Δημήτρης Α. Δημητριάδης: ποίηση / παραμύθια και απάντηση

Το eyelands δημοσιεύει πέντε ποιήματα και ένα κείμενο του γνωστού βορειοελλαδίτη λογοτέχνη Δημήτρη Α. Δημητριάδη

 

**

24-25-2--14-thumb-medium

Ποίηση του Δημήτρη Α. Δημητριάδη

 ΕΣΥ ΤΙ ΛΕΣ ΒΛΑΔΙΜΗΡΕ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ;

 Λιγόστεψαν οι χώροι της συγκέντρωσης αγαπητέ Βλαδίμηρε

νέοι ρήτορες κατέλυσαν την αγορά

ελαύνουν άλλες διδαχές

άλλες ενδείξεις

 

πίσσα σταλάζει ο ουρανός αγαπητέ Βλαδίμηρε

η έρημος μέσα στις πόλεις

και στο βάθος ουρλιαχτά παιδιών –

λαμπάδες καιόμενες ως το φυτίλι.

 

Ουδείς

ουδείς απόμεινε απροσπέλαστος λυρισμός αγαπητέ Βλαδίμηρε

κανένα μυστικό

κανένα θάμπωμα

πηχτή απλώνει η ζωή του ψυχουλκού

κι όποιος ελεύθερα συλλογάται

πρόσφυγας γίνεται.

 

Όλα λησμονούνται σ’ ένα λεπτό αγαπητέ Βλαδίμηρε

το βλέμμα ακολουθεί

διαθλάται

υπνωτίζεται

οι ρήξεις εξαφανίζονται

κι η παρέλαση των ονείρων αργεί πολύ να ξεπηδήσει.

 

Εσύ τι λες Βλαδίμηρε Μαγιακόφσκι;

 *

 

ΦΟΒΟΣ

 Φόβος

φόβος για ό,τι έρχεται

για ό,τι δεν έρχεται

για τις ώρες εκείνες που ξεθωριάζουν τα λόγια

δεν ξέρεις τι να πεις και τι να κάνεις

κι όλα χάνονται και πάνε

φόβος για τον αέρα που καταπίνει σιγά σιγά τη μητρόπολη

για τις σειρήνες που λεηλατούν τη σιωπή

και τις σκιές που ροκανίζουν το βράχο

φόβος όταν αργά αργά καταπίνοντας τις ταπεινώσεις

η απόγνωση γίνεται πηγάδι βαθύ

τα χείλη ξεραίνονται

το αίμα πονά

καταρρέεις

κι ο πυρετός σε στέλνει πίσω να κοιμηθείς

φόβος μπροστά στα κέρινα πρόσωπα

στις κέρινες μάσκες

φόβος μπροστά στο μειδίαμα του κυρίου διευθυντού

στο μειδίαμα του έφορα

και στο βάραθρο στο βλέμμα του γείτονα

φόβος καθώς βγαίνεις στην επιφάνεια κάθε πρωί

παίρνεις το τραμ

και φεύγεις στον ίδιο πάντοτε δρόμο

στον ίδιο πάντοτε τρόμο

όπου οι φωνές συνωστίζονται

και τα ύφαλα τρίζουν

φόβος γιατί καίγονται οι λέξεις

καίνε κι άλλα βιβλία

κι όχι δε λέει κανείς

φόβος ακούγοντας το διάγγελμα

 

το παραλήρημα

τις κραυγές αυτών που βασανίζονται κι αυτών που βασανίζουν

φόβος όταν δεν μπορείς να ουρλιάξεις

κανείς δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα σου

και την κραυγή σου κανείς δεν την ακούει

φόβος για το αγκάθι

την παγίδα

την ασύμμετρη απειλή

φόβος για τις ερημιές που χυμούν

για τις σκέψεις που εκμηδενίζουν τις σκέψεις

και τα χίλια σκυλιά

που γαυγίζουν στην αυλή του γελασμένου μας κόσμου

φόβος ότι θα σπάσουν τα τοιχώματα

άγρια νερά θα μας πνίξουν

το χιόνι ράκος θα μας καλύψει

η ξηρασία θα μας τσακίσει

 

φόβος για το σίδερο που δε γίνεται φως

για τον θάνατο που έρχεται

έρχεται

στις δύσκολες ώρες που μας άφησαν να πεθάνουμε.

*

 

ΠΑΝΩ ΣΟΥ ΓΑΝΤΖΩΝΩ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ

Έξαλλη νύχτα

ανεξιχνίαστη

στοιχειωμένη από αρματωμένα φαντάσματα

κι αιματηρές κληρονομιές

φορτωμένη ερωτευμένα ξωτικά

ματωμένα φεγγάρια

και σελώματα

 

ανικανοποίητη νύχτα

η ανάσα μου δίχως αντοχή

δίχως αιχμή

λυγίζει

ξεριζώνεται

δεν υπάρχει πια φόβος

ένας τρόμος μονάχα ορμά

με πιάνει απ’ τα μαλλιά

με σέρνει

παιανίζει τα εμβατήριά του

διατυμπανίζει τη νίκη του

διατυμπανίζει την ήττα μου

 

νύχτα μου

με τον ακοίμητο καημό

και το σαράκι

ανένδοτη νύχτα μου

που αλωνίζεις με άλογα φτερωτά

οργανώνεις τις άμυνες

και βγαίνεις στην κόντρα επίθεση

 

πάνω σου γαντζώνω την ψυχή μου.

*

ΑΥΤΟΣ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΕΛΟΣ

Δεν είναι πια ο ουρανός

το χώμα

το νερό

μα το νεκρό χρυσάφι

δεν είναι το ψωμί

ο ιδρώτας

η φλόγα στα μάτια

μα ένας αριθμός

μια υπογραφή

ο κήρυκας που παρελαύνει αλλάζοντας δέρμα

 

φίλε τι να σου γράψω

πως να ταρακουνήσω το τεράστιο μαύρο τίποτα

τι να σου πω για τα πισώπλατα χτυπήματα

τα ξεπουλήματα

γι’ αυτούς που δεν ακούνε

ούτε βλέπουν.

 

Αυτός ο πόλεμος δεν έχει τέλος.

*

 

ΘΑ ΒΓΟΥΜΕ ΠΑΛΙ

Μπορεί ν’ άλλαξαν όλα

να σάλεψαν οι εποχές

σκοτεινοί

κατακλυσμένοι δρόμοι να μας πνίγουν

μπορεί τα πλήθη

να βάζουν βόμβες στα θεμέλια του μυαλού

λυγμοί να κόβουν τα κεφάλια

κι οι λέξεις να σαλπίζουν υποχώρηση

μπορεί να’ ναι αργά

πολύ αργά

ο Μινώταυρος να μας έστρωσε για τα καλά στο κυνήγι

κι ο μίτος της Αριάδνης να’ ναι αξεδιάλυτο κουβάρι

όμως σας το λέω

και να το ξέρετε:

 

θα βγούμε πάλι.

Με το χέρι στην καρδιά

με το πείσμα του σίδερου

και το βλέμμα στο στόχο

θα βγούμε πάλι

 

για την επόμενη μέρα.

**

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Ζούμε σε μια εποχή όπου κάποιοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη ζωή μέσα από μια επίπλαστη και ψεύτικη εικόνα, αυτή που τους προσφέρεται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και την καταπίνουν αμάσητη επειδή η πραγματικότητα που ζουν δεν μπορεί να τους προσφέρει κάποια διαφορετική διέξοδο, μια κάποια χαραμάδα προς την κατανόηση του κόσμου, τον αυτοσεβασμό τους.

Οι άνθρωποι έχουν χάσει τον πραγματικό χρόνο, τον ουσιαστικό χρόνο που ωριμάζουν τα πράγματα, έχουν χάσει την αναγκαία βραδύτητα – απαραίτητη για τη σκέψη, για την αίσθηση και την απόλαυση της ζωής. Θεωρούν υπέρτατη αξία το χρήμα, μαθαίνοντας να εκτιμούν μόνον ό,τι αγοράζεται και πουλιέται. Οπότε, ακόμα και η εκπλήρωση βασικών αναγκών τους, όπως το φαγητό, ο έρωτας, η ανάγνωση, έχουν καταντήσει «προϊόντα» προς εκμετάλλευση.

Ζούμε στον κόσμο του διαδικτυακού παιχνιδότοπου τρέφοντας την ψευδαίσθηση της «ανοιχτής, πανανθρώπινης ελευθερίας», του «δημόσιου διαλόγου», αγνοώντας ότι ο πολύχρωμος αυτός κόσμος της διαδραστικής εικόνας είναι απλώς προέκταση του φυσικού μας κόσμου. Αγνοώντας ότι στο βαθμό που ο φυσικός κόσμος έχει καταντήσει μια στυγνή και βάρβαρη αγορά, που υποτάσσει κάθε δίκαιο και ηθική στους νόμους του άγριου χρηματιστικού κέρδους, το ίδιο ακριβώς ισχύει και στον διαδικτυακό. Πέρα από την όποια αδιαμφισβήτητη χρησιμότητα του διαδικτύου, ως εργαλείου, ζούμε σε ένα απέραντο ψηφιακό εργοστάσιο όπου οι πάντες, είτε μας αρέσει είτε όχι, διαθέτουμε ακατάπαυστα τις υπηρεσίες μας, το χρόνο μας, τη ζωή μας.

Οι άνθρωποι πορεύονται, πλέον, διδασκόμενοι να μην ελπίζουν κάτι καλύτερο από το προσωπικό, εθισμένοι στο να αντικρίζουν τον κόσμο με τα τρύπια μάτια της Μπάρμπι, μαθαίνοντας ότι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή είναι το εύκολο, γρήγορο κέρδος, χάνοντας το βιβλίο και το διάβασμα ως εργαλείο ζωής.

Ωστόσο, βιβλίο εστί παραμυθία και απάντηση. Με το βιβλίο γαληνεύουν ο νους και η ψυχή, για να μπορέσουν να ξανακοιταχτούν στο μαγικό τους καθρέφτη και να πλάσουν το όραμα της επόμενης μέρας. Βιβλίο και διάβασμα οδήγησαν το ανθρώπινο γένος στην εξέλιξη, μέσα από την ευγένεια κάθε συναισθήματος. Με το βιβλίο και το διάβασμα θα αντιμετωπιστούν, εκ νέου, οι παραλογισμοί των δύσμοιρων καιρών μας. Με όπλα διαχρονικά πνευματικά, με στρατούς εννοιών, με ήθος και αξιοπρέπεια θα αντιμετωπιστούν οι ξύλινοι έως ανόητοι λόγοι, οι γυρολόγοι πωλητές των ανθρώπινων αναγκών. Η αναδημιουργία ενός καλύτερου, δικαιότερου κόσμου, ξεκινά από εδώ, από τις σκέψεις που αναδύονται μέσα από τις γραμμές των βιβλίων και των κειμένων.

Ας γίνουν οι τόποι του βιβλίου τόποι απόδρασης, η σκέψη τόπος προορισμού, οι χάρτινες σελίδες ριπές θαλασσινής αύρας χειμώνα – καλοκαίρι και οι γειτονιές των καταφρονεμένων γειτονιές των βιβλιοφάγων: οι καταφρονεμένοι θα πάψουν να είναι οι αμελητέοι του συστήματος και θα γίνουν οι σκεπτόμενοι κριτές του.

Ας διαβάζουμε στους δρόμους. Σε πεζούλες, σε παγκάκια, σε πάρκα. Εκεί που το κείμενο αναπνέει μακριά από τα θερμοκήπια της πλήξης. Εκεί που οι λέξεις μπλέκουν με τις μορφές, η ποίηση των στίχων με τον πεζό των πεζοδρομίων, εκεί που οι εικόνες μπλέκουν με τις εικόνες. Ας διαβάζουμε στο μετρό, στα τρόλεϊ, στα λεωφορεία, αφήνοντας τον συνειρμό να τρέχει γρηγορότερα από το συρμό.

Ας κάνουμε τα πάντα στη ζωή μας έχοντας δίπλα μας ένα βιβλίο. Ας τρώμε παρέα με ένα βιβλίο, ας πίνουμε κρατώντας ένα βιβλίο, ας κοιμόμαστε συντροφιά με ένα βιβλίο. Οι σελίδες του αναζητούν χώρο στα πιο πυκνοκατοικημένα ράφια της ψυχής μας. Από το σπίτι, από τη δουλειά, από το δρόμο, ας χαρίσουμε ένα βιβλίο, ας ανταλλάξουμε ένα βιβλίο, ας στείλουμε ένα βιβλίο, ας δώσουμε ένα βιβλίο στον άλλον. Είναι η μόνη απάντηση στους διαταραγμένους καιρούς μας, όπου η ψυχή ψάχνει κάπου να πιαστεί, όπου τα μάτια αναζητούν την ελπίδα, όπου ο νους αγωνιά να γοητευτεί για να πράξει.

Ήρθε η ώρα να ξαναμυηθούμε στη σοφία των αιώνων, με το βιβλίο. Ας γίνει, λοιπόν, η ανάγκη γνώση και επίγνωση. Οι βιβλιοθήκες, οι τόποι βιβλιοσυναντήσεων είναι ανοιχτά και μας περιμένουν. Ας πράξουμε μια επανάσταση. Ας αντισταθούμε στην απομόνωση και στον κοινωνικό αποκλεισμό. Ας σηκωθούμε από τον καναπέ της τηλεόρασης και ας πάμε σε μια συνάντηση συγγραφέων. Για μας γράφουν, ακόμη κι όταν είναι κλεισμένοι στο σύμπαν τους. Το δικαιούμαστε, καθώς τα βιβλία είναι ανοιχτά σε όλους ανεξαιρέτως, είναι πιο ελεύθερα και δημοκρατικά ακόμη κι από αυτούς που τα γράφουν.

Και, ναι, είναι η φυγή από την πραγματικότητα μέσα στην πραγματικότητα, είναι το νυχτερινό ραντεβού, η ανάπαυλα την ώρα της ξεκούρασης, η απογευματινή σιέστα με παγωμένο κοκτέιλ κάτω από τον ήλιο ή με παγωτό σοκολάτα.

Οι λέξεις, οι σκέψεις, μας ανοίγονται απλόχερα. Είναι εκεί για μας. Ο αναγνώστης έχει πια τον πρώτο λόγο. Ο πολίτης έχει πια τον πρώτο λόγο. Ας γίνει, λοιπόν, ο πολίτης αναγνώστης και ο αναγνώστης πολίτης. Τότε, το συλλογικό νόημα της επίγνωσης θα’ ναι τόσο εκκωφαντικό, που κανείς δεν θα μπορεί να το αγνοήσει.

Τότε η επανάσταση της ανάγκης θα έχει γίνει πράξη.

**

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΔΗΜΗΤΡΗ Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ

Ο Δημήτρης Α. Δημητριάδης γεννήθηκε το 1955 στο Τέμενος Παρανεστίου Δράμας και ζει στη Θεσσαλονίκη. Ασχολείται με τη λογοτεχνία και τη δημοσιογραφία.

Πρωτοδημοσίευσε κείμενά του στα περιοδικά «Επίκαιρα» και «Ταχυδρόμος» και συνεργάζεται με πολλές περιοδικές εκδόσεις λόγου και τέχνης («Μανδραγόρας», «Ένεκεν», «3η χιλιετία», «Δίοδος» κ.α.)

Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα Γαλλικά, Ιταλικά και Πολωνικά και περιλαμβάνονται σε πολλές Ανθολογίες και συλλογικές εκδόσεις.

Άρθρα και μελέτες του μεταδίδονται από ραδιοφωνικές εκπομπές, ενώ παράλληλα διατηρεί τη στήλη «στην απέναντι όχθη» της εφημερίδας «Ενημέρωση» με θέματα πολιτικού και κοινωνικού προβληματισμού.

Έχει εκδώσει εννιά ποιητικές συλλογές και τιμήθηκε για το έργο του από το Δήμο Θεσσαλονίκης και τον Σύνδεσμο Εκδοτών Βορείου Ελλάδος

 

*

πίνακας: Καζιμίρ Μάλεβιτς: «Κεφάλι». Ρωσικό Κρατικό Μουσείο της Αγίας Πετρούπολης …

 

Advertisements