βγάζει ένα σκουλαρίκι τόσο δα και το τρυπά με μανία στη μύτη!
Είχε ξεχάσει πόσο ωραίο φαινόταν το στρασάκι που κοσμούσε πριν χρόνια εκείνο το σημείο!

Ήταν τότε στην εποχή της εφηβείας της!
Αγαπημένη και αξέχαστη εποχή!

Σκουπίζει δάκρυα,πνίγει λυγμούς!
Βάφει το πρόσωπό της,ρίχνει στη πλάτη το τζίν σακάκι της,βγάζει μια σέλφί!

Ανεβάζει στο instagram!

Η λεζάντα έγραφε :

» Η επανάσταση τώρα αρχίζει» .

  1. Rush hour: μια αρχαία τελετουργία / Αντριάνα Μίνου

Φόρεσα τη λεοπάρδαλη για να μη με γνωρίσουν. Το κεφάλι μου μες στο στόμα της κι η ουρά να σέρνεται κάτω. Μπήκα στο βαγόνι, αγκώνες που σκουντάνε, γόνατα τρίβονται, δάχτυλα πλεγμένα, σπασμένα βλέμματα. Κάποιοι μοιάζουν με μικρά ελαφάκια πιασμένα στο μάτι του κυνηγού χωρίς να ξέρουν, χωρίς ν’ακούνε τη σκανδάλη που τρίζει, καθρεφτίζονται αμέριμνα ενώ γύρω τους αργά τυλίγεται ο κισσός να τα πνίξει. Άλλοι κρατιούνται απ’τις κολώνες λες και κρατούν παλούκια με κεφάλια καρφωμένα, πού και πού κοιτάζουν ψηλά, βλέπουν μπούκλες να χύνονται σαν παράξενα πηχτό κρασί. Και είναι και κάτι μάτια θολωμένα απ’τις σφαγές, που τώρα μόνο ξεκουράζονται λαμπερά και άδεια, μάτια από αστέρια δίχως πατημασιές.  Όλοι αυτοί μ’έκοψαν κομματάκια κι έφαγαν τις σάρκες μου ωμές υπό το φως των κεριών. Ύστερα σκούπισαν τα χείλη τους με τις λινές πετσέτες παλεύοντας ν’ακούσουν το μακρινό σύρσιμο δοξαριών πάνω σε χορδές. Με μισόκλειστα μάτια έγειραν στις δρύινες καρέκλες για να χωνέψουν, τα στομάχια-γκάιντες γουργούριζαν κι η καρδιά μου ακόμα χτυπούσε στον πάτο μιας σουπιέρας. Τώρα ντυμένη τη λεοπάρδαλη στέκομαι αθέατη ανάμεσά τους. Το αίμα μου είναι ακόμη στα χέρια τους, γύρω απ’το στόμα τους, στα μαλλιά τους.  Και τότε ρίξανε τον κλήρο να δούνε ποιος θα φαγωθεί. Ανέκαθεν κάποιος έπρεπε να πεθάνει για να ζήσουν όλοι οι άλλοι. Έστω κι έτσι, στριμωγμένοι στα βαγόνια την ώρα αιχμής. Στην τσέπη μου έχω την καρδιά μου. Οι παλμοί της συγχρονίζονται με το βουητό του τραίνου.  Φοράω τ’ακουστικά και σκύβω κι εγώ όπως όλοι στο κινητό μου. Αναλογίζομαι την ανάσταση, αποκλειστικό προνόμιο των νεκρών.

  1. (Nikos Fournaris) Η κουρούνα / Φούρναρης Πέτρος

Εδώ και δυο ώρες επτά άτομα, καθισμένα οκλαδόν πάνω στο καυτό τσιμέντο του λιμανιού, τραβάνε ένα δίχτυ πάνω από εξακόσιες οργιές. Στα “μάτια” του είναι καρφωμένοι γαύροι και σαρδέλες. Τα ψόφια ψάρια στραφταλίζουν στον ήλιο σχηματίζοντας ένα σωρό κάτω από το δίχτυ· άλλα εκσφενδονίζονται προς τα πάνω και πέφτουν στη θάλασσα, όπου μικροί και μεγαλύτεροι κέφαλοι ορμούν και αποσπούν μικρά κομμάτια.
Οι ψαράδες, για να μπορέσουν να ξεκολλήσουν τα πιασμένα ψάρια, τραβούν και με τα δυο χέρια το δίχτυ: τραβάνε από δεξιά, από αριστερά ή προς τα πάνω, ανάλογα με την απόσταση που βρίσκεται το πιασμένο ψάρι. Δε μιλούν: η δουλειά απαιτεί ακρίβεια, και δεν έχουν καιρό για χάσιμο. Κάθε τόσο σφίγγουν πάνω στο βυσσινί δίχτυ, όπου υπάρχει ζημιά, πλαστικές σακούλες, κι ύστερα τις κόβουν έτσι που μένουν μπλε μπαλώματα: θα τα δουν και θα τα επιδιορθώσουν αργότερα..
Τα δίχτυα ξετυλίγονται από μια τροχαλία μέσα στο πλευρισμένο καϊκι: τη χειρίζεται ένας άνδρας, μουσκεμένος στον ιδρώτα, που ξαφνικά σταματάει με ένα σιχτίρισμα και κλωτσάει οργισμένος την κουπαστή. Όλοι χάνουν το ρυθμό τους: κοιτούν έκπληκτοι τον ψαρά που ξεκινά να γυρνά την τροχαλία ανάποδα! Σαν να τον μιμούνται, σηκώνονται και κλωτσούν τα δίχτυα, σκίζουν τις δεμένες σακούλες, βρίζουν.
Τότε μια κουρούνα, κατεβαίνει από το άλμπουρο στη γέφυρα του καϊκιού, κοιτάζει αλλήθωρα τον χειριστή και ρισκάρει μια βουτιά στο δίχτυ. Ο άνθρωπος σταματά αμέσως την τροχαλία, συλλογίζεται κάτι-που δε θα μάθουμε ποτέ- κι αρχίζει πάλι να τη γυρνά από τη σωστή μεριά.
Κι όλοι ξανακάθονται· πιάνουν, σιωπηλοί, μουδιασμένοι, τον πρωτινό ρυθμό τους…

  1. (Chris Tofer) Μόνο Τα Ψάρια- του Χρήστου Κουμαραδιού

Έσταξε το δηλητήριο και έμεινε να το παρατηρεί ενόσω διαλυόταν μέσα στο νερό. Στο μυαλό της αντηχούσαν ξανά και ξανά, σαν ινδικά μάντρας, εκείνα τα λόγια του καθηγητή της : «Είναι αδύνατο να ξεφύγεις από το εκάστοτε σύστημα. Σκέψου, για παράδειγμα, τα ψάρια • αν τα αποσπάσεις από το περιβάλλον τους, είναι σίγουρα νεκρά. Με τη διαφορά ότι εμείς, μέχρι σε ένα βαθμό, μπορούμε να διαμορφώσουμε οι ίδιοι το ενυδρείο μας». Έσκυψε το σώμα της και σχεδόν κόλλησε το κεφάλι της επάνω στο τζάμι. Παρακολούθησε ,σαν υπνωτισμένη, τις φυσαλίδες καθώς ανέβαιναν απρόσκοπτα προς τα πάνω, σχηματίζοντας μπουρμπουλήθρες.Έπειτα χάζεψε τα βότσαλα και την ψεύτικη πρασινάδα: μάταια προσπαθούσαν να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση ενός πραγματικού βυθού. Μα ποιον μπορούσε να πείσει άραγε μια τέτοια φτηνή απομίμηση; «Μόνο τα ψάρια», σκέφτηκε, «τα ανόητα ψάρια», και χαμογέλασε σατανικά •τα ‘βλεπε να ανοιγοκλείνουν τα στόματά τους και να ελίσσονται, πότε δεξιά πότε αριστερά, χτυπώντας το ένα το άλλο με τις ουρές τους Ύστερα κάποιο ακινητοποιήθηκε. Ακολούθησε και το άλλο.Τα έβαλε, τότε, σε μια πλαστική σακούλα και τα πέταξε στα σκουπίδια . Έβαλε ένα ποτήρι νερό και χώθηκε στο κρεβάτι της. Απόψε, θα κοιμόταν ήρεμη.

  1. Φωτεινή Φασούλη / «εξατμίζομαι»

Στεγνό το κεφάλι μετά από μια άνιση πάλη
ανάμεσα στον ίλιγγο της πόλης και τα αναλογικά θέλω μου
γούστο μου και καπέλο μου.
Στο πεζοδρόμιο λιώνω και χύνομαι,
εξατμίζομαι.
Με εισπνέουν, με φυσάνε, με ξεφυσάνε.
Εισχωρώ σε ρούχα και σε στόματα
κι όταν κρυώνω, ακουμπώ σε πατώματα.
Άνθρωποι γύρω σαν πτώματα,
άλλοι ψάχνουν να βρουν
και άλλοι βρήκαν και ζουν,
άλλοι έχασαν και νοσούν,
άλλοι πενθούν και άλλοι γελούν.
Άλλοι ρωτούν και άλλοι μιλούν,
άλλοι μιλούν για να μιλούν
κι αυτοί που ρωτούν
στέκονται τη μέρα να αναλογιστούν.
Κι εγώ γράφω, τους καταγράφω.
Μα η νύχτα πέρασε όλη.
Το χέρι κουρασμένο σβήνει το φως,
μα παραμένει ολόγυρα ο χαμός.
Είναι όμως παντού ή σε κάθε ακρίτσα του μυαλού;

  1. Χάρτινοι ήρωες της Γιώτας Βουλδή

Η Χριστίνα, η οποία είναι σερβιτόρα σε ένα καφέ στη Πλάκα και γραφίστρια σ’ έναν μικρό εκδοτικό οίκο αποφάσισε να καλέσει στο τηλέφωνο τον συγγραφέα Νάσο Κ., αν και γνώριζε πως δεν την προσέγγισε για επαγγελματικούς λόγους.
– Άργησες να με καλέσεις, της είπε αυτός όταν κατάλαβε ποιά ήταν.

_ Δύο μέρες μόνο…

_ Για εμένα μία αιωνιότητα…

Η Χριστίνα τότε γέλασε.

_ Αν δεν με έπαιρνες δεν θα ξαναπατούσα στο καφέ από ντροπή, όχι τίποτα άλλο φτιάχνεις και καλό καφέ !
Δεν θα άντεχα επίσης να μην δω τα μάτια σου , τα μαλλιά σου…

_ Είσαι και ποιητής ; , τον ρώτησε

_ Δεν έχω γράψει ποτέ στη ζωή μου ποίηση , απάντησε αυτός.

Το ίδιο βράδυ βγήκαν για ένα ποτό.
Ο Νάσος Κ. της είπε τα πάντα για την ζωή του, για την πορεία του , τις δυσκολίες στον χώρο, το πρόβλημα με τα ναρκωτικά.
Η Χριστίνα τον άκουγε κοιτάζοντας τον βαθιά στα μάτια.
Του χάϊδεψε απαλά το κεφάλι.
Ο Νάσος Κ. έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε.
Η μουσική και το τραγούδι του Λοΐζου πλημμύρισε το μικρό μπάρ.

«Σε ακολουθώ στη τσέπη σου γλιστράω , σα διφραγκάκι τόσο δα μικρό…»

Πιάστηκαν χέρι _ χέρι και βγήκαν έξω από το μαγαζί τρέχοντας.
Έπιασε βροχή.
Φιλήθηκαν και άρχισαν να κλαίνε.
Η δυνατή βροχή που έπεφτε πάνω τους και τα δάκρυα συρρίκνωσαν το σχήμα του κορμιού τους , σαν να ήταν δύο χάρτινες φιγούρες…
Δύο βρεγμένα χαρτιά που τα πήρε σε λίγο ο δυνατός αέρας μακριά…

  1. Tolis Tsoglanis / Λίνα

Βρήκα στο δρόμο την Πασχαλία. Την παλιά καθηγήτρια ιταλικών μου. Ήταν μαζί με τον άντρα της, στο ίδιο τετράγωνο που την είχα συνηθίσει, έφευγε από το φροντιστήριο για βράδυ. Άσπρη Lancia, οδηγούσε ο σύζυγος – δεν είχα προλάβει να τον γνωρίσω, μόλις είχαν παντρευτεί όταν σταμάτησα τα μαθήματα.
Απ’ τις καλύτερες δασκάλες μου, η Πασχαλία‧ μαζί με τον Ηλία, τον καθηγητή γερμανικών μου (τον τελευταίο, τον μόνο που αναφέρω). Δεν με αναγνώρισε. Πέρασε δίπλα μου σαν να πέρασε από μέσα μου. Γερασμένη φαινόταν, ναι, σίγουρα ναι, όμως κρατιόταν καλά, όπως λέμε για τους σαράντα- ψόφα, μήπως τους καθησυχάσουμε πριν το φούντο. Από τότε γυναικάρα. Ούτε οι εκφράσεις από το κάπνισμα πριν κάθε μάθημα δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν την ομορφιά της. Ήμουν δεκαπέντε τότε, αλλά πίστεψέ με, στο λέω τώρα, στα είκοσι τρία, που-
Απέφυγα να τη φέρω σε άβολη θέση με χαιρετούρες επανένωσης μετά από χρόνια. Αφού εγώ ήμουν αυτός που έκοψε το λώρο της επικοινωνίας, με το που σταμάτησα τα μαθήματα. Αυστηρώς επαγγελματικά, ε;
Συνέχισα την πορεία μου στο κακόφημο βρώμικο της γειτονιάς, μισό τετράγωνο παραδίπλα. Ο γύρος- πατάτες- κρεμμύδι- μουστάρδα κρυώνει ακόμα στο γραφείο μου. Προσπαθώ να φάω με δυσκολία. Αν έτρωγα ακόμα μία μέρα μαγειρευτό όμως θα πάθαινα σίγουρα δηλητηρίαση.
Τ.

  1. Sofia Aciali

Εγώ τόσο κοινωνησα μηνυματα μεγαλα
Εγώ πολύ ξοδευτηκα να παιζω με την τυχη
Ν’ακουω και να απαντω κι η συμβουλη μου λείπει
το μενος μου ως τα συνορα για ολους και για ολα
Ένας θυμός δινει ζωή εκτος κι αν βρει έναν αλλον
Το λογικο μου σαν τους νεους τα ορια της συμπονιας
Μια επιθυμια πετρινη ένας κοσμος ζημιαρης
Η ζηλεια μου έγινε καπνος το άγχος μου βαρκαρης
Με ακουσε με κοίταξε δεν το βαλε στα ποδια
Στην μνήμη θελησε να μπει το μελλον ολο εμποδια
Για σενανε να μαραθω πριν με μαρανουν αλλοι

εσύ είσαι καλοβουλος εσύ είσαι παλληκαρι

  1. Πόπη Πασχαλίδου / ΑΝΑ-ΓΕΝΝΗΣΗ

Δεκάμιση. Σταματώ τον χρόνο
Τον βάζω στο πάντα και στο ποτέ.
Στο στόμα μου μόνον η φωνή σου.
Στα χείλια μου φτερουγίζουν βογγητά.
Άχρονη και αιώνια .
Σύντροφος του έρωτα, της ζωής.
Το σώμα μου αγέννητο
Χάνεται μέσα σε ατέρμονες συλλήψεις.
Κύτταρο, κύτταρο γεννιέμαι.
Αργό ,αβίαστο ζωντάνεμα
Το θαύμα της φύσης χωρίς τον πόνο.
Το στήθος λογχίζει τον νόμο.
Εφήμερη , τρωτή μα λεύτερη.
Ο πόθος πανοπλία, το πάθος άγριο κριάρι
Δίχως τον φόβο εχθρό δεν έχω.

  1. Δάφνη το Ρακούν

Σε ένα δάσος δεξιά-κάτω στον χάρτη..βρισκόταν μια κυψέλη με χιλιάδες μέλισσες που την ημέρα εργάζονταν μετά μανίας και την νύχτα γίνονταν ένα με την σιγαλιά.

Για ζητήματα πέρα απο το μάζεμα της γύρης μόνο μια μέλισσα γνωρίζουμε πως νοιαζόταν. Οσο προλάβαινε, μιλούσε με τα λουλούδια, και κάποια πολύ τα συμπαθούσε. Θλιβόταν μεν, έτσι ριζωμένα που τα έβρισκε και καταδικασμένα σε μια σύντομη ζωή. Ζήλευε δε, γιατί αυτά σκέφτονταν και συζητούσαν ολημερίς. Απο αυτά μάθαινε η μέλισσα, για πράματα ειπωμένα πολύ μακρια, απο εκεί που έρχονταν οι σπόροι, και πολύ παλιά, γιατί τα λουλούδια για γενιές μοιράζονται τις γνώσεις. Είχαν και ονόματα για να ξεχωρίζουν το ένα απο το άλλο, και για να αποδίδονται οι ιστορίες εκεί που πρέπει.

Ένα πρωί πεταξε μακριά. Οι μέρες κυλούσαν, και σύντομα ακούστηκε ένα γουργούρισμα μιας δεκαοκτούρας, που κατοικούσε σε γειτονικό χωριό. Συστήθηκε, πιάσαν την κουβεντα, και διηγήθηκε ότι είχε μάθει απο τους ανθρώπους. Είπε στην μέλισσα πως οι ανθρωποι πέρνουν τα ονόματα τους απο τον παπά και τον υπάλληλο του ληξιαρχείου. Τα αποφασίζουν ομως οι γονεις των ονοματιζομένων. Η ηρωίδα τότε γοητευμένη αποφάσισε να απαλλάξει κάθε αδέρφι της απο την ανωνυμία. Δεν θα περίμενε απο την νωχελική γεννήτορά τους, θα ζητούσε απο τον υπάλληλο μια λίστα ονομάτων. Έφυγε, και χάθηκε για πάντα. Ίσως την λιώσαν με ένα βιβλίο, ίσως ζήλεψε τον υπάλληλο και διορίστηκε και κείνη. Ποτέ δεν έμαθε πως τα λουλούδια και οι δεκαοκτούρες, δίναν ονόματα το ένα στο άλλο, γιατι είτε τρέφονται απο τον ήλιο και το χώμα, είτε απο τα ψίχουλα των άλλων, όλη μέρα -όπως οι μέλισσες- δεν δουλεύουν.

  1. Αγγελική Παρασηνού / ΝΥΧΤΟΛΟΥΛΟΥΔΟ

«Δεν είναι οτι δεν μιλάνε τα φυτά. Εσύ δεν τα ακούς δυσπιστη.. » σκέφτηκα μόλις είδα το νυχτολούλουδο να κλείνει αργά αργά καθώς σκοτείνιαζε.. Ελειπε ο ηλιος και κλεινοταν στον εαυτο του..μοναχο του το καθε ανθος.. Λες και μόνο για εκείνον ζούσε. Μόνο για εκείνον μας έδειχνε την ομορφιά του,το άρωμά του.
Δεν Το ειχα παρατηρήσει πριν Το δω να κινείται κλείνοντας τα πέταλά του. Δεν κοιτάμε γύρω μας. Απλώς έχουμε μάτια. Είναι μεγάλο κρίμα για τον άνθρωπο αυτό,να έχει απλώς μάτια.. Το ειχα σε μια γλαστρουλα κεραμική.. Είχε αφήσει σημάδι στο πλακάκι η γλάστρα.. Πολλές φορές με νευριαζε που δεν έβγαινε αυτό το σημάδι και αγανακτουσα. Δεν Το αισθανόμουν το λουλούδι. Απλώς ήξερα ότι υπάρχει. Απλώς ήξερα ότι τη νύχτα κλείνει και τη μέρα ανοίγει. Μέχρι εκείνο το λεπτό που το αντίκρυσα να παίρνει κίνηση για τη νυχτερινή του αποχώρηση.. Εξεπλάγην.. Για κάποιο λόγο ένιωσα ντροπή. Ίσως επειδή δεν το αγάπησα όσο θα έπρεπε. Ίσως ότι κάθε βράδυ έβλεπα σαν αγγαρεία το πότισμά του. Κι εκείνο κάθε μέρα μου προσφερε χαρούμενο την ομορφιά του στο μπαλκόνι μου και το άρωμά του κάθε που το πλησιαζα, σαν να προσπαθούσε να μου αποσπάσει την προσοχή να του ρίξω μια ματιά… Ντράπηκα.. Έκανε τις μικρές και αθόρυβες επαναστάσεις του για να το αντικρυσω επιτέλους και να το αγαπήσω!
Ναι μιλάνε τα φυτά.. Όχι μόνο οι υπαρξεις που ξέρουμε ότι βγάζουν φωνη.. Δεν χρειάζεται να έχεις φωνή για να μιλήσεις.. Μιλάς με την αγαπη σου κάθε μερα! Μιλάς γιατί απλώς υπάρχεις.. Από το πιο μεγάλο βουνό, από το σύννεφο που απλώς κινείται στον ουρανό, από το σκουπιδακι που πέταξες κάτω αυθόρμητα, μέχρι το λουλούδι στο μπαλκόνι σου.. Ναι, μιλάνε όλα.

  1. Kolig Aleka

Κι υστερα;
Τι χρειαζομαστε;
Μικρες-μεγαλες θορυβωδεις επαναστασεις που βγαζουν ζωη απ’τα μεσα μας
Αποπλανουν τις οροσειρες των προβλεψεων μας.

Σε ενα χαρτη pinned up ειμαστε ολοι
Της ζωης μαυριζουμε τα μνηματα
Με ερωτα η διχως
Πορευομαστε με ξυραφενια βλεμματα που αμφιλεγομενα ωθουν τα ανεξαντλητα των οριων μας.

Μα δες..
Μια τρωτη ελευθερια ζουμε
Μεσα απο βογγητα στιγμων
Καπνους αγχους και πετρινες επιθυμιες.

Κι εγω ξοδευτηκα πολυ με την τυχη διχως την παραμικρη επανασταση!

  1. Fani Kexagia / ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ

Ωρύονταν και τα δυο, σαν να τα σφάζουν. Για τους γνωστούς «δακρύβρεχτους» λόγους.
«Φόρεσες την μπλούζα μου χωρίς να με ρωτήσεις»
«Εγώ σου είχα δανείσει τη δική μου την περασμένη εβδομάδα»
«Μη μου ξαναμιλήσεις»
«Άλλη όρεξη δεν είχα»
«Μαμά, πες του»
«Μάμα, πες ποιος έχει δίκιο»
Και αλλά τέτοια γλυκά αδελφικά. Μαμά, μαμά… Το κεφάλι της θα έσπαζε. Σαν να ηχούσαν αποκλειστικά για χάρη της σειρήνες σε βομβαρδισμό του Β´ Παγκόσμιου. Κάθε μέρα, όλη μέρα τα ίδια. Κι ας μάλλιασε το στόμα της να λέει «να είστε αγαπημένοι, τα αδέρφια πρέπει να είναι ενωμένα κόντρα στον έξω κόσμο». Δεν άντεξε άλλο. Φώναξε δραματικά ένα οργισμένο «εγώ φεύγω, βρείτε τα μόνοι σας», βρόντηξε την πόρτα και βγήκε στον δρόμο.
Έπρεπε να ξαναβρεί την ανάσα της. Αυτή που κρατούσε φυλακισμένη μετρώντας ως το δέκα, για να καταφέρνει να λειτουργεί ως ήπιος πυροσβέστης στους τρικούβερτους καβγάδες τους. Αλλά σήμερα ειδικά, δεν άντεξε. Λίγο ακόμη και θα έσκαζε και τα θραύσματα δεν ήξερε ποιον θα λάβωναν πρώτα. Οδηγούσε κοντά δυο ώρες μουρμουρίζοντας βρισιές και κλαίγοντας. Τι έκανε λάθος και δεν μπορούσαν να αγαπηθούν; Ήταν η δική της ανεπάρκεια ή έτσι έκαναν όλα τα αδέρφια; Δεν ήξερε. Αυτή, βλέπεις, μεγάλωσε μοναχοκόρη.
Όταν οι σειρήνες στο κεφάλι της αποκαμωμένες βουβάθηκαν, αποφάσισε να γυρίσει. Τα βρήκε μπροστά στην τηλεόραση, τινάχτηκαν μόλις την είδαν. Τέσσερα χέρια την αγκάλιασαν να την πνίξουν.
«Συγγνώμη, μάμα, δε θα ξαναμαλώσουμε».
Χαμογέλασε. Φυσικά και θα μάλωναν ξανά. Αλλά τώρα ήξερε πως κάτι τέτοιες μικρές κι ανόητες επαναστάσεις βγάζουν στον αφρό την καταχωνιασμένη αγάπη.

  1. Aggelikh Chytiri / Το «πι»

Αγενέστατος ο σερβιτόρος και οι υπόλοιποι δεν πάνε πίσω. Κάθε φορά που χτυπάει το μαραφέτι γυρίζουν όλοι, σα συνεννοημένοι, προς το μέρος μου. Να ήξερα τουλάχιστον πως το κλείνουν! Έπρεπε να προσέξω, όταν μου έδειχνε η Μαρία.
Να θυμηθώ να πάρω όλα τα χάπια. Συνήθως αυτός μου τα θυμίζει. Νομίζει πως δε θα τα καταφέρω αλλά είναι γελασμένος! Δε σηκώνω πολλά, του το είχα πει. Τώρα με ψάχνει. Τι νόμιζε; Ας πρόσεχε τις κουβέντες του.
Να πάρω τα χάπια. Το μπλε, το άσπρο και το καφέ που καταπίνεται δύσκολα. Δε πα να κοιτάζουν; Δεκάρα δε δίνω. Ο σερβιτόρος ζήτησε να πληρώσω πριν καλά- καλά ακουμπήσω κάτω το πιρούνι. Καλύτερα! Να μη βλέπω τη ξινίλα του.
Μια χαρά είναι στο παγκάκι. Στην αρχή ο ήλιος ζέσταινε τα κοκαλάκια μου, αλλά τώρα που σκοτεινιάζει έπιασε υγρασία. Να είχα πάρει τη χοντρή μου ζακέτα! Και τις κάλτσες τις μάλλινες. Και την κουβέρτα την καρό, που μου ρίχνει όταν αποκοιμιέμαι στον καναπέ.
Μαζεύτηκε κόσμος κι ένα περιπολικό στη γωνία με τα φωτάκια ν’ αναβοσβήνουν. Τόσοι άνθρωποι … αυτή είναι η Μαρία μου. Αυτός θα την έστειλε. Τον είχα προειδοποιήσει. Δε μπορώ τις φωνές και τα νεύρα, όπως έφυγα τότε, έτσι και τώρα! Έχουν περάσει τριάντα χρόνια, μπορεί και σαράντα, δε θυμάμαι. Έκλαιγε και παρακαλούσε να γυρίσω.
– Που ήσουν γιαγιά; Απ’ το πρωί έχουμε αναστατώσει τον κόσμο. Ο παππούς πάει να πεθάνει απ’ τη στεναχώρια του.
Συνεχίζει να με μαλώνει όσο με βοηθάει να σηκωθώ και να πιαστώ απ’ το «πι».

  1. Κωστας Σερ.αφη.νους / Η ΚΟΥΝΙΑ

Πάνε χρόνια που σε γνώρισα… Θυμάμαι ερχόσουν τα καλοκαίρια στο χωριό με τους γονείς σου. Παιδιά του δημοτικού και τα δυο. Είχε φτιάξει ο πατέρας μου κάτω από την καρυδιά, στην αυλή του σπιτιού μας, μια κούνια. Ήρθες την ημέρα που γιόρταζε η Παναγία. Έχεις και το όνομά της… Ανέβηκες στην κούνια… Ήθελες να φτάσεις στον ουρανό. Πάντα είχες υψηλούς στόχους… Το ευχαριστώ σου ήταν ένα φιλί. Το πρώτο μας φιλί. Ακόμα θυμάμαι την, γεύση από μέντα, ανάσα σου… Ερχόσουν κάθε χρόνο. Για μένα τα καλοκαίρια εκείνα ήταν η Ανάσταση της ψυχής μου… Μέχρι που χάθηκε ο παππούς σου… Ήρθαν οι δικοί σου… πήραν την γιαγιά για την πόλη και μαζί της πήραν και τα δικά μου όνειρα και ελπίδες…
Ένα πρωινό, δεν ξέρω τι μ΄ έπιασε, πήρα ένα μαχαίρι κι έκοψα τα σχοινιά της κούνιας… Με ένα μπιτόνι πετρέλαιο «έλουσα» την αγαπημένη μας κούνια και την καρυδιά και τα έβαλα φωτιά. Ίσως ήθελα να σβήσω κάθε ίχνος που με έδενε με το παρελθόν. Καθετί που θύμιζε εσένα. Δεν τα κατάφερα. Η λήθη δεν ήρθε ποτέ.
Έμαθα πως ήρθες το περασμένο καλοκαίρι στο χωριό και έψαχνες να με βρεις… Δεν θέλω να λυπάσαι για μένα. Θέλω να με θυμάσαι και να γελάς. Όπως τότε…
Μία κούνια η ζωή μας… ένα πέρα-δώθε… ένα πάνω- κάτω…
Εδώ στο ίδρυμα περνάω καλά… Γι΄αυτό σου λέω… να γελάς… να είσαι ευτυχισμένη… Και όταν με θυμάσαι… να θυμάσαι πόσο πολύ σ αγάπησα… μόνο αυτό…

  1. Ρένα Γέρου / Η Μεγάλη Εξέγερση

Η Λίλα ήταν μόλις 15 χρονών. Οι γονείς της είχαν χωρίσει όταν ήταν ακόμα μωρό. Δεν μπόρεσαν να συνυπάρξουν πέρα από την μια φορά ενός σφοδρού ενθουσιασμού που υπήρξε η αιτία της γέννησης της. Η μητέρα της, καθηγήτρια φιλόλογος στο σχολείο που φοιτούσε κι εκείνη, την μεγάλωνε μόνη της .
Τούτον τον Απρίλη δεν άνθισαν τα γεράνια στο μπαλκόνι. Πως θα μπορούσαν. Κανείς δεν τα φρόντιζε. Η μητέρα της εισήχθηκε βιαστικά στον «Άγιο Σάββα» . Η επόμενη άνοιξη δεν θα τις έβρισκε μαζί. Ελάχιστοι έφηβοι είναι τόσο άτυχοι. Κι η Λίλα το ήξερε. Όλες οι συμμαθήτριες της ασχολούνταν με το instagram κι αν είχε βγει καλή η selfie τους. Η Λίλα μιλούσε με γιατρούς και πάλευε να κατανοήσει τι συνέβαινε γύρω της.
Η μάνα έφυγε ήσυχα και σιωπηλά. Για την Λίλα η ζωή έγινε βουνό. Η γιαγιά που την φρόντιζε ήταν 80 ετών. Άλλη οικογένεια δεν είχε. Οι φίλες της δεν ήταν σε θέση αν καταλάβουν τι περνούσε. Πως θα μπορούσαν; Είχαν τα πάντα κι εκείνη τίποτα. Άρχισε να μην πολυτρώει. Μια μέρα σωριάστηκε πάνω στο θρανίο της. «Νευρική ανορεξία» είπαν οι γιατροί. Δεν πρόλαβε να βγει από το νοσοκομείο πέθανε κι η γιαγιά.
16 χρονών μόνη στο σπίτι μέσα. Δεν υπήρχε κανείς να την νοιαστεί. Όπως πάντα τα τελευταία χρόνια. Είχε μόνο τον εαυτό της. Σηκώθηκε από το κρεβάτι, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, κράτησε σφιχτά στα χέρια της τα βιβλία της πρώτης λυκείου. «Μην τα παρατάς» φώναξε πάνω στο είδωλο της. «Σήκω πάνω. Αγωνίσου. Η ζωή σου τώρα άρχισε. Μπορείς.»

  1. Anatoli Melidou

Τηλεφώνησε.Ερχεται.
Ετρεξα.Συγύρισα.Μαγείρεψα.
Εστρωσα.Στόλισα.Στολίστηκα.
Περίμενα.
Τηλεφώνησε.Ερχεται.
Ηρθε.
Μιζέριασε.Μούτρωσε.Γκρίνιαξε.
Θύμωσε.Φώναξε.
Εφυγε.
Εμεινα.
Σιώπησα.Σηκώθηκα.Συμμάζεψα.
Περίμενα.
Τηλεφώνησε.Ερχεται.
Περίμενα.
Τηλεφώνησε.Ερχεται.
Περίμενα.
Τηλεφώνησε.Ερχεται.
Ηρθε.
Εφυγα…

  1. Barbara Rokkou / Παρασκήνιο

7 το πρωί. Το ξυπνητήρι μου χτυπάει. Όπως κάθε μέρα το κλείνω θυμωμένη. Ο οργανισμός μου συμφωνεί μαζί μου, αντιδρά με βαρεμάρα. Η ώρα όταν δε θες, περνάει γρήγορα η αφιλοτιμη. Αφού περάσω από το μπάνιο,, τρέχω σχεδόν, ολοταχώς προς την κουζίνα να φτιάξω καφέ. Τι ωραίο ρόφημα. Η μυρωδιά του μου τρυπαει τη μύτη και σκυμμένη πάνω από την κούπα μου, εισπνέω το θεσπέσιο άρωμα του και πίνω μια γουλιά ώσπου να ανάψω ένα τσιγάρο. Κακιά συνήθεια, το ξέρω, έχω
βαρεθεί να το ακούω.. Αλλά εμένα μ αρέσει, είπα φωναχτά, μονολογωντας μόνη μου. Μετά από λίγο άναψα ακόμα ένα γιατί οχτώ ωρίτσες και ορθοστασία δε βγαίνει με «υγεία» το ωράριο. Όσο πίνω τον καφέ μου, το μυαλό μου δεν προλαβαίνει να σκεφτεί τίποτε άλλο από το να διαλέξω τα ρούχα που θα βάλω. Στο δρόμο για το κατάστημα πάλι., σκέφτομαι , στο τέλος θα πάθω κάτι, ότι σήμερα έχουμε αλλαγή βιτρίνας, αυτό σημαίνει δουλειά και δουλειά σημαίνει κούραση κλπ κλπ. Όταν ήμουν μικρή φυσικά δε μπορούσα σε καμία περίπτωση να φανταστώ πόσο κουραστική εργασία θα μπορούσε να είναι το επάγγελμα της πωλήτριας.. Δε φαινόταν το παραμικρό, καθώς τις έβλεπα με ωραία ρούχα και με χαμόγελο πάντα.. Το παρασκήνιο που κρυβόταν πίσω από όλο αυτό το πολυτελές σκηνικό!..
Αχχχ.. Και να χα μια καλή νεράιδα, να μη χρειαζότανε να πηγαίνω κάθε μέρα σαν υπάλληλος σε ξένη περιουσία!

  1. Μηλέβα Αναστασιάδου / Σκυλίσιες Μέρες

Κάποτε ήμουν άνθρωπος, μόνο που ζούσα σαν αδέσποτο σκυλί, τριγυρίζοντας δίχως σκοπό στα σκοτεινά σοκάκια, αναζητώντας τροφή και παρέα. Βαθιά μέσα μου, πάντα σκύλος ήμουν, αλλά η πραγματική μεταμόρφωση δεν συνέβη παρά πρόσφατα. Μπορεί επίσης να συνέβαινε σταδιακά με τα χρόνια χωρίς όμως να το καταλαβαίνω.
Όπως συνηθίζεται με τα αγελαία ζώα, είχα φίλους. Πιστοί και αφοσιωμένοι στην ομάδα, προσέχαμε ο ένας τον άλλον, όπως κάνουν τα μέλη μιας συμμορίας. Αυτού του είδους η αφοσίωση ωστόσο, έχει πάντα το τίμημά της.
Τους άφησα όταν βρήκα σπίτι. Ένα καλό σπίτι στ’αλήθεια, για όσο κράτησε. Μόνο που δεν κράτησε για πολύ. Το παρελθόν ήρθε να με στοιχειώσει. Οι σκυλίσιοι φίλοι μου μυρίστηκαν την προδοσία και ήρθαν να καταστρέψουν την καινούρια μου ζωή. Έκαψαν το σπίτι, έκλεψαν τα πάντα και δολοφόνησαν την αγαπημένη μου.
Εκείνο το βράδυ συνέβη. Ακόμα νόμιζα ότι ήμουν άνθρωπος, αλλά ήμουν μόνο εξημερωμένο ζώο, κατοικίδιο, ή καλύτερα σκύλος φύλακας. Για όσο κράτησε. Εκείνο το βράδυ, κάτω από το φως του φεγγαριού, το τρίχωμά μου έγινε παχύ, το γάβγισμα μου ουρλιαχτό, καθώς το κατοικίδιο μεταμορφώθηκε σε αδίστακτο λύκο.
Τρέφομαι με δυστυχία και αίμα τώρα πια. Κυνηγώ τους παλιούς μου φίλους, αναζητώντας εκδίκηση για όσα μου στέρησαν. Ξεσκίζω τα σωθικά τους αφού τους απομονώσω από την αγέλη. Μ’αρέσει η θέα του αίματος που κυλάει στο έδαφος. Ο ήχος της κραυγής τους όταν ξεψυχάνε.
Πιο πολύ απ’όλα όμως, απολαμβάνω την αίσθηση της δικαίωσης. Θα έπρεπε να το γνωρίζουν άλλωστε. Αυτού του είδους η αφοσίωση έχει πάντα το τίμημά της.

  1. Katerina Zoi Kepene / επανασταση στη λογικη.

Σηκώθηκα να ακούσω τα ψάρια και τραγούδησαν πως της γης της έλειψες και πως η θάλασσα ανυπομονεί να σε δει. Ρώτησα λοιπόν τα μυρμήγκια που κολύμπαγαν στο γαλάζιο του ορίζοντα και κάπου εκεί λύγισε η ματιά μου να μυρίσει πέρα από τα δέντρα , όμως έλειπε και η χαραυγή και ό Άδης.
Δρεπάνι ματωμένο και ακέφαλο άλογο κουβαλάω, όμως πρέπει να προχωρήσω πατώντας στις φτέρνες μου. Κοίταξες να γυρίσεις? Αναρωτήθηκες αν είναι εφικτό?

Αναρωτιέμαι αν η καμηλοπάρδαλη θα προσπεράσει τα σύννεφα και θα φτάσει στο ηφαίστειό. Αν εκείνη η κοπέλα που έχει ταξιδέψει στο άπειρο και ακόμη παραπέρα και τι θα φέρει στην επιστροφή από την επανάστασή της. Ποια είναι η αλήθεια σου και ποια η δικιά μου? Αφέθηκες να υψωθείς και να με φτάσεις, παρά τις δεμένες στα πόδια σου ομπρέλες.

Συνέχισα να ακολουθώ την αναπνοή μου. Κουράστηκα όμως να βλεφαρίζω. Και κάπως έτσι, η γάτα, μου πρότεινε και με πήρε στη πλάτη της να με πάει στα χιόνια ενώ η προβοσκίδα της μας έδειχνε τον δρόμο σε μέρες παλιές. Κοίταγα τον αγέρα σε αυτό το γυμνό τοπίο και θυμήθηκα τη συμβουλή σου την ωρα που έφευγες .
«Εγγόνα μου, να μου προσέχεις τις βιολέτες και τα γαρύφαλλα. Κάποτε θα τα κόψουν οι επαναστάτες του παρελθόντος»

  1. (Mary Brili) Μαίρη Μπριλή / Για ένα εξεγερμένο μου γαλάζιο

Σε σύγκρουση μ’ ένα σύννεφο
-που λευκό δεν το έλεγες-
φοβάμαι
πως ξόδεψα όλο μου το μπλε
και είχε κάτι από κονταρομαχία
η μεταξύ ειρωνείας και χιούμορ
αυτή πάλη.

Ανέμιζαν των διεκδικήσεων τους οι σημαίες
-στην έξω από το σπίτι σου ατμόσφαιρα-

Εκεί θυμάμαι
πως ξόδεψα όλο μου το μπλε
και είχε κάτι από διεκδίκηση
για ένα εξεγερμένο μου γαλάζιο
-στην μεταξύ τους επίσημη τοποθέτηση-

Με ευκολία εξελίσσονταν τα ονόματα
στην κλίμακα των χρωμάτων .

Πώς να μην ξόδευα όλο μου το μπλε;

Με ευκολία εξελίσσονταν τα ονόματα
στην κλίμακα των ήχων

Εκεί πώς να μην νικηθώ ;
Αφού σαν και σένα να ονοματίσω
ΔΕΝ ΗΜΠΟΡΟΥΣΑ.
Το λεξιλόγιο μου
ήταν φτωχό.

  1. Stavroula Stalia Pagona

Λέω να γράψω ένα τραγούδι
ή μήπως παιδικό βιβλίο;
και μια ατάκα που είχα χθες
για ένα έργο θεατρικό
τι να την κάνω πες μου; Πες
να γράψω έμμετρο ή πεζό;
Θέλω να γράψω μια νουβέλα
που προσπαθώ εδώ και χρόνια
μα έχω στη μέση κι ένα ποίημα
σε μια απόδειξη από ψώνια
Και μια ιστορία φοβερή
που η γιαγιά μου μου είχε πει
ζητάει φωνή και σώμα
Μα έχω κι ένα διήγημα
ημιτελές ακόμα
Και κάτι φράσεις με απειλούν στο σημειωματάριο
η «σβήσε μας οριστικά, ή κάνε μας σενάριο».
Άρχισα κι ένα σήριαλ με δύο επεισόδια
Μα κάτι στίχοι βιαστικοί, μπήκαν στη μέση εμπόδια…
Ίσως στην άλλη μου ζωή
να βρω τρόπο και χρόνο
Να γράψω αυτά που ξεκινώ
και τώρα δεν τελειώνω…
Τέλος.

  1. Εύη Μίνου / ΓΗΙΝΟΣ FOR DUMMIES

Σιγά σιγά άρχιζα να γυαλίζω τα μάτια μου με καθαριστικό τζαμιών, να ακονίζω το κέρατο που είχε φυτρώσει στην καρδιά μου, να αλλάζω μπαταρία στις φωσφοριζέ κεραίες που είχα στο κεφάλι μου και τέλος άρχισα να προσπαθώ να μην θυμάμαι κανέναν από τον παλιό μου πλανήτη. Πάτησα το τηλεκοντρόλ για να ανοίξει η πόρτα του διαστημοπλοίου μου. Το είχα παρκάρει έξω από ένα διαγαλαξιακό σουπερ μάρκετ. Εκεί παλιά δούλευε ένας μεγάλος μου έρωτας. Μετά πέθανε. Και υποχρεωτικά σταμάτησε να δουλεύει εκεί.
Ήταν ξημέρωμα.
Είχε σκοτάδι , όμως, γιατί εδώ δεν φτάνει ο ήλιος…και γενικά δεν υπάρχει μέρα για να υφίσταται το »ξημέρωμα’’.
Κάποιος μου κόρναρε και κοίταξα τον μπροστινό καθρέφτη. Μετά κατάλαβα ότι απλά φοράω τα γυαλιά ηλίου μου. Απλά? Τόσο καιρό ζούσα σε διαφορετικές συμβάσεις και με διαφορετικές αιτίες να εξηγούν το ανεξήγητο μου. Δεν είναι δυνατόν επί 567 χρόνια να φορούσα απλά γυαλιά ηλίου!
Η ασυνείδητη επανάσταση μου να βγάλω επιτέλους τα δυο τζαμάκια -απομίμηση Ρέιμπαν- που μου αλλοίωναν την γήινη μορφή του πλανήτη μου, ήταν σαν αυτά τα παιδικά τραύματα που απλά μια μέρα ξυπνάς και δεν σε ενοχλούν και τόσο.
Τελικά κατάλαβα ότι δεν είμαι εξωγήινος. Κρίμα.
Σιγά σιγά άρχισα να κερώνω το μπούμερανγκ. Σιγά σιγά άρχισα να ντύνομαι . Με περιμένουν στο πάρκο οι συνέπειες της επανάστασής μου. Οι συνέπειες μιας μίζερης και γήινης ζωής που τώρα πρέπει να βρω καινούργιο τρόπο για να καθαιρέσω από τον θρόνο τους.
Τελικά κατάλαβα ότι η γη απαιτεί μια συνεχόμενη επανάσταση από μένα.
Έβαλα ξανά τα γυαλιά ηλίου.

  1. Stavroula Demenega / Μικρή παραίνεση….

Να ακολουθείς ένα βλέμμα
να κλείνεσαι σε ένα κάλεσμα
να αγνοείς τα σημάδια
να γνωρίζεις τα σήματα
να είναι μεσημέρι καλοκαιριού
σε ένα σταθμό τρένου
και εσύ να περιμένεις
την άνοιξη
να διαβάζεις ένα μισοσβησμένο
σύνθημα σε τοίχο ετοιμόρροπο
και εσύ να θέλεις να το στεγάσεις
να κάνεις όνειρα φυγής
να μένεις όταν η ζωή βιάζει το τέλος
να ξεκινάς
να ξεχνιέσαι
να ξαφνιάζεις
να ξέρεις να τολμάς
να τολμάς να ξέρεις
να μη κυνηγάς τον ήλιο
να τον βρίσκεις μέσα σου
να είσαι ένα φως
στις μικρές σου επαναστάσεις
μεγάλος πολύ…

  1. Θανάσης Δεληγιάννης / Ακούμπα με

Ακούμπα με
Ακούμπα με
Κι εσύ ακούμπα με
Ακούμπα με
Έχεις το δικαίωμα να με ακουμπάς
Έχεις το δικαίωμα να με ακουμπάς
Έλα εδω πούστη μαλάκα
Αρχίδι
Θα ζήσεις τώρα
Θα ζήσεις
Να ζήσεις να ξαναγεννηθείς
Θα σβήσεις και θα σου τα πάρω όλα
Θα ζήσεις
Να
Να
Ααα
Αα
Αα-αααα
Αου μαμά μου
Α-α-α-α-α
Ααα πάει το πόδι μου το φίλησε αα-αχ
Τι τον έκανα μωρέ
Εγώ κάνω φασαρία
Μωρέ με λυπάσαι
Με λυπάσαι μωρέ
Βγαίνεις έξω να κλείσεις την πόρτα και δεν κοιτάς το πουλί
Δεν κοιτάς το πουλί
Ντρέπεσαι λίγο
Τι πράγματα είναι αυτά
Να ντραπείς εσύ δεν κατάλαβες
Άρχισες
Άρχισες
Γιατί δεν έχεις χωρίσει
Γιατί δεν με βαράς
Γιατί

  1. Δάφνη Μαλώτση

Κάθε μέρα και στιγμή της ζωής μας αποτελεί μία μικρή επανάσταση.
Ζούμε ,άρα επαναστατούμε από το θάνατο.
Σκεφτόμαστε, άρα επαναστατούμε από το κατεστημένο.
Δημιουργούμε ,άρα επαναστατούμε από την πλήξη.
Μαθαίνουμε ,άρα επαναστατούμε από την άγνοια.
Δεχόμαστε το διαφορετικό ,άρα επαναστατούμε από την αδιαλλαξία.
Αγαπάμε , άρα επαναστατούμε από το μίσος.
Κρατάμε μία στιγμή στη μνήμη μας , άρα επαναστατούμε από το χρόνο.
Προσφέρουμε βοήθεια ,άρα επαναστατούμε από τον απληστία.
Σκεφτόμαστε τους γύρω μας ,άρα επαναστατούμε από τον εγωισμό
Όλα αυτά τα παραδείγματα επανάστασης θα μπορούσαν να εκφραστούν και αντίστροφα.
Τα πράγματα έχουν πάντα δύο όψεις .Παρατηρείστε τον κόσμο είναι γεμάτος αντιθέσεις. Υπάρχουν καλοί και κακοί. Κακοί που μπορούν να γίνουν καλοί , αλλά και το ανάποδο. Υπάρχει ομορφιά και ασχήμια. Το θέμα είναι πως επιλέγεις εσύ να δεις τον κόσμο.
Επιλέξτε να είστε λίγο διαφορετικοί από τους υπόλοιπους. Μην αντιγράφετε τα πάντα .
Μη δέχεστε ότι σας λένε .
Σκεφτείτε και κρίνετε. Αυτό είναι επανάσταση . Να αντιδράς σε αυτό που υπάρχει γύρω σου .
Το πιο σημαντικό όμως είναι η επανάσταση στον ίδιο μας τον εαυτό, για να μπορέσουμε να τον ανακαλύψουμε.
Προσπαθήστε να ζήσετε στο έπακρο γιατί σε αυτή τον κόσμο ήρθαμε για να ζήσουμε μία φορά και αν δεν επαναστατήσουμε και αν δεν προσπαθήσουμε να τον ανακαλύψουμε με τον δικό μας τρόπο τότε θα έχουμε χαραμίσει την ευκαιρία που μας δόθηκες.
Μην βάζεις τη ζωή σου στην αναμονή
ΖΗΣΕ.

  1. Αλέξανδρος Μπλιθικιώτης / Λαβύρινθοι

Σακατεμένες μέρες τρέχουν ανάστατες στο λαβύρινθο της θλίψη,
κοιτούν το καλοκαίρι μας
πριν λίγο έπεσε νεκρό.
Μείνε μαζί μου.
Η μέρα του αποχωρισμού μας νύχτωσε,
βάζοντας φωτιά στα όρια της ομορφιάς.
Μπορείς πλέον να με αγαπάς χωρίς να τρως την σάρκα σου.
Ήρθε η ώρα να αντικαθιστήσουμε τα σώματα με κοφτερά αγκάθια,
να πνίξουμε την σιωπή στον ηχηρό τριγμό των φύλλων,
να καλύψουμε τα σύννεφα για άλλη μια φορά
με τις πιο ψεύτικες αγάπες.
Άκου,
βρέχει,
πάλι βρέχει
βρέχει όλα τα δάκρυα που κάλυψαν την αβάσταχτη δυστυχία,
καιρός να επαναστατήσουν απ τον τάφο και να μας θυμίσουν την αιώνια ζωή.
Φτάνουμε στο τέλος,
το χιόνι έπεσε σε λάθος εποχή,
κάλυψε κάθε ελπίδα για την θέρμη του καλοκαιριού.
Μέσα στην άγνωστη για εμάς εποχή
ο άνεμος γδέρνει τα αλυσοδεμένα μάτια,
μαστιγώνει όλες μας τις σκέψεις,
ουρλιάζει δυνατά όλες τις φοβίες που μπλέχτηκαν στα απεγνωσμένα μας φιλιά.
Μιλάς για πόνο όταν δεν υπάρχει πλέον νόημα σε σαράβαλες λέξεις.
Πλησιάζουμε την καταστροφή του χρόνου…
Τελείωσε το,
Τελείωσε το,
Τελείωσε το,
προσπαθώ να βάλω τέλος μα πάντα υπάρχει η αρχή.
Σκότωσέ το,
Σκότωσέ με,
ίσως η ελευθερία να κρύβεται μόνο στον θάνατο,
προσπαθώ,
μα δεν μπορώ ακόμη…
Νιώθω.

  1. Katerina Zoi Kepene

Σε πρώτo πλάνο μια αγέλη λύκων απομακρυνόταν από το ποταμάκι.Μια αλλαγή στην εστίαση μου αποκάλυψε στο βάθος μακριά ένα κοπάδι πρόβατα. Ένα ασπρόμαυρο ξεστράτισε και προσέγγισε την όχθη. Ένας από τους λύκους καθυστέρησε να απομακρυνθει.
Το πρόβατο και ο λύκος κοιτάχτηκαν, με την επιφάνεια του νερού να τα χωρίζει και να καθρεφτίζει την εικόνα τους. Νωχελικά ο λύκος προχώρησε μέσα στο νερό και σταματησε. Το πρόβατο, αγνόησε το κοπάδι και έκανε το ίδιο. Άδικα ο βοσκός του φώναζε από μακριά.
Η αγέλη των λύκων συνέχισε να προχωρά ενώ τα πρόβατα στο βάθος ατάραχα συνέχισαν προς το μαντρί. Οι 2 φιγούρες τυλιγμένες με το ρυτίδωμα του νερού απλά κοιτάζονταν.
Μετά πλησιάσαν.
Κοιτάζοντας από τον τηλεφακό μου, ετοιμάστηκα για το μοιραίο.
Απρόσμενα όμως τα δύο πλάσματα μυρίστηκαν και άγγιξαν τις μουσούδες τους σαν σε χαιρετισμό. Κατόπιν ξεκινήσαν να πίνουν ατάραχα, σαν το νερό σαν να παρέσυρε τις διαφορές τους. Βγήκαν στην όχθη και ξάπλωσαν το ένα κοντά στο άλλο.
Άρχισε να σκοτεινιάζει και έπρεπε να φύγω για να μπορέσω να κατέβω μέχρι το αμάξι. Η φύση με εντυπωσίασε και πάλι.

Μετά από λίγες μέρες επέστρεψα ώστε να συνεχίσω την φωτογράφιση του βουνού. Μετά από πολλές ώρες και φωτογραφίες, διέκρινα και πάλι τη πλέον συχρονισμένη κίνηση του παράξενου ζευγαριού. Και πάλι μαζί το γκρίζο και το ασπρόμαυρο. Σαν να μην τα χώριζε όλη η φύση. Σαν να επαναστατούσαν σε αυτή με τους δικούς τους νέους κάνονες.

  1. (Raynard Tomten) Γιώργος Κλάγκος / Καθρέφτες

Ο κέρσορας αναβοσβήνει μπροστά στα μάτια μου και η “σελίδα” παραμένει κενή. Υπνωτισμένος έχω συντονιστεί στο ρυθμό του βουλιάζοντας στο εσώτερο σύμπαν που ορίζει ο επεξεργαστής κειμένου και η προσωπική μου απάθεια. Η σιωπή διακόπτεται μόνο από τις σωληνώσεις που τρίζουν δυσοίωνα και από ηλεκτρονικούς ήχους που αναγγέλλουν τα στιγμιότυπα της ζωής κάποιων άλλων. Κοινωνικά δίκτυα, φωτογραφίες, παράλληλοι κόσμοι που δεν διασταυρώνονται ποτέ. Σκόρπιες σκέψεις έλκονται σαν μαγνήτες παραδοξοτήτων μεταξύ τους, σχηματίζοντας ένα χαοτικό πάζλ που δεν θέλω να γνωρίζω την ύπαρξή του. Η θερμοκρασία ανεβαίνει κι εγώ βρίσκομαι εγκλωβισμένος σ’ ένα μισοσκότεινο διαμέρισμα με κλεισμένα ερμητικά παντζούρια έτσι ώστε να μην εισχωρήσει το θανατηφόρο φώς του επερχόμενου, λασπωμένου απ’ τον ιδρώτα, μαύρου καλοκαιριού. Ήθελες πάντοτε να είσαι κάποιος άλλος. Είχες ποτέ το θάρρος να το παραδεχτείς και να αντικρίσεις το πρόσωπο πίσω από τις μάσκες που φοράς; Το γεγονός ότι τις αλλάζεις τακτικά υποδηλώνει την υποσυνείδητη γνώση της ανεπάρκειας σου. Δεν υπάρχεις χωρίς σημεία αναφοράς, άλλο ένα σαθρό είδωλο που αντικατοπτρίζεται σε σπασμένους καθρέφτες. Σηκώθηκα όρθιος, έκλεισα τον υπολογιστή κι απενεργοποίησα το κινητό. Δεν θα ήμουν πια ο καθρέφτης κανενός.

  1. “Η κούρσα” / Χριστίνα Κυριακίδου

Με τις στιγμές της μεγάλης φυγής δε δίνεις ραντεβού. Έρχονται αυτόκλητες και σε τραβούν απ’ το χέρι. Θα μπορούσαν να θεωρηθούν και ένοχες απαγωγής. Όμως στον β΄ βαθμό αθωώνονται, γιατί αποδεικνύεται η συναίνεση του “θύματος”.
Η μεγάλη έξοδος έχει πάντα τον θόρυβο της ψιχάλας, αλλά την ένταση της βροντής. Μοιάζει με έκτακτο καιρικό φαινόμενο, όμως αν δε μαζέψει ο ουρανός, έλεγαν οι παλιοί, δε βρέχει.
Παρατηρώ. Οι ανθρώπινες σχέσεις μοιάζουν με παλιρροϊκούς κυματισμούς. Ταλαντεύονται. Άλλαξαν οι καιροί. Μονολογώ. Δεν είμαστε το ίδιο ανθεκτικοί με άλλοτε. Ανθεκτικοί όμως σε τι?
Στην αγάπη, στη φιλία, στον συμβιβασμό, στην υπομονή, στην αδικία, στην επιθυμία, στην προσδοκία; Τα καραβάνια πλέον γεμίζουν μοναχικούς ταξιδιώτες. Αφήνουν το λιμάνι τους και φεύγουν με την ψυχολογία του νομάδα. Πόσο εύκολο είναι να ανοίξεις την πόρτα και να φύγεις? Προφανώς καθόλου. Όμως, δεν μπορεί να λαχταράς το ταξίδι της ζωής και να φοβάσαι να ταξιδέψεις. Η ελευθερία με τη δειλία είναι δυνάμεις αντίθετες. Έννοιες αντιφατικές.
Άνθρωποι φεύγουν από τη δουλειά τους, τη χώρα τους, το σπίτι τους, τη σχέση τους. Σε μια δεξιά στροφή της ζωής τους κόβουν όλο αριστερά. Ο λόγος διαφορετικός. Ο παρονομαστής κοινός. Η φυγή. Το ότι έχεις μάθει να κολυμπάς στα αβαθή, δε σημαίνει ότι θα πνιγείς στα ανοιχτά. Το ότι είσαι καλός στο 50άρι, δε σημαίνει ότι δεν μπορείς να τρέξεις στα 100 μέτρα. Όλα είναι θέμα εσωτερικής ετοιμότητας και εσωτερικής κραυγής. Αυτή θα πατήσει τη σκανδάλη της εκκίνησης.
Και η κούρσα έχει φύγει. Τρέχα λοιπόν στους ωκεανούς σου! Τράβα μπροστά!

  1. «Εισπρακτική ονείρων» – Μαριάντζελα Ψωμαδέλλη (Mariangela Psomadelli)

« Καλημέρα σας, ο κ. Αβράμογλου; Ό κ. Καρακώστας είναι εκεί; Την κ. Παπαβασιλείου θα ήθελα. Έχετε μια οφειλή για το δάνειο που πήρατε από την τράπεζά μας. Δεν είστε τυπικοί στις υποχρεώσεις σας και πρέπει να σας κατασχέσουμε το σπίτι, το αυτοκίνητο, όλα σας τα υπάρχοντα ακόμα και την ψυχή σας αν δεν καταθέσετε μέχρι αύριο όλο το χρηματικό ποσό που οφείλετε. Χρωστάτε. ΧΡΩΣΤΑΤΕ. Τί δεν καταλαβαίνετε; Μέχρι αύριο. Όλο το ποσό. Αλλιώς λυπάμαι αλλά…»
Το δυνατό γαύγισμα της Κρέπας με ξύπνησε απότομα. Έμεινα να την κοιτάζω αποσβολωμένη. Ήμουν λουσμένη στον ιδρώτα. Ο ίδιος εφιάλτης ζωντανεύει κάθε βράδυ. Αύριο κλείνω πέντε χρόνια σε αυτό το απαίσιο εισπρακτικό γραφείο. Αν αναλογιστώ πόσους ανθρώπους έφτασα στα όρια της απόγνωσης για να εξασφαλίσω το ψωμί μου, θα τρελαθώ.
Έτσι έπρεπε να κάνω. Πώς αλλιώς να επιβίωνα μέσα στην κρίση; Δεν υπάρχουν δουλειές. Η μόνη μου επιλογή ήταν να γυρίσω με την ουρά στα σκέλια στη Νάξο και να μαζεύω πατάτες στα χωράφια του πατέρα μου. Δε σπούδασα οικονομικά για να σκαλίζω χώματα. Άλλωστε, στις πληγές μέχρι τώρα τα καταφέρνω καλύτερα. Πώς έγινα έτσι;
Το πρωί θα δηλώσω παραίτηση. Πάει και τελείωσε. Βάζω δυο ρούχα σε μια βαλίτσα και παίρνω το πλοίο για τη Νάξο. Από κοντά και η Κρέπα. Θα με βοηθάει και στο σκάψιμο. Έτσι δεν είναι κορίτσι μου; Άντε ύπνο τώρα. Αύριο μας περιμένει μια μέρα αλλιώτικη από τις άλλες. Μια μέρα γεμάτη χρώματα, αρώματα και αναμνήσεις. Νάξος σου ερχόμαστε! Στρώστε τα χαλιά!

  1. (Konstantina Kantziou ) «Η φωνή σου» – Κωνσταντίνα Καντζιού

Είναι αστείο τελικά το πως οι ψευδαισθήσεις σου σε καταπίνουν. Μεγάλωσες με αυτή τη μικρή φωνούλα στο πίσω μέρος του μυαλού σου ότι πρέπει να πετύχεις, ότι πρέπει να μεγαλουργήσεις, ότι κάθε μόριο αέρα που αναπνέεις πρέπει να έχει λόγο που κατεβαίνει και θρέφει με πλούσιο οξυγόνο τα πνευμόνια σου. Δεν ήταν όμως από πάντα έτσι τα πράγματα.

Δεν ήθελες πάντα να αποκτήσεις μια δουλειά, ασχέτου αντικειμένου με τα ενδιαφέροντα σου, που να σου προσφέρει έναν παχυλό μισθό, μονάχα για να κορδώνεσαι σαν αρσενικό παγώνι που έχει το πιο εντυπωσιακό φτέρωμα μπροστά σε όλους. Δεν αποσκοπούσες στο να κλειδώνεσαι σε ένα γραφείο λιγοστών τετραγωνικών μπροστά από μια οθόνη και να χρησιμοποιήσεις την εργασιακή σου ανέλιξη για να ασκείς εξουσία στους άλλους. Δεν ήσουν πάντα ένα τόσο μεγάλο καθίκι. Δεν τα ήθελες όλα αυτά και τώρα πες μου πως τα θέλεις; Πείστηκες από όλες τις απογοητεύσεις του χθες πως το όνειρο σου ήταν τόσο παιδιάστικο; Ένιωσες ασήμαντες τις προσδοκίες σου μπροστά στο ισοπεδωτικό αύριο;

Είναι αστείο πως η μεγαλύτερη σου ψευδαίσθηση ήδη σε έχει κάνει πιόνι της. Αφέθηκες. Σαν βράχος που κατατρωγεται από το κύμα στην ακροθαλασσιά, σαν ξεχασμένο σκιάχτρο σε κάποιον ξεραμένο αμπελώνα. Αφεθηκες και ποτέ σου δεν εκπλήρωσες εκείνο το απλό τερτίπι σου: πάντα να είσαι ανήσυχος, να αλυχτάς σαν τον λύκο μέσα σου τα βράδια, να τρέχει ο νους σου πιο γρήγορα από τα πόδια σου, να εκτιμάς, να σέβεσαι, να προοδεύεις τίμια, να αγαπάς για πάντα.

Όλα τα άλλα δεν τα ήθελες και τώρα πες μου πως τα θέλεις;

  1. Athina Malapani

Αναρωτιέμαι εδώ και μέρες πού να είσαι …
Τί σε έφερε στον νου, άραγε;
Το αχνό φως της λάμπας του γραφείου μου;
Ή μήπως το φως των κεριών της κάμαράς μου
Που τρεμοπαίζει;
Η αγάπη …

Η αγάπη σε έφερε στον νου …
Και στην καρδιά …
και τα δύο θα ήθελαν να μπορούσαν να σου μιλήσουν.
Να σου πουν συγκροτημένες προτάσεις,
Αυστηρές στη συντακτική τους δομή,
Που τόσο μισούσες…

Αλλά και λέξεις
λέξεις σκόρπιες
εδώ κι εκεί
όπως σου άρεσαν…
Λόγος αιχμηρός
Και δηκτικός
Όπως ακριβώς ο δικός σου.

Θα ‘θελα να μπορούσα να σου μιλήσω
Μέσα από τα γραπτά μου,
Τις εικόνες μου, τις λέξεις μου,
Τα δικά μου σχήματα λόγου,
Τις δικές μου εκφράσεις,
Που τόσο σου άρεσαν …

Ακόμη σου αρέσουν,
-το ξέρω καλά-.
Γι’ αυτό άλλωστε, έμεινες στον κόσμο μου
Στον λογοτεχνικά πλασμένο,
Τόσο φανταστικό και συνάμα τόσο αληθινό.
Και ειλικρινή.
Γιατί ποτέ δεν σου έκρυψε τίποτα …

Νόμιζες ότι σε κρατούσα δέσμιο …
Έτσι αισθανόσουν
Είμαι σίγουρη τώρα πια γι’ αυτό.
Κι έτσι, έφυγες.
Έκανες τη μικρή σου επανάσταση
Στον δικό σου μικρόσκοσμο.
Είσαι ελεύθερος τώρα;

-Από την αγάπη για τη λογοτεχνία,
δεν ξεφεύγεις. Γι’ αυτό μην προσπαθείς…

  1. Politimi Makropoulou / ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΌ ΚΑΡΝΑΒΆΛΙ

Σβήνω, προσθέτω, μεταφέρω
Πλάθω τους στίχους μου
Για να σώσω στιγμές
Παλιές και νέες
Τις επισκέπτομαι ξανά
Τις ταρακουνω
Τις ανατρέπω
Και τέλος τις ευγνωμονώ
Που με κατοικούν, εμπνέουν, και ελευθερωνουν.
Τώρα,
Απαλλαγμένη από κάθε αποχή
Διακόπτω εφεξής τη νηστεία
Και, μέσα σε μιαν υπέρτατη ευτυχία
Ξαναβρίσκω το καρναβάλι του Μεσαίωνα
Αυτό που λύνει τα δεσμά, διεγείρει
Και μάσκες αφαιρεί.

  1. Spyros Kiosses / Της ποίησης μικρός επαναστάτης

Σήμερα σθεναρή θα προβάλω αντίσταση στις λέξεις.
Θα τραβήξω τις κουρτίνες το πρωί κι οι ακτίνες του ήλιου θα φωτίσουν το δωμάτιό μου. Όπως τα δωμάτια τόσων ανθρώπων. Ούτε θα τρυπώσουν νωχελικά, ούτε θα διαλύσουν της ύπαρξής μου τα σκοτάδια. Απλά, οι ακτίνες του ήλιου θα φωτίσουν το δωμάτιο.
Σήμερα θα αφήσω τις λέξεις να ξεκουραστούν στην κυριολεξία τους. Θα φτιάξω καφέ και θα βγω να περπατήσω στους δρόμους. Θα κοιτάζω τα δέντρα, τους ανθρώπους, τ’ αυτοκίνητα, και θα είναι μόνο αυτό: δέντρα, άνθρωποι, αυτοκίνητα. Όχι σύμβολα. Όχι μέρη σκηνικού μυθοπλασίας εν τη γενέσει.
Σήμερα θα αφήσω τους ανθρώπους να ξεκουραστούν στη μονοσήμαντη υπόστασή τους. Δεν θα ψάξω βαθύτερα νοήματα. Θα περπατήσω απαλά στην επιφάνεια των πραγμάτων.
Σήμερα θα έρθω να σε βρω, κι ο χρόνος θα κυλήσει στην ομαλή κανονικότητά του. Δεν θα παγώσει το σύμπαν γύρω μας για να προλάβουμε εμείς να ερωτευτούμε. Τα σημάδια που θα κάνεις στο κορμί απλές μελανιές θα είναι, που θα σβήσουν με τον καιρό, κι όχι ανεξίτηλο της αγάπης μελάνι που θα σφραγίζει τον έρωτά μας ες αεί.
Σήμερα της ποίησης θα γίνω μικρός επαναστάτης. Θ’ αντισταθώ στης τέχνης της το γήτεμα και θα χαρώ το τετριμμένο του κόσμου. Μέχρι αργά το βράδυ. Κι ύστερα, θα δω τις καινούργιες ακτίνες του ήλιου να τρυπώνουν νωχελικά και να διαλύουν της ύπαρξής μου τα σκοτάδια. Τις ξεκούραστες λέξεις μου θα μαζέψω μετά, όμορφα θα τις παρατάξω στο χαρτί, τη μέρα την πεζή που ξεκινά θα κατακάψω, τον κόσμο όλο θα ξαναφτιάξω απ’ την αρχή.

  1. (Eva Ioannou) Μία κόκκινη σερπαντίνα / Έλις Ιωάννου

Ο άντρας κοίταξε την ισχνή φιγούρα της γυναίκας που κοιμόταν, χωρίς μνήμη, χωρίς αναμνήσεις. Στο κουρασμένο του πρόσωπο οι ρυτίδες είχαν σκάψει βαθιές γραμμές. Γύρισε την πλάτη κι ακούμπησε στο περβάζι του παραθύρου. Ή γαρυφαλλιά που βρισκόταν εκεί, είχε ξεραθεί. Προηγήθηκαν δυο τριανταφυλλιές. Αναρωτήθηκε γιατί. Σ’ αυτό το σημείο τα φυτά άκμαζαν. Από τη μέρα που έφερε τη γυναίκα του από το νοσοκομείο, ύστερα από την αποβολή της, δεν αναπτύχθηκε τίποτε. Ίσως ο θάνατος μέσα της να αντανακλούσε πάνω τους. Του είχε στοιχίσει πολύ, αλλά σε κείνη περισσότερο. Ο γιατρός του χορήγησε χάπια για να την ηρεμεί. Έφερναν αποτέλεσμα, αλλά την κρατούσαν διαρκώς σε καταστολή. Έγιναν άγνωστοι… Δεν τον γνώριζε, όταν άνοιγε τα μάτια της κι αυτός δεν μπορούσε να αναγνωρίσει το, γεμάτο ζωή, πλάσμα που αγάπησε. Τον κοίταζε γεμάτη απορία και θυμό κι αυτός το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να της δίνει λήθη. Αναρωτήθηκε για πόσο θα άντεχαν… Ή γυναίκα άνοιξε τα μάτια της κι αντίκρισε τον άγνωστο που την κρατούσε φυλακισμένη. Έφτυσε τα χάπια που την ανάγκαζε να πάρει και τα έριξε στο ποτήρι πλάι της. Μια άλλη μέρα μ’ αυτό το νερό θα πότιζε το φυτό. Σήμερα όμως θα δραπέτευσε… Σηκώθηκε αθόρυβα, πήρε την κανάτα και την έσπασε στη γωνία του κομοδίνου. Ύστερα στάθηκε πίσω του και του κάρφωσε το σπασμένο γυαλί στην πλάτη. Το αίμα του κύλησε σαν κόκκινη σερπαντίνα. Έγνεψε στο κοριτσάκι που την περίμενε έξω και μετά πήδηξε από το παράθυρο για να το συναντήσει. Μπορούσε να αρχίσει και πάλι να ζει…

  1. Πλούταρχος Πάστρας / Εαρινή επανάσταση

Μες τα φυλλοκάρδια του χειμώνα,
στις μέρες της νιότης του χιονιού,
ξεπηδά απ’ τα σπλάχνα της Γαίας
μία πορφυροπράσινη φλόγα,
κρατώντας το ανθοφόρο λάβαρο
της επανάστασης του Έαρος.

Πάνω ψηλά στον ουρανό,
σ’ εκείνον που διαφεντεύουν τα σύννεφα,
αχνοφαίνονται στην άκρη του κολάζ του
μαύρες κουκκίδες να πετούν.
Έρχονται ολοένα πιο κοντά μας
τα ψαλιδόμορφα χελιδόνια,
φέρνοντας μαζί το γαλάζιο της ελπίδας
που με τις κοφτερές φτερούγες τους,
σχίζει το καταπέτασμα του γκρίζου θόλου.

Οι γυμνοί κλώνοι
ξεκινούν την ανταρσία τους,
τινάζοντας δυνατά του πάγου τα δεσμά
και μέσα από τη φαρέτρα
των πρασινωπών βλαστών τους,
βγάζουν τα χρυσόλευκα βέλη τους,
για να στολίσουν το πέπλο της αμυγδαλιάς.

Και οι πεταλούδες σπάνε τα δεσμά τους,
πετώντας ψηλά ως Αλκυονίδες Νύμφες,
φέρνοντας την Άνοιξη
με τα πολύχρωμα φτερά τους,
εκείνη την επανάσταση της Ίριδας,
μετά από τη σκοτεινιασμένη καταιγίδα.

  1. Sofia Hatzipaschali / Ετσι ξεκίνησε η επανάσταση.

«Μου αρέσεις! Το βλέπεις;» : έτσι ξεκίνησε η επανάσταση.
Εγώ είχα ήδη σκίσει όλα τα πρέπει.
Εσύ την πρώτη μέρα της άνοιξης εγκατέλειψες την αυτοκρατορία του πόθου, του πάντα, του επικού μαζί , που είχε προ πολλού καταρρεύσει και εγκαταστάθηκες στη χώρα του εδώ και του τώρα. Στην καρδιά σου είχες λουλούδια των αγρών, στα μέλη σου μέλι και φλόγα, στα χέρια σου κρατούσες τους τρυφερούς καρπούς του προδομένου μαζί.
Οι μέρες ήταν φωτεινές και οι νύχτες ξάγρυπνες. Κι έτσι, με ορμή, έξαψη και ίχνος σύνεσης ιδρύσαμε το παράδοξο που έμοιαζε λογικό… στα φτερά ενός ταξιδιάρικου πουλιού.
Τώρα πια το πουλί έχει επιστρέψει στη θαλπωρή του γνώριμου και στο ψύχος του παλιού, που είναι ξένο.
Μαρτυρία αυτού του εφήμερου τόπου δεν είναι ούτε οι καρποί της άνοιξης, ούτε τα άνθη του μαζί, παρά τα χρώματα που με βία χύναμε στους καμβάδες και οι στίχοι που τρυφερά ακουμπήσαμε στο χαρτί.
Ο χειμώνας ήταν βαρύς. Οι σπόροι της επανάστασης δεν άνθισαν ακόμη, όμως δεν αργεί ο καιρός που θα καρπίσουν.

  1. Ρόξυ Χάρτ / Η ΚΟΡΝΙΖΑ

“Τα ρέστα σας!”
“Ευχαριστώ κορίτσι μου καλό. Την ευχή μου. Παντρεμένη είσαι”
Η Ρόξυ σήκωσε το βλέμμα να κοιτάξει την ηλικιωμένη κυρία που στεκόταν μπροστά της.
“Όχι, δεν είμαι” απάντησε και συνέχισε να τακτοποιεί τα χαρτια που είχε μπροστά της.
“Αχ μην ανησυχείς κοριτσάκι μου, μικρή είσαι ακόμα. Σου εύχομαι να βρεις έναν καλό γαμπρό και να βάλετε μπροστά και για παιδάκι”
“Ευχαριστώ” απάντησε η Ρόξυ και της χάρισε ένα χαμόγελο. Στην πραγματικότητα αδημονούσε να την ξεφορτωθεί. Τι ερώτηση ήταν αυτή τώρα? Καλοπροαίρετη μεν αλλά τόσο αδιάκριτη. Πως μπορούσε στα 3 λεπτά που συναντήθηκαν οι δρόμοι τους να υποθέσει τόσα πράγματα για εκείνη? Υπέθεσε οτι η έλειψη συζυγου ήταν κακό πράγμα, ένα ατυχές γεγονός, οτι ο στόχος της ήταν να έχει άνδρα δίπλα της και να κάνει παιδιά. Υπέθεσε οτι μπορεί να κάνει παιδιά.

Στο σχόλασμα η Ρόξυ κοίταξε το γυμνό της γραφείο. Μια οθόνη, ένα πληκτρολόγιο, ένα ποντίκι, ένα τετράδιο και τίποτα άλλο. Ούτε μια φωτογραφία δεν το στόλιζε για να της θυμίζει ποιός την περιμένει στο σπίτι όταν η βάρδια γινόταν δύσκολη. Για να την δείχνει στους συναδέλφους και να κουτσομπολεύει μαζί τους τι έκανε το Σαββατοκύριακο.

Την άλλη μέρα το πρωί η Ρόξυ πλησίασε το γραφείο της με άλλον αέρα. Άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε μια κορνίζα. Πλαισίωνε την φωτογραφία μιας όμορφης νεαρής γυναίκας, της συντρόφου της. Την ακούμπησε δίπλα απο την οθόνη. “Καλημέρα, ποιά είναι η κοπέλα? Αδερφή σου?” Η Ρόξυ πήρε μια ανάσα. Ήταν επιτέλους έτοιμη να απαντήσει.

  1. Aπόστολος Λαγαρίας / ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Υπήρχε ένα μικρό σκοτεινό δωμάτιο κρυμμένο κάπου μες στο σπίτι με τις εννέα σάλες και τους εβδομήνταεπτά καθρέπτες. Το δωμάτιο αυτό δεν είχε πόρτα, μπορούσες να το βρεις τυχαία ανοίγοντας μια ντουλάπα ή το ψυγείο, εκεί που ξέπλενες τα χέρια στον νιπτήρα ή που άνοιγες τη συσκευασία απ’τις κροκέτες των σκυλιών. Το αναζητούσε για χρόνια έπειτα από την τελευταία φορά που είχε μπει σ’αυτό, έπιανε τον εαυτό της να περιφέρεται στους διαδρόμους και στις σκάλες ψάχνοντας ένα ελάχιστο σημάδι που θα την οδηγούσε σε αυτό. Περνούσε μπροστά από τους εβδομήντα επτά καθρέπτες και με την άκρη των ματιών σκιαγραφούσε το προφίλ της, την απαλή γραμμή του σαγονιού, το σχήμα που είχε ο λοβός του αυτιού, το σκουλαρίκι που λαμπύριζε στα κάτοπτρα και τις σκιές που άφηνε το περπάτημά της.
Το αναζητούσε κάτω απ’τα κρεβάτια, μέσα στις ναφθαλίνες των παλτών, στους σκονισμένους τόμους της βιβλιοθήκης, κάτω από μυστικές καταπακτές που οδηγούσαν σε υπόγειες αποθήκες ή σε ανεμόσκαλες που ανέβαζαν σε σοφίτες.
Είχε βρεθεί εκεί τυχαία μια φορά και έπρεπε να ξαναπάει. Στο τέλος το ανακάλυψε, λίγο εξαιτίας της επιμονής της, λίγο εξαιτίας της τύχης που είχε να κυλήσει από το βάθος ενός συρταριού το μελανοδοχείο και να ανοίξει αποκαλύπτοντας την είσοδο που τόσο αναζητούσε. Περπάτησε διστακτικά σαν να περίμενε να συνηθίσουνε τα μάτια της στο φως, κάτι αδύνατο γιατί επικρατούσε το απόλυτο σκοτάδι. Το δωμάτιο παρουσία της και πήγε να αντιδράσει. Και τότε εκείνη ούρλιαξε τόσο δυνατά που οι τοίχοι έσπασαν και το δωμάτιο εξαϋλώθηκε στο φως. Είχε νικήσει.

  1. (Gioula Sardeli) Γιούλα Σαρδέλη / ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ

Ποίηση του μύθου.
Ποιώ το μύθο.
Πλάθω τα ήθη,.
ποιώ τα ήθη
και πλάθω τους μύθους.
Πλάθοντας κανείς, ποιεί
τα ήθη και τους μύθους.

Απομυθοποιώ τους μύθους.
Απομακρύνομαι των ηθών.
Απορρίπτω με το μύθο.
Αποκρυσταλλώνω τα ήθη.
Από απόσταση…
Από απόρριψη…
Από απογοήτευση…
Από απέχθεια…
Στους μύθους,
όχι στα ήθη.

Τα ήθη των ιθυνόντων.
Οι ήττες, των ηθικών.
Το ήθος, που μόνο οι θιασώτες
ηλιοκουβαλούν στους ώμους τους.

Απομυθοποιώ, θα πει αντιλαμβάνομαι
το ήθος και τους μύθους
ακόμα και των αηθέστερων.
Απομυθοποιώ, και πλάθω εγώ τα ήθη.

Κι ας νομίζει κανείς,
πως κάθε μέρα
χάνομαι στους μύθους…

  1. Nelly Bouradani / «ΧΩΡΙΣ ΕΝΟΧΕΣ»

τάρτες / τούρτες / μους / και / σοκολάτες / αφαιρώ με προσοχή / τα σίγμα / ςςςς / σβήνω τα φώτα / τέρψη. _

  1. (Stella Cake) ΟΡΓΗ / Στέλλα Κουρμούλη

Σηκώθηκε με δυσκολία και τίναξε τα χώματα απ’ τα ρούχα του. Άγγιξε το μάγουλό του κι ένιωσε το πρήξιμο. Πονούσε τρομερά. Τι δικαιολογία θα έβρισκε αυτή τη φορά για τα σπασμένα του γυαλιά! Θα ’τρωγε και ξύλο απ’ τη μάνα του – αν ήταν σπίτι. Και θα τ’ άκουγε κι από πάνω. «Δε θα σκοτώνεται ο άλλος στη δουλειά για σένα! Δεν είσαι γιος του! Πρόσεχε, κακομοίρη μου, μη με παρατήσει εξαιτίας σου κι αυτός, γιατί κάηκες! Θα σε στείλω στο ίδρυμα!»
Μετά από μισή ώρα περπάτημα, έφτασε σπίτι. Ευτυχώς, ήταν μόνος. Έτρεξε γρήγορα στο μπάνιο να καθαριστεί. Τρόμαξε, όταν είδε το μελανιασμένο του μάτι! Ξέσπασε σε λυγμούς. Δεν άντεχε άλλο. Το γυμνάσιο ήταν γι’ αυτόν μια ιστορία τρόμου. Η ζωή του ένα μαρτύριο, αδιάκοπο. Τότε, θυμήθηκε το όπλο στο συρτάρι. Δε θα ήταν δύσκολο να το χρησιμοποιήσει. Ευτυχώς, ήταν γεμάτο. Το ’κρυψε στο μπουφάν του και βγήκε στο δρόμο. Αυτοί δεν είχαν σχολάσει ακόμα. Θα προλάβαινε. Έφτασε λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι. Έπαιζαν μπάσκετ στο προαύλιο. «Το βλαμμένο γύρισε! Τι έγινε, καθυστερημένε; Σου λείψαμε; Θες να φας κι άλλες φάπες;» Το πρόσωπό του ζάρωσε απ’ τον θυμό. Έβγαλε το όπλο μέσα απ’ το μπουφάν χωρίς δισταγμό. Άρχισε να πυροβολεί χωρίς έλεος. Τα άψυχα σώματα σωριάζονταν στο έδαφος το ένα μετά το άλλο. Μόνο ουρλιαχτά ακούγονταν. Στο μυαλό του δεν είχε φρόνιμες σκέψεις. Ούτε άτακτες. Το απόλυτο κενό. Υπήρχε μόνο το τίποτα. Το καταστροφικό τίποτα. Η ψυχή του ξεχείλιζε πόνο αβάσταχτο. «Είμαι ελεύθερος», είπε κι έστρεψε την κάννη στον εαυτό του.

  1. Χαριλαος Γρηγοριος Ντακουλας

Μαχομαι παντα για το συναγωνιστη και συνοδοιπορο μου, ποτε για μένα

  1. Afroditi Katsia / Κουταλάκι πάστας

Ήταν ένα κουταλάκι πάστας.Ατσάλι ανοξείδωτο, ένα αρκουδάκι ανάγλυφο στην άκρη, δώρο της γιαγιάς στα πέμπτα μου γενέθλια. Δέκα χρόνια πριν, μια αιωνιότητα πριν. Αυτό το κουταλάκι, στην οπτική σου κοιλότητα, ο ήχος του οπτικού νεύρου καθώς ξεριζωνόταν, το αίμα, το αίμα παντού. Ούρλιαζες. Δεν έπρεπε να με αγγίξεις. Όχι εκεί, μπαμπά!

  1. Foteini Terzi

Αέρας
Έφερε τη μυρωδιά του βάλτου
Νερό στιφό βρώμικο και άδειο
Και πιο διπλα μια φτέρη κι ενα γιασεμί

Αέρας
Το πόδι βουλιάζει στη λάσπη
κι η μυρωδιά ανεβαίνει
καίει τα ρουθούνια
φτάνει στον εγκέφαλο
τον ρίχνει στην απελπισία
και στύβει το στομάχι μεχρι ν’ αδειάσει το αίμα του
Τα φύλλα της φτέρης χορεύουν στο ρυθμό του
σκορπά τη μυρωδιά του γιασεμιού
κι αφήνονται μαζί σ’ ενα μεθυστικό ensemble

Αέρας
Κράτα τη δύναμη να στηριχτείς στο ενα πόδι
η λάσπη έχει φτάσει ως τη γάμπα
τα μόρια του αέρα μικρές φωτιές μπαίνουν στο στόμα
στα πνευμόνια
έχουν γεμίσει τρύπες
αίμα ζεστό και κόκκινο
στάζει απ’ το δεξί ρουθούνι

Το πόδι τρέμει
Το αίμα πληθαίνει
Το πόδι βουλιάζει
Το αίμα απλώνει
Το πόδι χάθηκε
Το αίμα σάρωσε
……………………………………….

Βάλε τις ρίζες μου στο αίμα
Βαλ’ τες βαθιά να μην ξεχάσω
Αέρας.
Άλλαξε.

  1. (Antonis Lag) Στιγμές πριν την Αυγή / Αντώνης Λαγαρίας

Η πομπή κινείται αργά, μόνος ήχος τα βήματά τους στην άσφαλτο, πλησιάζουν την Ιέρεια με ευλαβική σιωπή που εξαπλώνεται τρομακτικά καλύπτοντας με ένα σιωπηλό πέπλο ολόκληρη την πόλη, αφού τώρα έχουν απομείνει μονάχα αυτοί, όλοι οι άλλοι κείτονται νεκροί αργοσαπίζοντας στα πλακάκια, άδεια σώματα, γεμίζουν τους αρμούς με το αίμα τους, σκουλήκια και λάσπη, μοναδικοί επιζώντες οι ακόλουθοι της Ιέρειας, σκοτεινοί, τρομεροί, σχηματίζουν την τελευταία πομπή.

Ο Φοίνικας, η διπλή προσωπικότητα της Ιέρειας καλύπτει ολόκληρο τον τοίχο, τοίχος οικείος, κάποτε υποσχόμενη περιοχή υπόγειων επαναστάσεων, καλλιτεχνών, ονειροπόλων, τώρα μονάχα μουσικά μπουρδέλα, εκεί όμως επέλεξε να ζήσει Εκείνη, γυμνή, ήδη φλεγόμενη, ήδη μισονεκρή, δεν θα αργήσει να καεί, η πομπή πλησιάζει, η Ιέρεια βυθίζεται στις φλόγες, στην κορύφωση του οργασμού της καταστροφής, της ιερής φωτιάς, εξαπλώνεται στα κτήρια, στους δρόμους, καίει τον ουρανό, καταβροχθίζει την πόλη. Δοξολογώντας η τελευταία πομπή παραδίδεται και αυτή στις φλόγες.

Τέλος. Αναγέννηση.

  1. (Stella Tsingou) «Αμυγδαλιά» / Στέλλα Τσίγγου

Στο μέσα της φως. Και γύρω-γύρω σκοτάδι. Παραέξω δεν ήξερε. Της είχαν πει να περιμένει. Μα αυτή βιαζόταν. Το χώμα κρύο, ζοφερό σαν θάνατος.
Μύριζε το χνώτο του χειμώνα. Άσπρο, παγερό. Ανατρίχιαζε καθώς την αγκάλιαζε -μονομιάς και χωρίς καμιά τρυφερότητα. Ξερακιανό το κορμί της, λιανό τόσο που «φου» αν το έκανες θα λύγιζε έλεγες και θα έσπαγε. Ανατρίχιαζε…
Λευτεριά από πουθενά. Μήτε κι Ανάσταση. Μα αυτή βιαζόταν. Έσκαβε το χώμα βαθειά. Έτριζε αυτό και μέσα του πέθαιναν και γεννιόνταν τα ζούδια, αλλά εκείνη δεν το έβαζε κάτω. Ήξερε πως από το ίδιο υλικό φτιάχνονται και η ζωή και ο θάνατος. Έψαχνε νερό. Έπρεπε να το βρει. Το ένιωθε να κυλάει μέσα σε υπόγειες φλέβες κάτω της. Το μύριζε, το διψούσε με κάθε της πόρο. Εκείνο ήταν, τελικά, που πρώτο τη βρήκε.
Ταράχτηκε σύγκορμη όταν την ακούμπησε. Σκαρφάλωνε μέσα της αργά κι εκείνη ένιωθε μιαν ηδονή που τόσον καιρό έμοιαζε ξεχασμένη. Γέμισε χυμούς και το κορμί της ζωήρεψε. Θαρρείς πως ψήλωσε. Αν είχε φωνή, θα τραγουδούσε ή θα προσευχόταν.
Αυτοί που της έλεγαν να περιμένει δε μίλησαν.
Ορθώθηκε εκείνη νικήτρια από τις ρίζες ως το πιο ψηλό κλαδί, αναστημένη. Μέσα στο πρώτο της ημέρας το φως πέταξε τα πρώτα της μπουμπούκια. Σε λίγο άρχισε να βρέχει. Ψιχάλα σιγανή σαν το κλάμα του ανθρώπου στην αγκαλιά του Θεού. Άνθισε!

  1. Theoni Politou

Στέκεσαι το βράδυ πριν κοιμηθείς ,στην ησυχία, και σκέφτεσαι τη στάση σου απέναντι στη ζωή. -Ποιά είσαι; -Είσαι απλά ένα όνομα και μια ηλικία ή υπάρχει και κάτι άλλο που σε χαρακτηρίζει; -Κάνεις αυτό που λες; -Γιστί ενώ λες ότι αγαπάς τους ανθρώπους σιχαίνεσαι να μπεις σε τρένο ή λεωφορείο; Τρέφεσαι από ψευδαισθήσεις και εντυπώσεις ενός ψεύτικου κόσμου. Μιμήσαι ό,τι βλέπεις στην τηλεόραση και στις παρέες σου, χωρίς να έχεις δική σου άποψη. Πηγαίνεις όπου είναι στη μόδα, φοράς ό,τι είναι στη μόδα, μιλάς όπως είναι στη μόδα. Ο μοναδικός στόχος της ζωής σου και το ενδιαφέρον σου είναι να εντυπωσιάσεις και να εντυπωσιαστείς. Γίνεσαι ένα με το κοπάδι, ακόμα κι αν πιστεύεις το αντίθετο. -Πόσες φορές είπες ναι στη δουλειά, ενώ διαφωνούσες, για να μην απολυθείς; -Πόσες φορές είπες ναι στους φίλους και την οικογένεια για να σε αγαπάνε; -Πόσες φορές είπες όχι σε μια κακοποίηση, σε μια αδικία προς έναν συνάνθρωπο; Κάποια βράδια νιώθεις την ευθύνη και τα συλλογίζεσαι μόνη σου, αλλά όταν ζορίζεσαι τελικά φταίει η μοίρα ή η κοινωνία. Μήπως ήρθε η ώρα να προσπαθήσεις να σε γνωρίσεις, να σε δεχτείς , να σε αλλάξεις, εσένα και όχι τον κόσμο;

  1. Gogo Kits / Την επόμενη φορά….

Στάθηκε μπροστά στο ταξιδιωτικό γραφείο. Ήταν αποφασισμένη. Σήμερα θα έδινε τα υπόλοιπα χρήματα και σε δύο μέρες αναχωρούσε. Δεν είχε πει τίποτα σε κανέναν. Θα το μάθαιναν όταν θα είχε ήδη φύγει. Ήταν αποφασισμένη. Ειδικά σήμερα που ο άντρας της την είχε συγχύσει για άλλη μια φορά. Σκηνή γιατί ο λογαριασμός του ρεύματος ήρθε φουσκωμένος. Λες και έφταιγε αυτή. Τριάντα χρόνια τώρα το ίδιο βιολί. Για όλα έφταιγε εκείνη. Έσφιξε τα χείλη θυμωμένη. Δε ταίριαζαν σε τίποτα. Για παράδειγμα σ΄ εκείνη άρεσαν τα ταξίδια. Είχαν πάει ελάχιστα. «Οικονομία» της έλεγε. «Έχουμε δύο παιδιά!» Σαχλαμάρες! Δεν τα έκανε κέφι και σκοτίστηκε για τα θέλω τα δικά της. Όχι , αυτή τη φορά θα πήγαινε και δε θα έδινε λογαριασμό σε κανέναν. Για τον εαυτό της πλέον αποφάσιζε μόνο αυτή!
Έκανε ένα βήμα. Ένας ήχος ακούστηκε. Μήνυμα στο κινητό. «Μαμά το βράδυ θέλω να κρατήσεις τα παιδιά. Θα βγούμε.» Η κόρη της. Δε ρωτούσε ποτέ. Απαιτούσε. Ένιωσε πάλι θυμό. Εκείνη μεγάλωσε μόνη της δύο παιδιά χωρίς καμία βοήθεια. Δεύτερο μήνυμα. «Έλα ρε μάνα! Πετάξου ως εδώ να συγυρίσεις λίγο. Περιμένω κάποια το βράδυ.» Ο γιος της. Ούτε αυτός ρωτούσε. Πάλι θυμός! Σε δύο μέρες θα την έψαχναν και δε θα την έβρισκαν πουθενά, σκέφτηκε με ικανοποίηση και με μια δόση κακίας. Τρίτο μήνυμα. «Μαμά, άκυρο για απόψε. Η μικρή έχει πυρετό.» Πισωπάτησε ταραγμένη. Πυρετό; Εντάξει μια ίωση θα ήταν, αλλά δε μπορούσε να φύγει τώρα, μπορούσε; Την επόμενη φορά. Ήδη είχε κάνει μεγάλη πρόοδο. Είχε φθάσει πολύ κοντά. Την επόμενη φορά σίγουρα.

  1. (Uranya Papakosta) Ουρανία Παπακώστα / ‘Η Επανάσταση της Αναστάσεως’

Βγήκα από το σπίτι σχεδόν τρέχοντας. Ήμουν ντυμένος μ’ ένα κατάλευκο λινό κοστούμι που είχα ψωνίσει στις εκπτώσεις πέρυσι, και κρατούσα μια μεγάλη μελιά λαμπάδα. Οι δικοί μου με περίμεναν σε μιαν εκκλησία στην άλλη άκρη της πόλης, όπου έμεναν. Δεν ήθελα να τους στήσω. Τους έβλεπα ελάχιστα, λόγω δουλειάς, και τους είχα υποσχεθεί ότι αυτή την Ανάσταση θα την περάσουμε μαζί. Ευτυχώς το λεωφορείο έφτασε αμέσως στην στάση. Επιβιβάστηκα και στάθηκα όρθιος για να μην λερώσω το κοστούμι μου. Δίπλα μου, ένας ταλαιπωρημένος σκουρόχρωμος νεαρός στεκόταν πιασμένος απ΄την χειρολαβή με κατεβασμένο κεφάλι. Στην επόμενη στάση μπήκε ελεγκτής. Ο νεαρός δεν είχε εισιτήριο. Ο ελεγκτής άρχισε να τον τραμπουκίζει και να τον τραβάει προς την έξοδο. Τον έβριζε. Εκείνος δεν μπορούσε να απαντήσει αφού δεν ήξερε ελληνικά. Αμέσως, προτού καν να το σκεφτώ, μπήκα ανάμεσά τους και υπερασπίστηκα τον φοβισμένο νέο. Του έδωσα το εισιτήριο μου, αλλά αυτό απλά εξαγρίωσε τον ελεγκτή που μας πέταξε με τις κλωτσιές αμφότερους, έξω από το λεωφορείο. Το λευκό κοστούμι μου, είχε γίνει μαύρο από τον καυγά. Κοίταξα τον νέο δίπλα μου. Τα μάτια του ήταν υγρά. Χαμογέλασα και τον έπιασα απ΄τον ώμο. Η επόμενη στάση ήταν δυο χιλιόμετρα μακριά και σε λίγο θα χτυπούσαν οι καμπάνες. Ξεκινήσαμε να περπατάμε αργά. Κάθε επανάσταση, κρύβει την λέξη ανάσταση και κάθε ανάσταση, κρύβει την λέξη στάση, του είπα χαριτολογώντας δείχνοντας με το χέρι μου προς την κατεύθυνση της επόμενης στάσης του αστικού. Εκείνος γέλασε, λες και με κάποιο μαγικό τρόπο, κατάλαβε το λογοπαίγνιό μου.

  1. Giohan Giohan / ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ

Εικοσιπέντε χρόνια δεμένη με αλυσίδες μαζί του. Πρώτη ανάσα το πρωί και τελευταία το βράδυ. Η απουσία του της προκαλούσε αναστάτωση, νευρικότητα . Κάνει τα πάντα να είναι κοντά της. Δεν την σταματούν ώρες ή αποστάσεις.
Μέχρι σήμερα είναι η προέκταση του χεριού της, του εαυτού της. Μέσα στη σκιά του προσπαθεί πολλές φορές να κολυμπά και να χάνεται με το βλέμμα της. Της χάριζε δευτερόλεπτα ηδονής και ύστερα πίκρα.
Σήμερα όμως το αποφάσισε. Αρκετά. Θα βάλει ένα τέλος. Σήμερα θα τολμήσει να κάνει κάτι εναντίον του.
Για αρχή θα μαζέψει και θα πετάξει όλα τα δοχεία γυάλινα, μεταλλικά, στρόγγυλα, μακρόστενα, τετράγωνα , χρωματιστά, διάφανα που άφηνε μέσα τα σκουπίδια του. Θα πάρει το όπλο της, τη σκούπα της, και αφού το γεμίσει ενέργεια θα μαζέψει τα απομεινάρια του από τους καναπέδες , τα τραπέζια τα πατώματα. Με το υγρό της λησμονιάς θα σβήσει κάθε μυρωδιά που της το θυμίζει.
Θα αλλάξει κουρτίνες, θα ανοίξει τα παράθυρα , θα πάρει βαθιές ανάσες να πλημμυρίσουν τα πνευμόνια της οξυγόνο και ελευθερία.
Στο κάδο της κουζίνας θα πετάξει ότι άδειο ή γεμάτο κουτί του βρει στις βιβλιοθήκες, στα συρτάρια στις τσάντες της.
ΔΕΝ ΤΟ ΘΕΛΕΙ στη ζωή της. Πρόσφατα σκεφτόταν ότι από τη δουλειά της έχει συνταξιοδοτηθεί , γιατί όχι και από αυτό.
Σήμερα που είναι ήρεμη και αποφασισμένη. Σήμερα που νοιώθει δυνατή θα σπάσει τα δεσμά της.
Από σήμερα δεν θα καπνίσει ποτέ ξανά στη ζωή της.
Η Επανάσταση της κατά της νικοτίνης, μόλις ξεκίνησε.

  1. Giohan Giohan / Η επανάσταση του σπίνου

Ένας χαμογελαστός ήλιος κρεμασμένος στον καταγάλανο ουρανό καλωσορίζει το πετάρισμα των βλεφαρίδων μου.
Χαμένη στα μαξιλάρια ακούω μουσική από κελάηδισμα αηδονιών και ενός σπίνου που δεν θα έπρεπε ακόμη να περιδιαβαίνουν τον ουρανό.
Εχθές είχε κρύο , ο ήλιος σκέφτονταν << να βγώ ή να κρυφτώ πίσω από τα μπαμπακωτά γκρι σύννεφα>>,
Ναι. Καλά. Είναι νωρίς για την άνοιξη. Ο Μάρτης μόλις άρχισε να μπουσουλά και εδώ στο βουνό χρειάζεται ακόμη τη μάλλινη κάπα του και τα ξύλα στο τζάκι.
Σήμερα όμως, ο σπίνος που θέλει να ξεφορτωθεί από τα φτερά του τον χειμώνα ,πετώντας όσο ψηλά μπορεί, έδιωξε τα σύννεφα και έβγαλε από τη γκρι κρυψώνα του τον ήλιο. Κελαηδώντας ξύπνησε τα λουλούδια, που χαμογελώντας τίναξαν τα πέταλα , και το χορτάρι που καταπράσινο λάμπει στις ακτίνες του ήλιου.
Πετώντας ανάμεσα στα κλαδιά ξυπνά τα φύλλα των δέντρων που χορεύουν ρυθμικά συνοδεύοντας το τραγούδι του.
Οι δεκοχτούρες νυσταγμένες ξεπροβάλλουν το κεφάλι από τις καλά κρυμμένες φωλιές << δεν είναι νωρίς για την άνοιξη ;>> τιτιβίζουν.
<< Ποτέ δεν είναι νωρίς για τη χαρά και την ομορφιά>> ακούγεται ο σπίνος για να συμφωνήσουν μαζί του τα αηδονοκελαηδίσματα.
Ο Μάρτης έδειξε να θυμώνει και προσπαθεί κάτι να πεί. Ο σπίνος όμως κελαηδά αποφασιστικά, όμορφα , λαμπερά και ο Μάρτης χαμογελά.
Τώρα πρέπει η Άνοιξη να ανταποκριθεί για να πετύχει αυτή η μικρή επανάσταση.
Τα κατάφερε ο σπίνος! Η άνοιξη αγουροξυπνημένη ήρθε πιο νωρίς. Η επανάσταση του σπίνου στέφθηκε με επιτυχία , και ας κράτησε τόσο λίγο.

  1. Artemis – Isavella Manousopoulou

Οι άνθρωποι στην πόλη, ξεχνάν να κοιτάξουν πάνω, το απέραντο που γύρω τους απλώνεται. Κοιτούν μόνο κάτω, την αντανάκλαση του φωτός. Τα βράδυα μπαίνω στις ανοιχτές αυλές των σπιτιών, βαδίζω στο φθαρμένο πλακόστρωτο, με το πόδι μου σμιλεύω το νωτισμένο χώμα, αφουγκράζομαι με τεντωμένα αυτιά τον ύπνο των πουλιών στις ξεχασμένες φωλιές, στα ξεχασμένα δέντρα, σε σπίτια στέρεα και υπαρκτά. Σκοτεινή φιγούρα η μορφή μου, διαγράφεται εκεί που τέμνονται οι σκιές.

Ίχνη από πατήματα ζώων στο τσιμέντο. Βόμβος μηχανής. Τρίξιμο φύλλων. Συνάντηση.

Advertisements