Επιλογή eyelands – Η Γέφυρα

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση των διηγημάτων που διακρίθηκαν στον διαγωνισμό διηγήματος  του eyelands το 2017  (με θέμα «Παράξενοι έρωτες»)  με Επιλογή για δημοσίευση στην ιστοσελίδα. Σειρά έχει το διήγημα του Ιγνάτιου Μηλιόρδου:

                «Η Γέφυρα»

αφισα διαγωνισμούΣημασία δεν έχει να λες πάντα αυτό που πιστεύεις, αλλά να λες αυτό που θέλει ο άλλος να ακούσει. Έτσι και εγώ λέω στον εαυτό μου καθημερινά πως ο έρωτας είναι απλά μία σαρκική έλξη, που κρατάει για μικρό χρονικό διάστημα. Μία αρκετά υπερτιμημένη λέξη κατά την άποψή μου, που μόλις της τελειώσουν τα αποθέματα δίνει την θέση της σε μία άλλη, την αγάπη. Κι αυτή με τη σειρά της θα δώσει τη θέση της σε μία ακόμα χειρότερη, την συνήθεια. Δεν είναι αυτό το συγκλονιστικό συναίσθημα που περιγράφουν όλοι όσοι λένε ότι έχουν ερωτευτεί. Αυτό πιστεύω εγώ που δεν το έχω νιώσει ακόμα αυτό το συναίσθημα. Όμως το λέω στον εαυτό μου επειδή το πιστεύω ή επειδή του λέω αυτό που θέλει να ακούσει; Ένα ερώτημα παρόμοιο με αυτό με την κότα που έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα.
Η ζωή μου είναι μία καθημερινή ρουτίνα. Θα ξυπνήσω το πρωί για να πάω στη δουλειά, θα γυρίσω από αυτήν το απόγευμα στο σπίτι, θα κάνω κάποιες δουλειές, θα φάω, θα χαζέψω στην τηλεόραση και το βράδυ θα κοιμηθώ για να ξυπνήσω και πάλι το επόμενο πρωινό που πρέπει να πάω στη δουλειά. Οι ίδιες συνήθειες χωρίς να δίνει παρουσία κάποιο σημάδι πως αυτό το πράγμα θα αλλάξει. Η καθημερινότητά μου είναι σαν τους δείκτες του ρολογιού που βλέπουν καθημερινά τους ίδιους αριθμούς. Γνωρίζουν πως υπάρχουν μόνο δώδεκα νούμερα, από το ένα μέχρι το δώδεκα. Έτσι και η καθημερινότητά μου γνωρίζει συγκεκριμένα πράγματα και μόνο αυτά. Δηλαδή δεν γνωρίζει ότι υπάρχουν και άλλα πράγματα πέρα από τη διαδρομή που ξεκινάει από το σπίτι μου και καταλήγει στο γραφείο.
Κάθε πρωί το οπτικό μου πεδίο έχει τους ίδιους πρωταγωνιστές, έμψυχους και άψυχους. Ακόμα και οι περαστικοί όταν πάω το πρωί στη δουλειά και το απόγευμα που επιστρέφω από αυτήν, μου φαίνονται όλοι ίδιοι. Απρόσωποι άνθρωποι που βαδίζουν, αυτοκίνητα που κινούνται κάνοντας θόρυβο, γκρι τοπία μέσα σε μία πόλη που δεν έχει ταυτότητα. Εκτός από μία φιγούρα που σήμερα το πρωί κατευθυνόμενος προς το γραφείο μου τράβηξε την προσοχή μου. Δεν ξέρω ποιο ερέθισμα με έκανε να ρίξω τη ματιά μου σε αυτήν. Μία κοπέλα, περίπου τριάντα χρονών όπως και εγώ, πάνω σε μία πεζογέφυρα που καθημερινά διασχίζω. Ήταν η μόνη που διέκρινα το πρόσωπό της, τα ρούχα της, τα παπούτσια της. Το μόνο που δε μου άρεσε ήταν που είχε μαζί της ένα σκυλάκι με λουρί. Καθότανε σε ένα από τα παγκάκια της πεζογέφυρας και έδενε τα κορδόνια της, ενώ το σκυλάκι μύριζε το καλαθάκι με τα σκουπίδια που υπήρχε δίπλα από το παγκάκι. Εκείνη δε με πρόσεξε καθόλου, εγώ όμως για έναν ανεξήγητο λόγο την πρόσεξα με κάθε λεπτομέρεια, λες και στο γραφείο που θα πήγαινα έπρεπε να την ζωγραφίσω. Το παράξενο ήταν που όταν επέστρεφα το απόγευμα από το γραφείο προς το σπίτι την είδα πάλι στην πεζογέφυρα, δυστυχώς πάλι με αυτό το σκυλάκι. Σκέφτηκα ότι θα το βγάζει βόλτα πρωί και απόγευμα και συμπίπτουν οι ώρες της με τις δικές μου.
Η επόμενη μέρα με βρίσκει να ξυπνάω, αλλά η πρώτη σκέψη μου δεν ήταν να φορέσω τα γυαλιά μου όπως ασυνείδητα κάνω κάθε πρωί. Η πρώτη σκέψη μου ήταν η κοπέλα της πεζογέφυρας. Έφτιαξα γρήγορα το πρωινό μου, το έφαγα σαν να μην υπήρχε αύριο και έπλυνα τα δόντια μου τόσο γρήγορα, που αμφιβάλω αν καθάρισαν. Βιαζόμουν πολύ και είχα την εντύπωση ότι άργησα να ξυπνήσω και να πάω στο γραφείο. Το ρολόι όμως στον τοίχο του σαλονιού με διαψεύδει κατηγορηματικά. Όλη η βιασύνη είναι για να συναντήσω και σήμερα την κοπέλα εκείνη. Φτάνοντας στη γέφυρα πρόσεξα πόσο άσχημη και βρόμικη είναι. Ο δρόμος από κάτω που διασχίζουν αυτοκίνητα δημιουργώντας βαβούρα φαντάζει σαν ένα τέρας που σε κυνηγάει για να σε κατασπαράξει. Ο κόσμος μαύρες σκιές που περπατάνε και βιάζονται περνώντας από δίπλα σου σαν να είσαι κολόνα και όχι άνθρωπος, χωρίς να σου δίνουν καμία σημασία. Σήμερα που ψάχνω να δω εκείνη πρόσεξα τόσα πράγματα πάνω σε αυτή τη γέφυρα που τις άλλες μέρες διαβαίνοντάς την όλα μου φαίνονταν σαν μία μάζα. Τελικά η κοπέλα ήταν εκεί στο ίδιο παγκάκι να κάθεται έχοντας ξανά δίπλα της το αντιπαθητικό εκείνο σκυλάκι για παρτενέρ. Στάθηκα και τη θαύμασα για λίγο και κοιτώντας το ρολόι μου αποχώρησα. Στη διαδρομή προς το γραφείο μου σκέφτηκα στην επιστροφή να της μιλήσω. Ναι, θα της μιλήσω το αποφάσισα.
Η ώρα πήγε έξι το απόγευμα και είμαι πολύ χαρούμενος όχι μόνο επειδή σχολάω, αλλά κι επειδή θα μιλήσω στην κοπέλα που παρακολουθώ στη γέφυρα. Φτάνω στο ίδιο σημείο που τη βρίσκω κάθε φορά. Είναι εκεί μαζί με το σκυλάκι. Στέκομαι και την κοιτάζω με θαυμασμό για αρκετή ώρα μέχρι που αποχώρησε παίρνοντας μαζί της και την αυτοπεποίθησή μου. Την κοιτούσα καθώς απομακρυνόταν και συνειδητοποιούσα ότι δεν της μίλησα τελικά. Στην επιστροφή μάλωνε ο εαυτός μου μέσα μου επειδή δεν έκανα αυτό που είχα αποφασίσει. Γιατί δεν της μίλησα; Τι ήταν αυτό που με εμπόδισε; Το σκυλάκι που κουβαλάει καθημερινά σαν να είναι το παιδί της; Δεν ήμουν σίγουρος για την απόφαση που πήρα. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι δεν ένιωσα ακόμα έτοιμος και ότι σίγουρα θέλω λίγο χρόνο ακόμα για να προετοιμαστώ.
Αυτό γινόταν για αρκετές μέρες. Καθόμουν απέναντί της και την καμάρωνα, χωρίς να βγει μία λέξη από το στόμα μου που να καταλήξει στο αυτί της. Είχε γίνει μία συνήθεια πια για εμένα η καθημερινή συνάντηση στο συγκεκριμένο παγκάκι με την κοπέλα και το αχώνευτο σκυλάκι. Είχε ενταχθεί στην καθημερινότητά μου. Στην καθημερινότητα που δεν αγαπάω, που μου προσφέρει μελαγχολικά συναισθήματα, όμως για εκείνη είχα συναισθήματα αγάπης. Δηλαδή τα βελάκια της διαδρομής που είχα στο μυαλό μου έρωτας-αγάπη-συνήθεια στρίψανε εκατόν ογδόντα μοίρες και με προβλημάτισαν. Μου άλλαξαν τη θεωρία μου. Η κοπέλα αυτή έγινε μια συνήθεια στην καθημερινή μου ζωή, που τώρα όμως έδωσε τη θέση της στην αγάπη. Άρα το επόμενο βήμα θα είναι ο έρωτας. Επιτέλους άρχισα να πείθομαι ότι θα γνωρίσω αυτό το συναίσθημα. Αυτή η σκέψη μου έδωσε ακόμα περισσότερο θάρρος για να της μιλήσω. Είμαι έτοιμος να ερωτευτώ.

Ξυπνάω και φορώντας τα γυαλιά μου το πρώτο πράγμα που βλέπω είναι το ρολόι παρατημένο χρόνια στο κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι μου. Αυτό που έδειχνε με τάραξε. Οι δείκτες εκνευρισμένοι μου φώναξαν πως έπρεπε τέτοια ώρα να ήμουν στο γραφείο και όχι να τεντώνομαι πάνω σε ένα ζεστό και μαλακό στρώμα. Πετάχτηκα από το κρεβάτι και άρχισα να κάνω ό,τι κάνω κάθε μέρα με πολύ πιο γρήγορους ρυθμούς. Δε με πείραξε όμως, αφού ήξερα ότι ήρθε η μέρα που θα της μιλήσω. Δεν ήταν μια απόφαση να της μιλήσω όπως νόμιζα τόσες μέρες χωρίς τελικά να το κάνω. Ήξερα ότι θα το κάνω, αφού η αυτοπεποίθηση και η αυτοεκτίμηση ήταν για πρώτη φορά στη ζωή μου στα ανώτερα επίπεδα.  Διασχίζοντας την γέφυρα την βλέπω να κάθεται στο παγκάκι μόνη της. Όμως δεν είχε στο πλάι της το σκυλάκι και με ξάφνιασε αυτό. Χάλασε την καθημερινή αυτή συνήθεια. Το πρόσωπό της ήταν τόσο συννεφιασμένο και σκοτεινό όπως δεν το είχα ξαναδεί. Θα έχασε το σκυλάκι της ή μπορεί να έπαθε κάτι κακό, σκέφτηκα. Αργοπορημένος, βιαστικός καθώς και προβληματισμένος δε, αποχώρησα. Αποφάσισα να της μιλήσω και να της ανοίξω την καρδιά μου στην επιστροφή χωρίς άγχος, αφού δεν θα έχω πρόβλημα με τον χρόνο. Έφυγα και έδωσα ραντεβού σε λίγες ώρες με τη μεγάλη πρόκληση.

Η ώρα έξι το απόγευμα και τα συναισθήματα της αγωνίας και του άγχους ξαφνικά εκτοπίστηκαν από συναισθήματα ευφορίας. Έφτασε αυτή η στιγμή που περίμενα τόσο καιρό. Με γοργά βήματα φτάνω στην γέφυρα και αντικρίζω κορδέλες τοποθετημένες από αστυνομικούς που εμποδίζουν τη διέλευση ανθρώπων σε αυτήν. Ο δρόμος κάτω από τη γέφυρα άδειος από αυτοκίνητα. Μπροστά από τις κορδέλες άνθρωποι σοκαρισμένοι να ψιθυρίζουν πως έπεσε από τη γέφυρα μια νεαρή κοπέλα. Αμέσως θέλω να δω τι γίνεται κάτω από τη γέφυρα. Βλέπω ανθρώπους του εγκληματολογικού και ζωγραφισμένη με κιμωλία μία μορφή ανθρώπου που είναι ξαπλωμένος στο έδαφος. Αυτό ήταν σκέφτηκα. Η κοπέλα που ερωτεύτηκα και που σήμερα θα της μιλούσα αυτοκτόνησε. Με μία αίσθηση ενοχής για αυτό που έγινε, σκέφτηκα πως αν το πρωί δεν είχα αργήσει να ξυπνήσω θα της είχα μιλήσει και θα είχα προλάβει το κακό. Μήπως είναι δικαιολογίες όμως, αφού και να μην αργούσα να ξυπνήσω θα της είχα μιλήσει σίγουρα; Κάθε μέρα αποφάσιζα να της μιλήσω και δεν το έκανα ποτέ. Βέβαια σήμερα δεν πήρα απλά την απόφαση, ήξερα ότι θα της μιλούσα. Πολύ άσχημα συναισθήματα πλημμύρισαν το μέσα μου, μέχρι που είδα παραδίπλα το σκυλάκι της κοπέλας. Ανακουφίστηκα που τελικά δεν έχει πάθει κάτι κακό. Άρα το πρωί δεν το είχε πάρει μαζί της όπως κάθε μέρα, επειδή είχε πάρει απόφαση να αυτοκτονήσει. Το πλησίασα, το αγκάλιασα και φεύγοντας από τη γέφυρα με ακολούθησε. Αυτό ήταν! Έγινε ο καλύτερος μου φίλος. Με βοήθησε να ανακουφιστώ από τις δυσάρεστες στιγμές της γέφυρας, η οποία γκρεμίστηκε μέσα μου και δεν πέρασα ποτέ ξανά από αυτό το μέρος.

Μετά από λίγες μέρες αποφάσισα να πάω στο νεκροταφείο, να δω τον τάφο της μαζί με το σκυλάκι. Πάνω στο μνήμα πρόσεξα την ηλικία της. Εξήντα χρονών, όπως και εγώ. Πρόσεξα επίσης και το όνομά της. «Έρωτας». Έφτασα εξήντα χρονών και ο έρωτας πέθανε για εμένα. Δεν ερωτεύτηκα ποτέ μου επειδή δεν έτυχε, δεν κυνήγησα τον έρωτα εγώ, δεν με κυνήγησε αυτός; Ερώτημα που θα μείνει αναπάντητο. Αυτό που απαντήθηκε όμως είναι πως δεν θα ερωτευτώ ποτέ μέχρι να πεθάνω. Περνούσα καθημερινά από την γέφυρα που ένωνε το οικογενειακό μου με το επαγγελματικό μου περιβάλλον. Πάνω σε αυτήν υπήρχε ο έρωτας που ήθελε να με πάρει και να με παρασύρει στον δρόμο από κάτω. Στον δρόμο του έρωτα. Όμως εγώ τον αγνόησα και έχασα αυτή την ευκαιρία, με αποτέλεσμα να γεράσω και να έρθει η στιγμή που αυτός θα αποχωρήσει χωρίς να με ρίξει κάτω από την γέφυρα. Ο έρωτας πέθανε για εμένα. Ευτυχώς η κληρονομιά που μου άφησε είναι το σκυλάκι, δηλαδή ο πιστός καλύτερός μου φίλος που θα είναι για πάντα δίπλα μου.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ονομάζομαι Ιγνάτιος Μηλιόρδος. Γεννήθηκα το 1983 και μεγάλωσα στα βόρεια προάστεια της Αθήνας. Έπειτα από την δωδεκαετή φοίτηση μου στο δημόσιο σχολείο, αποφοίτησα από το Τεχνολογικό Ίδρυμα της Χαλκίδας με το πτυχίο της λογιστικής. Aσκώ το επάγγελμα του λογιστή και τον ελεύθερο μου χρόνο ασχολούμαι συχνά με την συγγραφή μικρών διηγημάτων. Η δραστηριότητα αυτή με βοηθάει να απαλύνω την αλλοίωση της καθημερινότητας και να συντηρώ την ικανότητα της φαντασίας. Το διήγημά μου «Ο μικρός και ο μεγάλος» της συλλογής «Ιστορίες του ονείρου και της φυγής» (2013) και «Ο αόρατος εισβολέας» της συλλογής «Ιστορίες στα όρια» (2015) των εκδόσεων «Παράξενες μέρες» αποτελούν τις μοναδικές μου εκδόσεις, ενώ τα διηγήματά μου «Χρώμα-χρήμα ένα γράμμα διαφορά» της συλλογής «Χρώματα» (2016) και «Η γέφυρα» της συλλογής «Παράξενοι έρωτες» διακρίθηκαν με ανάρτηση στην ιστοσελίδα eyelands.gr.

 

Επόμενα διηγήματα (με αλφαβητική σειρά )
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ
Κυριακή Ξυναριανού– Εαρινή ισημερία
Ντόρα Παπαγεωργίου- Θυμάμαι

ΜΑΡΤΙΟΣ
Έλλη Παπαδοπούλου –Ένας ήρωας
Ιωάννα Παρπούλα – Είκοσι χρόνια μετά

ΑΠΡΙΛΙΟΣ
Μαίρη Πίσια – Για μια Ελίζα
Μαριλένα Ραπανάκη – Τασούλα

ΜΑΙΟΣ
Κώστας Τζικόπουλος – Τ’ αγρίμι
Στέλλα Τσίγγου – Μια μικρή ιστορία αγάπης

ΙΟΥΝΙΟΣ
Μαίρη Φιλιππίδου Κατσανίδου – Θρησκευτικοί φραγμοί
Ρηνιώ Χρυσαδάκου – Των Φώτων

 

 

Advertisements