Γκρίζο σαν και τα μάτια σου

//Ένα κείμενο της Ελένης Βλάχου για το eyelands//

φυλάκιο.JPGΦθινοπώριασε. Επιστρέφω στο σπίτι από το δρόμο με τα πλατάνια, περπατώντας. Δεν πήρα αυτοκίνητο ούτε λεωφορείο ούτε ποδήλατο. Τίποτα τελοσπάντων που να κινείται πάνω σε ρόδες. Σήμερα είχα μια λαχτάρα να περπατήσω! Μια λαχτάρα άλλο πράγμα σου λέω.
Πήγα και πήρα χρώματα. Πολλά χρώματα. Βασικά πήρα όλων των ειδών τα χρώματα. Όταν πάω σπίτι θα κάτσω να κάνω και συνδυασμούς. Που να ‘βλεπες τι συνδυασμούς μπορώ να φτιάξω…
Και μετά θα κάτσω να ζωγραφίσω. Θα φτιάξω εσένα. Τα μάτια σου. Έχεις κάτι μάτια που έτσι και ξεχαστείς για πολύ ώρα πάνω τους, πάει… τέλειωσες… σε ρουφήξανε και μετά χάθηκες. Μια φορά την πάτησα κι εγώ μαζί σου. Σε κοίταξα για πολλή ώρα και μετά πάει… πνίγηκα.
Κι από τότε δε βγήκα ξανά στην επιφάνεια. Έμεινα εκεί μέσα. Όχι ότι είναι άσχημα στα σκοτάδια σου. Οπωσδήποτε όμως είναι μοναχικά. Και δεν είναι ότι δε μου αρέσει η μοναξιά, φίλοι είμαστε. Αλλά εκεί μέσα στο δικό σου το βυθό, φοβάμαι.
Εσύ μου χες πεις μια φορά πως έτσι και βουτήξεις στα απύθμενα κάποιου μένεις εκεί για πάντα. Δε σε πίστεψα τότε. Δεν ήξερα.

Θυμάμαι όταν κάποιο πρωί με πήρες από το χέρι και περπατήσαμε πέρα μακριά, σε κάτι δάση σκοτεινά και ύπουλα κι εγώ έσκυψα και έκοψα μια παπαρούνα από το χώμα και σου την ακούμπησα στην παλάμη σου.
«Κατακόκκινη, σαν και τα πάθη μας» μου πες.
Κι εγώ φοβήθηκα τα πανύψηλα δέντρα με τους κορμούς τους που άπλωναν τα κλαδιά τους σαν φαντάσματα. Αλλά εσύ με έσφιξες απάνω σου κι όταν σήκωσα ψηλά το κεφάλι μου είδα μια γαλάζια τρύπα στον ουρανό.
Είδες τα μάτια μου και μάντεψες την απορία μου.
«Απέραντο γαλάζιο» είχες πει «σαν και τα λάθη μας».
Και όταν πάλι ένα βράδυ φτάσαμε στα βαθιά μια θάλασσας οι δυο μας κι εγώ τρόμαξα από το απόλυτο κενό που κυριάρχησε ξαφνικά γύρω μας, εσύ με αγκάλιασες πάλι σφιχτά, μέχρι που πήγε να μου κοπεί η ανάσα κι εγώ για να αποτάξω τους φόβους μου σε ρώτησα τι χρώμα είναι η μοναξιά. Κου μου ‘δειξες γύρω μου.
«Μαύρο» ψιθύρισες.
Εγώ όμως διαφωνώ. Η μοναξιά μπορεί να είναι και λευκή.
Κι όταν ένα βράδυ ξαπλώσαμε σε μια παραλία και δε μίλησε κανείς μας για ώρα σε ρώτησα τι χρώμα θα έδινες στη σιωπή.
Κι εσύ μίλησες ύστερα από ώρα πολύ.
«Λευκό».
«Σαν τί;»
«Σαν και το τίποτα».

Ο αέρας έριξε κάτω μερικά φύλλα. Στάθηκα να τα νιώσω να χαϊδεύουν το κορμί μου καθώς κατηφόριζαν προς της γη. Ωραία ήταν. Θυμήθηκα που έλεγες που το χρυσαφί χρώμα του φθινοπώρου δε συγκρίνεται με τίποτα. Κι είχες δίκιο. Από τότε αγάπησα τα χρώματα. Και τα πινέλα. Και τις παλέτες. Κι εσένα. Απ’ όλα πιο πολύ, εσένα.
Κοίταξα ψηλά. Είχε τεντωθεί στον ουρανό το ουράνιο τόξο. Θυμήθηκα που μια φορά σε προκάλεσα να μου πεις τι χρώματα έχει.
«Τα χρώματα της Ίριδας» απάντησες σκυφτός.
«Σαν τί;» σε ρώτησα.
«Σαν ψέμα» είχες πει. Κι είχες βυθιστεί σε κάτι όλο δικό σου.

Κι όταν κάποτε είπες πως θα έφευγες, κοίταξα τα μάτια σου για τελευταία φορά. Να κάνω μια γερή βουτιά μέσα σου. Κι ας πνιγόμουν.
Από τότε κάθε μέρα βγαίνω έξω και ρουφάω τα χρώματα. Μετά γυρνάω σπίτι και ζωγραφίζω. Κάθε μέρα και κάτι άλλο. Μόνο τα μάτια σου μένουν πάντα ίδια. Ίδια και άπατα.
Αφού δε μπορώ να έχω τα μάτια σου δικά μου τότε εγώ θα τα ζωγραφίζω, αποφάσισα μια μέρα. Θα τα δείχνω στους ανθρώπους για να δουν τι όμορφα μάτια υπάρχουν σε αυτή την πλάση.
Και δε φοβάμαι πια ούτε τα δάσα ούτε τις θάλασσες. Βούτηξα μέσα σου και δεν πνίγηκα. Μόνο εκείνο το «θα μου λείψεις» που νομίζω πως άκουσα να ψιθυρίζει ο αέρας καθώς έφευγες δεν κατάφερα ακόμα να φτιάξω με χρώματα.
Εξάλλου δε χρειάζομαι και πολλά χρώματα. Ίσα γκρίζο να χω.
Γκρίζο!
Σαν και τα μάτια σου.

 

Advertisements