Συγγραφείς της άμμου: Απόστολος Λαγαρίας

Το eyelands θα φιλοξενήσει όλο το καλοκαίρι κείμενα από τους συγγραφείς των εκδόσεων Παράξενες Μέρες που συμμετέχουν στο Φεστιβάλ της Άμμου.

Απόστολος Λαγαρίας, Γεωργία Μαμά, Αντριάνα Μίνου και Αντώνης Τσιρικούδης  που έχουν εκδώσει βιβλία τους στις Παράξενες Μέρες και θα είναι μαζί μας στο Φεστιβάλ της Άμμου για να μιλήσουν τα βιβλία τους αλλά και να συμμετέχουν σε ένα πρωτότυπο workshop μαζί με τους συγγραφείς που τα κείμενά τους θα επιλεγούν για το φεστιβάλ επιλέγουν δημοσιευμένα και αδημοσίευτα κείμενα και τα προσφέρουν στο «νησί».

Ένα κείμενο κάθε Τετάρτη, δύο κείμενα από κάθε συγγραφέα, ένα καλοκαίρι με τους συγγραφείς της Άμμο. Ξεκινάμε αλφαβητικά με τον Απόστολο Λαγαρία

  Ο Μίτος της Αριάδνης

 photo_Αποστολος Λαγαρίας μικρη«Γιατί θέλεις να μιλάμε συνέχεια για το παρελθόν;»

Δύσκολη ερώτηση. Ενδιαφέρουσα. Ουσιαστική. Ευτυχώς εκείνη την ώρα ήρθαν τα ποτά. Bacardi με κόλα για εκείνη, Jameson με ένα κομμάτι πάγο για εμένα. Η σερβιτόρα άφησε τα ποτήρια στο τραπέζι, όπως έσκυβε τα μαλλιά της άγγιξαν τον πρόσωπό μου και αισθάνθηκα το άρωμά της.

Μείναμε ξανά οι δυο μας. Η μουσική στο μπαρ βασανιστικά χαμηλή, ο κάθε ψίθυρος θα μπορούσε να ακουστεί. Ήπια το ένα τρίτο απ’ το ποτό μου με τη μία. Εκείνη έβρεξε απλά τα χείλη της. Δε θα με συνόδευε επομένως απόψε στην επιθυμία να μεθύσω. Γιατί την είχα απέναντί μου και δεν είχα τίποτα απολύτως να της πω. Εκτός από το παρελθόν φυσικά. Το δικό μου, το δικό της, το δικό μας, το παρελθόν που μοιάζει με ένα ανεξάντλητο πηγάδι ιστοριών.

«Γιατί δε βλέπω τίποτα στο μέλλον».

Έδειξε προετοιμασμένη για την απάντηση αυτή. Ήπια ξανά από το ποτήρι. Έβγαλε τον καπνό από την τσέπη του παλτού της και άρχισε να στρίβει ένα τσιγάρο, έδειχνε απόλυτα προσηλωμένη σε αυτό σαν να ήταν κάτι που είχε τεράστια σημασία και που θα έπρεπε να εκτελεστεί άψογα, αριστοτεχνικά.

«Μα δεν εννοώ αυτό», είπε στο τέλος αφού της έδωσα φωτιά και εξέπνευσε τον καπνό απολαυστικά. «Δε σε ρωτάω για ποιο λόγο δε συζητάμε για το μέλλον. Άλλωστε εγώ αυτό συνήθως το αποφεύγω, νομίζω πώς το μέλλον διαμορφώνεται από την κάθε μας στιγμή, μεταβάλλεται, μεταμορφώνεται, είναι ένα άμορφο κουβάρι με νήματα που ξεκινούν από το τώρα και που τα ίχνη τους χάνονται σε ένα λαβύρινθο από εκδοχές. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να τα ακολουθήσεις και να δεις που οδηγούνε. Φαντάζομαι ότι τα περισσότερα σε οδηγούνε πιο βαθιά μέσα στα αδιέξοδα στενά. Ή ίσως σε θανάσιμες παγίδες, σε υπόγειες καταπακτές, τέρατα και μινώταυρους. Στην παρομοίωσή μου το παρελθόν μοιάζει και αυτό με ένα νήμα, με μια εκδοχή, που είναι όμως η μόνη που γνωρίζουμε την πορεία της. Και έτσι μπορείς να την εμπιστευτείς, να την ακολουθήσεις προς τα πίσω, να αγκιστρωθείς σε αυτή, να την αφήσεις να σε οδηγήσει έξω».

«Ο μίτος της Αριάδνης. Η επιστροφή από το λαβύρινθο στο φως. Το να μιλάς για το παρελθόν είναι επομένως ένας τρόπος να δραπετεύεις;»

«Ναι. Αλλά μοιάζει με το κρίσιμο σημείο μιας πορείας που αποδέχεσαι ότι έχεις πια εγκλωβιστεί και ότι φοβάσαι το άγνωστο και ότι το μόνο που επιθυμείς είναι να επιστρέψεις».

«Βρισκόμαστε σε αυτό το σημείο εσύ και εγώ;».

«Ναι, υποθέτω».

Ζήτησα ακόμη ένα Jameson και έμεινα να την παρατηρώ. Δεν έδειχνε να έχει αλλάξει καθόλου με τα χρόνια. Τα ίδια διάφανα μάτια, η ίδια γλυκιά και απαλή φωνή, ο ίδιος τρόπος να κρατάει το τσιγάρο, να φυσάει τον καπνό και το βλέμμα της να χάνεται για λίγα δευτερόλεπτα στο σύμπαν. Τα χείλη της που είχαν σχηματίσει το όνομα μου άπειρες φορές, και που εγώ ως ανταπόκριση τα είχα φιλήσει άλλες τόσες. Το σώμα της ακόμη όμορφο και ευλύγιστο, τα δάκτυλα των χεριών της λεπτά, σκασμένα από το κρύο, πλησίαζαν γιορτές για ακόμη μια φορά, στις παρυφές της πόλης στον κήπο του σπιτιού μας είχε πέσει απ’ το πρωί το χιόνι.

Είχα ξυπνήσει πρώτος όπως πάντα και το είχα δει να πέφτει σαν σε χορό, έπειτα πήγα στην κουζίνα έκανα καφέ και έμεινα εκεί μόνος να τον πίνω κοιτάζοντας τις νιφάδες να σκεπάζουν λεπτό με το λεπτό το παρτέρι με τις τριανταφυλλιές. Η πόρτα της κλειστή. Την σκεφτόμουνα όπως ήταν κοιμισμένη, με εκείνο το γαλήνιο πρόσωπο, το ζεστό άγγιγμα, το ονειρεμένο σώμα γυμνό κάτω από τα σκεπάσματα. Η πόρτα της κλειστή και εγώ απλώς περίμενα να ανοίξει. Απλώς περίμενα.

Γιατί θέλεις να μιλάμε συνέχεια για το παρελθόν;

Δύσκολη ερώτηση. Το παρελθόν που με έφερε στο τώρα, το αγαπούσα. Είχα απολαύσει την κάθε του στιγμή. Και εκείνο με οδήγησε εδώ. Σε αυτή τη στιγμή, με τη σερβιτόρα να καθυστερεί απελπιστικά να φέρει το δεύτερο ποτό, τη μουσική να παίζει πάντα χαμηλά, τα αυτοκίνητα να συνωστίζονται έξω από το τζάμι στο φανάρι της λεωφόρου, τη θάλασσα να διακρίνεται αγριεμένη μέσα στην καταχνιά. Και ναι, αυτή η στιγμή έμοιαζε αδιέξοδη και ο μίτος της Αριάδνης μια παγίδα.

Να σου απαντήσω λοιπόν. Γιατί είναι το μόνο που μου απομένει. Γιατί δεν έχω κάτι άλλο να σου πω. Γιατί σε ξέρω και με ξέρεις και το μόνο που μπορεί να μας εκπλήξει πια είναι το πώς φτάσαμε ως εδώ. Γιατί όταν ξυπνάω κάθομαι και κοιτάζω την κλειστή σου πόρτα και εύχομαι να βγεις αλλά και να μη βγεις, ταυτόχρονα και τα δύο, αφού επιλέγω ως αγαπημένη μου στιγμή της μέρας τη στιγμή αυτής της αναμονής, τη στιγμή που σε σκέφτομαι, που σε αναπολώ, χωρίς πραγματικά να σε έχω εκεί, χωρίς να σε έχω εδώ, χωρίς να σε έχω τώρα, τώρα που για μιλήσουμε επιτέλους και για να πούμε όλα αυτά πρέπει να πιώ δυο ή και τρία ποτήρια, πρέπει να νιώσω ότι δραπετεύω από τη στιγμή, πρέπει να αρχίζω να σε ονειρεύομαι και όχι να σε αντικρίζω. Εκείνη άρχισε να στρίβει ένα δεύτερο τσιγάρο. Το ποτήρι της ακόμη μισογεμάτο. Όχι, δεν πρόκειται να με συνόδευε απόψε στην επιθυμία μου να μεθύσω.

«Εάν βρισκόμαστε όντως στο σημείο αυτό, τότε είμαστε από καιρό νεκροί», της είπα και την κοίταξα μέσα στα μάτια.

Γέλασε. «Δεν είναι υπέροχα;»

«Πώς δηλαδή υπέροχα;».

«Μα είναι ο παράδεισος μας. Δεν είναι κάτι φοβερό, απλώς περιφερόμαστε σαν τα φαντάσματα και κοιτάζουμε από ψηλά το παρελθόν, τις μέρες που υπήρξανε αληθινές».

«Μπορεί και να έχεις δίκιο».

Έσκυψε μπροστά και μου άρπαξε το χέρι.

«Σταμάτα να συμφωνείς μαζί μου. Τι έχεις πάθει επιτέλους; Σου λέω μαλακίες τόση ώρα και εσύ πίνεις απλώς και συμφωνείς. Σε τι ακριβώς συμφωνείς, στο ότι είμαστε νεκροί; Αν νιώθεις έτσι τρέξε μακριά, μακριά από μένα, όσο πιο μακριά μπορείς».

Η γάτα του άρνολντΤις τελευταίες λέξεις τις είπε δυνατά και κάποιοι γύρισαν να μας κοιτάξουν. Καταραμένο μπαρ, κάθε ψίθυρος θα μπορούσε να ακουστεί. Η αναπνοή της είχε γίνει γρήγορη, νόμιζα ότι την ακούω μεγεθυμένη από μια ηχώ που αντηχούσε μέσα μου, ένιωθα τους παλμούς της, το αίμα να χτυπάει στις φλέβες της, την ένταση, την αγωνία, το θυμό. Έπειτα ηρέμησε, κάθισε ξανά πίσω, άδειασε επιτέλους το ρούμι με την κόλα. Είδα για μια στιγμή ξανά το απλανές της βλέμμα. Ταξίδευε τώρα, στις δικές της σκέψεις, στο δικό της παρελθόν.

Αλλά η φράση είχε ειπωθεί. Σε μια στιγμή παρόρμησης, σε ένα ξέσπασμα, σε μια δική της κρίση, μια κρίση που διήρκησε ελάχιστα δευτερόλεπτα απέναντι στην αιώνια δικιά μου, είχε μπορέσει να μου πει το προφανές. «Τρέξε μακριά από μένα». Αλλά δεν ήθελα πραγματικά να τρέξω, ήταν σαν κάποια αόρατα δεσμά, κάποιο νήμα να με κρατούσε εκεί στην αγκαλιά της να ακούω την απαλή ανάσα της κάθε πρωί έξω από την κλειστή πόρτα, πίνοντας μόνος τον καφέ, κοιτάζοντας τον χιόνι που έπεφτε στον κήπο. Και έμοιαζε να έχει δίκιο, το παρελθόν ήταν πράγματι ο μίτος της Αριάδνης και εγώ αφού τον είχα τραβήξει απ’ την άκρη και τον είχα δέσει πάνω μου, είχα τυλιχτεί με αυτόν σφιχτά, είχα ακινητοποιηθεί και έτσι δεν υπήρχε πια καμία ασφαλής διαδρομή προς το έξω, καμία επιστροφή, μόνο το τώρα τυλιγμένο μέσα στο παρελθόν, εγκλωβισμένο, αδιέξοδο, κενό.

Συνέχιζε να είναι αποτραβηγμένη στον εαυτό της. Και τότε επιτέλους είδα την αλήθεια. Την είδα στο κρεβάτι ξαπλωμένη με τα μάτια της κλειστά να περιμένει να σηκωθώ να πάω στην κουζίνα και να κάνω τον καφέ, να μένει επιτέλους μόνη πίσω από την κλειστή πόρτα και να τραβάει λίγο την κουρτίνα στα κρυφά να δει και εκείνη τις νιφάδες να προσγειώνονται στις τριανταφυλλιές. Την είδα τυλιγμένη στα δεσμά της, στα ίδια όμοια δεσμά, την ένιωσα πάνω μου δεμένη να ασφυκτιά, να μην μπορεί να φύγει, να ξέρει ότι δεν υπάρχει επιστροφή στο παρελθόν αλλά ούτε πια και μέλλον.

Πάντοτε νόμιζα ότι για εκείνη θα ήτανε αλλιώς. Ότι είχα το προνόμιο του να εγκλωβίζομαι αυτόβουλα σε μια προσωπική παγίδα. Αλλά εκείνη τα ήξερε όλα αυτά από καιρό. Τα είχε αναλύσει, τα είχε περιγράψει παραστατικά, τα είχε αποκρυσταλλώσει, τους είχε δώσει όνομα, μορφή. Δε ζητούσε από εμένα να τρέξω μακριά. Το έλεγε απλώς στον εαυτό της. Σήμερα. Το ίδιο βράδυ. Θα επέλεγε να φύγει. Θα έσπαγε τα αιώνια δεσμά. Θα διάλεγε μια νέα πορεία στο λαβύρινθο, άγνωστη, εφιαλτική, χωρίς καμία προστασία, ανυπεράσπιστη και ναρκωμένη από αιώνες απραξίας. Θα χανόταν σίγουρα, θα φώναζε τρομοκρατημένη τ’ όνομα μου στα σκοτεινά, αλλά θα ήταν επιτέλους ζωντανή.

Ζήτησα το λογαριασμό, Δύο ουίσκι και ένα μπακάρντι κόλα, 24 ευρώ. Η σερβιτόρα έψαχνε τα ρέστα, ενώ εκείνη έδειξε να ξυπνάει. Μου χαμογέλασε.

«Φεύγουμε;» είπε και ένιωσα στη φωνή της εκείνη τη γλυκιά κούραση που πάντοτε την έπιανε μετά από το ποτό, θα ξάπλωνε στον καναπέ και θα έβαζε χαμηλά ένα δίσκο της Sibylle Baier, θα έκλεινε τα μάτια όσο εγώ θα ετοίμαζα το βραδινό. Ποιόν κοροϊδεύαμε και οι δυο; Δε θα δραπετεύαμε ποτέ. Εκεί στο κέντρο του λαβύρινθου, μαζί, με το νήμα της Αριάδνης σφιχτά δεμένο πάνω μας, ηδονικά. Σήμερα, αύριο, κάθε πρωί, για πάντα.

 

 

  • Από τη συλλογή διηγημάτων «Μυθο-λογίες», 2015 (e-book, εκδόσεις «24 Γράμματα», σειρά «εν καινώ» νο.110)

 

**

Ο Απόστολος Λαγαρίας γεννήθηκε στη Λάρισα το 1981 και ζει στα Εξάρχεια αν και είναι ερωτευμένος με το Βερολίνο. Είναι αρχιτέκτονας και διδάκτορας του τομέα Πολεοδομίας, Χωροταξίας & Περιφερειακής Ανάπτυξης του τμήματος Αρχιτεκτόνων ΑΠΘ. Έχει βραβευτεί σε αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς και έχει δημοσιεύσει εργασίες σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Ως μουσικός συμμετέχει -με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Strange C- σε συγκροτήματα της ανεξάρτητης ροκ σκηνής και έχει γράψει μουσική για θέατρο και ταινίες. Έχει εκδώσει τις συλλογές διηγημάτων «Το Τέρας» (εκδόσεις Σαΐτα, 2014), «Παλέρμο επί Πέντε» και  «Μυθο-λογίες» (εκδόσεις «24 Γράμματα» σειρά «εν καινώ», 2013 και 2015 αντιστοίχως) σε ηλεκτρονική μορφή. Κείμενά του έχουν διακριθεί σε πανελλήνιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και έχουν κυκλοφορήσει σε συλλογικούς τόμους (από εκδόσεις Παράξενες Μέρες, εκδόσεις iWrite κ.α.), ενώ διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στην ιστοσελίδα Eyelands και στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό Fractal. Έχει βραβευτεί τρεις φορές από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών στην κατηγορία μυθιστορήματος και νουβέλας (2015-2016), ενώ έχει γράψει και το σενάριο για την ταινία μικρού μήκους «Σκακιέρα» (2017). Η «Γάτα του Άρνολντ» που κυκλοφόρησε την άνοιξη του 2017 από τις Παράξενες Μέρες είναι το πρώτο του μυθιστόρημα. Ήταν το ένα από τα δύο βραβευμένα κείμενα στον πρώτο διαγωνισμό μυθιστορήματος, το 2016.

Advertisements