Οι συγγραφείς της Άμμου – Απόστολος Λαγαρίας -ΙΙ

εξωφυλλο ιστοσελιδαςΤο eyelands δημοσιεύει όλο το καλοκαίρι κείμενα από τους συγγραφείς των εκδόσεων Παράξενες Μέρες που συμμετέχουν στο Φεστιβάλ της Άμμου.

Ένα κείμενο κάθε Τετάρτη, δύο κείμενα από κάθε συγγραφέα, ένα καλοκαίρι με τους συγγραφείς της Άμμο.

 

Απόστολος Λαγαρίας, Γεωργία Μαμά, Αντριάνα Μίνου και Αντώνης Τσιρικούδης   θα είναι μαζί μας στο Φεστιβάλ της Άμμου για να μιλήσουν τα βιβλία τους αλλά και να συμμετέχουν σε ένα πρωτότυπο workshop επιλέγουν δημοσιευμένα και αδημοσίευτα κείμενα και τα προσφέρουν στο «νησί».

Ο πρώτος κύκλος ολοκληρώθηκε ήδη με τα τέσσερα κείμενα. Αυτό είναι το δεύτερο κείμενο του Απόστολου Λαγαρία που φιλοξενούμε

 

Χάρτινο/Νεκρό Πουλί

H μορφή του διαγράφεται στο ημίφως. Διαισθητικά θα έλεγε ότι έμοιαζε με περιστέρι, ανphoto_Αποστολος Λαγαρίας μικρη και δεν ήταν ειδικός στη μορφολογία των πτηνών. Τουναντίον, εύκολα θα τον κατέτασσε κανείς στην κατηγορία των ανθρώπων που βλέποντας ένα από τα εκατοντάδες διαφορετικά πετούμενα στο πάρκο, στις στέγες ή στο ψηλότερο κλαδί ενός δέντρου, θα αναφωνούσαν μονότονα χωρίς κάποια διάκριση: «Κοίτα, ένα πουλί!».
Και ωστόσο τον συγκινούσαν αυτές οι ενάρετες, ανάλαφρες και άυλες σχεδόν ψυχές. Το βάρος τους ανύπαρκτο. Ένα χνουδωτό συνονθύλευμα από φτερά που σχεδιάστηκε για να αιωρείται στον αέρα. Εκείνη όμως η χάρτινη φιγούρα που απεικόνιζε ένα άγνωστης προέλευσης πτηνό, έμενε κολλημένη σταθερά στο τζάμι της κουζίνας, με το προφίλ του να διαγράφεται σαν αινιγματική σκιά.
Πώς είχε βρεθεί εκεί; Θα πρέπει να το είχε κολλήσει εκεί ο προηγούμενος ένοικος, έμοιαζε όμως σαν να ήταν εκεί από πάντα, σα να μην ήθελε να ξεκολλήσει από το τζάμι, να ανοίξει τα φτερά του και να υψωθεί ψηλά, αρχικά στο κενό του ακαλύπτου και έπειτα πάνω από το ύψος του σπιτιού στον σκοτεινό ουρανό.
Πλησίασε, πήρε δυο κεριά ρεσό, τα άναψε και τα στερέωσε στην εγκοπή που σχημάτιζε το κάσωμα της μπαλκονόπορτας, έτσι που να φωτίζουνε την χάρτινη φιγούρα. Και τότε εκείνη άρχισε να πάλλεται όπως την φώτιζε η φλόγα των κεριών, να κινείται απαλά και να αναπνέει, λες και ήταν η φλόγα αυτή η αναγκαία πνοή που χρειαζόταν για να της εμφυσήσει τη ζωή.
Μια ζωή, για ένα θάνατο. Το αντίβαρο, μια δίκαιη ανταλλαγή. Λίγες ώρες νωρίτερα, μακριά, σε μια άλλη πόλη, σε ένα αντίστοιχο μπαλκόνι. Τον είχε πάρει απρόσμενα τηλέφωνο, δεν είχαν μιλήσει τις τελευταίες μέρες, την τελευταία φορά του είχε κλείσει το ακουστικό μάλλον ψυχρά. Αλλά ήταν φανερό ότι υπήρχε λόγος. Το ένιωσε από τον τόνο της φωνής της που έτρεμε απαλά.
«Ένα πουλάκι πεθαμένο».
Μόνο αυτό, χωρίς καμία εξήγηση, σαν αυτό από μόνο του να μπορούσε να τα πει όλα.
Μονάχα η ανάσα της στο ακουστικό.
«Πώς έγινε;» την ρώτησε εκείνος.
«Στο μπαλκόνι» του απάντησε, και ήταν σαν να προσπαθούσε να συγκρατήσει ένα λυγμό. «Βγήκα και το είδα δίπλα από τη γλάστρα του ιβίσκου. Ίσως αν το είχα βρει πιο πριν…».
Σιωπή ξανά στο ακουστικό.
Ο θάνατος βρίσκεται παντού τριγύρω, εκείνος είχε μάθει να τον αγνοεί, να τον αποδέχεται. Αλλά αρκούσε να πεθάνει ένα μικρό άγνωστο πουλί στο μπαλκόνι της, μέσα στα χέρια της σχεδόν, για να αρχίσει ο θάνατος να μοιάζει ξανά αμείλικτος, επαίσχυντος, τρομαχτικός.
Πώς τόλμησε να ρίξει ένα νεκρό πουλί στην αγκαλιά της; Στη δική της αγκαλιά; Αφού εκείνη δε θα μπορούσε να το αντέξει. Και η σιωπή στο ακουστικό έγινε αμοιβαία και κράτησε ένα ολόκληρο λεπτό. Ενός λεπτού σιγή. Δύο κεριά κάτω απ’τη χάρτινη φιγούρα, το ένα για τη μνήμη ενός θανάτου, το άλλο ως πνοή ζωής.
H μορφή του διαγράφεται στο ημίφως.
Και εκείνος εύχεται να είχε πραγματικά τη δύναμη να έδινε ζωή στη χάρτινη φιγούρα και να την έβλεπε να υψώνεται ψηλά, αρχικά στο κενό του ακαλύπτου, έπειτα πάνω από το ύψος του σπιτιού στον σκοτεινό ουρανό και στη συνέχεια ακόμη πιο μακριά. Να διανύσει όλα τα αμείλικτα χιλιόμετρα που τους χώριζαν, να φτάσει στο μπαλκόνι της και να χτυπήσει με το ράμφος συνθηματικά το τζάμι. Και όπως εκείνη θα κοιτάξει απορημένη, να κελαηδήσει ένα μήνυμα που θα ξορκίσει το σκοτάδι του θανάτου μακριά.
Γιατί εκείνη δε θα μπορούσε να το αντέξει. Και αυτό ήταν το μόνο που είχε πλέον σημασία.

 

* Από τη συλλογή διηγημάτων «Quinta», 2015, αδημοσίευτη.

 

 

 

 

Advertisements