Επιλογή eyelands – Αδιάσπαστη μονάδα

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση των διηγημάτων που διακρίθηκαν στον διαγωνισμό διηγήματος  του eyelands το 2017  (με θέμα «Παράξενοι έρωτες»)  με Επιλογή για δημοσίευση στην ιστοσελίδα. Σειρά έχει το διήγημα της Φανής Κεχαγιά

– Αδιάσπαστη μονάδα-

αφισα διαγωνισμούΑπό μικροί ήταν αυτοκόλλητοι. Ο Αντρέας κι αυτή.

«Συνηθισμένο για δίδυμα», έλεγαν οι συγγενείς και χαμογελούσαν με τρυφερότητα.
Αλλά οι δυο τους ήξεραν πως δεν ήταν μόνο ομοζυγωτικά δίδυμα, δεν έμοιαζαν απλώς σαν δύο σταγόνες –οποιουδήποτε υγρού. Δεν ήταν, όπως απλοϊκά πίστευαν όλοι, δυο κομμάτια που αλληλοσυμπληρώνονταν. Ήταν μια ενιαία και αδιαίρετη μονάδα. Οι δύο κοιλίες μιας καρδιάς, που ξεδιψούσαν από το ίδιο αίμα. Τα δυο ημισφαίρια ενός κοινού εγκεφάλου που παρήγαγε και έτρεφε κοινές σκέψεις. Τα δυο μέρη μιας ψυχής που καλλιεργούσε μια πλούσια σοδειά αδιάσπαστων συναισθημάτων. Ακόμη και οι διαφωνίες τους είχαν μια ομοιογένεια τρομακτική και κατέληγαν στη σχεδόν ηδονική απόλυτη υποταγή του νικητή στον ηττημένο. Εναλλάξ.

Μεγάλωσαν παίζοντας ρόλους. Ήταν η Φάνυ και ο Αλέξανδρος, η Μπόνι και ο Κλάιντ, Ο Αντώνιος και η Κλεοπάτρα. Αυτό που τους διασκέδαζε περισσότερο σ’ αυτό το παιχνίδι ρόλων ήταν η αντιστροφή. Ο Αντρέας ήταν η Φάνυ, η Αναστασία ο Αλέξανδρος. Ο Αντρέας η Κλεοπάτρα, η Αναστασία ο Αντώνιος. Κρατούσαν τα μαλλιά τους σε ίδιο μήκος, για να εξυπηρετούνται ευνοϊκά οι φάρσες τους. Τα κούρευε σχετικά κοντά για κορίτσι η Αναστασία, τα κρατούσε σχετικά μακριά για αγόρι ο Αντρέας. Στην εφηβεία, ξεκαρδίζονταν να βγαίνει η Αναστασία ως Αντρέας ραντεβού με κορίτσια και να περιγράφει μετά με κάθε πικάντικη λεπτομέρεια στον αδερφό της την εξέλιξη του ραντεβού. Ο Αντρέας στην αρχή αντιδρούσε να βγει με τα αγόρια της Αναστασίας.

«Είναι εξευτελιστικό», έλεγε.

Αλλά η Αναστασία είχε τον τρόπο της να τον πείθει και να κάμπτει τις αντιστάσεις του.

«Δεν είναι τόσο, αν σκεφτείς πως το κάνεις για μένα. Με το αγορίστικο μυαλό σου, μπορείς να διαπιστώσεις αν αληθινά με θέλει ή με κοροϊδεύει. Έτσι μπορείς να με προστατέψεις εμένα από εξευτελισμό», το επιχείρημά της.

Οι γονείς τους άρχισαν να ανησυχούν. Ήταν φυσιολογικό τέτοιο περίεργο δέσιμο για αδέρφια; Ακόμη και για δίδυμα; Ευτυχώς δε χρειάστηκε να ανησυχούν για πολύ. Γιατί σε λίγο η φωνή του Αντρέα άντρεψε, το μούτρο του αγρίεψε, δε γινόταν πλέον να υποδύεται την αδερφή του. Και η Αναστασία, σε μια αναπάντεχη επαναστατική κίνηση απόσχισης, έφυγε στην Αγγλία για σπουδές. Αυτοί που δεν ήξεραν την αλήθεια της σχέσης τους, εξεπλάγησαν.

«Μα, πώς δέχτηκαν να χωρίσουν, καλέ, αυτά;»

Οι δυο τους χαμογελούσαν με συγκατάβαση. Ήξεραν πως όπου κι αν βρισκόταν ο ένας, μέσα του κατοικούσε κι ο άλλος. Ήξεραν πως αυτό που ένιωθαν ο ένας για τον άλλο, αυτός ο –για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους- έρωτας, δεν άφηνε περιθώρια να αποκοπούν, ακόμη κι αν βρίσκονταν ατελείωτα μίλια μακριά ο ένας από τον άλλο.

Μα αυτός ο έρωτας δεν έμοιαζε με κανέναν από αυτούς που κυκλοφορούσαν προς κατανάλωση στο ευρύτερο εμπόριο ή κυκλοφόρησαν ανά τους αιώνες, πλέκοντας δακρύβρεχτα μελό στη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας (όπως φερ’ ειπείν Ρωμαίος και Ιουλιέτα, Τριστάνος και Ιζόλδη, Οθέλος και Δεισδαιμόνα). Δεν ήταν σαρκικός. Δεν ήταν καν πλατωνικός με την αρχαιοελληνική σημασία. Δεν ήταν εγκεφαλικός. Ήταν έρωτας-αποδοχή, έρωτας-θαυμασμός, έρωτας-δε-ζω-χωρίς-εσένα, έρωτας-εσύ είσαι εγώ κι εγώ είμαι εσύ, έρωτας άχρονος, άτοπος, εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν και ευχαριστώ σας. Από μια άποψη –ή από πολλές διαφορετικές και αντιφατικές μεταξύ τους- δεν ήταν καν έρωτας. Ήταν η ηδονική ολοκλήρωση που μπορεί να νιώθει ένας άνθρωπος μόνο αποδεχόμενος την αυταξία του. Ήταν ένα είδος ναρκισσιστικής μα απολύτως δίκαιης ανταλλαγής. Κανείς από τους δύο δε θα ήταν ικανός να αγαπήσει τον εαυτό του, αν δεν υπήρχε ο άλλος.

Μετά έχασαν τους γονείς τους. Σε ατύχημα. Στο χρόνο επάνω, αναπάντεχα και χωρίς η Αναστασία να αφυπνιστεί από κάποιο προαίσθημα, που να επιβεβαιώνει το άρρηκτο δέσιμό τους, αρρώστησε ο Αντρέας. Από την κακιά αρρώστια. Καλπάζουσα τους την είπαν. Και ο καλπασμός κατέληξε σε αφηνιασμό, που ξεπάστρεψε το μισό του όλου.

Θα περίμενε κανείς η Αναστασία να καταρρεύσει, με τον τρόπο που κλονίζεται και αποδομείται το όλον, όταν χάνει το μισό κομμάτι του, όταν ακρωτηριάζονται τα σταθεροποιητικά μέλη του. Αλλά δε συνέβη τίποτα τέτοιο. Αντιθέτως, η Αναστασία, από τη στιγμή του θανάτου του Αντρέα, ένιωσε πιο ολοκληρωμένη από ποτέ. Ήταν που ο Αντρέας της, η ουσία του, δε μετοίκησε για κανένα απ’ αυτά τα μεταφυσικά μέρη που πρεσβεύουν οι θρησκείες και οι παραψυχολογίες, αλλά αποκλειστικά, ακέραια και αμετάκλητα μέσα της. Ο αιθέρας, το φάσμα, το πνεύμα και η αέναη αντι-ύλη του ενσωματώθηκαν με τα δικά της συστατικά, με τους άυλους χυμούς της. Ο Αντρέας και η Αναστασία δε θα χώριζαν πλέον ποτέ.

 

Τον τελευταίο καιρό, όμως, παρά την δύναμη που ένιωθε με τον Αντρέα μέσα της, ήταν έξω φρενών. Οι προσπάθειές της να βρει δουλειά έπεφταν στο κενό, σχεδόν αυτοκτονώντας. Η απάντηση ξεπήδησε μπροστά της μια μέρα τόσο αβίαστα, που απόρησε πως δεν το είχε σκεφτεί πρωτύτερα. Γλύκανε και γέμισε ευγνωμοσύνη, όταν διαπίστωσε με κάποια ενοχλητική έκπληξη ποιανού ιδέα ήταν η λύση στο αδιέξοδό της.

Άντρα ήθελαν; Άντρα θα είχαν, λοιπόν.

Πήρε το ψαλίδι, εκείνο το παλιό singer, που, παρά τα χρόνια, δεν έλεγε να στομώσει, και ξεκίνησε να δολοφονεί τα μαλλιά της. Όσο τα έκοβε μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου, εστίασε στη διαχρονική αξία των παλιών αντικείμενων. Τίποτε πια δεν κάνουν, όπως παλιά, σκεφτόταν, ενώ παχιές καστανές τούφες, κομμένες εύκολα με απαλές ανάσες του singer, γέμιζαν τα πλακάκια γύρω από τα ξυπόλυτα πόδια της.

Σαν πήγαινε να μετανιώσει, προέτασσε τον θυμό της. Θα έβλεπαν αυτοί. Όλοι τους! Επτά μήνες είχε που γύρισε από το Λονδίνο με ένα βαρύγδουπο μεταπτυχιακό και μια τρανταχτή προϋπηρεσία να βαραίνουν το portfolio της, αλλά οι κάφροι που διηύθυναν τις ναυτιλιακές στην κακομοιριασμένη Ελλάδα, βουτηγμένοι στα συμπλέγματα που κληρονόμησαν, δεν νοούσαν να ξεκολλήσουν από το αντρικό status.

«Λυπάμαι, είθισται η εταιρία μας να στελεχώνεται από άντρες»

«Μα, στην προκήρυξη δεν προσδιορίζατε αν θέλετε άντρα ή γυναίκα»

«Λυπάμαι»

«Είναι ζήτημα βιογραφικού; Το βιογραφικό μου είναι ελλιπές;»

«Λυπάμαι. Προτιμούμε κάποιον άντρα»

«Αλλά, αν και εγώ κάνω τη δουλειά σας, ποια η διαφορά;»

«Η πολιτική της εταιρίας, ξέρετε… λυπάμαι»

Από τότε που ανακαλύφθηκε η συγνώμη, χάθηκε το φιλότιμο, έλεγε ο παππούς της. Και κάτι άλλο, να δεις πώς το έλεγε… «Η συγνώμη είναι μισό σκατά».

Πόσες φορές είχε ακούσει «λυπάμαι» τους τελευταίους εφτά μήνες; Σε ποικίλες παραλλαγές. Αλήθεια, την επινοητικότητα που οι υπεύθυνοι προσωπικού επιστράτευαν, για να εκφράσουν -γραπτώς ή προφορικώς- την ακυρωτική απάντηση, τους την αναγνώριζε. Άλλες ακυρώσεις έρχονταν στεγνές σαν μπαγιάτικο ψωμί που κόλλησε στον λαιμό, άλλες πλουμιστές σαν αρσενικό παγώνι σε οίστρο, βαρυφορτωμένες με έναν σωρό εμετικές προφάσεις, εξώφθαλμα συγκαλυπτικές του φαλλοκρατισμού τους. Ή του χώρου εν γένει, αν ήθελε να είναι δίκαιη και να μη χρεώνει τον κοντόφθαλμο συντηρητισμό στον κάθε ιθύνοντα χωριστά. Από μια άποψη, τι έφταιγαν κι αυτοί; Έτσι βρήκαν, έτσι το συνέχιζαν. Τόσο τους έκοβε.

Αλλά θα έβλεπαν!

Το αποτέλεσμα της κομμωτικής της απόπειρας την απογοήτευσε οικτρά. Φόρεσε ένα τζιν και ένα κολεγιακό πουλόβερ του αδερφού της και βγήκε έξω. Μπήκε σ’ ένα μπαρμπέρικο, τρεις δρόμους παρακάτω.

«Πόσο να τα πάρω στον σβέρκο;»

«Στρατιωτικό κούρεμα, σας παρακαλώ»

«Να τα πάρω κι επάνω, δηλαδή;»

«Ναι, ας είναι»

Μια ψυχή που ήταν να βγει, ας έβγαινε μια και καλή. Της ήρθε να βάλει τα κλάματα. Το κρανίο της τη χλεύαζε ολοστρόγγυλο, το λευκό δέρμα, που κρυβόταν χρόνια κάτω από στρώσεις πυκνών μαλλιών, ασήμιζε στη λάμπα νέον του μαγαζιού. Για ελάχιστα δευτερόλεπτα λιγοψύχησε, αλλά έφερε πάλι μπροστά τον ιερό θυμό που στοιβαζόταν τόσους μήνες μέσα της για την αδικία.

Όταν βγήκε από τον μπαρμπέρη, ένιωθε σχεδόν γυμνή. Τα πλούσια μαλλιά της, αν εξαιρούσες εκείνη την πρώιμη ηλικία που τα κρατούσε κοντά για χάρη της φαρσοκωμωδίας ανταλλαγής ταυτότητας με τον αδερφό της, είχαν γίνει έκτοτε το σήμα κατατεθέν της. Το μάτι της έπεσε σε μια αφίσα στην τζαμαρία ενός μαγαζιού, απ’ αυτά που έκλειναν σωρηδόν τελευταία. Ένα φαλακρό κοριτσάκι την κοίταζε χαμογελαστό. Καμπάνια για τον καρκίνο. Ντράπηκε. Οι ενοχές την θωράκισαν. Μαλλιά ήταν. Δηλαδή, τρίχες. Ε, δε θα ξανασχολιόταν με τρίχες.

Ξεκίνησε να στέλνει νέα βιογραφικά, αυτή τη φορά ως ο δίδυμος αδερφός της. Ως Αντρέας Νικοφορίδης. Που πέθανε πριν το καταλάβει. Τότε που ήρθε και αυτή από την Αγγλία για την κηδεία του και για να τακτοποιήσει τα γραφειοκρατικά του, που κάθε μέρα ανέβαλε. Είχε όλα τα χαρτιά του. Μόνο η ταυτότητά του της έλειπε. Την είχαν πάρει από το γραφείο κηδειών, για να τακτοποιήσουν το ληξιαρχείο. Άψογο γραφείο, παράπονο δεν είχε, την απάλλαξαν από επίπονες διαδικασίες.

Αν της ζητούσαν ταυτότητα, θα έλεγε πως την έχασε και έκανε αίτηση για καινούρια. Είχε, εξάλλου, το δίπλωμα οδήγησής του. Δεν της πήγαινε καρδιά να το πετάξει και να που ο συναισθηματισμός θα της έβγαινε σε καλό!

Στην πρώτη συνέντευξη έτρεμε σαν πιτσούνι στο αγιάζι. Αρκούσε ένα ξυρισμένο κεφάλι και ένα αντρικό κοστούμι, για να θεωρείσαι άντρας; Και η φωνή; Το άτριχο πρόσωπο; Αλωπεκίαση, θα έλεγε, αν τη ρωτούσαν, υπολόγισε πως ήταν η ασφαλέστερη εξήγηση που μπορούσε να δώσει. Άλλωστε, οι άνθρωποι το συνηθίζουν. Άμα αναφέρεις αρρώστια που δεν ξέρουν, απλώς το προσπερνάνε, αν τύχει και ξέρουν, αρκούνται να κουνάνε το κεφάλι με συμπάθεια. Αμέσως μετά, πάλι το προσπερνάνε. Και καλά, από τακτ.

Δε συνέβη τίποτε απ’ όσα φοβόταν. Το αντρικό όνομα αρκούσε, για να μετρήσουν επιτέλους τα πτυχία της, που μέχρι πρότινος ήταν αόρατα. Το ίδιο απόγευμα της συνέντευξης, της τηλεφώνησαν πως προσελήφθη. Ως Αντρέας Νικηφορίδης. Τελικά, για να θεωρείσαι άντρας, αρκούσε και με το παραπάνω ένα ξυρισμένο κεφάλι και ένα αντρικό κοστούμι.

 

Σε δυο χρόνια ανέβηκε στην ιεραρχία της εταιρίας με ρυθμό ρεκόρ για πρωτάρη. Έτσι της είπε χτυπώντας την αντρίκεια στην πλάτη ο Γενικός Διευθυντής, τη μέρα που προήχθη σε Διευθυντή του τμήματός της.

«Δουλεύεις σαν σκυλί, ρε μάγκα, σε παραδέχομαι. Ομολογουμένως, ανεβαίνεις πιο γρήγορα από κάθε άλλον πρωτάρη»

Και την προσκάλεσε να το γιορτάσουν στο γκολφ κλαμπ του, όπου έσφιξαν μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες ένα Glenfiddich Gran Reserva 21 ετών, καπνίζοντας κουβανέζικα Cohiba. Φουλ τεστοστερόνη.

Αλλά οι γυναικείες ορμές, επίμονες. Σαν τη μοναξιά. Γι’ αυτό, συνήθιζε πού και πού να βγαίνει ως Αναστασία. Φορούσε μακριά ξανθιά περούκα, τα δωδεκάποντα και έβγαινε μπαρότσαρκα. Αγαλλίαζε να λικνίζει επιτέλους τους αδικημένους γυναικείους γοφούς της που τους κοκάλωνε σαν ξερό στειλιάρι ολημερίς. Ηδονιζόταν από τον ήχο των τακουνιών στο κράσπεδο, άναβε από τα ξελιγωμένα βλέμματα των θαμώνων και, ενίοτε, κατέληγε με κάποιον από δαύτους. Στο σπίτι του. Ποτέ στο δικό της. Απαράβατα. Έτσι μπορούσε να εξαφανίζεται αμέσως μετά ή, σε κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις εραστών, που άξιζαν να επαναληφθούν κατ’ εξακολούθηση, κατά τα ξημερώματα. Και ο Αντρέας Νικηφορίδης παρέμενε ασφαλής.

Όπως, εξάλλου και η ίδια. Δεν κινδύνευε ούτε μια πιθανότητα στο δισεκατομμύριο να ερωτευτεί. Ο έρωτάς της είχε ανέκαθεν υπάρξει Ένας, υψηλός, αγιασμένος και άσπιλος. Και, μετά τον κοσμικό θάνατό του, κατοικούσε μακάριος, προστατευμένος και άφθαρτος μέσα της. «Και ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν».

 

«Ποια ώρα είστε ελεύθερος να σας δω λίγο;» τη ρώτησε εκείνο το πρωί ένας από τους τέσσερις ορκωτούς λογιστές που είχαν έρθει για τυπικό έλεγχο προ δυο εβδομάδων.

«Στις έντεκα νομίζω πως μπορώ»

Είχε προηγηθεί ένα υπέροχο βράδυ, απ’ αυτά που χάριζε στον εαυτό της, για να μην ξεχνάει πως στη ρίζα της παραμένει γυναίκα. Ο χθεσινοβραδινός τυχαίος εραστής ήταν ιδιαζόντως επιτυχημένη επιλογή. Ακάματος και προικισμένος με μια εντυπωσιακή επινοητικότητα που κρατήθηκε αμείωτη μέχρι πρωίας. Τούτο το πρωινό ένιωθε τόσο γυναίκα, που δυσκολευόταν να υποκριθεί το αντριλίκι που φορούσε στη δουλειά μαζί με το κοστούμι, επί δύο συναπτά έτη. Γι’ αυτό, το ένστικτό της, μολονότι εκπαιδευμένο να χτυπάει εγκαίρως καμπανάκια, την πρόδωσε. Στομωμένο από τις επάλληλες εικόνες των φρέσκων ερωτικών περιπτύξεων που παρήλαυναν στη μνήμη της, δεν έπιασε τον αδιόρατο κίνδυνο που πλανιόταν στο ηχόχρωμα του ορκωτού λογιστή. Βέβαια, δεν έφταιγε μόνο αυτό.

Ο Βάιος Τζιώνης, ήταν ένας ντελικάτος νεαρός περίπου την ηλικία της, περίπου στο ύψος της. Αυτά τα χαρακτηριστικά, μαζί με ένα ελαφρό τσίβδισμα, της τον έκαναν απόλυτα συμπαθή. Οι τρόποι του ήταν μειλίχιοι, η παρουσία του διακριτική και, γενικώς, όλο το παρουσιαστικό του φανέρωνε βαθιά ευγένεια. Ή απλώς έκρυβε δόλια κάτι άλλο.

«Καθίστε», του είπε μόλις μπήκε.

Αυτός χαμογελούσε περίεργα.

«Είναι λεπτό το θέμα για το οποίο θέλω να σας μιλήσω»

Τα καμπανάκια παρέμεναν προδοτικά σιωπηλά.

«Περί τίνος πρόκειται; Κάτι στα βιβλία μας; Σας διαβεβαιώ…»

«Όχι, δεν αφορά την εταιρία. Είναι προσωπικό το θέμα»

«Προσωπικό δικό σας;»

«Δικό σας»

Τα καμπανάκια τρεμόπαιξαν απαλά.

«Δικό μου;»

«Για να μη σας κρατάω σε αγωνία, θα σας το πω ευθέως».

Τα καμπανάκια άρχισαν να συντονίζονται αγουροξυπνημένα.

«Μα, ναι, φυσικά, μη νυχτωθούμε»

«Γνωρίζω το μυστικό σας»

Ο ντροπαλός Βάιος είχε εξαφανιστεί και ένα αποφασιστικό μούτρο μόλις είχε απλώσει το αλαζονικό χαμόγελό του αυθάδικα μπροστά της.

Τα καμπανάκια ούρλιαζαν. Καθυστερημένα και πλέον άσκοπα.

«Ορίστε;»

«Το μυστικό σας, λέω.  Το γνωρίζω»

Το αίμα της στράγγιξε από μέσα της, γλίστρησε στο ξύλινο πάτωμα και απορροφήθηκε από τα αδιόρατα κενά των αρμών.

«Δε σας καταλαβαίνω», κατάφερε να ψελλίσει.

«Φυσικά και με καταλαβαίνετε, κύριε Αντρέα. Ή μήπως πρέπει να σας λέω Αναστασία;»

Ξαφνικά, τα καμπανάκια βουβάθηκαν.

«Κύριε Τζιώνη, αυτό δεν είναι μέρος για τέτοιες συζητήσεις. Τι θα λέγατε να κατέβουμε στο καφέ απέναντι;»

«Ευχαρίστως. Παρακαλώ, επιτρέψτε μου. Μετά από σας»

Ο τύπος ήταν αλεπού, αετός, γάτα. Δεν ήξερε πώς στο διάολο το ανακάλυψε, αλλά ο Αντρέας ξαφνικά ένιωσε πελώρια ανακούφιση. Ήταν αναπάντεχα λυτρωτικό να υπάρχει έστω και ένας, ένας γαμημένος Ένας, που τον είχε ανακαλύψει. Αυτός, τουλάχιστον, και μόνο που έφτασε στην αλήθεια, άξιζε το σεβασμό του. Αντρίκια πράματα.

Η Αναστασία μέσα στον Αντρέα πάλι, ξαναμμένη ακόμη από τα χθεσινοβραδινά, ένιωσε να τη φτιάχνει ο Βάιος. Άντρας, ρε παιδί μου. Τον είχε υποτιμήσει.

Στο ασανσέρ, αναμετρήθηκαν με τα βλέμματα. Πηδήχτηκαν στα όρθια στις αντρικές τουαλέτες του καφέ απέναντι. Ξεκαρδίστηκαν έπειτα, καθώς μάζευαν τα κοστούμια τους από το πάτωμα. Σαν παιδιά. Ή σαν ερωτευμένοι. Στην έξοδο, έδωσαν τα χέρια ως καθώς πρέπει συνάδελφοι.

«Πες μου πού μένεις. Στις δέκα θα είμαι σπίτι σου»

Ο Αντρέας, πάντα πρακτικός, πάλευε να βρει λύση στο πρόβλημα «Βάιος Τζιώνης», η Αναστασία, ανέκαθεν η πιο παρορμητική από τους δύο, νοιαζόταν μόνο να χορτάσει την πελώρια πείνα που είχε ανοίξει η κίνηση ματ του ορκωτού. Ο οποίος φαινόταν προθυμότατος να ταΐσει αυτή την πείνα, παραμερίζοντας προς ώρας τις όποιες αξιώσεις σκόπευε να θέσει ως αντάλλαγμα της σιωπής του.

Η Αναστασία γι’ αυτόν τον γύρο κατατρόπωσε τον Αντρέα στο εσώψυχο μπρα ντε φερ. Στις δέκα ακριβώς, πέταξε την ξανθιά περούκα και τις γόβες της στο χολ της εισόδου του νεαρού και για τις επόμενες τρεις ώρες απόλαυσε την προθυμία του και την ευγνωμοσύνη, την οποία έδειξε ποικιλοτρόπως για την αναπάντεχη τροπή που πήρε η υπόθεση.

Κατά τις δύο τα ξημερώματα, έπνιξε τρυφερά τον Βάιο Τζιώνη στον ύπνο του με το μαξιλάρι. Αφού βεβαιώθηκε πως έπαψε να αναπνέει, σκούπισε ό,τι είχε αγγίξει, φόρεσε το φόρεμα και την περούκα και έφυγε κυρία. Δεν ανησυχούσε. Ακόμη κι αν κάποιος γείτονας ξενυχτούσε στο μπαλκόνι, θα πιστοποιούσε στην αστυνομία πως ο μόνος άνθρωπος που έφυγε ξημερώματα από το κτίριο ήταν μια εκρηκτική ξανθιά με ντύσιμο πόρνης.

Στο αυτοκίνητο άλλαξε ρούχα, όπως πάντα. Ξαναέγινε Αντρέας. Έφτασε σπίτι, άναψε την καφετιέρα και μπήκε στο μπάνιο. Μετά το ντους, σκούπισε με την παλάμη τον θολωμένο καθρέφτη και κοίταξε δεξιά-αριστερά το μούτρο του.

«Πρέπει να ρίξω ένα ξυρισματάκι. Δεν είναι σωστό να πάω στη δουλειά αξύριστος», μουρμούρισε και πήρε να σιγοσφυρίζει, μη βροντοχτυπάς τις χάντρες, η δουλειά κάνει τους άντρες.

Σ’ αυτόν τον δεύτερο γύρο του μπρα ντε φερ, νικητής αναδείχτηκε ο Αντρέας. Δεν την πείραζε. Γνώριζε πως, νομοτελειακά, ο επόμενος ήταν δικός της.

*

Φανή Κεχαγιά
Μένει στις Σέρρες και εργάζεται ως καθηγήτρια (φιλόλογος). Έχει μεταπτυχιακό δημιουργικής γραφής στο ΠΑΝ.ΔΥ.ΜΑ.

*

ΕΠΙΛΟΓΗ eyelands

Επόμενα διηγήματα (με αλφαβητική σειρά )

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ

Μαγδαληνή Ματσούκα – 14 Φεβρουαρίου

Ιγνάτιος Μηλιόρδος – Η Γέφυρα

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

Κυριακή Ξυναριανού– Εαρινή ισημερία

Ντόρα Παπαγεωργίου- Θυμάμαι

ΜΑΡΤΙΟΣ

Έλλη Παπαδοπούλου –Ένας ήρωας

Ιωάννα Παρπούλα – Είκοσι χρόνια μετά

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Μαίρη Πίσια – Για μια Ελίζα

Μαριλένα Ραπανάκη – Τασούλα

ΜΑΙΟΣ

Κώστας Τζικόπουλος – Τ’ αγρίμι

Στέλλα Τσίγγου – Μια μικρή ιστορία αγάπης

ΙΟΥΝΙΟΣ

Μαίρη Φιλιππίδου Κατσανίδου – Θρησκευτικοί φραγμοί

Ρηνιώ Χρυσαδάκου – Των Φώτων

 

:

Advertisements