Οι συγγραφείς της Άμμου – Αντώνης Τσιρικούδης -ΙΙ

Το eyelands δημοσιεύει όλο το καλοκαίρι κείμενα από τους συγγραφείς των εκδόσεων Παράξενες Μέρες που συμμετέχουν στο Φεστιβάλ της Άμμου.

Ένα κείμενο κάθε Τετάρτη, δύο κείμενα από κάθε συγγραφέα, ένα καλοκαίρι με τους συγγραφείς της Άμμο.

Απόστολος Λαγαρίας, Γεωργία Μαμά, Αντριάνα Μίνου και Αντώνης Τσιρικούδης  θα είναι μαζί μας στο Φεστιβάλ της Άμμου για να μιλήσουν τα βιβλία τους αλλά και να συμμετέχουν σε ένα πρωτότυπο workshop επιλέγουν δημοσιευμένα και αδημοσίευτα κείμενα και τα προσφέρουν στο «νησί».

Ο πρώτος κύκλος ολοκληρώθηκε ήδη με τα τέσσερα κείμενα. Αυτό είναι το δεύτερο κείμενο του Αντώνη Τσιρικούδη που φιλοξενούμε.  Με το διήγημα αυτό ολοκληρώνεται ο κύκλος με τα διηγήματα των συγγραφέων της Άμμου. Θα τους συναντήσουμε στα Κουφονήσια στις 25 και 26 Αυγούστου!!!

 

Τα Κύθηρα ποτέ

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΟ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣΉταν ωραία μέρα η Τρίτη, παρά τα προγνωστικά για επιδείνωση του καιρού. Από τις πέντε ξύπνησε, ανυπόμονος για το ταξίδι. Το προγραμμάτιζε μήνες. Στα Κύθηρα.
Το καράβι ήταν να φύγει την Κυριακή το απόγευμα. Την Παρασκευή έμαθαν πως το δρομολόγιο άλλαξε, θα είχε πλοίο τους είπαν από το πρακτορείο, αλλά δεν ήξεραν ακόμη πότε.
«Ίσως είναι καλύτερα να το ακυρώσουμε» πρότεινε η Μαίρη.
«Θα πάμε ο κόσμος να χαλάσει…»
Τελευταία στιγμή πληροφορήθηκαν για τον απόπλου το βράδυ της Τρίτης και το μεσημέρι μπήκαν στο αυτοκίνητο, για να αξιοποιήσουν την ευκαιρία και να επισκεφτούν τον Μπάλο. Το μυαλό του κολλημένο στο τραγούδι του Μητροπάνου, που, όσο και να προσπάθησε, δεν κατάφερε να το διώξει.
«Να πάμε μέχρι το τέλος με το αυτοκίνητο! Μην κάνουμε ξανά το ίδιο λάθος» είπε η Μαίρη. Μιλούσε για την πρώτη φορά που είχε επισκεφτεί την παραλία, με τον φίλο της, τον Λίνκολν, τότε που πάρκαραν χιλιόμετρα μακριά. «Δυο ώρες κάναμε με τα πόδια» θυμόταν με δυσφορία κι ο Μίμης κουνούσε το κεφάλι, δεν είχε πάει μαζί τους.
Αν και αρχές Απρίλη ακόμη οι τουρίστες δεν ήταν λίγοι. «Λες κι είμαστε στο κέντρο της πόλης!» σχολίασε. «Που βρέθηκαν όλοι αυτοί;»
«Φαντάσου τι γίνεται το καλοκαίρι… Με το που πέφτει ο ήλιος, βέβαια, φεύγουν».
Δεν ήθελε να το φανταστεί, ο σκύλος στο πίσω κάθισμα να αλλάζει συνεχώς θέση, κυνηγώντας τις ακτίνες του ήλιου, ίσως κι από αμηχανία, τον είχε μαζί της την προηγούμενη φορά.
Θα ήταν γύρω στις πέντε, όταν είδαν να απλώνεται μπροστά τους το θέαμα που είχε μαγέψει τόσους και τόσους επισκέπτες.
«Πως σου φαίνεται;» τον ρώτησε.
«Χαμηλότερο των προσδοκιών μου… Που κοιμηθήκατε;»
«Εκεί, μπροστά από τους βράχους».
Βρήκαν ένα απάνεμο σημείο και ήπιαν από έναν σπαστό καφέ σχολιάζοντας τη χερσόνησο που έμοιαζε με γαμήλια τούρτα. Στο νερό δεν μπήκαν, φύσαγε.
Η ανάβαση ήταν δυσκολότερη, κυρίως εξαιτίας των τουριστών που σταματούσαν να φωτογραφηθούν, όπου τους έκανε κέφι. Πρέπει να έσπρωξε κάνα δυο πάνω στα νεύρα του, η Μαίρη πίσω του να ζητά συγνώμη.
Στις επτά έφτασαν στην πόλη, αγόρασαν τα εισιτήρια, έκαναν μια βόλτα και κατέληξαν σε ένα καφενείο. Με το που τέλειωσε το καραφάκι, θυμήθηκαν το μπουκάλι με τη ρακί που είχαν χώσει ανάμεσα στα λιγοστά ρούχα κι έφυγαν για το λιμάνι. Πάρκαραν δίπλα στο κτίριο του λιμεναρχείου, έβγαλαν τα φιστίκια και περίμεναν.
Η συζήτηση ήταν για τον προορισμό, για όσα θα έκαναν, για αυτά που θα έβλεπαν. Ο Μίμης είχε δανειστεί έναν οδηγό με βάση τον οποίο κατάστρωσε το πρόγραμμα των τριών ημερών και της το παρουσίαζε.
Το πρωί θα έπαιρναν με τα πόδια τον ανήφορο για τον Ποταμό, το αυτοκίνητο θα το άφηναν στην Κίσσαμο. Αν ήταν πολύ κουρασμένοι, θα φώναζαν ταξί ή θα έκαναν οτοστόπ, λεωφορείο δεν είχε το νησί. «Οι ντόπιοι σταματούν, όταν βλέπουν ξένους, λέει ο οδηγός. Με το που φτάσουμε στο χωριό, έχουμε δυο επιλογές. Ή θα ψάξουμε να βρούμε δωμάτιο πρώτα, να αφήσουμε τα πράγματα, ή θα πάμε κατευθείαν στην Παληόχωρα».
«Θα προτιμούσα να βρούμε δωμάτιο».
«Έστω. Η Παληόχωρα θα σε ενθουσιάσει. Ήταν η πρωτεύουσα του νησιού, μέχρι που πεντακόσια χρόνια πριν ο Μπαρμπαρόσα αφάνισε όλο τον πληθυσμό. Έχεις ακούσει για τον Μπαρμπαρόσα…»
Δεν τον ήξερε, αλλά δεν είχε και καμία σημασία, περισσότερο από την τύχη των κατοίκων την ενδιέφερε η αρχιτεκτονική.
«Την Πέμπτη θα περπατήσουμε προς τα νότια. Θα δούμε κάποια χωριά και θα διανυκτερεύσουμε στον Μυλοπόταμο. Εκεί, πέρα από τους καταρράχτες, θα πάμε και στην Κάτω Χώρα» της είπε δείχνοντας της μια ακόμη φωτογραφία, για να αποφύγει να περιγράψει ο ίδιος τον οικισμό, δεν τα κατάφερνε με τις περιγραφές. «Την Παρασκευή θα κατηφορίσουμε προς την ανατολική πλευρά. Θα επισκεφτούμε τη Σκάνδεια και θα φάμε στην ταβέρνα. Το βράδυ θα το περάσουμε σε ένα ψαροχώρι, τον Αβλαίμονα. Έχει και κάστρο» πρόσθεσε, για να την πείσει.
«Και τη Χώρα; Τη Χώρα δεν θα τη δούμε;»
«Είναι μακριά…»
«Ο οδηγός τι λέει;»
«Οι Ενετοί μετέφεραν εκεί την πρωτεύουσα μετά την καταστροφή της Παληόχωρας. Σκέφτηκα να περιοριστούμε στο κέντρο, οι αποστάσεις δεν είναι και τόσο μικρές, αν όμως θέλεις να περπατήσουμε μέχρι τη Χώρα…»
Το έβλεπε πως δεν θα την έπειθε και τρομοκρατούνταν στην ιδέα των αμέτρητων χιλιομέτρων που θα είχαν να καλύψουν πάνω στον κεντρικό οδικό άξονα. Σκεφτόταν τα αυτοκίνητα που θα τους προσπερνούσαν χωρίς να ανταποκρίνονται στον υψωμένο τους αντίχειρα, η Μαίρη θα κουραζόταν και θα άρχιζε τη γκρίνια για τις ψευδείς πληροφορίες σχετικά με την καλοσύνη των ντόπιων. Σκεφτόταν και τον σκύλο, που θα δυσανασχετούσε και θα είχε να τον μεταφέρει κι εκείνον εκτός από τον σάκο με τα τρόφιμα και τα ρούχα. Άσε που υπήρχε και το ενδεχόμενο της βροχής. Η ΕΜΥ είχε πέσει έξω στις προγνώσεις της για την πρώτη μέρα, επέμενε όμως, θα ενέκυπτε σφοδρή κακοκαιρία σε όλη τη χώρα. Σκεφτόταν και το ενετικό κάστρο, το Καψάλι που τόσο εντυπωσιακό έδειχνε στις φωτογραφίες, το αρχοντικό του Στάη, όπου ίσως κατάφερναν να βρουν δωμάτιο με έκπτωση, ελάχιστοι τουρίστες θα κυκλοφορούσαν στο νησί, οι Ελληνοαυστραλοί με τα ανακαινισμένα εξοχικά έρχονταν το καλοκαίρι.
«Προτιμώ να πάμε στη Χώρα».
«Θα δούμε. Ας φτάσουμε πρώτα με το καλό…» Το τραγούδι να μην λέει να τον εγκαταλείψει.
«Στο καράβι θα πέσω να κοιμηθώ» είπε η Μαίρη. Τον ήξερε, με το που έφταναν στις αεροπορικές θέσεις, θα τη ρωτούσε αν ήθελε κάτι από το μπαρ, για να κάνουν ένα τελευταίο τσιγάρο, κι ο σκύλος θα τον ακολουθούσε, μήπως και του πάρει κι εκείνου τίποτα.
Αναγκάστηκαν να τον κλειδώσουν σε κλουβί, τα κατοικίδια απαγορεύονταν στο εσωτερικό του πλοίου. Και να πεις ότι ήταν γεμάτο… Δέκα επιβάτες στην καλύτερη των περιπτώσεων, όλοι τους στο σαλόνι, γύρω από την τηλεόραση.
«Πάω να τον δω» είπε, με το που άφησαν τους σάκους.
«Καλύτερα να μην τον φέρεις εδώ».
Στριφογύρισε κάνα δυο φορές στην καρέκλα της κι αποφάσισε να πάει να τον βρει. Ήταν μπροστά στο κλουβί με ένα κουτάκι μπύρας στο χέρι και το στριφτό στο άλλο.
«Είμαι πολύ χαρούμενος που πάμε στο νησί».
Άναψε κι εκείνη τσιγάρο και στηρίχτηκε στο χαμηλό διάζωμα του βαποριού, λες και πόζαρε για φωτογραφία μπροστά στη φουρτουνιασμένη θάλασσα, τα φώτα της Κίσσαμου στο βάθος.
Σκέφτηκε να της ζητήσει να αλλάξει θέση, φοβόταν, ήταν ψηλή, θα μπορούσε να την πάρει ο αέρας, κρατήθηκε όμως, περιμένοντας να ακούσει αυτό που ήθελε, να αποφύγει και τα σχόλια για ανύπαρκτους κινδύνους, που τους δημιουργούσε με τη φαντασία του, όταν τον γνώρισε δεν ήταν έτσι…
«Κι εγώ είμαι χαρούμενη» είπε μετά από κάποια βασανιστικά δευτερόλεπτα. «Μόνο που… δεν σε καταλαβαίνω…»
«…..»
«Για τον Μπάλο μιλάω. Νόμιζα πως το είχες ξεπεράσει».
Η ιδέα της ήταν, το είχε ξεχάσει. Πόσες φορές να της το πει; Η φωνή του Μητροπάνου εκεί.
«Δεν σήμαινε τίποτα ο Λίνκολν. Δυο χρόνια πέρασαν…»
Στο άκουσμα του ονόματος έκανε να φύγει.
Η Μαίρη τον τράβηξε προς το μέρος της και προσπάθησε να τον αγκαλιάσει.
Δεν ήθελε. Την έσπρωξε.
«Σε αγαπώ» του είπε. Δεν τον άφηνε.
Την έσπρωξε ξανά, με δύναμη, ο σκύλος να αλυχτά από το κλουβί. Κανείς δεν τον άκουσε κι όταν τον βρήκαν αποκαμωμένο το πρωί, σχολίασαν με συμπάθεια: «Τον ξέχασαν, τον άμοιρο…»

Advertisements