Οι συγγραφείς της άμμου – 2: Γεωργία Μαμά

Το eyelands παρουσιάζει δημοσιευμένα και αδημοσίευτα κείμενα των συγγραφέων που είναι καλεσμένοι στο φετινό φεστιβάλ της Άμμου στα Κουφονήσια. Ένα κείμενο κάθε Τετάρτη, δύο κείμενα από κάθε συγγραφέα, ένα καλοκαίρι με τους συγγραφείς της Άμμου. Αυτή την εβδομάδα έχει σειρά η Γεωργία Μαμά.

Το φόρεμα

Ανεβοκατεβαίνει τις κυλιόμενες. Από τον έναν όροφο στον άλλο. Πάνω-κάτω. Δεν σταματάει. Το έχει βρει παιχνίδι. φώτο μαμαΘυμάται τη μητέρα της, τριάντα χρόνια πριν, να την βαστάει σφιχτά από το χέρι, να μην τη χάσει στην πολυκοσμία. Το πολυκατάστημα ήταν γεμάτο κόσμο, κυρίως γονείς με παιδιά, πήγαιναν να δουν τον Αη Βασίλη, να φωτογραφήσουν τα παιδιά τους στην αγκαλιά του γελαστού γενειοφόρου με την κόκκινη στολή, να αγοράσουν δώρα για τα Χριστούγεννα. Δεν υπήρχαν οι μεγάλες αλυσίδες παιχνιδιών εκείνη την εποχή. Η επίσκεψη στο κέντρο της πόλης ήταν απαραίτητη. Έπειτα περνούσαν και από τον «Κρίνο» στην Αιόλου να φάνε λουκουμάδες, έτσι στα γρήγορα, και επέστρεφαν σπίτι με κόκκινα μάγουλα και οι δύο. Από το περπάτημα, από την έξαψη που τους προκαλούσαν τα ψώνια, τα παιχνίδια για εκείνη, οι μικρές παρασπονδίες για την αγορά καλλυντικών ή κάποιου ακριβού αρώματος για τη μητέρα της. Τους θυμάται τους διαλόγους με τις πωλήτριες.

«Να σας αρωματίσουμε λίγο;»

«Πολύ λίγο, εδώ στην άκρη των δακτύλων, ξέρετε φοράω, ήδη, το αγαπημένο μου άρωμα..»

«Και σας πάει τέλεια..Αλλά το καινούργιο άρωμα του οίκου…… είναι μοναδικό.»

«Πραγματικά υπέροχο», απαντούσε πάντα η μητέρα, πριν καν το μυρίσει, για να προσθέσει αμέσως μετά:

«Σίγουρα θα είναι απλησίαστο..»

«Όχι, μην το λέτε, για τους πελάτες μας κάνουμε τις καλύτερες τιμές»

Υπερβολή, σκέφτεται στο σήμερα η Ανθούλα, αλλά και πάλι ίσως όχι, εξάλλου όλοι πελάτες τους ήταν, πήγαιναν και ξαναπήγαιναν στο κατάστημα, μία φορά δεν ήταν ποτέ αρκετή. Το Σεπτέμβρη για τα σχολικά, τα Χριστούγεννα για τα δώρα, τις Απόκριες για τα μασκαρέματα, το καλοκαίρι για τα μαγιό..

Ανεβοκατεβαίνει τις κυλιόμενες και σκέφτεται ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να σταματήσει αλλά δεν το παίρνει απόφαση. Της αρέσει αυτή η αίσθηση ότι οι σκάλες την πηγαίνουν, ότι δεν απαιτείται προσπάθεια, ότι το μόνο που πρέπει να κάνει κατά την ανάβαση είναι να πατήσει στο πρώτο σκαλοπάτι ενώ κατά την κατάβαση απλώς να έχει το νου της για να μην σκοντάψει στο τέλος, εκεί που χωνεύονται, λες, οι σκάλες.

Το εμπορικό κέντρο είναι φωταγωγημένο- δεν έχει σημασία που έξω η ημέρα είναι λαμπερή. Χειμωνιάτικη αλλά με εκείνο τον ήλιο που σε κάνει να θέλεις να ψάξεις το ημερολόγιο να δεις μήπως έχεις λαθέψει, ή να αναρωτιέσαι αν βρίσκεσαι σε ένα άλλο ημισφαίριο και ούτε καν αυτό δεν το γνωρίζεις..Από τις σκάλες κοιτάζει τις βιτρίνες των καταστημάτων: Μπάλες, λάμψη, χρυσός. Ο στολισμός και τα έντονα φώτα της προκαλούν ζαλάδα αλλά ταυτόχρονα επιτείνουν την αίσθηση της εορταστικής ατμόσφαιρας. Σε έναν μήνα Χριστούγεννα.

Σκέφτεται ότι σε λίγο θα σταματήσει να πηγαίνει από τη μία σκάλα στην άλλη, θα το πάρει απόφαση να εγκαταλείψει το παιδικό αυτό παιχνίδι, θα σοβαρευτεί και θα αρχίσει να χαζεύει στα μαγαζιά όπως οι άλλες κυρίες της ηλικίας της. Δεν είναι πια παιδί για να θαμπώνεται από τα φώτα και τα λαμπερά ψεύτικα δέντρα, τα πιο όμορφα από τα αληθινά, αλλά και κανένα παιδικό χεράκι δεν την κρατάει στη ζεστή του χούφτα. Ανεβαίνει και κατεβαίνει μόνη. Πόσο θα επιθυμούσε να έχει στο πλάι της τη μητέρα της, να την βαστάει όπως τότε, και τώρα μεγάλες και οι δυο να δοκιμάζουν φορέματα, πουκάμισα, παλτά. Ακόμη και κοσμήματα. Από εκείνα τα φτηνά, τα χαϊμαλιά, όπως τα έλεγε η μητέρα της, με τις πολύχρωμες χάντρες, ή τα περίτεχνα δεμένα κορδόνια. Να κοιτάζονται στον καθρέφτη και να μην ξέρουν ποια από τις δυο τους να πρωτοθαυμάσουν. Και τι να αγοράσουν. Γιατί στο σήμερα μπορούσαν να αγοράσουν πολλά. Τα χρήματα εξακολουθούσαν να είναι μετρημένα αλλά οι εποχές της μεγάλης στενότητας είχαν περάσει. Ή μήπως έκανε λάθος;

Περπατάει στον μεγάλο φαρδύ διάδρομο. Ο κόσμος είναι πολύς. Συγκρούεται σχεδόν πάνω του αλλά δεν ενοχλείται. Σήμερα τίποτα δεν την ενοχλεί. Δεν μπαίνει στο κατάστημα καλλυντικών όσο κι αν τα αρώματα φτάνουν έως έξω και ερεθίζουν τις αισθήσεις της. Χωρίς τη μητέρα δεν έχει αληθινό νόημα. Εκείνη τα δοκίμαζε όλα με μία εξυπνάδα και μία ευγένεια που την έκανε να σαστίζει. «Δεν θα αγοράσεις τελικά μαμά;», τη ρώταγε και εκείνη την είχε έτοιμη την απάντηση. «Στο τέλος, στο τέλος αγαπούλα, όταν θα δούμε τι θα έχει περισσέψει από τα αναγκαία». Τα απαραίτητα ήταν τα δώρα για τον μπαμπά, τον παππού, τη γιαγιά, τους θείους, τις θείες, τα ξαδέρφια, φίλους και φίλες. Είχαν όλοι τους τη θέση τους στις προτεραιότητές της.

Περιπλανιέται, θαρρείς, στους διαδρόμους και δεν το αποφασίζει να μπει στα καταστήματα. Παρά την πρωινή ώρα είναι σχεδόν όλα γεμάτα, αναρωτιέται πού βρίσκεται όλος αυτός ο κόσμος, γιατί δεν είναι στις δουλειές του. Είναι όλοι τους αργόσχολοι; Καλά τα ζευγάρια κάποιας ηλικίας που περπατάνε στο εμπορικό σαν να βρίσκονται στο πάρκο, αλλά όλη εκείνη η νεολαία, πώς και δεν βρίσκεται στα Πανεπιστήμια, στην εργασία. Σκαστοί όλοι; Απρόσμενη άδεια, ξαφνική ασθένεια; Όλα είναι πιθανά.

Η ίδια ποτέ δεν έχει τη δυνατότητα να πηγαίνει στα μαγαζιά τις καθημερινές. Ίσως μόνο την περίοδο των διακοπών αλλά τότε πάντα προτιμάει να είναι σε ένα παραθαλάσσιο μέρος, νησί ή όχι δεν έχει σημασία, φτάνει να έχει γρήγορη πρόσβαση στη θάλασσα, να μπορεί να βουτάει δύο, ακόμη και τρεις φορές μέσα στο εικοσιτετράωρο. Να κάνει όσο πιο πολλά μπάνια γίνεται και να τα μετράει όπως τα μικρά παιδιά. Παλαιότερα έπαιρνε και τους γονείς της μαζί. Μπορεί να μην κολυμπούσαν αλλά έπιναν καφέ στη σκιά, είτε στο ξενοδοχείο είτε σε κάποιο καφέ της παραλίας. Τώρα από τότε που ο μπαμπάς έφυγε απροσδόκητα και αθόρυβα όπως έζησε, κανονίζει με κάποια φίλη. Δεν είναι λίγες οι χήρες, οι χωρισμένες, οι μαλωμένες, οι μόνες. Δεν διαφέρει πολύ ο δρόμος στον οποίο βαδίζουν. Με τη φαντασία της τον παραλληλίζει με μία καταπακτή που οδηγεί σε ένα βαθύ υπόγειο. Την ανοίγεις και κατεβαίνεις, αλλά η σκάλα είναι ατελείωτη. Ακολουθείς συνεχώς, σχεδόν μηχανικά, τα σκαλοπάτια.. Μυρίζει και υγρασία. Νερό όμως δεν βλέπεις πουθενά. Αλλά συνεχίζεις, δεν υπάρχει ούτε ο τρόπος, ούτε και η επιθυμία της επιστροφής.

Σταματάει σε μία βιτρίνα, ένα φόρεμα έχει τραβήξει την προσοχή της. Βελούδο. Δεν έχει αμφιβολία. Η μαμά στο ρεβεγιόν της πρωτοχρονιάς πάντα φορούσε βελούδινα φορέματα, τα αγόραζε ειδικά για την περίσταση. Η Ανθούλα γνωρίζει τώρα ότι τα χρήματα τα μάζευε μία ολόκληρη χρονιά, μικρές οικονομίες, καθημερινές στερήσεις που δεν τους έδινε σημασία, έως την επίτευξη του τελικού στόχου. Τη συγκέντρωση ενός ποσού χρημάτων που θα της επέτρεπε να αγοράσει το φόρεμα της επιλογής της για το υπέροχο βράδυ του ρεβεγιόν. Το σπίτι θα ήταν στολισμένο. Με όλα τα φώτα αναμμένα. Ακόμη και με κεριά στα μικρά τραπεζάκια. Θα μύριζε μανόλια και λεβάντα μαζί, η Ανθούλα δεν γνωρίζει ακόμη και σήμερα πώς τους πετύχαινε αυτούς τους συνδυασμούς η μητέρα, πώς κατάφερνε να δημιουργεί την τέλεια ατμόσφαιρα. Τα φαγητά ήταν εορταστικά. Αλλά η Ανθούλα ήταν ακόμη λιγόφαγη, σπάνια πρόσεχε τι φαγητό είχαν και αν το ήξερε το ξεχνούσε αμέσως. Εκείνο όμως που της έκανε εντύπωση ήταν η ποικιλία των ξηρών καρπών, τα λικέρ, το βερμούτ αλλά και η βότκα. Σε κανένα άλλο φιλικό σπίτι δεν προσέφεραν βότκα εκείνη την εποχή. Δεν είχε γίνει ακόμη μόδα, μόνο η μαμά της την σέρβιρε με φρεσκοστιμμένο χυμό πορτοκαλιού, σε ψηλά ποτήρια σωλήνες με μπόλικο πάγο.

«Σκρου-ντράιβερ, παιδιά, σκρου-ντράιβερ», έλεγε και οι φίλοι γελούσαν και της έκαναν φιλοφρονήσεις για την πρωτοτυπία της. Έπειτα ακολουθούσαν τα σχόλια για το φόρεμα.

«Κάτια, υπέροχη όπως πάντα!»

«Θα μας πεις το μυστικό σου;»

«Θέλουμε οπωσδήποτε το όνομα της μοδίστρας, γιατί αποκλείεται να είναι από τα ετοιματζίδικα»

Η μητέρα έδινε αόριστες απαντήσεις, πάντα ευγενική και χαμογελαστή, αλλά κανένας δεν μάθαινε έως το τέλος της βραδιάς την προέλευση του φορέματος.

Σχεδόν κανένας.

Η Ανθούλα ήταν παρούσα στις εξορμήσεις στην Ερμού και στο Κολωνάκι. Στις καλύτερες μπουτίκ- θυμάται τον εαυτό της να κάθεται σε όμορφες κεντητές πολυθρόνες και να περιμένει τη μαμά. Να δοκιμάσει. Να κοιτάξει το είδωλό της στον καθρέφτη, να χαμογελάσει δειλά, με συγκαλυμμένη αυταρέσκεια, να δώσει συχνά την ίδια απάντηση.

«Σας ευχαριστώ πολύ. Θα το σκεφτώ και θα ξαναπεράσω»

Και το σκεφτόταν. Αλλά την ημέρα της απόφασης σπάνια έπαιρνε την Ανθούλα μαζί. Σαν να το έκανε επίτηδες, επέλεγε ένα πρωί που η μικρή ήταν σχολείο ή κάποιο από τα απογεύματα που το περνούσε στο σπίτι της γιαγιάς. Τώρα που το σκέφτεται, πιστεύει ότι η μητέρα της δεν ήθελε να χαλάσει την έκπληξη. Σαν να επιθυμούσε κανείς να μην την είχε δει με το συγκεκριμένο φόρεμα πριν την βραδιά της Παραμονής, έτσι ώστε να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση. Ακόμη και στα μάτια του άντρα της και της κόρης της. Προσπαθεί να θυμηθεί την εικόνα της μητέρας, τότε. Όχι εκείνη που χαμογελάει σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες αλλά την εικόνα που υπάρχει μέσα της, στην μνήμη της, τη ζωντανή. Η ανάμνηση όμως έχει ξεθωριάσει μπλέκεται με τις φωτογραφίες που την κοιτάνε από τις κορνίζες στο σαλόνι. Με το μπαμπά, με την Ανθούλα μωρό αγκαλιά, μόνη. Μετρίου αναστήματος, ούτε παχιά ούτε αδύνατη, με μακριά καστανά μαλλιά που τα χτένιζε πάντα αλογοουρά. Όπως και το κοριτσάκι της. Λαστιχάκι, κορδέλα, φιόγκος και τα μαλλιά ψηλά.

«Να φαίνεται ο ωραίος μακρύς λαιμός σου. Είναι κάτι το ιδιαίτερο που πρέπει να το προβάλλεις, όπως κι εγώ».

Ένιωθε περήφανη που έμοιαζε στην μητέρα της. Και ας ήξερε κατά βάθος ότι δεν ήταν εξαιρετικής ομορφιάς. Το βράδυ του ρεβεγιόν όμως έμοιαζε μοναδική. Μία μεταμόρφωση λάμβανε χώρα στο σπίτι και στους ανθρώπους του. Μία μεταμόρφωση που άγγιζε τους καλεσμένους και συντηρούσε για καιρό ζωντανή την ανάμνηση της βραδιάς.

Το βελούδινο φόρεμα στη βιτρίνα δεν την αφήνει να συνεχίσει την περιπλάνηση. Κυπαρισσί. Μακριά φουσκωτά μανίκια, λίγο ανοικτό στο ντεκολτέ αλλά όχι υπερβολικά. Μία ταφταδένια ζώνη στη μέση και μερικά κεντημένα λουλούδια στη φούστα ολοκληρώνουν το σύνολο. Περίεργο, διαφορετικό, μοναδικό. Σαν κάτι που θα διάλεγε εκείνη.

Μπαίνει μέσα στο κατάστημα και ζητάει από την πωλήτρια να το δοκιμάσει.

Να δούμε αν έχουμε στο νούμερό σας, large μάλλον, αλλά ίσως να σας κάνει και το medium, είναι σε άνετη γραμμή.

Περιμένοντας νιώθει τους σφυγμούς της να ανεβαίνουν. Και αν τελικά δεν υπάρχει στο κατάλληλο μέγεθος; Ξαφνικά, το να προβάρει το φόρεμα εξελίσσεται σε ανάγκη επιτακτική, αισθάνεται αποφασισμένη να περιμένει εκεί, όση ώρα πάρει, ώσπου να της το εμφανίσουν. Τουλάχιστον να της δοθεί η δυνατότητα να το δοκιμάσει, ας είναι και στενό, ας είναι και φαρδύ, ας είναι όπως να ’ναι. Στην αναμονή περιεργάζεται τα υπόλοιπα ρούχα. Κυρίως φορέματα σε όλα τα χρώματα, μακριά ή μίντι, ποτέ πολύ κοντά. Σε υλικά που την προκαλούν να τα χαϊδέψει. Γυαλιστερά ή ματ, με διαφάνειες ή χωρίς, ξεχωριστά.

«Πρόκειται για κάποια ειδική περίσταση;»

Της χρειάζονται λίγα λεπτά για να καταλάβει την ερώτηση της πωλήτριας.

«Όχι, όχι, τίποτα εξαιρετικό, απλώς..»

«Μην ανησυχείτε» αποκρίνεται η νεαρή που την εξυπηρετεί, «πρόκειται για ένα φόρεμα που φοριέται πρωί, βράδυ, δεν έχει ώρα. Μην σας ξεγελάει το βελούδο, τώρα όλα φοριούνται παντού. Από μία επαγγελματική συνάντηση έως ένα γκαλά»

Κουνάει το κεφάλι. Συμφωνεί. Θα το φόραγε σίγουρα σε ένα γκαλά αν την καλούσαν ποτέ, αλλά όχι στο γραφείο, θα φοβόταν μήπως σκονιστεί, δεν θα ήξερε αν θα έπρεπε να το πάει καθαριστήριο, θα στενοχωριόταν προτού ακόμη προλάβει να το χαρεί. Σε επαγγελματικά ραντεβού δεν συμμετέχει. Αυτά είναι για τα στελέχη. Ίσως ούτε γι’αυτά πια. Από τότε που ξεκίνησαν οι τηλεδιασκέψεις οι συναντήσεις μειώθηκαν αισθητά. Η Ανθούλα μέσα από τον υπολογιστή της στο υπόγειο του κτιρίου συντονίζει όλες αυτές τις νέου τύπου επαφές, ελέγχει αν όλα εξελίσσονται ομαλά, πάντα όμως από απόσταση. Πρόκειται για πόστο που την κάνει απαραίτητη στην εταιρεία, δεν φοβάται την απόλυση, αλλά δεν μπορεί και να λείψει εύκολα.

Σήμερα μόνο. Σήμερα τα κατάφερε. Δεν ήταν προγραμματισμένη απουσία. Μία μικρή καθυστέρηση, να πάει να κάνει τη δουλειά της, θα αργούσε λίγο, δύο ώρες το πολύ, αλλά σίγουρα θα πήγαινε στο γραφείο, έτσι τους είχε πει.

Μπαίνει στο δοκιμαστήριο με δύο φορέματα στο χέρι. Και medium και large. Ορίστε. Θα έχει και επιλογή. Φοράει πρώτα το μικρότερο, το νιώθει να τη στενεύει στο στήθος, να την πιέζει στα μπράτσα, προσπαθεί ωστόσο να το στρώσει στο σώμα της. Κοιτάζεται στον καθρέφτη μέσα στο δοκιμαστήριο, δεν βγαίνει έξω, είναι βέβαιο ότι της είναι μικρό, δεν θέλει να γελοιοποιηθεί.

Καθώς ξεντύνεται σκέφτεται πώς κατέληξε στο εμπορικό κέντρο ενώ θα έπρεπε να βρίσκεται στη δουλειά. Είχε ξεκινήσει νωρίς το πρωί από το σπίτι με το αυτοκίνητο, να προλάβει να πάει στο Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας, να πάρει την απάντηση το γρηγορότερο για να μπορέσει έπειτα να συνεχίσει για το γραφείο. Τη μητέρα της δεν την είχε δει παρά για λίγα λεπτά. Σε κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου. Έτσι της είχε πει η Ολένα, η γυναίκα που ήταν εδώ και τρία χρόνια εσωτερική στο σπίτι της, δεν έχει καλοξυπνήσει, βρίσκεται εκεί στο μεταξύ. Πώς το λέτε στην Ελλάδα; Μεταξύ ύπνου και ξύπνιου. Τα μίλαγε τέλεια τα ελληνικά η Ολένα.

Από τότε που είχε έρθει η επιτροπή των γιατρών στο σπίτι να εξετάσει τη μητέρα της, να διαπιστώσει την κατάστασή της και να γνωματεύσει στη συνέχεια για το ποσοστό αναπηρίας, μετρούσε τις ημέρες ώσπου να συμπληρωθεί ο μήνας. Σε έναν μήνα, θα έχετε την απάντηση, από εκεί που κάνατε την αίτηση, σε ένα μήνα, έτσι της είχαν πει. Ήλπιζε σε κάποια σύνταξη, σε ένα επίδομα αναπηρίας, σε κάτι, τα χρήματα δεν έφταναν. Φάρμακα, πάνες ακράτειας, συνεχείς εξετάσεις, γιατροί, το μηνιάτικο της Ολένας. Έπαιρνε και από τις αποταμιεύσεις των γονιών της. Αλλά για πόσο; Το επίδομα θα ήταν μία ανάσα. Έπρεπε να το είχε κάνει νωρίτερα. Αφού το έβλεπε ότι η κατάσταση της μητέρας της χειροτέρευε, δεν υπήρχε επιστροφή. Από τη μία ημέρα στην άλλη είχε αρχίσει να μη θυμάται, να μην μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί, να μιλάει όλο και λιγότερο να κοιμάται όλο και περισσότερο. Το ζάχαρο έφταιγε, η υψηλή πίεση; Κανείς δεν ήξερε. Η άνοια την είχε χτυπήσει με το που έκλεισε τα εβδομήντα της χρόνια, σαν να περίμενε στη γωνία να αλλάξει ο χρόνος για να κάνει την εμφάνισή της. Στην αρχή η Ανθούλα δεν ήθελε να το πιστέψει. Την έβλεπε που κατέπεφτε και κοίταζε αλλού. Τότε ζούσε και ο πατέρας και τη φρόντιζε. Η Ανθούλα έλειπε όλη την ημέρα στη δουλειά, έβλεπε λίγα και έκανε ότι καταλαβαίνει ακόμη λιγότερα. Όταν χάθηκε ο μπαμπάς και έμεινε μόνη με τη μαμά άρχισε σιγά-σιγά να το συνειδητοποιεί. Η χαμογελαστή και αεικίνητη μαμά είχε μεταλλαχθεί σε μία χλωμή φιγούρα, αδυνατισμένη όσο δεν πήγαινε άλλο, που μόνο υποβασταζόμενη κατάφερνε να μετακινηθεί από το κρεβάτι στην πολυθρόνα και από εκεί στην τουαλέτα και πάλι πίσω. Τότε ήταν που ο ξάδερφός της είχε φέρει στο σπίτι την Ολένα. Σου βρήκα λύση, της είχε πει, και η Ανθούλα είχε νιώσει ανακουφισμένη.

Πάλι εκείνος ήταν που την είχε ταρακουνήσει και την είχε στείλει να κάνει την αίτηση για την πιστοποίηση της αναπηρίας, να’ ναι καλά που την είχε ξυπνήσει από το λήθαργο. Γιατί στα σίγουρα μάλλον κοιμόταν. Κοιμόταν και ονειρευόταν ότι βρισκόταν σε έναν άλλο κόσμο όπου η μαμά της εξακολουθούσε να υποδέχεται τους καλεσμένους του ρεβεγιόν μέσα στο υπέροχο φόρεμα της- ίσως κάπως γερασμένη, αλλά στο βάθος η ίδια, χαρούμενη και περιποιητική σε όλους. Η Ανθούλα την ακολουθούσε, ήταν η ουρά της, η συνέχεια της. Δοκίμαζε στον καθρέφτη το χαμόγελο της μαμάς και ονειρευόταν πότε θα μεγάλωνε να καλεί κόσμο στο δικό της σπίτι, να φανεί ικανή οικοδέσποινα στα μάτια των δικών της.

Ευτυχώς που είχε ξυπνήσει έστω και αργά, συλλογίζεται καθώς δοκιμάζει το φόρεμα σε large. Χαίρεται που το νιώθει να κυλάει άνετα στο σώμα της, να το αγκαλιάζει χωρίς να το πιέζει, να εφάπτεται ελαφριά στο στήθος, να μη σφίγγει τα χέρια. Τέλειο. Τολμάει να βγει από το δοκιμαστήριο, προχωράει προς τους μεγάλους καθρέφτες στο διάδρομο. Η πωλήτρια την περιμένει με ένα επιφώνημα έκπληξης.

«Υπέροχο! Ούτε που το φανταζόμουν ότι θα σας πήγαινε τόσο γάντι»

Η Ανθούλα κουνάει το κεφάλι, συμφωνεί. Αλήθεια έχει και εκείνη μεταμορφωθεί με τη σειρά της σε μία γυναίκα ώριμη και χαμογελαστή. Βηματίζει πάνω κάτω στο διάδρομο και νιώθει το ύφασμα να ακουμπάει ξανά και ξανά στις γάμπες της. Κινείται μαζί της, του δίνει ζωή.

«Σας υπενθυμίζω ότι είναι σε προσφορά. Μεγάλη ευκαιρία για τέτοια ποιότητα»

Η πωλήτρια έχει θυμηθεί ότι η δουλειά της επιβάλλει να την πείσει να προχωρήσει στην αγορά.

Το αγγίζει το φόρεμα, το αγγίζει από πάνω προς τα κάτω. Έπειτα σταματάει το βηματισμό και κοιτάζεται και πάλι στον καθρέφτη.

Είχε φτάσει στα ταμεία του ΚΕΠΑ από τους πρώτους και είχε τελειώσει αμέσως. Είχε βάλει το χαρτί στην τσάντα χωρίς να το κοιτάξει και είχε επιστρέψει στο αυτοκίνητο. Εκεί, λίγο πριν ανοίξει τη μηχανή το είχε διαβάσει. «Γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας. …….προκύπτει ότι το συνολικό ποσοστό της ανέρχεται σε άνω του 80% διά βίου»

Αφήνει το χαρτί να πέσει στο κάθισμα του συνοδηγού και βάζει μπρος. Οδηγεί προσεκτικά, βγαίνει στη λεωφόρο και ανεβάζει ταχύτητα. Προσπαθεί να χωνέψει την απόφαση που μόλις διάβασε και πατάει συνεχώς γκάζι. Με τέτοιο ρυθμό δεν θα αργήσει να φτάσει στο γραφείο, περιέργως όλα τα φανάρια είναι πράσινα. Θα έπρεπε να χαίρεται, πέτυχε τον σκοπό της, το ποσοστό είναι καλό, σίγουρα θα εγκριθεί το επίδομα. Και το σημαντικότερο δεν θα χρειαστεί να υποβάλει ξανά τη μαμά στην ταλαιπωρία, πάει, τελείωσε, η απόφαση ισχύει δια βίου.

Κατεβάζει το παράθυρο του αυτοκινήτου. Δεν την πειράζει ο θόρυβος των αυτοκινήτων, δεν την ενοχλούν τα καυσαέρια από τις εξατμίσεις των λεωφορείων. Μόνο δύο λέξεις έχουν σταθεί πάνω στην καρδιά της και της κόβουν την αναπνοή.

Λίγο πριν τη στροφή που οδηγεί σε μία ευθεία στο γραφείο της, νιώθει τα μάτια της να βουρκώνουν. Προσπαθεί να συγκρατήσει τα δάκρυα της, αλλά εκείνα επανέρχονται πιο δυνατά, η επαναληπτικότητα και η έντασή τους την φοβίζουν. Τελευταία στιγμή δεν παίρνει τη στροφή, συνεχίζει στο δρόμο, δεν γίνεται, δεν μπορεί σήμερα να πάει στη δουλειά. Δεν είναι μία οποιαδήποτε μέρα. Από σήμερα γνωρίζει, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι η μαμά έχει χαθεί, για πάντα. Το διαπίστωσαν οι εκπρόσωποι της πολιτείας, δεν είναι εφιάλτης. Δια βίου. Δύο λέξεις που τα άλλαξαν όλα.

Βλέπει την κόκκινη ταμπέλα και στρίβει αριστερά. Σε λίγο κάνει ελιγμούς στο παρκινγκ του μεγάλου εμπορικού. Πριν βγει από το αυτοκίνητο στέλνει μήνυμα στο γραφείο ότι έχει τρομερό πονοκέφαλο και θα απουσιάσει ολόκληρη την ημέρα.

«Λοιπόν αποφασίσατε;»

Η φωνή και μια ματιά στον καθρέφτη την επαναφέρει στην πραγματικότητα.

«Δεν ξέρω.. Θα το σκεφτώ..»

Επαναλαμβάνει αυτόματα τα λόγια της μαμάς.

«Τι να σκεφτείτε; Είναι απλά τέλειο. Αφήστε που πλησιάζουν και οι γιορτές, όλο κάπου θα έχετε να πάτε και να το φορέσετε»

«Έχετε δίκιο. Θα το πάρω»

«Δεν θα το μετανιώσετε»

Αλλάζει με αργές κινήσεις. Δεν βιάζεται να πάει πουθενά. Την έχει πάρει την απόφασή της. Στις γιορτές θα φορέσει το κυπαρισσί βελούδινο φόρεμα, θα ετοιμάσει γλυκά και θα αγοράσει ποτά. Έπειτα, το βράδυ του ρεβεγιόν θα δώσει άδεια στην Ολένα και θα περιμένει τον καινούριο χρόνο σε μία πολυθρόνα δίπλα στο κρεβάτι της μαμάς. Μετά τις δώδεκα θα την αγκαλιάσει, θα τη φιλήσει, θα την σκεπάσει με προσοχή να μην της κρυώσει. Θα πιει την τελευταία γουλιά από το σκρου-ντράιβερ που θα κρατάει στο χέρι και θα περάσει την υπόλοιπη νύχτα να την προσέχει, δίχως να βγάλει το φόρεμα ως το πρωί.

ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΑΜΑ

H Γεωργία Μαμά έζησε τα πρώτα χρόνια της παιδικής της ηλικίας στον Πειραιά και στη συνέχεια μετακόμισε στο Χαλάνδρι όπου και εξακολουθεί να ζει με τους δύο γιους της. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών,  έκανε μεταπτυχιακό στη διδασκαλία της Γαλλικής. Ασχολήθηκε με τη διδασκαλία της γαλλικής και της αγγλικής αλλά ως πλήρη απασχόληση εργάζεται στη δημόσια διοίκηση. Ασχολείται με το γράψιμο από την παιδική ηλικία αλλά αυτό είναι το πρώτο της βιβλίο. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά ενώ δύο διηγήματά της διακρίθηκαν στους διαγωνισμούς που διοργανώνουν οι Παράξενες Μέρες και το eyelands και έχουν συμπεριληφθεί στα βιβλία : Συλλογή του χρόνου και Ιστορίες του χειμώνα. Συμμετείχε στο πρώτο ανοιχτό διαδικτυακό εργαστήρι συγγραφής που δημιούργησαν οι Παράξενες Μέρες  και στην έκδοση του συλλογικού μυθιστορήματος «Ταξίδι στο τέλος του κόσμου». Το πρώτο της βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Χρυσόσκονη στη σκιά μου» κυκλοφόρησε το 2015 από τις Παράξενες Μέρες

 

Advertisements