Επιλογή Eyelands: Χρώμα – χρήμα, ένα γράμμα διαφορά

Ολοκληρώνουμε την δημοσίευση των ιστοριών της  Επιλογής από τον 7ο διεθνή διαγωνισμό με θέμα: «Χρώματα».  Ήταν τα διηγήματα που διακρίθηκαν και ανέβηκαν μόνο στο eyelands, δύο κάθε μήνα, όπως γίνεται εδώ και επτά χρόνια. Τον Σεπτέμβριο θα ανακοινωθούν πλέον οι διακρίσεις του νέου διαγωνισμού. Σήμερα δημοσιεύεται το διήγημα του Ιγνάτιου Μηλιόρδου

 

6th-international-contest-smaller

Χρώμα – χρήμα ένα γράμμα διαφορά

«Όχι, δεν κάνει!» ήταν η πρώτη έκφραση από τα χείλη των γονιών μου, όσο βρισκόμουν στην παιδική ηλικία. Δεν ήθελαν να την ακουμπάω καν. Τους φόβιζε το χρώμα της. Υπήρχε η σκέψη ότι είναι βρόμικη επειδή είναι μαύρη. Όταν μία άσπρη επιφάνεια λερωθεί μαυρίζει, οπότε αν την έβλεπαν σε μαύρο χρώμα είχαν σφηνωμένη στο μυαλό τους αυτή την σκέψη. Σε αυτή την ηλικία που βρισκόμουν δεν καταλάβαινα τον λόγο που έπρεπε να μην την ακουμπήσω, αλλά δεν γινόταν και αλλιώς. Βλέπεις οι γονείς μου ήταν οι ήρωές μου τότε. Ακολουθούσα το ταξίδι της ζωής σαν συνεπιβάτης. Πήγαινα όπου με πήγαιναν, απλά κοιτώντας έξω από το παράθυρο, χαζεύοντας τα τοπία.

«Πρόσεχε να μην την ακουμπάς γιατί μπορεί να κολλήσεις καμία ανίατη αρρώστια!». Έφτασα στην εφηβεία και οι γονείς μου έπρεπε να μου αιτιολογήσουν για ποιο λόγο δεν έπρεπε να την ακουμπήσω. Αιτιολογία που είχε περισσότερο απειλητικό χαρακτήρα. Με την απειλή ήταν πιο σίγουροι ότι εγώ δεν θα κάνω αυτό που φοβόντουσαν. Η αλήθεια ήταν ότι δεν είχα πειστεί με τις συμβουλές τους. Κάτι μέσα μου με έσπρωχνε να ψάξω τους λόγους που οι γονείς μου είχαν αυτή τη στάση, όμως στη εφηβεία έδινα προτεραιότητα σε πιο ανέμελες δραστηριότητες. Έτσι κι εγώ άρχισα να βάζω στο μυαλό μου τα θεμέλια της ίδιας φιλοσοφίας με εκείνη των ανθρώπων που ήταν υπεύθυνοι για την ανατροφή μου. Μπορεί τα τοπία έξω από το παράθυρο να μη μου άρεσαν, αλλά θεωρούσα ότι αυτό είναι το φυσιολογικό.

«Θα σε παρακαλούσαμε να μην κάνεις παρέα μαζί της, τι θα πει η γειτονιά;». Οι απαγορεύσεις και οι εκφοβισμοί μετατράπηκαν σε παρακάλια με ερωτηματικά, όταν τελείωσα το σχολείο και ενηλικιώθηκα. Κι εγώ έπρεπε για άλλη μια φορά να ακούσω τις διαταγές που καταλάβαινα ότι δεν είχαν θέση στα δικά μου «πιστεύω». Όμως είχα μεγαλώσει αρκετά για να ακολουθήσω τα μονοπάτια τους. Δεν ήθελαν οι γονείς μου να κάνω παρέα με τη συνομήλική μου νέγρα γειτόνισσά μας, την Άντα. Αΐντα ήταν το κανονικό της όνομα, αλλά το είχε ελληνοποιήσει σε Άντα. Βεβαίως ούτε και με τους γονείς της ήθελαν να έχω επαφές. Ποτέ δεν τους είπαμε μία καλημέρα όλα αυτά τα χρόνια που οι άνθρωποι μένανε στο διπλανό μας σπίτι. Τα χρόνια πέρασαν, τελειώσαμε το σχολείο και η τύχη τα έφερε να περάσουμε στην ίδια σχολή στο πανεπιστήμιο. Επιτέλους έκανα αυτό που ήθελα να κάνω από μικρός, αλλά οι γονείς μου σήκωναν πάντα έναν τοίχο ανάμεσά μας. Γκρέμισα τα θεμέλια που έχτιζαν για εμένα και άρχισα να χτίζω μόνος μου όπως ήθελα εγώ τη γνώμη μου για το συνάνθρωπο. Άρχισα να κάνω παρέα μαζί της. Πρώτη φορά αισθάνθηκα να κάνω αυτό που θέλω εγώ και όχι να εκτελώ διαταγές. Επιτέλους αποφάσισα να κατέβω από το όχημα που με ταξίδευε όπου ήθελε αυτό και έπιασα εγώ το τιμόνι.

Οι γονείς μου ενοχλήθηκαν με αυτήν την στάση μου. Εγώ όμως όσο ήμουν στο πανεπιστήμιο και όσο έκανα παρέα μαζί της κατάλαβα ότι δεν έχει σημασία το χρώμα του δέρματος, αλλά το χρώμα της ψυχής. Η ψυχή της Άντας ήταν και είναι πολύχρωμη. Πόσο αρμονικά συνυπάρχουν το άσπρο με το μαύρο. Όταν βρίσκονται μαζί μπορούν να σου χωρέσουν στο μυαλό πολλές ιστορίες, πολλές εικόνες, πολλούς ήχους. Μπορούν επίσης να σε διδάξουν. Σαν λευκές κόλλες χαρτί που φιλοξενούν μαύρα γράμματα. Όπως όλα τα βιβλία. Κι όμως υπάρχει μια αόρατη γόμα που για έναν ανεξήγητο λόγο σβήνει τα μαύρα γράμματα από τα άσπρα χαρτιά. Μα τι μπορεί να κάνει σκέτο το λευκό χρώμα; Εγώ αυτή τη γόμα ήθελα να πετάξω στα σκουπίδια.

Και ήρθε η μέρα που οι γονείς μου άρχισαν να χτίζουν γέφυρες προς την γειτονική οικογένεια. Όχι, ο λόγος δεν ήταν που εγώ έκανα παρέα με την κόρη τους. Ούτε και τα χιλιάδες λόγια μου, που προσπαθούσαν να τους αποδείξουν ότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε ίσοι. Ότι το χρώμα μας δεν μας κάνει καλύτερους ή χειρότερους ανθρώπους. Ο μοναδικός λόγος ήταν που έμαθαν από εμένα ότι ο πατέρας της Άντας κέρδισε πολύ μεγάλο ποσό στο λόττο. Άρχισαν να καλοβλέπουν τη σχέση μου με την κόρη τους, σαν μια ευκαιρία για να πληρωθούν κάποια χρέη μας προς το δημόσιο. Είχαμε μία μεγάλη οφειλή της τάξης των δέκα χιλιάδων ευρώ. Η πρώτη κίνηση ήταν από τους γονείς μου να τους κάνουν το τραπέζι και έτσι και έγινε. Από τη μία χάρηκα γιατί έστω και έτσι άρχισαν να φεύγουν οι όποιες ρατσιστικές σκέψεις των γονιών μου, αλλά μόλις είδα μετά το γεύμα να πετιούνται τα ποτήρια, ακόμα και τα μαχαιροπήρουνα, αντί να μπουν στο πλυντήριο πιάτων σκέφτηκα ότι όλο αυτό δεν είχε βάσεις. Ήταν στηριγμένο σε τραπουλόχαρτα. Μάλλον δεν ήταν σε τραπουλόχαρτα, αλλά σε χαρτονομίσματα. Έτσι προσπαθούσα να γκρεμίζω καθημερινά εγώ αυτές τις γέφυρες. Τις γέφυρες που θυσίαζαν κάθε ανθρωπιά για να χτιστούν. Μα πόσο παράξενο μου φαινόταν από τη μία. Τόσο καιρό προσπαθούσα να τους φέρω σε επαφή και έπειτα να προσπαθούσα το αντίθετο. Δεν ήθελα να πληγωθούν οι άνθρωποι, γιατί αργά ή γρήγορα θα καταλάβαιναν το λόγο που ξαφνικά τους αγάπησαν οι γείτονες τους. Αν δεν το είχαν καταλάβει ήδη.

Τις επόμενες μέρες και μετά από επίμονες υποκριτικές προσπάθειες των γονιών μου για καθημερινές συναντήσεις, ήρθε ένα ευχάριστο και ένα δυσάρεστο γεγονός να με αναστατώσει. Το ευχάριστο ήταν που αποφάσισε η οικογένεια της Άντας να μετακομίσει, ώστε να μην πληρώνει ενοίκιο και να αγοράσει δικό της σπίτι. Το δυσάρεστο όμως ήταν ότι το σπίτι που θα αγόραζαν θα ήταν στην πατρίδα τους, οπότε αυτό σήμαινε ότι δεν θα έβλεπα ξανά την φίλη μου. Όμως η λιακάδα της χαράς μαζί με τον αέρα αλλαγής, έδιωχναν τη συννεφιά της λύπης μου. Φυσικά οι όποιες προσπάθειες των γονιών μου να με πείσουν, ώστε και εγώ με τη σειρά μου να πείσω τους γείτονες να μην αποχωρήσουν δεν έπιασαν τόπο. Η φράση που βγήκε από το στόμα του πατέρα μου και για άλλη μια φορά έκρινε τους ανθρώπους από το χρώμα τους ήταν: «μα οι μαύροι έχουν γεννηθεί να είναι φτωχοί εργάτες, όχι να είναι πλούσιοι». Αποδείκνυε για άλλη μια φορά πόσο φτωχός ήταν και πνευματικά, όπως και στα οικονομικά. Τα χρέη προς το δημόσιο μπορεί κάποια στιγμή να πληρωθούν, τα εσωτερικά χρέη της ψυχής του όμως διαπίστωσα πως μόνο να αυξηθούν μπορούν και τίποτα άλλο, δυστυχώς.

Η μέρα της αποχώρησης ήταν πολύ δύσκολη για εμένα, που όμως έπρεπε να μην το δείξω για να μην στενοχωρήσω την Άντα. Το ίδιο δύσκολη φαινόταν να είναι για τους γονείς μου, με τη διαφορά ότι δεν τους ένοιαζε να φανεί προς τα έξω. Φυσικά για άλλο λόγο ήταν εκείνοι στενοχωρημένοι. Ίσως όχι στενοχωρημένοι, αλλά θυμωμένοι με πολλές δόσεις ζήλιας. Δεν μίλησαν καθόλου στους γείτονες. Δεν βγήκαν καν έξω να τους αποχαιρετήσουν και εγώ έπρεπε με ψεύτικα λόγια να τους δικαιολογήσω. Έκανα μέρες να συνέλθω, όμως μαθαίνοντας αρκετά συχνά νέα από την Άντα καθώς είχαμε συχνή επαφή μέσω διαδικτύου το ξεπέρασα πιο ομαλά από ό,τι θα περίμενα. Η καθημερινή μας επαφή μείωνε την τεράστια απόσταση μεταξύ μας. Μείωνε και την θλίψη από τα μάτια μας.

Μετά από περίπου ένα μήνα ακούστηκαν ομιλίες και θόρυβοι μετακόμισης από το διπλανό μας σπίτι. Η αγωνία στα μάτια των γονιών μου ήταν ζωγραφισμένη. «Θα είναι Έλληνες οι νέοι γείτονες ή θα είναι τίποτα μαύροι πάλι;» ρώτησε η μητέρα μου με ανοιχτή την πόρτα, δίχως να την νοιάζει που ακούστηκε ο αντίλαλός της στο κλιμακοστάσιο. Η χαρά των γονιών μου ήταν έκδηλη όταν βεβαιώθηκαν ότι οι νέοι γείτονες ήταν Έλληνες. Η χαρά διπλασιάστηκε την ίδια μέρα όταν ήρθε ένα γράμμα με παραλήπτη την οικογένειά μου, αλλά δίχως να αναγράφεται αποστολέας. Το γράμμα που θα κάνει τη διαφορά. Είχε μέσα δέκα χιλιάδες ευρώ. Αυτό το γράμμα έφερε στην αρχή την χαρά στα πρόσωπα των γονιών μου, όμως γρήγορα έφερε και προβληματισμό. Μήπως επιτέλους αυτό το γράμμα είναι η ευκαιρία να αναθεωρήσουνε κάποιες θεωρίες τους;

 

 

 

 

 

 

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ονομάζομαι Ιγνάτιος Μηλιόρδος. Από το 1983 που ξεκίνησα το ταξίδι της ζωής μεγάλωσα και ζω στα περίχωρα του Κλεινού Άστεως. Έπειτα από την δωδεκαετή φοίτηση μου στο δημόσιο σχολείο, αποφοίτησα από το Τεχνολογικό Ίδρυμα της Χαλκίδας με το πτυχίο της λογιστικής. Aσκώ το επάγγελμα του λογιστή και τον ελεύθερο μου χρόνο ασχολούμαι συχνά με την συγγραφή μικρών διηγημάτων. Η δραστηριότητα αυτή με βοηθάει να απαλύνω την αλλοίωση της καθημερινότητας και να συντηρώ την ικανότητα της φαντασίας. Το διήγημά μου «Ο μικρός και ο μεγάλος» της συλλογής «Ιστορίες του ονείρου και της φυγής» (2013) και «Ο αόρατος εισβολέας» της συλλογής «Ιστορίες στα όρια» (2015) των εκδόσεων «Παράξενες μέρες» αποτελούν τις μοναδικές μου εκδόσεις.

Advertisements