Επιλογή eyelands – Νοέμβριος/1

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση των διηγημάτων που διακρίθηκαν στον 7ο διεθνή διαγωνισμό διηγήματος και παρουσιάζονται μόνο εδώ, στο eyelands. Σειρά έχει το διήγημα Δεν είχα μια φίλη σαν τη Γλέντε του Παναγιώτη Χ. Βούρου.

strange-love-affairs

Δεν είχα μια φίλη σαν τη Γλέντε

Ο συμπεριφορικός κοτυληδώνας της Γλέντε δεν άφηνε χώρο στην καρυδόψιχά της να νοστιμέψει. Ήταν και που ο συναισθηματικός τοιούτος είχε μια κάποια υπολογίσιμη απόσταση από το σπερματικό περίβλημα. Όπως κι αν κοιτούσε κανείς αυτό το κορίτσι του θύμιζε καρύδι, πάντως, και μάλιστα ατάραχο στον καρυοθραύστη, σκληρό δηλαδή. Η ερμηνεία της είχε σχήμα σφαιρικό, το ύφος της ήταν παχύ, τα χείλη της ήταν σαρκώδη. Συμπεριφορικά μπορούσες να διακρίνεις το πράσινο της αρμονίας αλλά για να φτάσεις να αξίζεις το συναισθηματικό καφέ της ευσυνειδησίας ήθελες δρόμο τσιμενταρισμένο με αποδείξεις αφοσίωσης.

Με τους φίλους της η Γλέντε ήταν ποταμός. Οι φίλοι, οι καρδιακοί της  όμως, ήταν η Αίγυπτος και η Γλέντε ο Νείλος τους που έσφιγγε σαν τανάλια το χέρι του Ηροδότου. Αν η κοινωνικότητά σας δεν εξαντλείται στα στοιχειώδη ίσως και να έχετε συναντήσει χαρακτήρες με την μυστήρια ροή του Νέιλου και της Γλέντε. Αν πάλι είστε, όπως λέμε, εσωστρεφείς, τότε το άλυτο μυστήριο της ανάποδης κίνησης του ποταμιού και της γυναίκας κάνουν τον σύντροφο Ρήνο αόρατο στο μακροβούτι σας.

Σε σθεναρή αντιδιαστολή με τα καλούδια των «Αιγυπτίων» φίλων της, οι μη επιλεχθέντες δορυφόροι της Γλέντε, όπως επί παραδείγματι η μητέρα, ο σύζυγος ή ένας γαμπρούλης, βαστούσαν τα παντελόνια τους από την πείνα. Η Γλέντε δεν μιλούσε τη διάλεκτο των Βερβέρων ως προς τη λέξη σάχρα και, κατά συνέπεια, οι εκτός «Αιγύπτου» πέθαιναν, ορθότερα αργοπέθαιναν, ακαλλιέργητοι. Δεν λέω βέβαια ότι η Σαχάρα δεν συγγενεύει με την Κοιλάδα του Νείλου. Απλά η Γλέντε μισούσε το μη πίσω από τους επιλεχθέντες.

Όσοι άκουσαν ανακούρκουδα τις αφηγήσεις της Γλέντε έχουν να το λένε για τα αστραπιαία διπλοχαστουκισμένα μάγουλά τους αλλά και για τους χαλαρούς μηνίσκους τους. Πλεξουδοκόριτσο ακόμα σε οικογενειακές διακοπές στις Βάσσες της Φιγαλείας, διέμενε βέβαια πρωτάκουστα αλλά εξ αφηγηματικής δικαιολογίας επίτηδες στα Περιβόλια, κάρφωσε δήθεν παλούκι που ‘χε στην επαφή του με το έδαφος κιμωλία και απέδειξε αυτή πρώτη πως ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα περιστρέφεται γύρω από τον άξονά του. Ύστερα έβραζε τη φλούδα των εσπεριδοειδών με ζάχαρη την αγάπη της για τα άστρα και το κοινό έλιωνε στο χωνάκι του όταν του πάσαρε την κίνηση της κιμωλίας ίση με την ετήσια μετάπτωση των ισημεριών. Κανέναν δεν πείραζε αν μάθαινε κάτι ή αν το πίστευε απλώς. Η Γλέντε δεν έραβε μόνο τις ιστοριές της μα και τις φορούσε συνάμα κατάσαρκα στους «Αιγυπτίους».

Το τρομερότερο όλων ήταν πως επίσης κανένας, ούτε μαυριδερός ούτε ξεβαμμένος, δεν τσάκωσε ποτέ τη Γλέντε μ’ ένα βιβλίο στη μασχάλη. Άρα, και δοθέντος ότι για τους ακροατές υπήρχε, κατά τα προιστορηθέντα, απαίτηση να γλυκοφιλούν τη μπετονιέρα, το συμπέρασμα δεν ήταν δυνατόν να είναι αλλό από το « … Αφού δεν το διάβασε πουθενά βρε κουφιοκέφαλοι η Γλέντε το ξέρει λοιπόν και τότε είναι αλήθεια …». Δεν είχαν λάθος αυτά που έλεγαν οι κουφιοκέφαλοι στους κουφιοκέφαλους πάντως.

Σαν άλλη Ζαν Αντουανέτ Πουασόν, προτού ακόμα εκπληρωθεί ο χρησμός της γριάς που από τα εννέα της χρόνια έγινε πόθος της, η Γλέντε έζησε με πατέρα τον πλούσιο ασήκωτο ο οποίος μετρούσε αντί χρημάτων οκνηρές ακούσιες αποβολές αερίων. Έπειτα, βιοπορίστηκε ως μια ολόκομψη μαιτρέσσα που ‘χε για Λουδοβίκο της τον ατέλειωτο μόχθο. Δεν άφησε πίσω, ώστοσο, αν και ήδη Μαρκησία ντε Πομπαντούρ, ποτέ τις πατρογονικές της ρίζες, όπως άλλωστε έπραττε και επί ημερών πατρικής κλανιάς με το Λουδοβίκο. Αυτό που επιχειρώ, ίσως όμως ατυχώς, να συμπεράνετε είναι αυτή η αξιοπερίεργη τριγωνική ηδονική παράνοια της Γλέντε με την πράξη αλλά και με την στασιμότητα.

Προκειμένου να επαληθευθεί μέσω, εν τέλει, αφαιρέσως, με κρατούμενο τη συνείδησή ενός εκάστου, η σούμα των γνωρισμάτων της Γλέντε είναι αναγκαία τα αριθμάκια και όχι οι άγνωστοι παράγοντες.  Η μέχρι εδώ κιόλας αργοκίνητη, νευρασθενικιά, επιλεκτική, φαντασιόπληκτη κορασίδα μαζί και κοτζιάκαρη βαστούσε, λοιπόν,  προβιβασθείσα με το μεγαλοπρεπές Άριστα (10) τη σημαία παρελάσεως της προσαρμοστικότητας. Επειδή αντικειμενικός σκοπός της ιστορίας μου είναι το ξεδίπλωμα της προσωπικότητας της Γλέντε και με καμία κυβέρνηση η εντύπωση μιας κρυφής της γοητείας δηλώνω, αν και θα ήταν πρέπον να διηγούμαι στεγνά, ότι ο αναγνώστης – μαθητής που θα αντικαταστήσει συνετά τα νούμερα με τα προσόντα ή κουσούρια που έρχονται να αραδιαστούν αμέσως παρακάτω θα μου χαμογελάσει σαν του εμπιστευτώ την ως άνω σημαία στην αμέσως επόμενη διαθέσιμη σχολική εορτή. Συνετός, βέβαια, ων οφείλει να μην παραγκωνίσει τη βάση προς το Άριστα (10). Πως η Γλέντε δηλαδή είναι κιόλας αργοκίνητη, νευρασθενικιά, επιλεκτική, φαντασιόπληκτη κορασίδα μαζί και κοτζιάκαρη. Η προσαρμοστικότητα της βρε παιδιά ας σαπίσει στο ίδιο τάπερ με το κρατούμενο. Δεν άκουσα ούτε καν στις αφηγήσεις της Γλέντε να ευκολοχωνεύονται διπλοκαρφωμένοι οι κεφτέδες της σύνεσης και της προσαρμοστικότητας.

Κατά μήκος της γαμήλιας κλίνης του «Νείλου» τα αρσενικά καλαμάρια όλης της βορειοανατολικής Αφρικής, εν μέρει δε κι αυτά της χερσονήσου του Σινά, στριφογύριζαν το χορό τους ως το ξημέρωμα. Κρίμα! Η Γλέντε διαρκώς τ’  απογοήτευε με την κυνική της μεταπήδηση στο μικρό διάλειμμα ίσα – ίσα για να αποθέσει τ’ αυγά της. Ο Μπράβε πάλευε να γίνει ο πλήρης Ατούμ και να την στραγγαλίσει στα φιλιά του. Ο Βλιούντεν παραμόνευε την έκσταση του Ίχυ για να του κλέψει το σείστρο και να της τραγουδίσει έπειτα την αγάπη του. Ο Λιούμπιμετς σύστηνε για μητριά του τη Μεσκνέτ και υποσχόταν οικογενειακή θαλπωρή μέσα σε σπίτι κληρονομικού του δικαιώματος. Ο Τιράν κόμιζε την γερακόμορφη προστασία του Μοντού, ο Αμπιτσιοζνί την αισιοδοξία της Σελκέτ, ο Ζμαγκόβαλετς θα πλημμύριζε  τα σπαρτά της με τα αποθέματα του Χαπύ. Όλοι τούτοι και πολλοί άλλοι ακόμα ήταν για την Γλέντε δύσκολες λέξεις χωρίς ενδιαφέρον. Όλοι τούτοι και πολλοί άλλοι ακόμα ήταν για την Γλέντε ακάματα καλαμάρια που όσο κι αν λύγιζαν τη μέση τους μόνο ένα τσιγάρο ρουφούσαν στο μικρό διάλειμμα.

Αφού από τη θάλασσα και το αλμυρό αυτής ύδωρ η Γλέντε κλήρωνε τσιγάρο στους άδικα επιχειρήσαντες το άνω έργο το ερωτικό, κατά τα προιστορηθέντα, δεν είναι περιττό, ούτε ανήθικο φρονώ πως είναι, να της κολλήσουμε τη ρετσινιά της έκστασης ως κι από τα χλωρά φύλλα της Νικοτιανής. Ήταν δε τόσο μανιακή με την παραίσθηση ή την αναψυχή του καπνίσματος που σίγουρα έζησαν καλότυχα όσοι πολέμιοι του ειδεχθούς εγκλήματος της εισπνοής δεν συμβάδισαν με την δεύτερη Τσιχουακοάτλ. Η δυναστεία Τσίνγκ θα ξέμενε από ηγεμόνες ενώ ο  Ιάκωβος ο Ά της Αγγλίας δεν θα τολμούσε να ξεμυτίσει για να χαλιναγωγήσει τη νέα μόδα. Για τον Ουρβανό και τη βούλα του δεν γίνεται καν λόγος γιατί η αθυροστομία θα ξεχειλίσει στο έπιπλο που ακουμπά το γνωστό στους ανθρώπους λεξιλόγιο.

Μέχρι τους πρώτους της δώδεκα Μάρτηδες η Γλέντε λάτρευε να στήνει με τους φίλους της, «Αιγυπτίους» από τότε, τον «Βασιλιά», ένα ξεθωριασμένο παιδικό παιχνίδι για πολλά μπομπιράκια που μετά το σχετικό αμπεμπαμπλόμ οδηγούσε τυχαία σ’ έναν άτυχο ειδικό στο να καταλάβει αφενός ποιό επάγγελμα παριστάνουν με κινήσεις οι περισσευούμενοι κι αφετέρου να μπορεί να τους τσακώσει τρέχοντας ξοπίσω τους. Ο γεωργός φτυάριζε δυναμικά τα πόδια του, ο οδηγός ξενύχιαζε στην απότομη στροφή τον αριστερό ή τον δεξιό αγκώνα με τον αντίθετο αντίχειρα, ο χορευτής σκόρπιζε ηδονή με την σμιλεμένη από γουρουνόπουλο και κρύα μπύρα μέση του, ο ζητιάνος έκανε τη λίγη ανοιχτή κίνηση της χούφτας. Η  Γλέντε έκανε το βασιλιά. Το βασιλιά στον «Βασιλιά». Δεν γνωρίζει έλεγε γαρ τον εαυτό του ο κατέχων τη δύναμη και την εξουσία. Δεν αναγνωρίζει, ειδικότερα, τη θέση, μιας και πάντοτε το μειονέκτημα της αμφισβητούμενης θέσης είναι η αναγκαιότητά να κινηθεί ώστε να δηλωθεί ως κάτι συγκεκριμένο. Ποτέ λοιπόν κανένας «Βασιλιάς» δεν κατάλαβε το επάγγελμα του το ίδιο. Θα ήταν, άλλωστε, από ακατόρθωτο ως γελοίο να τρέξει κανείς και να τσακώσει τον εαυτό του. Όλη η εξυπναδούλα αυτή της Γλέντε ήταν στ’ αλήθεια κάθε άλλο παρά βαθιά φιλοσοφημένη. Ήταν κουτή από την αρχή. «Απεμπολών, του κείθεν εμβολών». Ούτε μια λέξη του αληθινού αμπεμπαμπλόμ των αρχαίων παιδιών δεν επέτρεπε να παραστήσεις το βασιλιά στον «Βασιλιά». Ακόμα κι αν ήσουν η ρηχά εν τέλει φιλοσοφημένη Γλέντε.

Η Γλέντε είχε μια ανεξήγητα αντιφαντική, μα τεραστίας ρίζας, καταγωγή. Ήταν θαρρείς Ούννος και μύριζε Κάυκασο ο έρχομός της. Όπως οι χώρες της περιοχής που διαλέγουν Ευρώπη ή Ασία κι αν είναι δύσβατες διαλέγουν την υπερήπειρο της Ευρασίας. Ήταν ένας Κέλτης και κινδυνεύει επιτόπου διηγματικά να κακοποιήσω την όψη της με μια πολιτικά ορθή μου θεωρία αλλά μου φιλά τα πόδια που δεν θα την αγνοήσω καθώς έπραξαν οι συγγραφείς της παγκόσμιας ιστορίας με τη φυλή της. Δεν γνωρίζουμε άλλους τέτοιους Σκύθες πέρα απ’ αυτήν. Τοξότες δηλαδή με σημάδι σε καρδιά και νου ασυναγώνιστο. Κυνηγούσε φάλαινες με τους Ινουίτ αντάμα, χωρίς ανάγκη της για τροφή ή ένδυση. Μόνο για να καθιερωθεί ως σωστή με το μέγεθος της επιτυχίας να ονομάζεται έτσι φάλαινα και ποτέ φώκια. Η γλώσσα της παλαιοσιβηρικής Γλέντε έως τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα δεν ήταν γραπτή. Η απόδειξη, άλλωστε, κάνει το θρύλο επιστήμη κι όταν δεν τον τυποποιεί τότε γρήγορα τον περιγελά αφού τον ξεβάφει. Η Γλέντε ήταν ο καθένας αφού ήταν από οπουδήποτε.

Γνωρίζω απλά  εξ όψεως μια γυναίκα αργοκίνητη, νευρασθενικιά, επιλεκτική, φαντασιόπληκτη, προσαρμοστική, γοητευτική, κομπλεξική, αυτοκρατορική και συνεχώς παρούσα, κατά τα ανωτέρω. Τη λένε Ιστορία και το «εξ όψεως» δεν μου επιτρέπει να την χαρακτηρίσω φίλη μου. Ούτε μια φίλη σαν τη Γλέντε είχα.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ο Παναγιώτης Χ. Βούρος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1982 και μεγάλωσε  στην Καλαμάτα. Είναι δικηγόρος Αθηνών, πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Τμήματος Δημοσίας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Το 2014 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «ΚΟΡΑΛΛΙ» το πρώτο του βιβλίο «ΟΙ ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΚΟΙ;» (συλλογή διηγημάτων). Στον έντυπο και στον ηλεκτρονικό τύπο έχουν μέχρι σήμερα δημοσιευτεί άρθρα, διηγήματα και ποιήματά του. Είναι παντρεμένος από το 2011 με τη φιλόλογο Έφη Τραχαλάκη και έχει μία κόρη, τη Δήμητρα.

**

 

ΕΠΙΛΟΓΗ eyelands – ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ(με αλφαβητική σειρά )

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ

Δέσποινα Δρακάκη – Οι δύο ζωγράφοι

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ

Φαιη Ιακωβιδου  – Σ΄ένα τριάρι στα Πατήσια

Φανή Κεχαγιά – Αδιάσπαστη μονάδα

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ

Μαγδαληνή Ματσούκα – 14 Φεβρουαρίου

Ιγνάτιος Μηλιόρδος – Η Γέφυρα

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

Κυριακή Ξυναριανού– Εαρινή ισημερία

Ντόρα Παπαγεωργίου- Θυμάμαι

ΜΑΡΤΙΟΣ

Έλλη Παπαδοπούλου –Ένας ήρωας

Ιωάννα Παρπούλα – Είκοσι χρόνια μετά

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Μαίρη Πίσια – Για μια Ελίζα

Μαριλένα Ραπανάκη – Τασούλα

ΜΑΙΟΣ

Κώστας Τζικόπουλος – Τ’ αγρίμι

Στέλλα Τσίγγου – Μια μικρή ιστορία αγάπης

ΙΟΥΝΙΟΣ

Μαίρη Φιλιππίδου Κατσανίδου – Θρησκευτικοί φραγμοί

Ρηνιώ Χρυσαδάκου – Των Φώτων

 

 

 

 

Advertisements