Επιλογή eyelands: Ταξίδι προς το ουράνιο τόξο

Συνεχίζουμε την δημοσίευση των ιστοριών της  Επιλογής από τον διεθνή διαγωνισμό με θέμα: Χρώματα, του eyelands. Πρόκειται για τα διηγήματα που διακρίθηκαν και θα δημοσιευθούν μόνο στο eyelands, δύο κάθε μήνα, σε μια σειρά ιστοριών που θα κλείσει τον Σεπτέμβριο του 2017 όταν θα ανακοινωθούν πλέον οι διακρίσεις του επόμενου διαγωνισμού.Σήμερα δημοσιεύεται το διήγημα της Σύλβια Λουκά

6th-international-contest-smallerΤαξίδι προς το ουράνιο τόξο

«Χρώματα ωραία σαν ουράνιο τόξο, μπλε, μοβ, κίτρινο, πράσινο και κόκκινο», ακούγεται από παιχνίδια διάσημης εταιρείας κατασκευής τέτοιων παιχνιδιών και τα παιδιά επαναλαμβάνουν το τραγούδι χαρούμενα πριν ακόμα καλά καλά μάθουν να λένε καθαρά τις λεξούλες. Πόσο μάλλον πριν καλά καλά αρχίσουν να ξεχωρίζουν τα χρώματα.

Ο Σουφρέ, τι  χρώματα να έφερνε στο μυαλό του άραγε όταν η μαμά του τον άρπαξε και τον έβαλε σ’ ένα φουσκωτό πλοιάριο, μαζί με άλλα 30 άτομα; Κυριολεκτικά τον «άρπαξε» ενώ κοιμόταν στο μικρό γαλάζιο κρεβάτι του. Κι ο μικρός δεν θυμάται να συζήτησε με την μητέρα του τις προηγούμενες μέρες ότι θα έκαναν κάποιο ταξίδι. Αν το έκανε αυτό η μητέρα του πιο πριν, σίγουρα θα ένιωθε χαρούμενος που θα ταξίδευε για πρώτη φορά! Σίγουρα θα έβλεπε κάπου μια μικρή βαλιτσούλα με τα ρουχάκια του και θα έπαιρνε μαζί του και τον αγαπημένο του αρκούδο.  Ο καφέ του αρκούδος είχε γίνει ο συνοδός του σε κάθε του βήμα από τότε που τον απέκτησε.  Στο πλοιάριο του έλειπε πολύ…

Οι απορίες κατέκλυζαν το μικρό του κεφαλάκι, αλλά το κρύο τον εμπόδιζε να σχηματίσει τις λέξεις στη γλώσσα του. Σκεφτόταν χίλια δυο, όμως μάταια μπορούσε να δικαιολογήσει έστω και οτιδήποτε συνέβαινε εκείνη τη στιγμή.

– Ο μπαμπάς; Μόνο αυτό κατάφερε να ψελλίσει και η φωνή του κόμπιασε λες και έλεγε κάτι άξιο τιμωρίας.

Κι η μητέρα του αρκέστηκε να του απαντήσει ότι θα ερχόταν αργότερα να τους βρει, μ’ ένα πολύ παγωμένο ύφος στο πρόσωπό της. Όχι, τη μαμά του δεν την είχε ξαναδεί μ’ αυτό το ύφος. Η μαμά του ήταν πάντα χαρούμενη. Τραγουδούσε ακόμη και την ώρα που μαγείρευε ή ξεκουραζόταν. Η δικιά του η μαμά κάθε λίγο και λιγάκι τον έπαιρνε αγκαλιά και τον φιλούσε στο λαιμό και αυτός γαργαλιόταν και τα γέλια τους ήταν τόσο δυνατά που ακούγονταν από τους περαστικούς στο δρόμο.

Τώρα, η μαμά του από την ώρα που μπήκανε στο πλοιάριο και στριμώχτηκαν ο ένας πάνω στον άλλον, δεν μιλάει, δεν γελάει, δεν τον φιλά. Μόνο, με το ένα χέρι έχει στην αγκαλιά της το μικρό της κοριτσάκι και το άλλο το έχει αφημένο χωρίς ψυχή επάνω στο γόνατο του Σουφρέ.

Ήταν μόλις τεσσάρων χρονών ο Σουφρέ, αλλά ήξερε να ξεχωρίζει όλα τα χρώματα. Ήξερε και τι συμβόλιζε το καθένα κι ας μην ήξερε ακριβώς τι σημαίνει η κάθε λέξη… Λευκό σημαίνει πίστη και καθαρότητα ψυχής, πράσινο σημαίνει ελπίδα για ζωή, μοβ σημαίνει γαλήνη και οραματισμός, κίτρινο σημαίνει μίσος αλλά και δειλία, κόκκινο σημαίνει αγάπη και δύναμη, μπλε σημαίνει ηρεμία αλλά πάντα σου φέρνει στο μυαλό τη θάλασσα, μαύρο σημαίνει φόβος και θάνατος.

Κάθε Παρασκευή ακολουθούσε τον πατέρα του στις συνεδρίες που έκανε δωρεάν για άτομα τρίτης ηλικίας. Ο πατέρας του, όντας ψυχολόγος, προσέφερε πολλές φορές τις υπηρεσίες του δωρεάν  στους συνανθρώπους του, γιατί ήθελε να βλέπει γύρω του ανθρώπους ευτυχισμένους και γεμάτους όρεξη και θέληση για ζωή. Ο Σουφρέ, άνοιγε διάπλατα τα αφτάκια του και απορροφούσε σαν σφουγγάρι τα λόγια του πατέρα του. Με αυτόν τον τρόπο, μέσα απ’ αυτές τις συνεδρίες, γνώρισε τα χρώματα και τα αγάπησε. Ο πατέρας καμάρωνε για τον γιο του, γιατί παρόλο που ήταν πολύ μικρός γι’ αυτά τα μαθήματα ζωής, ωστόσο κάθε φορά του έδειχνε πως θα μπορούσε να γίνει άξιος συνεχιστής του στο μέλλον. Αν και ο μικρός στο παρόν στάδιο είχε διαφορετική άποψη:

– Όταν μεγαλώσω θα γίνω ελαιοχρωματιστής ή ζωγράφος, έλεγε συνεχώς. Θ’ αποφασίσω όταν μεγαλώσω…, έλεγε ψιθυριστά στον εαυτό του.

Ο μπαμπάς του, με χιουμοριστικό ύφος του έλεγε: «Άλλοι ονειρεύονται να γίνουν γιατροί, δάσκαλοι, δικηγόροι… και το δικό μου παιδί θέλει να γίνει ελαιοχρωματιστής!». Η μαμά του πάντα του έλεγε: «Πάντα να θυμάσαι! Να κάνεις στη ζωή σου αυτό που θα κάνει ευτυχισμένο εσένα…».

Ο Σουφρέ, ήταν ένα γλυκό αγοράκι με γαλάζια ματάκια, καστανά μαλλιά, χαρούμενο και ευτυχισμένο. Έπαιζε με τα αυτοκινητάκια του και τα αεροπλανάκια του. Έφτιαχνε δύο με τρεις ζωγραφιές την ημέρα και πάντα τις χάριζε σε όποιον τους επισκεπτόταν. Αλλιώς στόλιζε το ψυγείο με αυτές. Φιλούσε την αδελφούλα του κάθε τρεις και λίγο. Της χάιδευε τα μαλλάκια και την νανούριζε τραγουδώντας της. Αυτή ήταν δεν ήταν τριών μηνών και χαιρόταν με την παρουσία του. Κάθε φορά που στεκόταν μπροστά της, αυτή έβαζε όλη της την δύναμη και έβγαζε τις πιο δυνατές κραυγές χαράς που μπορούσε, κουνώντας ταυτόχρονα τα χεράκια και τα ποδαράκια της.

– Μαμά, γιατί η αδελφή μου φοράει όλο ροζ; Τι συμβολίζει το ροζ μαμά; Ρωτούσε συχνά τη μαμά του.

– Φοράει ροζ, μικρέ μου, γιατί είναι το χρώμα των νεογέννητων κοριτσιών, απαντούσε αυτή υπομονετικά κάθε φορά.

– Ναι, αλλά τι συμβολίζει; επέμενε ο Σουφρέ. Δεν θυμάμαι να άκουσα τον μπαμπά να το έχει αναφέρει σε κάποια συνεδρία. Ή, μάλλον θα μου διέφυγε, είπε λιγάκι στενοχωρημένος.

– Την χαρά Σουφρέ μου. Συμβολίζει την χαρά για τον ερχομό στη ζωή μιας νέας ψυχούλας.

Στο πλοιάριο το μικρό αγόρι κρύωνε και πεινούσε πάρα πολύ. Η αδελφούλα του όλο έκλαιγε κι αυτός της χάιδευε το κεφάλι. Η μητέρα τους κοιτούσε το απέραντο πέλαγος με ένα κενό βλέμμα. Το βράδυ εάν την παρατηρούσε κανείς καλύτερα θα έβλεπε τον τρόμο στα μάτια της από το άγνωστο που απλωνόταν μπροστά τους αλλά και από το αβέβαιο «αύριο» που θα τους ξημέρωνε.

Το τρίτο βράδυ στο πλοιάριο, ένας συνεπιβάτης φώναξε πολύ νευριασμένα:

– Κάνε το μωρό σου να σωπάσει, αλλιώς θα το ρίξω στη θάλασσα. Έτσι κι αλλιώς μετρημένες είναι οι μέρες του…

Η μαμά του Σουφρέ, λες και έφαγε στην πλάτη μια μεγάλη καμτσικιά, ξύπνησε από τον λήθαργο που ήταν βυθισμένη. Γύρισε και αγριοκοίταξε αυτόν τον «κύριο» αλλά δεν του είπε απολύτως τίποτα. Αγκάλιασε τον Σουφρέ και του έχωσε ένα μεγάλο φιλί στο λαιμό. Ο μικρός χάρηκε πολύ. Είχε μέρες να νιώσει χαρά και φοβήθηκε μήπως ξεχνούσε πώς είναι να χαίρεσαι. Έβαλε στο στήθος της την μικρή και αυτή το άρπαξε με την μεγαλύτερη λαιμαργία που θα μπορούσε να εκδηλώσει ένα βρέφος.

Τέσσερις μέρες στο πλοιάριο και όλοι ήταν έτοιμοι να καταρρεύσουν από την πείνα, την δίψα και την μπόχα που αναδυόταν από τις ανάσες και τα κορμιά τους.

– Πού πάμε μαμά μου; κατάφερε ο Σουφρέ να ρωτήσει.

Η μαμά δεν είχε απάντηση να δώσει στο παιδί της. Όταν την ξαναρώτησε, κατάλαβε ότι το παιδί έπρεπε να πάρει μια απάντηση.

– Πάμε να βρούμε ένα ουράνιο τόξο… Κάντε υπομονή, τους είπε η μαμά τους και προσπάθησε να κρύψει τα δικά της δάκρυα  που ήταν έτοιμα να χιμήξουν από τα μάτια της.

– Τι χρώματα έχει μαμά ένα ουράνιο τόξο; Πες μου πάλι σε παρακαλώ, ρώτησε ο Σουφρέ.

-Κόκκινο, κίτρινο, μπλε, λουλακί, βιολετί και πορτοκαλί, προσπάθησε να του τα πει τραγουδιστά αλλά κάθε της λέξη τσακιζόταν από τον κόμπο που ανεβοκατέβαινε στο λαιμό της.

– Ευτυχώς που δεν έχει το μαύρο, αλλιώς δεν θα ήταν ένα όμορφο ουράνιο τόξο. Συμφωνείς μαμά μου;

– Ναι, μωρό μου… Ευτυχώς…, είπε ξεψυχισμένα.

– Το πράσινο, όμως, γιατί λείπει μαμά;

– Το πράσινο σχηματίζεται από το μπλε και το κίτρινο.  Δεν το βλέπουμε γιατί το μετατρέπουμε εμείς οι άνθρωποι σε διάφορα πράγματα.

– Τι εννοείς, μαμά μου;

– Να, για να καταλάβεις, τώρα το πράσινο έχει μετατραπεί σ’ αυτήν βαρκούλα που μας πηγαίνει μακριά από το μαύρο. Μακριά από τον πόλεμο… Το τελευταίο το είπε χαμηλόφωνα για να μην την ακούσει ο μικρός.

-Νιώθω τυχερός που θα βρούμε ουράνιο τόξο εκεί που πηγαίνουμε μανούλα μου…

-Στεριά, στεριά, στεριά… άρχισε κάποιος συνεπιβάτης να φωνάζει τρελαμένος από τη χαρά του και ο διάλογος του μικρού Σουφρέ με τη μαμά του διακόπηκε.

Στην αρχή δεν τον πίστεψαν οι υπόλοιποι. Θεώρησαν ότι η πείνα ή η δίψα ή στην εσχάτη η  επιθυμία του να φτάσουν επιτέλους κάπου τον οδηγούσε σε παραισθήσεις. Κι όμως, να που ήταν αλήθεια. Η στεριά δεν φαινόταν να είναι και πολύ μακριά από κοντά τους. Όταν πείστηκαν όλοι ότι ήταν αλήθεια, το ηθικό τους αναπτερώθηκε. Ένιωθαν τώρα ότι η βαρκούλα, άρχισε διά μαγείας να οδεύει εκεί πιο γρήγορα, με την ελπίδα να ξεκουραστεί κι αυτή από το βάρος τόσων ανθρώπινων ψυχών στην πλάτη της.

Ο μικρός αγκάλιασε τη μαμά του. Της ψιθύρισε στο αφτί ότι ήδη έβλεπε μπροστά του ένα ουράνιο τόξο, αν και υπήρχε αρκετή ομίχλη πάνω από τη θάλασσα. «Το βλέπω κι εγώ, γιε μου», του αποκρίθηκε. Γύρισε και κοίταξε ο ένας τον άλλον με μια ματιά που ξεχείλιζε από αγάπη.

Τα νερά της θάλασσας ενώ ήταν ήρεμα τόσες μέρες, τώρα ξαφνικά άρχισαν σιγά σιγά να αγριεύουν. Το φουσκωτό πλοιάριο άρχισε να κουνιέται πέρα δώθε σαν τρελό και τριάντα άνθρωποι προσπαθούσαν να κρατηθούν ο ένας από τον άλλον.

Η πάλη με τα κύματα κράτησε δυο ώρες περίπου. Αρκετοί άνθρωποι έπεσαν στη θάλασσα. Ο Σουφρέ κρατούσε στην αγκαλιά του τώρα την μικρή του αδελφή, αλλά η  μανούλα του δεν ήταν κοντά του. Έπεσε κι αυτή στη θάλασσα. Ο Σουφρέ δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να την βοηθήσει.

Ένα ελικόπτερο ακούστηκε να πετά πάνω από τα κεφάλια τους. Σε λίγο κατέφτασε κοντά τους ένα μεγάλο πλοίο και το πλήρωμά του άρχισε να πετά σωσίβια στη θάλασσα. Τρία φουσκωτά παρόμοια με το δικό τους κατέβηκαν με τροχαλίες μέσα στη θάλασσα. Το ένα πλησίασε το δικό τους. Τώρα μεταφέρθηκαν σ’ αυτό το φουσκωτό και σε πολύ λίγο βρίσκονταν μέσα στο μεγάλο πλοίο. Δίπλα τους άρχισε να γίνεται ένας σωρός από τους ανθρώπους που μάζευαν πνιγμένους από τη θάλασσα.

Ο Σουφρέ έσφιξε τα δόντια. Ήταν δυνατός. Δεν έπρεπε να κλάψει. Κρατούσε ακόμα σφιχτά στην αγκαλιά του την αδελφούλα του. Γύρισε και της ψιθύρισε στο αφτί: «Μαζί θα βρούμε το ουράνιο τόξο κι η μαμά μας από εκεί ψηλά θα είναι περήφανη για μας! Θα σε φωνάζω «Αμάλ» που σημαίνει ελπίδα εκεί στην πατρίδα μας. Αλλά από δω και πέρα αυτή η άγνωστη γη θα γίνει η πατρίδα μας».

Φτάνοντας στη στεριά πλήθος κόσμου έτρεξε να τους υποδεχτεί. Τους αγκάλιασαν με κουβέρτες, τους προσέφεραν σάντουιτς και νερό. Μια γυναίκα αγκάλιασε τον Σουφρέ και την νέο-ονομασθείσα Αμάλ και έκλαιγε με λυγμούς. Ο Σουφρέ δεν καταλάβαινε γιατί γινόταν όλο αυτό.

Όσοι διασώθηκαν από το δικό τους φουσκωτό έκλαιγαν κι αυτοί. Κάποιοι γύρισαν και κοίταξαν τον Σουφρέ με την αδελφούλα του και αρκέστηκαν στο να πουν «Καημένα παιδάκια, τι θ’ απογίνουν τώρα;».

– Σουφρέεεεεεεεεεεεεεε, Σουφρέεεεεεεεεεεεε…. ξύπνα άνθρωπέ μου!

Ο Σουφρέ άνοιξε τα μάτια. Είχε γίνει ένας άνδρας σαράντα πέντε πλέον χρονών. Η Αμάλ από δίπλα είδε το παραξενεμένο του ύφος και συνέχισε να τον σκουντά μέχρι να ξυπνήσει εντελώς.

– Η κυρία Στέλλα σε περιμένει από το πρωί για να της βάψεις το σπίτι. Αγωνιά η γυναίκα για το τι σου συμβαίνει και δεν έχεις εμφανιστεί ακόμα, είπε η Αμάλ.

– Αμάλ, δεν θα το πιστέψεις! Ταξίδεψα σαράντα δύο ολόκληρα χρόνια πίσω. Τότε που πρωτοήρθαμε σ’ αυτήν την χώρα που μας αγκάλιασε και μας κράτησε σαν δικά της παιδιά. Είδα την μαμά μας. Τι όμορφη που ήταν! Ο μπαμπάς τελικά δεν ήρθε ποτέ να μας βρει όπως είχε πει η μαμά. Μάλλον θα πέθανε στον πόλεμο πριν καν ξεκινήσουμε εμείς για εκείνο το ταξίδι. Η μαμά ίσως το γνώριζε και δεν ήθελε να μας πληγώσει ή ίσως και κείνη δεν έμαθε ποτέ την τύχη του άντρα της.

– Μην τα σκέφτεσαι αυτά πάλι Σουφρέ, του είπε γλυκά η αδελφή του και τον έβαλε στην αγκαλιά της. Κι ας είχαν γίνει πια ολόκληροι άνθρωποι.

Ο Σουφρέ συνέχισε:

– Βρήκαμε το ουράνιο τόξο Αμάλ…. το βρήκαμε! Αλλά το δικό μας ουράνιο τόξο είχε τελικά και το μαύρο μέσα…

– … αλλά και το πράσινο, τον συμπλήρωσε η Αμάλ.

Η Αμάλ συνέχισε να αγκαλιάζει τον αδελφό της και του έχωσε ένα μεγάλο φιλί στο λαιμό, έτσι όπως ακριβώς του έκανε η μητέρα του.

-Γίναμε ολόκληροι άνθρωποι πια Σουφρέ. Είμαστε ευγνώμονες μόνο και μόνο για το ότι ζήσαμε, παρόλο που ήμασταν οι πιο αδύναμοι κρίκοι επάνω σ’ εκείνο το φουσκωτό. Είμαστε ευγνώμονες γι’ αυτήν την καλή κυρία που μας κράτησε κοντά της, κόντρα στη δική της οικογένεια, και μας μεγάλωσε σαν δικά της παιδιά, αρνούμενη στον εαυτό της να αποκτήσει βιολογικά παιδιά. Ναι, Σουφρέ… το δικό μας ουράνιο τόξο είχε και την αγάπη, και την πίστη, και την ηρεμία και την ελπίδα αλλά και το θάνατο των γονιών μας αλλά και το μίσος αυτών των λίγων που δεν μας αποδέχτηκαν ποτέ. Αυτών των ανθρώπων που θέλησαν να μας αρνηθούν το δικαίωμά μας να ζήσουμε κι εμείς σαν κανονικοί άνθρωποι… Να ζήσουμε και να χαρούμε σαν παιδιά!

Αυτά τα χρώματα που πλήγωσαν τα παιδιά αλλά ταυτόχρονα τα βοήθησαν για να επιβιώσουν, θα μείνουν για πάντα σφραγισμένα στις μικρές παιδικές τους ψυχούλες. Ναι! Παιδικές ψυχούλες γιατί  μόνο τα σώματά τους ήταν αυτά που μεγάλωσαν…

 

 

**

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Η Σύλβια Α. Λουκά γεννήθηκε το 1983 και κατάγεται από το Τραχώνι Λεμεσού. Έχει τελειώσει στο Λύκειο Αγίου Αντωνίου, τον κλασσικό συνδυασμό και είναι απόφοιτος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Τμήμα Φιλολογίας-Κλασσικής κατεύθυνσης. Το 2014 τελείωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές της στην «Ελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία» στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Μετρά πολλές συμμετοχές σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις ενώ στη συγγραφική της δουλειά περιλαμβάνονται πεζά και ποιήματα. Από το 2008 μέχρι το 2010 είχε αναλάβει την δακτυλογράφηση και επιμέλεια του περιοδικού «Ελληνική ώρα», στο οποίο δημοσιεύθηκαν πολλά άρθρα της κι όχι μόνο. Ως πρώτη της συγγραφική δουλειά κυκλοφόρησε το «Δακρύων μειδίαμα» (Βιβλιεκδοτική, 2008), μια μικρή ποιητική συλλογή. Ακολούθησε το «Μάδησε τη μαργαρίτα», (Βιβλιοεκδόσεις Αναζητήσεις, 2011), που αποτελεί την πρώτη της απόπειρα μυθιστορηματικής συγγραφής. Το 2015 συμμετέχει με το ποίημά της «Στις μέρες της κρίσης» στην ποιητική ανθολογία των Αναζητήσεων «Αποστάγματα Ψυχής». Ασχολήθηκε και με τη συγγραφή θεατρικών έργων από τα παιδικά της χρόνια, αλλά ποτέ δεν κατάφερε να κάνει μια ολοκληρωμένη δουλειά. Με έναυσμα την προκήρυξη ενός θεατρικού διαγωνισμού για τα δικαιώματα των παιδιών, δημιούργησε το πρώτο της ολοκληρωμένο θεατρικό έργο, με τον ομώνυμο τίτλο «Τα δικαιώματα του παιδιού». Τέλος, ασχολείται με την επιμέλεια και διόρθωση πανεπιστημιακών εργασιών και βιβλίων προς έκδοση. Αυτό τον καιρό πειραματίζεται με τη συγγραφή σειράς παραμυθιών και τον Οκτώβριο του 2015 ξεκίνησε το δικό της «Παιδικό Εργαστήρι Παραμυθιού». Το διήγημά της «Ο σταυρός του Μονίκ» παίρνει τιμητική διάκριση στον 5ο λογοτεχνικό διαγωνισμό που διοργάνωσε το ηλεκτρονικό περιοδικό eyelands σε συνεργασία με τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες. Το ποίημά της «Μεγαλείο Ψυχής» πήρε το δεύτερο βραβείο στο 6ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του ΕΠΟΚ.

**

ΕΠΙΛΟΓΗ EYELANDS

Επόμενα διηγήματα που περιλαμβάνονται στην επιλογή και θα δημοσιευθούν στο eyelands.gr είναι:

ΜΑΙΟΣ

Φανή Δούμα – Μια άλλη εκδρομή

ΙΟΥΝΙΟΣ

Γιώργος Τζεβελεκάκης – Έλληνες, του φωτός χρωματοφάγοι…

Αλεξάνδρα Κολιγιώτη –  Χρώματα

ΙΟΥΛΙΟΣ

Άννα Καρακατσάνη – Dream on

Ηλίας Στεργίου – Γαλάζιο

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Τσιντώμη Ευαγγελία – Όνειρο

Ιγνάτιος Μηλιόρδος – Χρώμα – χρήμα ένα γράμμα διαφορά

 

Η σειρά δημοσίευσης των διηγημάτων ακολουθεί την χρονική σειρά υποβολής τους στο διαγωνισμό.

Advertisements