Οι συγγραφείς της Άμμου – Γεωργία Μαμά ΙΙ

Το eyelands δημοσιεύει όλο το καλοκαίρι κείμενα από τους συγγραφείς των εκδόσεων Παράξενες Μέρες που συμμετέχουν στο Φεστιβάλ της Άμμου.

Ένα κείμενο κάθε Τετάρτη, δύο κείμενα από κάθε συγγραφέα, ένα καλοκαίρι με τους συγγραφείς της Άμμο.

Απόστολος Λαγαρίας, Γεωργία Μαμά, Αντριάνα Μίνου και Αντώνης Τσιρικούδης   θα είναι μαζί μας στο Φεστιβάλ της Άμμου για να μιλήσουν τα βιβλία τους αλλά και να συμμετέχουν σε ένα πρωτότυπο workshop επιλέγουν δημοσιευμένα και αδημοσίευτα κείμενα και τα προσφέρουν στο «νησί».

Ο πρώτος κύκλος ολοκληρώθηκε ήδη με τα τέσσερα κείμενα. Αυτό είναι το δεύτερο κείμενο της Γεωργίας Μαμά που φιλοξενούμε.

 

 

// Ο έλεγχος του χρόνου //

φώτο μαμαΕδώ και μία εβδομάδα δεν τα πάω καλά με το χρόνο. Φταίει που έχουν σταματήσει, το ένα μετά το άλλο, και τα επτά μου ρολόγια. Με το που διαπιστώνω ότι κάποιο δεν λειτουργεί ανοίγω πανικόβλητη το συρτάρι του κομοδίνου. Εκεί τα φυλάω. Τα πιο ακριβά μέσα στο κουτί τους, τα φθηνότερα έτσι χύμα ή  σε κάποιο υφασμάτινο πουγκί.
Βγάζω από το χέρι μου το χαλασμένο, το τοποθετώ στη θέση του και αναζητώ  αντικαταστάτη του. Όταν το βρω το περνάω στο χέρι μου και σφίγγω το λουράκι όσο πιο πολύ γίνεται. Ανέκαθεν είχα πολύ λεπτά χέρια. Ιδίως καρπούς. Στα ρολόγια με μπρασελέ πάντοτε ζητούσα να μου τα μικρύνουν, διαφορετικά δεν θα κάθονταν σωστά, θα κουνιόντουσαν πάνω-κάτω σαν ξένα.
Με το που σταμάτησε και το έβδομο πανικοβλήθηκα. Πρωί και η αίσθηση της χαμένης ασφάλειας ακόμη πιο έντονη. Βιαζόμουν εξάλλου να φτάσω στο γραφείο, δούλευα τα τελευταία δέκα χρόνια στο πρωτόκολλο της υπηρεσίας και μου ζητούσαν να βρίσκομαι στη θέση μου από τις επτά. Το κοινό θα έπρεπε να εξυπηρετηθεί. Έτσι το έθεταν, άσχετα αν με το πέρασμα του χρόνου οι πολίτες σαν να βαριόντουσαν να μας επισκεφθούν, ο όγκος της εργασίας είχε μετατοπιστεί στην αλληλογραφία, οι πάντες μπορούσαν να γράψουν και το έκαναν με εμάς υπομονετικούς αποδέκτες.
Ανοίγω τα γράμματα, τους ρίχνω μια ματιά να δω περί τίνος πρόκειται και στη συνέχεια τα χωρίζω ανά κατηγορία για να διευκολύνω την εργασία μου και να μπορώ επιπλέον να απαντάω σε ερωτήσεις συναδέλφων που αναζητούν τη μία ή την άλλη επιστολή. Την ώρα της εργασίας παραμένω απορροφημένη ωστόσο δεν παραλείπω να ρίχνω κατά διαστήματα κλεφτές ματιές στο ρολόι μου. Μου δίνει την αίσθηση ότι όλα πηγαίνουν καλά και ασφαλώς ελέγχω την ώρα που απομένει ως το διάλειμμά μου ή ακόμη καλύτερα, ως το σχόλασμα.
Είχα σκεφτεί σε κάποια φάση να αγοράσω και ένα ρολόι τοίχου για να το τοποθετήσω απέναντι από το γραφείο, έτσι ώστε να μπορώ να το κοιτάω δίχως πρόβλημα. Το είχα αναβάλλει. Να ήταν από πίστη στα επτά ρολόγια χειρός; Όλα είναι πιθανά.
Τώρα όμως δεν λειτουργούν. Όταν σταμάτησε το προτελευταίο ήμουν στη δουλειά και αποσυντονίστηκα, ένιωσα ότι είχα στερηθεί τη δυνατότητα να ορίσω το χρόνο. Θα μπορούσα και συμβουλευτώ το κινητό ή τον υπολογιστή, αλλά δεν ήταν το ίδιο. Το ρολόι εφάπτεται με το δέρμα, γίνεται σχεδόν ένα μαζί του, μία προέκταση του εαυτού. Εξάλλου δεν το βγάζω ποτέ. Μόνο στο μπάνιο. Εκτός κι αν είναι αδιάβροχο-αλλά και πάλι το προσέχω, δεν θέλω να μπει νερό και να απειλήσει τη σωστή λειτουργία του.
Σε αντίθεση όμως με τα μέτρα που είχα πάρει, η βλάβη συνέβη δίχως προειδοποίηση. Έβγαλα το ρολόι νούμερο επτά για να το επιστρέψω στη θέση του και αναζήτησα το επόμενο. Μάλλον είχα χάσει το μέτρημα, μέσα στο συρτάρι δεν υπήρχαν παρά σταματημένα ρολόγια.
Έκανα υπομονή-ωστόσο οι επόμενες ημέρες στο γραφείο ήταν μαρτυρικές. Οι  ώρες δεν περνούσαν. Ο χρόνος σαν να είχε κολλήσει. Κρατούσα τα μάτια καρφωμένα στο ρολόι του υπολογιστή, αλλά δεν ήταν το ίδιο. Αδυνατούσα να συγκεντρωθώ στη δουλειά του ηλεκτρονικού πρωτοκόλλου, το μυαλό μου έτρεχε σε εκείνα τα λεπτά που δυσκολευόμουν να μετρήσω.
Λίγες ημέρες ακόμη και θα το καταλάβαιναν και οι συνάδελφοί μου. Ήδη κάποιοι μου είχαν επισημάνει την αφηρημάδα και τη διάσπαση προσοχής, πράγματα ξένα σε εμένα.
Δεν πήγαινε άλλο. Έπρεπε να βρεθεί λύση. Κοντά στο γραφείο μου δεν υπήρχε ρολογάς και σίγουρα δεν θα κατέφευγα σε εκείνα τα καταστήματα τηλεφωνίας ή ηλεκτρικών ειδών που με το ζόρι καταφέρνουν να αντικαταστήσουν μία μπαταρία ρολογιού. Όχι, το είχα πάρει απόφαση, θα κατέβαινα στο κέντρο.
Πήρα άδεια από τη δουλειά για να είμαι τελείως ελεύθερη, θα το συνδύαζα και με επισκέψεις σε τράπεζες, και ξεκίνησα από νωρίς. Προτού βγω από το σπίτι συμβουλεύτηκα την ώρα στην οθόνη του κινητού μου τηλέφωνου. Έπειτα το έχωσα στην τσάντα μου, στο μετρό δεν ήταν ασφαλές να το κρατάω στο χέρι. Η διαδρομή για το κέντρο της Αθήνας, για μας που κινούμαστε στα προάστια, θυμίζει ταξίδι σε έναν άλλο κόσμο, σύντομο αλλά ταξίδι. Αν περνούσε από το χέρι μου θα έμενα πιο κοντά στο κέντρο της πόλης, αλλά έλα που οι γονείς μου έχτισαν αυτή την πολυκατοικία, όπου μένω στο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου με αμέτρητες στερήσεις, για εμάς τα παιδιά τους και τις μελλοντικές μας οικογένειες. Το ότι βέβαια ούτε εγώ, ούτε τα αδέρφια μου έχουμε κάνει οικογένεια παρόλο που έχουμε περάσει τα σαράντα, αυτό είναι άλλη υπόθεση. Το βασικό είναι ότι και τα τέσσερα οροφοδιαμερίσματα της πολυκατοικίας μας, ένα για τον καθένα μας κατοικούνται. Κάτι είναι κι αυτό.
Μέσα στον συρμό του μετρό παραμένω σε εγρήγορση. Είναι τόσος πολύς ο κόσμος που με δυσκολία κατορθώνει κάποιος να κινηθεί. Με το αριστερό χέρι κρατιέμαι να μην πέσω, με το δεξί σφίγγω πάνω μου την τσάντα. Μέσα στον χαμό όλα μπορούν να συμβούν. Υπομονή. Οι στάσεις είναι πολλές αλλά η ταχύτητα δεν συγκρίνεται με εκείνη του λεωφορείου. Κάτω από τη γη τα τοπία εναλλάσσονται ερήμην μας, και αν καταφέρουμε να ξεχαστούμε σύντομα όλα θα έχουν τελειώσει.
«Επόμενη στάση……..»
Πετάγομαι έξω στο άκουσμα της στάσης, ή μάλλον αφήνω τους διπλανούς μου να με παρασύρουν προς την έξοδο.
Στο δρόμο περπατώ σαν αυτόματο, αργά και προσεκτικά. Προσπαθώ να μην κοιτάζω τα πρόσωπα των περαστικών, να ελέγχω το βλέμμα μου, έτσι ώστε να παραμένει κενό, από το φόβο μήπως κάποιος μου το ανταποδώσει, μου μιλήσει.. Θέλω να περάσω απαρατήρητη, να μην μου συμβεί τίποτα ώσπου να φτάσω στον προορισμό μου.
Τι θα μπορούσε στ’ αλήθεια να μου συμβεί; Δεν σταματώ καν να το σκεφτώ. Ευθεία, όλο ευθεία στην πορεία μου, η πόλη μας μου φαίνεται όλο και πιο ξένη και σκληρή. Άγνωστη μεταξύ αγνώστων και πάλι ευάλωτη.
Φθάνω στο μαγαζί. Είναι μικρό με χαμηλό φωτισμό. Μία γυναίκα στο ταμείο και στο βάθος τέσσερις-πέντε πελάτες περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους να εξυπηρετηθούν από τους υπαλλήλους που κάθονται πίσω από τον πάγκο. Κοιτάζω τα ρολόγια που κοσμούν όλους τους τοίχους του καταστήματος. Μικρά, μεγάλα, σύγχρονα, παλιά, αντίκες. Όλα φτιαγμένα για τον ίδιο σκοπό: να ορίσουν και να ελέγξουν τον χρόνο.
Καθώς περιμένω ανοίγω την τσάντα και βγάζω έξω τη σακούλα, όπου έχω βάλει τα χαλασμένα ρολόγια με σκοπό τη μεταφορά. Την κρατώ στο χέρι και περιμένω. Οι υπάλληλοι δουλεύουν γρήγορα, φοράνε γυαλιά, καθώς η δουλειά τους απαιτεί λεπτούς χειρισμούς και τέλεια όραση και σηκώνουν το κεφάλι να κοιτάξουν τον πελάτη, μόνο όταν η επισκευή έχει ολοκληρωθεί.
Αρχίζω από μέσα μου να μετράω τα λεπτά για να περάσει η ώρα. Ανέκαθεν μισούσα την αναμονή, κυρίως γιατί μου δινόταν η εντύπωση ότι αδυνατούσα να ελέγξω το χρόνο. Ξέρω ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει λόγος να ανησυχώ-σε λίγο όλοι οι πελάτες θα έχουν εξυπηρετηθεί, σε λίγο θα έρθει η σειρά μου.
Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι…  Μόνο με το μέτρημα ξανακερδίζω τον έλεγχο. Σαν φτάσω το εξήντα ξέρω ότι έχει περάσει ένα ολόκληρο λεπτό, και συνεχίζω. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, επτά , οκτώ….
« σειρά σας»
Μία κυρία που μόλις έχει εξυπηρετηθεί με βγάζει από την κατάσταση αναμονής.
Τον βλέπω που με κοιτάει. Φαλακρός, με μεγάλο κεφάλι και βαθουλωτά μάτια. Ρυτίδες πολλές, επιδερμίδα σκούρα. Πόσο χρονών να είναι άραγε; Δεν μου μιλάει αλλά το βλέμμα του συναντάει το δικό μου. Ήρθε η ώρα της θεραπείας, σκέφτομαι με μία απρόσμενη χαρά και του δίνω το σακούλι με τα ρολόγια.
Από εκείνη τη στιγμή δεν με ξανακοιτάει. Σκυμμένος πάνω από τα ρολόγια, πασχίζει να διαπιστώσει τι τρέχει. Πρόκειται απλά για πεσμένη μπαταρία ή υπάρχει κάποια σοβαρότερη βλάβη; Τα χέρια του δουλεύουν γρήγορα, εμένα με έχει ξεχάσει.
Καθώς περιμένω προσπαθώ να φανταστώ τη ζωή του. Ολόκληρες ημέρες που περνάνε στο στενόμακρο χώρο του μαγαζιού, από το πρωί έως το βράδυ. Λιγοστές έως ανύπαρκτες οι ευκαιρίες για κάποια συζήτηση, πιθανότατα να μην την αποζητά καν. Τα ρολόγια του κρατούν συντροφιά. Στους τοίχους, στις προθήκες, στον πάγκο όπου καταπιάνεται με τις επισκευές. Ακούει τους ήχους τους, τα ακροάζεται, έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή την ακριβή ώρα με τόσα ρολόγια που δεν υπάρχει αληθινός κίνδυνος να ξεμείνει κανείς. Σίγουρα πάντα κάποιο θα λειτουργεί.
Να θυμηθώ να τον ρωτήσω προτού φύγω, έτσι πληροφοριακά, αν του είχε συμβεί ποτέ να μείνει χωρίς ρολόι στο μαγαζί. Μου φαίνεται αδύνατον αλλά όλα είναι πιθανά. Τα μηχανήματα, όσο και να μοιάζουν τέλεια συχνά χαλάνε έτσι ξαφνικά και δίχως προειδοποίηση.
« Δικά σας δεν είναι; Δεν θα τα πάρετε;»
Η γυναίκα που στεκόταν στο ταμείο βρίσκεται δίπλα μου και μου δείχνει τον υπάλληλο που έχει απλώσει το δεξί του χέρι προς τα εμένα, το χέρι στο οποίο κρατάει τη σακούλα με τα ρολόγια.
Προτού την πάρω πίσω δεν μπορώ να μην ρωτήσω.
«Όλα καλά;»
Η φωνή του όταν μιλήσει είναι υπόκωφη, ο λόγος του σχεδόν ακαταλαβίστικος, φθόγγοι που δύσκολα συνθέτουν μία πρόταση που βγάζει νόημα. Συνειδητοποιώ ότι έχει πρόβλημα ομιλίας, ίσως από πρόβλημα ακοής ή κάποιου είδους νοητική στέρηση. Ωστόσο καταλαβαίνω, τα τέσσερα ρολόγια χρειάζονταν μπαταρία, τα υπόλοιπα τρία τα κράτησε για επισκευή. Τα παίρνω και του χαμογελώ. Εισπράττω ένα νεύμα και τον κοιτάζω που σκύβει και πάλι στα εργαλεία του. Ο επόμενος είναι ήδη εκεί.
Εργοστάσιο. Επισκευές και αλλαγές μπαταρίας από το πρωί έως το  βράδυ. Μία αέναη διαδικασία.
«Τέσσερις μπαταρίες»
Πληρώνω στο ταμείο και ετοιμάζομαι να φύγω. Τελευταία στιγμή θυμάμαι να ρωτήσω.
«Άφησα και άλλα τρία για επισκευή, μήπως ξέρετε πότε θα είναι έτοιμα;»
Ρωτήστε το Σάββα, μου λέει, κοιτώντας προς την πλευρά του υπαλλήλου που με είχε εξυπηρετήσει.
Τον πλησιάζω με μισή καρδιά. Θα ήθελα όλα να είχαν τελειώσει, να μη χρειάζεται να μετρώ τον χρόνο, να ζω ελεύθερη και απαλλαγμένη από εσωτερικούς και εξωτερικούς καταναγκασμούς.
«Συγγνώμη, ξέχασα να σας ρωτήσω πότε να περάσω να τα πάρω»
«Σά.ατο»
Ανοικτά έως αργά, ο χρόνος και η ανάγκη να τον παρακολουθήσουμε δεν σταματάει ποτέ.
Όμως εκεί πίσω από τον πάγκο η ζωή είναι διαφορετική. Το φως του ήλιου λιγοστό ενώ ο χρόνος που περνάει μέσα στο κατάστημα δεν έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς συμπυκνώνεται σε επαναλαμβανόμενες κινήσεις.
Φοράω στο αριστερό μου χέρι το ρολόι νούμερο 6, το αγαπημένο μου. Τυρκουάζ λουράκι και μεγάλο καντράν, έτσι για να μπορώ να βλέπω, ακόμη και χωρίς τα γυαλιά μου. Μόνο που αυτή τη φορά βγαίνοντας από το κατάστημα δεν κοιτάζω την ώρα, ενώ ασυναίσθητα έχω αποφύγει να ρίξω μία τελευταία ματιά στα ρολόγια στους τοίχους.

Advertisements