Επιλογή eyelands – Σ’ ένα τριάρι στα Πατήσια

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση των διηγημάτων που διακρίθηκαν στον διαγωνισμό διηγήματος  του eyelands το 2017  (με θέμα «Παράξενοι έρωτες»)  με Επιλογή για δημοσίευση στην ιστοσελίδα. Σειρά έχει το διήγημα της Φαίης Ιακωβίδου:

αφισα διαγωνισμού

                                              // Σ’ ένα τριάρι στα Πατήσια//

Καθισμένη στην παλιά  βελούδινη πολυθρόνα η Τάνια διορθώνει τα τελευταία και πιο κακογραμμένα γραπτά των ζωηρών μαθητών της. Ακόμη μία φριχτή σχολική χρονιά έφτασε στο τέλος της αλλά  εκείνη, αντί να χαίρεται, έχει κατακλυστεί από απερίγραπτο άγχος. Πώς θα περάσει άλλο ένα βασανιστικό, θερμό και άδειο καλοκαίρι; Τι απίστευτη δικαιολογία πρέπει πάλι να εφεύρει το κουρασμένο της μυαλό για να πειστεί ότι δεν πρέπει να εγκαταλείψει το στενάχωρο διαμέρισμά της;

Από τότε που έφυγε εκείνος, πριν ένα χρόνο σχεδόν, δεν έχει αλλάξει τίποτα στο σπίτι τους. Στο σπίτι που έζησαν μαζί τα τελευταία τριάντα σχεδόν χρόνια. Ακόμη υπάρχουν τασάκια σε κάθε τραπεζάκι του σαλονιού, παρόλο που εκείνη έχει πέντε χρόνια να καπνίσει. Δεν έχει βάψει καν τους τοίχους για να μη σβήσει η μπογιά τα ίχνη του καπνού του τσιγάρου που εκείνος κάπνιζε. Το γραφείο του, η μικρή βιβλιοθήκη με τα συγγράμματα, από τότε που φοιτούσαν μαζί στη Nομική, ακόμη και ο μεγάλος πίνακας που πήραν μαζί στο ταξίδι του μέλιτος στέκουν αγέρωχα στο σκοτεινό τριάρι που πήραν από αντιπαροχή οι γονείς της, όταν εκείνη ήταν μωρό ακόμη, για να την προικίσουν. Η ντουλάπα του καθαρίζεται ευλαβικά κάθε εβδομάδα έτοιμη να υποδεχτεί  πίσω τα πουκάμισα και τα κοστούμια του. Μόνο ένα ξεβαμμένο μακό υπάρχει μέσα που το είχε χρησιμοποιήσει εκείνος κατά τη μετακόμισή του και που το ’βγαλε πριν φύγει γιατί είχε μουσκέψει από τον ιδρώτα του. Η Τάνια δεν το έπλυνε ποτέ.

Έχει πάει μία το μεσημέρι και δεν έχει κατέβει καθόλου να δει τη μάνα της σήμερα. Από τότε που πήρε τη Λαρίσα να την προσέχει, έχει ξενοιάσει. Κατεβαίνει την κοινόχρηστη σκάλα και φτάνοντας στο ισόγειο όπου βρίσκεται το πατρικό της  ακούει, πριν μπει  μέσα, την τηλεόραση να παίζει δυνατά ένα ρώσικο πρόγραμμα. Ανοίγει ήσυχα τη πόρτα και βλέπει την κυρά-Καίτη ακίνητη και αποχαυνωμένη να κοιτάζει βαθειά μέσα στο χαζοκούτι.

«Τι κάνει κυρία Τάνια;» ακούγεται η φωνή της Λαρίσα από την κουζίνα.

Πώς να είναι, τα ίδια χάλια σκέφτεται από μέσα της, αλλά δεν το ομολογεί. Παίρνει ανόρεκτα το τάπερ  που της δίνει η κοπέλα αλλά ξέρει ότι δεν θα το φάει.

«Λαρίσα βράσει φασουλάκια» και της ανοίγει την εξώπορτα σαν να μην τη θέλει άλλο μέσα  τα πόδια της. Η Τάνια ρωτάει πώς είναι η μητέρα της και αν χρειάζονται τίποτα ψώνια από το σούπερ μάρκετ. «Ούχι, Λαρίσα ψούνισε ούλα», και κάνει μία αδέξια κίνηση με το χέρι της που βρίσκει την Τάνια στο μπράτσο καθώς εκείνη βρίσκεται μεταξύ εντός κι εκτός σπιτιού.

Αρχίζει ν’ ανεβαίνει τη σκάλα προς το διαμέρισμά της. Μόνο τρεις όροφοι τους χωρίζουν, αλλά κάθε φορά που τους ανεβαίνει θαρρείς ανεβαίνει το Σινά. Όταν περάσει εκείνο το μεγάλο πλατύσκαλο του πρώτου ορόφου κοιτάζει διακριτικά από το παράθυρο του φωταγωγού. Η οροφή του είναι ξεσκέπαστη και λίγες αχτίδες καταφέρνουν να φωτίσουν τις γλάστρες στο μπαλκόνι της κυρίας Αθανασοπούλου. Κάθε που τις αντικρίζει υπάρχει και μια καινούρια και πάντα είναι φρεσκοποτισμένες. Τα σκαλιά προς το δεύτερο πάτωμα είναι πιο στενά, απότομα και άβολα. Ο τοίχος που πιάνεται για να τ’ ανέβει έχει ξεφτίσει από την υγρασία. Τραβάει με τα δάχτυλά της τα κομμάτια της μπογιάς που περισσεύουν και τα ρίχνει κάτω. Το κοινόχρηστο φώς σβήνει και με τρία μόλις βήματα σκοντάφτει στα παπούτσια  του κυρ-Θανάση, του θυρωρού, πριν βρει το διακόπτη. «Τι κακιά συνήθεια κι αυτή, ούτε μουσουλμάνοι να ήταν».

Το ανοιξιάτικο αεράκι δυνάμωσε και πήρε γρήγορα να τυλιχτεί στη φθαρμένη γκρι μεταξωτή ρόμπα της. Το σώμα της έχει μαζέψει, ώστε πλέον της είναι τουλάχιστο ένα νούμερο μεγαλύτερη. Τα δαντελένια μανίκια της καλύπτουν τα λιπόσαρκα δάχτυλά της και κάποια χρυσά κουμπιά έχουν προ πολλού χαθεί, αλλά δεν τα αντικαθιστά. Είναι το μοναδικό δώρο εκείνου που μπορεί να το φοράει, και το θέλει όπως εκείνος το διάλεξε και της το φόρεσε πρώτη φορά. Τότε το σώμα της ήταν νεανικό και σφριγηλό και τυλιγμένη στο μεταξωτό ύφασμα ένιωθε ατρόμητη. Ξαφνικά θέλει να κάνει ένα τσιγάρο. Βρίσκει μία καταχωνιασμένη ασημένια ταμπακιέρα στο συρτάρι του παλιού ξύλινου μπουφέ. Ξεφυσάει με ανακούφιση όταν βλέπει πως υπάρχουν δύο τσιγάρα. Τα κουτιά με τα σπίρτα είναι όλα άδεια. Κατευθύνεται στην κουζίνα για να βρει έναν αναπτήρα. Ανοίγει το δεύτερο συρτάρι αλλά εκείνο αντιστέκεται. Καθώς αυξάνει τη δύναμη της για να το ξανατραβήξει, το εμπόδιο πέφτει στο κάτω συρτάρι. Είναι ένας φθαρμένος κίτρινος φάκελος με φωτογραφίες. Πάλι εκείνος. Γελάει ξένοιαστος στη βεράντα τους και το μαλλί του το λούζει ένας δυνατός ήλιος.

Το ίδιο χαμόγελο είχε όταν τους έπιασε στα πράσα με τη λεγάμενη στο καφέ της Πανεπιστημίου, πριν από ένα χρόνο. Κάθισε σε μια καρέκλα να πιει στα γρήγορα έναν εσπρέσο μέχρι να ’ρθει η ώρα που θα συναντούσε μια φίλη της. Τα μάτια της έπεσαν πάνω στα καλογυαλισμένα παπούτσια του, καθώς αυτός στεκόταν όρθιος στο μπαρ. Σηκώθηκε, έτοιμη να τον φωνάξει μέχρι που είδε το δεξί του χέρι να είναι χωμένο στα πλούσια ξανθά μαλλιά εκείνης. Νεαρή, γύρω στα τριάντα, στηριγμένη στα λουστρίν ψηλοτάκουνά της  χαζογελούσε με τ ’αστεία του. Και τότε τα κόκκινα χείλη της κινήθηκαν απειλητικά προς τα δικά του.

Ξαφνικά, τα τραπέζια κινούνται κατά πάνω της. Ο κόσμος έρχεται προς το μέρος της απειλητικά, τη δείχνει με το δάχτυλο και γελάει δυνατά. Ο καπνός των τσιγάρων τυλίγει το ζευγάρι και το εξαφανίζει, κι εκείνη μένει μόνη μέσα στο πλήθος, να μη ξέρει τι να κάνει.  Βγάζει βιαστικά από το πορτοφόλι της ένα πεντάευρο και το πετάει πάνω στο τραπέζι. Μέχρι να βγει από το μαγαζί και να πάρει καθαρό αέρα νομίζει ότι θ’ αφήσει την τελευταία της πνοή εκεί μέσα.

Στον πολύβουο δρόμο δεν άκουγε τίποτα. Πέρασε βιαστικά τη διάβαση και σκόνταψε πάνω σ’ έναν συνάδελφό της που κινούνταν προς την αντίθετη κατεύθυνση.

«Τάνια, τι κάνεις, είσαι καλά;» εστίασε στα βουρκωμένα μάτια της με ανησυχία.

Μα είναι δυνατόν να είναι καλά; Αυτή έχει πλαντάξει στο κλάμα.

«Θέλεις κάποια βοήθεια, μπορώ να κάνω κάτι;» γύρισε προς το μέρος της καθώς αυτή συνέχιζε το δρόμο της παραπατώντας. Κατέβηκε δυο δυο τις σκάλες του μετρό και μπήκε στο πρώτο βαγόνι που άνοιξε τις πόρτες του μπροστά της.

Ο Αντώνης είχε ερωμένη. Και την συναντούσε στα πιο κοσμικά μέρη της Αθήνας. Μέρα, μεσημέρι. Χωρίς να κρύβεται. Χωρίς να νοιάζεται αν τους δει κάποιος. Η Τάνια το είχε ψυλλιαστεί. Δεν ήταν πρώτη φορά εξάλλου. Δεν την ένοιαζε. Έτσι νόμιζε τουλάχιστον. Λίγες μέρες αργότερα μάζεψε τα πράγματά του κι έφυγε.

Ανάβει το τσιγάρο της και πηγαινοέρχεται στο σαλόνι. Σηκώνει το ακουστικό του τηλεφώνου να δει αν δουλεύει. Έχει πάει πέντε η ώρα, όπου να ‘ναι θα πάρει εκείνος. Της άφησε μήνυμα στον τηλεφωνητή εχθές και της είπε ότι θα της τηλεφωνούσε σήμερα για να συζητήσουν κάτι σοβαρό. Την πήρε ο ύπνος στον καναπέ, όταν ξαφνικά ακούει το τηλέφωνο.

«Αντώνη;», λέει με όση δύναμη βρήκε μέσα στον ύπνο της.

«Καλησπέρα Τάνια» ακούγεται δειλά εκείνος. «Είναι κατάλληλη ώρα; Σε ξύπνησα; Nα πάρω αργότερα;»

«Μα όχι, τι λες; Mια χαρά είναι».

«Τάνια, πρέπει να έρθεις από το γραφείο. Να υπογράψεις. Τα χαρτιά του διαζυγίου. Είναι έτοιμα.»

Η σιωπή της ήταν ίδια με αυτήν που θα υπάρχει μετά το τέλος του κόσμου.

«Δεν έχω χρόνο Αντώνη, έλα εσύ αν θέλεις από δω».

«Πότε; Τώρα; Mπορώ να έρθω σε μία ώρα ».

«Όχι σήμερα. Αύριο Αντώνη».

Αυτό θέλει λοιπόν, να ξεμπερδέψει γρήγορα μαζί της. Καλά της είπε η κουμπάρα τους. «Ο Αντώνης, Τάνια, ετοιμάζεται να ντυθεί γαμπρός. Του ’χει πάρει τα μυαλά  η μικρή, για χάρη της θα άλλαζε και θρησκεία. Καλά θα κάνεις να τον ξεχάσεις. Να προχωρήσεις. Δεν αξίζει άλλες θυσίες αυτός.».

Να τον ξεχάσει πώς;  Έτσι ξεχνιούνται τριάντα χρόνια; Με τα καλά και τα κακά τους, ποιά κακά δηλαδή, άλλοι μπορεί να είχαν κακά, όπως δίπλα οι Γιαλουράκηδες που τσακώνονται από το πρωί έως τη νύχτα, ποιά νύχτα, τ’ αξημέρωτα. Αν δεν τους ξέρει κάποιος θα νομίζει ότι θα σφαχτούν. Όπως ο γείτονας, απέναντι, που έδωσε δυο μαχαιριές στον εραστή της γυναίκας του όταν τους έπιασε στα πράσα και τον άφησε στον τόπο.  Τι ιστορία κι αυτή!

Γι αυτό βιάζεται λοιπόν, ο Αντώνης. Θέλει ν’ αποκαταστήσει τη λεγάμενη. Μωρέ, μπας κι είναι έγκυος αυτή; Αφού αυτός παιδιά δε μπορεί να κάνει. Αλλιώς θα είχε ένα εξώγαμο σε κάθε γειτονιά της πρωτεύουσας. Τριάντα χρόνια από τη ζωή της χαλάλισε και να βρεθεί έτσι μόνη, ξέμπαρκη σε τέτοια ηλικία. Αν δεν τον είχε ακούσει τότε κι επέμενε να προχωρήσει στην υιοθεσία, τώρα θα είχε ένα παιδί κοντά είκοσι χρονών και δε θα την ένοιαζε. «Αλλά τώρα όχι, δε θα το αφήσω έτσι», μονολόγησε τόσο δυνατά  που τρόμαξε και η ίδια από την ένταση της φωνής της.

Όλο το βράδυ δεν καταφέρνει να κλείσει μάτι. Έχει ξεχάσει το παράθυρο της κουζίνας ανοιχτό και ο αέρας βουίζει σαν να είναι χειμώνας. Δε σηκώνεται να το κλείσει, ταιριάζει με τις σκέψεις της. Άγριες και αλλόκοτες. Στο σκοτάδι του δωματίου της παρελαύνει ανενόχλητη η σκιά του. Νέος, όπως ήταν όταν πρωτομπήκανε στο σπίτι, κρατώντας την στην αγκαλιά του. Εκείνη φορούσε μία μπλούζα ζέρσεΐ, ιβουάρ, αμάνικη και μία κλαρωτή μακριά φούστα. Με τα χαμηλοτάκουνα κόκκινα παπούτσια της, νούμερο τριάντα έξι, έμοιαζε με μαθητριούλα που την απήγαγε. Εκείνος, καθώς ήταν ψηλός και γεροδεμένος, έμοιαζε πάντα μεγαλύτερος κι ας την περνούσε μόλις δύο χρόνια. Άλλοτε η σκιά του είναι βαριά, όπως ήταν εκείνος την ημέρα που έφτιαχνε τη βαλίτσα του για να πάει να μείνει με την άλλη. Είχαν αποφασίσει να μην είναι στο σπίτι η Τάνια, αλλά εκείνη με την πρόφαση ότι είναι άρρωστη έμεινε να παρακολουθεί όλες τις κινήσεις του. Της άφησε στο κομοδίνο το ρολόι που του είχαν πάρει οι γονείς της στον αρραβώνα τους, αλλά εκείνη του το έδωσε πίσω. Εάν το δεχόταν θα έπρεπε κι αυτή να του επιστρέψει το μονόπετρο που της είχε δωρίσει εκείνος. Αλλά εκείνο θα το έβγαζε από το χέρι της μόνο την ύστατη ώρα.

Το πρωί η Λαρίσα φέρνει τα πράγματα που της ζήτησε. «Έχει ποντίκια σπίτι κυρία Τάνια;» . Μα τι αδιάκριτοι αυτοί οι κοκκινόσαυροι; Ναι, έχει γι’ αυτό δίνε του γρήγορα πριν σου χυμήξει κανένα.

Αρχίζει να καθαρίζει με μανία το σπίτι. Η ώρα δεν περνάει με τίποτα. Έχει  πάλι την ανάγκη να κάνει ένα τσιγάρο. Το τελευταίο που κρύβει η ταμπακιέρα της και που ξανά δε θα γεμίσει ποτέ. Βάζει στο ράδιο να παίζει το Τρίτο Πρόγραμμα. Κάτι ροκ εν ρολ ξεχασμένα που η εκφωνήτρια επιμένει ότι άλλαξαν το ρ της ιστορίας της μουσικής. Αυτή δεν τα χόρεψε ποτέ. Ο Αντώνης ακούει μόνο ελληνικά έντεχνα, άξιος εκπρόσωπος της γενιάς του πολυτεχνείου, ενώ εκείνη δεν έχει μουσικές προτιμήσεις.

Αδειάζει ό,τι μισοάδεια αφρόλουτρα υπάρχουν στο καυτό νερό της μπανιέρα της και χώνεται μέσα μέχρι το δέρμα της να μουλιάσει. Βάζει τα καλύτερά της εσώρουχα, αγορασμένα προ δεκαετίας, και από πάνω τη γνωστή μεταξωτή ρόμπα της. Μαζεύει τα μαλλιά της ψηλά κι αρχίζει να βάφει τα νύχια της κόκκινα. Το πορσελάνινο σερβίτσιο που τα πεθερικά της τούς είχαν κάνει δώρο γάμου βγήκε από το μπουφέ και κοσμεί τώρα το γυάλινο τραπέζι της βεράντας.

Στις έξι και πέντε το θυροτηλέφωνο χτυπάει δειλά. Ανοίγει την πόρτα κι ο Αντώνης με το ζόρι κρατάει την έκπληξή του για την εμφάνισή της. Μπαίνει διστακτικά μέσα και δέχεται την πρόσκλησή της για ένα καφέ. Μέχρι να φέρει την κανάτα εκείνη, αυτός έχει απλώσει στο τραπέζι τα χαρτιά του διαζυγίου.  Μιλάνε περί ανέμων και υδάτων και ενώ εκείνος πίνει μια γουλιά από τον καφέ του, τον πιάνει πόνος οξύς και το μόνο που προλαβαίνει να πει εξασθενημένα είναι «βοήθεια».

Εκείνη στέκεται ασάλευτη να τον κοιτάζει μέχρι που εκείνος σταματάει να σπαρταράει σαν το ψάρι. Ακίνητη, σίγουρη, ικανοποιημένη. Ύστερα τον τραβάει από τα πόδια και τον σέρνει μέχρι το κρεβάτι τους. Τον ανεβάζει με δυσκολία επάνω, τον ξεντύνει και τον αφήνει με τα εσώρουχα. Ξαπλώνει δίπλα του και πίνει όλα της τα υπνωτικά.

Το επόμενο πρωί τους βρίσκει η Λαρίσα ξαπλωμένους πάνω στα νυφικά σεντόνια, που είχαν να στρωθούν χρόνια τώρα. Κάτασπροι, με τους αφρούς να έχουν στεγνώσει πάνω στα πρόσωπά τους, με ανοιχτά μάτια να κοιτάνε στο κενό. Εκείνη είναι γυρισμένη προς το μέρος του κι έχει το χέρι της επάνω στο στήθος του. Εκείνος στέκεται αδιάφορα και το κεφάλι του γέρνει προς την άλλη κατεύθυνση. Έτσι όπως κοιμόντουσαν πάντα.

 

 

 

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Φαίη Ιακωβίδου: Σπούδασα πολιτικές επιστήμες και Ιστορία και ασχολούμαι ερασιτεχνικά με τη λογοτεχνία. Αγαπώ το διάβασμα και τα ταξίδια.

 

 

λογότυπο μικρότερο

ΕΠΙΛΟΓΗ eyelands

Επόμενα διηγήματα (με αλφαβητική σειρά )

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ

Φανή Κεχαγιά – Αδιάσπαστη μονάδα

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ

Μαγδαληνή Ματσούκα – 14 Φεβρουαρίου

Ιγνάτιος Μηλιόρδος – Η Γέφυρα

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

Κυριακή Ξυναριανού– Εαρινή ισημερία

Ντόρα Παπαγεωργίου- Θυμάμαι

ΜΑΡΤΙΟΣ

Έλλη Παπαδοπούλου –Ένας ήρωας

Ιωάννα Παρπούλα – Είκοσι χρόνια μετά

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Μαίρη Πίσια – Για μια Ελίζα

Μαριλένα Ραπανάκη – Τασούλα

ΜΑΙΟΣ

Κώστας Τζικόπουλος – Τ’ αγρίμι

Στέλλα Τσίγγου – Μια μικρή ιστορία αγάπης

ΙΟΥΝΙΟΣ

Μαίρη Φιλιππίδου Κατσανίδου – Θρησκευτικοί φραγμοί

Ρηνιώ Χρυσαδάκου – Των Φώτων

 

Advertisements