Νύχτες στο Σκάιλαμπ

discoΣτα προπύλαια στην Πανεπιστημίου, ήταν μαζεμένα ένα σωρό φρικιά και πουλούσαν διάφορα, σε άλλα φρικιά. Δεν υπήρχαν ακόμη μικροπωλητές με «επώνυμες» τσάντες ούτε οι καταστηματαρχαίοι ανησυχούσαν από την πραμάτεια τους. Κοσμήματα για φρικιά, κασέτες για φρικιά, περιοδικά για φρικιά. Εκεί πουλάγαμε κι εμείς ένα περιοδικό που ονομαζόταν Στάση κι αργότερα έγινε εφημερίδα με το όνομα Παράξενες Μέρες. Τότε ακόμη δεν τα λέγαμε φανζίν. Δίπλα μας μ’ ένα καροτσάκι ήταν ο Άσιμος και πουλούσε τις δικές του κασέτες με τους Κροκανθρώπους. Κάποια στιγμή άρχισε να κυκλοφοράει στα προπύλαια η κασέτα από τις μουσικές ταξιαρχίες. Δεν είχαμε ξανακούσει κάτι τέτοιο. Όλοι άκουγαν ροκ, οι πιο απελπισμένοι είχαν μάθει το πανκ ενώ οι πιο ψαγμένοι ήξεραν ότι είχαν ήδη πεθάνει και τα δύο. Στις αρχές του ’80 η Ελλάδα ήταν ακόμη στον κόσμο της, δέκα χρόνια πίσω από τους υπόλοιπους δυτικούς κόσμους, κι επιπλέον ακόμη προσπαθούσε να συνέλθει από την αντάρα της μεταπολίτευσης. Πολιτικό τραγούδι, ροκ, πανκ, μπλουζ και πολιτικό και αντάρτικα, βάλε και ρεμπέτικα που ήταν το εναλλακτικό της εποχής για τους λαϊκούς, όλα μαζί είχαν πέσει στο κεφάλι μας και αντηχούσαν στ’ αυτιά μας χωρίς να βγάζουμε άκρη. Όπου νάναι ερχόταν ο αντρέας -να φάει ο κόσμος κρέας. Η κασέτα πουλούσε τρελά κι έτσι το επόμενο βήμα ήταν να πάμε στο Σκάιλαμπ, στην Πλάκα. Δεν ήταν και το πιο απλό πράγμα στον κόσμο. Πρώτα ήταν τα φράγκα, δεν θυμάμαι πόσο στοίχιζε να μπεις, άσε που θα έπρεπε και κάτι να πιείς αλλά φτηνά δεν ήταν σίγουρα. Κι έπειτα, αυτό που ακουγόταν ήταν πως στο Σκάιλαμπ κάθε τρεις και λίγο έμπαιναν οι μπάτσοι κατεβάζανε τη μουσική πιάνανε όποιον δεν τους άρεσε και σε πηγαίνανε για εξακρίβωση – αυτή ήταν η καλή περίπτωση. Πήγαμε όμως, δεν ήταν βραδιά επικίνδυνη, πήγαμε και είδαμε τι ήταν οι μουσικές ταξιαρχίες: αυτό που αν δεν υπήρχε έπρεπε να το επινοήσουμε. Η μουσική ήταν αυτό που ξέραμε ήδη αλλά ήταν άλλο να τους βλέπεις και κυρίως να τον ακούς να μιλάει. Ωραία μπάντα: Βέκιος, Πάζιος, Δασκαλοθανάσης, γκεστ ο Σβάρνας με το σαξόφωνο και εκείνος ο Δρόλαπας στην κιθάρα… Δεν ήταν όμως η μουσική, δεν ήταν καν οι στίχοι, ήταν όλο το πακέτο. Τι θες στα είκοσι; Θες κάποιον να μην έχει ούτε ιερό ούτε όσιο. Θες να βγάζει τη γλώσσα στον κόσμο όπως τον έχεις δει, θες να φτύνει τον κόσμο αν γίνεται. Αυτό πρέπει να θες στα είκοσι. Μετά αγοράζεις ομπρέλα.

Αυτό κάναμε τότε, δηλαδή αυτό έκανε ο Τζιμάκος για μας.  Έβγαζε τη γλώσσα στην πολιτική, στους παπάδες, στους καθιερωμένους καλλιτέχνες παντός είδους, στο κουκουέ (αυτό κι αν ήταν!) και στον ίδιο του τον εαυτό. Συμπυκνωμένη μορφή πανκ-ροκ-Λένι Μπρους σε ελληνική συσκευασία. Αυτό έκανε τότε την πρώτη νύχτα στο Σκάιλαμπ (βραδιά απ’ αυτές που ξέρεις ότι θα θυμάσαι για πάντα) και ξανά και ξανά τα χρόνια που ακολούθησαν. Δεν νομίζω ότι άλλαξε κάτι σ’ αυτά που έκανε και δεν είχε σημασία. Ο Τζιμάκος ήταν η βέβηλη ανάσα στην στρατευμένη ασφυξία της μεταπολίτευσης. Από κει και πέρα απλώς συνέχισε να ζει και να επαναλαμβάνει τον ίδιο σκοπό. Μεγάλωνε αυτός μεγαλώναμε κι εμείς. Πάλιωνε εκείνος παλιώναμε κι εμείς και μαζί τα τραγούδια, τα συνθήματα, οι μουσικές και τα φρικοκοσμήματα. Εντάξει μάζευε κόσμο όλων των ηλικιών αλλά ο βασικός πυρήνας ήταν πάντα οι βολεμένοι (πλέον) του Σκάιλαμπ. Και ιερό αποκτήσαμε και όσιο. Κι εμείς κι αυτός. Αλλά τα ίδια τραγούδια θέλαμε να ακούσουμε. Παρόλο που όλοι είχαμε μαζί μας ομπρέλες.

Οι εποχές άλλαζαν αλλά είκοσι, τριάντα, σαράντα ακόμη χρόνια μετά ο Τζιμάκος συνέχιζε το ίδιο βιολί. Όλα όσα ξέραμε είχαν γεράσει πια. Τα είδαμε να μεγαλώνουν και να σκύβουν ή να διαλύονται στο πέρασμα του χρόνου. Το πασόκ, ο σοσιαλισμός, οι υποσχέσεις, οι ελπιδες, το πανκ, τα φρικιά, ο Τζιμάκος. Όλα αυτά τα χρόνια πραγματικά μου φαίνεται ανεξήγητο πως δεν εμφανίστηκε ποτέ κάτι που να πλησίαζε έστω αυτό που έκαναν τότε οι μουσικές ταξιαρχίες. Κι όμως δεν υπήρξε. Ήμασταν τυχεροί; Ήμασταν η τελευταία γενιά που πίστεψε σε παραμύθια; Ήταν απλώς εκείνος μοναδικός σε αυτό που έκανε; Τόσο στενός είναι ο τόπος μας; Δεν μπορώ να ξέρω. Θα πιστεύω πάντα ότι το «ένα τραγούδι για τον χειμώνα» είναι από τα δύο τρία καλύτερα που έχουν γραφτεί στα ελληνικά. Θυμάμαι το βράδυ που το άκουσα για πρώτη φορά ίσως ήταν στο Κύτταρο, ίσως ήταν στο Μετρό, στου Γκύζη  δεν θυμάμαι πια το μαγαζί, θυμάμαι όμως τη στιγμή. Τη θυμάμαι τόσο καλά που μπορώ να βλέπω τον εαυτό μου εκεί παρόλο που ξέρω ότι δεν στέκει λογικά αυτό. Μπορεί να μη σας λέει τίποτε το τραγούδι αυτό τώρα, δεν ξέρω. Και δεν με νοιάζει. Αυτές ήταν ιστορίες που είχαν νόημα στην εποχή τους. Κι εμένα μου φτάνει που μεγάλωσα εκεί και τότε. Μ’ αυτά τα τραγούδια, μ’ αυτούς τους συμβιβασμούς, μ’ αυτά τα ξεφτίδια, μ’ αυτά τα παραμύθια. Και δεν τα αλλάζω με τίποτε.

Γρηγόρης Παπαδογιάννης

Advertisements