Επιλογή eyelands: Ένας ήρωας

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση των διηγημάτων που διακρίθηκαν στον διαγωνισμό διηγήματος  του eyelands το 2017  (με θέμα «Παράξενοι έρωτες»)  με Επιλογή για δημοσίευση στην ιστοσελίδα. Σειρά έχει το διήγημα της Έλλης Παπαδοπούλου…

«Ένας ήρωας»

αφισα διαγωνισμούΠοτέ της δεν κατάλαβε τους μεγάλους. Πάντα έτρεχαν, πάντα ήταν απαθείς, πάντα ήταν κουρασμένοι. Μιλούσαν περίεργα, σπάνια γελούσαν και πάντα προγραμμάτιζαν. Κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, κάθε τους μέρα ήταν ίδια με όλες τις υπόλοιπες. Προσπαθούσε να τους αποφεύγει αν και κάπου μέσα της τους λυπόταν. Ένα πράγμα υποσχέθηκε στον εαυτό της πριν ξεκινήσει το ταξίδι της: Δεν θα τους έμοιαζε ποτέ!

Έτσι, όπως τόσοι άλλοι πριν από εκείνη, έχτισε το δικό της καταφύγιο. Κι όταν πια αποφάσισε να βγει στον κόσμο, το προσωπικό της κάστρο ήταν έτοιμο και ήταν το ωραιότερο όλων. Οι κήποι του ήταν φροντισμένοι και χρωματιστοί. Το εσωτερικό του, φιλικό και ζεστό, έτοιμο να φιλοξενήσει με αγάπη όποιον ήθελε να το επισκεφτεί. Ανυπομονούσε. Ήθελε να γνωρίσει τους πρίγκιπες και τους ήρωες που έπλαθε με το μυαλό της, τις νεράιδες που εύχονταν πάντα να συναντήσει, τις περιπέτειες που αγωνιούσε να ζήσει. Μα όσα κι αν είχε φανταστεί, όσα κι αν είχε ελπίσει, τίποτα δεν συγκρίνονταν με αυτό που αντίκρισε στο τέλος.

Το πρώτο τέρας ονομάζονταν πραγματικότητα.

Ήταν ύπουλο, ήταν χθόνιο και σκοτεινό. Το τέρας κατέστρεφε τα πάντα. Οι πρίγκιπες ξέπεσαν στα μάτια της και γρήγορα κατάλαβε πως ήρωες δεν υπήρχαν. Μονάχα δράκοι που έκαιγαν τα πάντα τριγύρω. Κανείς δεν προσπαθούσε να τους σταματήσει, τους είχαν συνηθίσει. Όταν εκείνη προσπάθησε να τους αντισταθεί, κάηκε. Μα κανείς δεν βοήθησε. Αντίθετα, όσοι την είδαν, την περιγέλασαν, την χαρακτήρισαν ονειροπόλα και ανόητη. Η πραγματικότητα είχε εξαφανίσει τους ήρωες. Παρ’ όλα αυτά, δεν το έβαλε κάτω. Έδεσε το πληγωμένο σώμα της και συνέχισε. Είχε να συναντήσει τις νεράιδες της και εκείνο το ραντεβού δεν ήθελε να το χάσει.

Εκείνες μπήκαν στο καταφύγιο της και στην αρχή έμοιαζαν πλάσματα ευγενή, ξεχωριστά. Όταν όμως βολεύτηκαν, το ωραίο περιτύλιγμα διαλύθηκε και οι νεράιδες χάθηκαν. Υπήρχαν στην θέση τους μονάχα μάγισσες. Είχαν έρθει για να την ρουφήξουν, να την εξαφανίσουν. Όσο εκείνη ζούσε μέσα σε μια χίμαιρα, οι μάγισσες σκάλισαν τους κήπους της και εξαφάνισαν τα λουλούδια. Το κάστρο άδειασε κι όταν πια κατάφερε να τις διώξει μακριά, είχαν μείνει μονάχα ερείπια τριγύρω. Έκλεισε την πόρτα και κλείδωσε, προσπαθώντας να σώσει ότι είχε απομείνει από την αλήθεια της. Οι περιπέτειες που ποθούσε να ζήσει, ήταν όλες σκοτεινές. Η πραγματικότητα θα την εξόντωνε πριν καν προλάβει να κάνει το πρώτο βήμα.

Μην ξέροντας τι άλλο να κάνει, ξερίζωσε από μέσα της ότι είχε μείνει από την δύναμη της που λεγόταν φαντασία. Ήξερε πως το τέρας από αυτήν τρέφονταν και δεν θα σταματούσε να την κυνηγάει μέχρι να ρουφήξει και την τελευταία σταγόνα. Κλείδωσε λοιπόν ότι είχε απομείνει σε ένα μικρό κουτί και το έκρυψε στον ψηλότερο πύργο. Έκρυψε και το κλειδί, τόσο καλά που ξέχασε και η ίδια που το είχε βάλει. Κράτησε μέσα της μονάχα την ελπίδα. Αυτό δεν θα της το στερούσαν.

Κάπως έτσι πέρασαν χρόνια. Κάθε φορά που έβγαινε από το κάστρο της, κλείδωνε δύο φορές τώρα πια, όμως οι μέρες της κυλούσαν ήρεμα. Ήξερε πως δεν μπορούσε να νικήσει την πραγματικότητα, όμως αυτό δεν σήμαινε πως δεν μπορούσε να συμβαδίσει μαζί της. Σύντομα άρχισε να παρατηρεί και τα κάστρα των υπόλοιπων ανθρώπων. Ήταν όλα τους φροντισμένα και όμορφα, σε αντίθεση με το δικό της. Αυτό έμοιαζε εγκαταλελειμμένο κι σίγουρα κάτι τέτοιο δεν θα άρεσε στο τέρας. Αν δεν έμοιαζε με όλους τους άλλους, τελικά θα του κινούσε την προσοχή κι αυτό δεν έπρεπε να γίνει. Έφτιαξε λοιπόν από την αρχή τους κατεστραμμένους κήπους, αλλά δεν είχε κουράγιο να μαζέψει τα πάντα. Έτσι, τα έκρυψε σε μέρη που κανείς δεν θα κοιτούσε. Έφτιαξε μυστικά δωμάτια, ντουλάπες στις οποίες κανείς δεν θα ήθελε να ψάξει. Στο τέλος, η εικόνα ήταν όμοια με κάθε άλλη, έτσι το τέρας δεν θα την κοίταζε ξανά. Με αυτή την ελπίδα ζούσε. Στο τέλος πίστεψε ακόμη κι η ίδια το ψέμα που είχε φτιάξει, έτσι που δεν κατάλαβε για πότε εμφανίστηκε το δεύτερο τέρας.

Το όνομα του ήταν ρουτίνα.

Ήταν αθόρυβο και ζούσε κρυμμένο στις σκιές. Πήγε μονάχη της και έπεσε στην αγκαλιά του, που έμοιαζε με μέγγενη που συνέθλιβε τα πάντα. Κατάλαβε πως ήταν αιχμάλωτη του λίγο πριν χαθεί στην λήθη, ακόμη και τότε όμως ήταν αργά. Η ομίχλη της ρουτίνας κάλυπτε τα πάντα και εκείνη δεν είχε τρόπο να αμυνθεί. Το μοναδικό της όπλο ήταν κρυμμένο τόσο καλά που το είχε ξεχάσει. Η ψεύτικη ομορφιά του κάστρου της προσέλκυσε ξανά εκείνα τα πλάσματα που νόμιζε νεράιδες.

Προσπάθησε να τους εξηγήσει τι ήταν όλα εκείνα τα μπάζα αλλά δεν ήθελαν να την ακούσουν. Τις είδε να φεύγουν τρομαγμένες, αηδιασμένες από τις πληγές και την ακαταστασία της. Όταν έμεινε μόνη κατάλαβε. Δεν έπρεπε να ελπίζει σε νεράιδες. Δεν υπήρχε πλέον ελπίδα, την είχε χάσει. Την είχε κλέψει το τρίτο τέρας. Μόνο που εκείνο, ήταν δικό της δημιούργημα.

Το όνομα του ήταν φόβος.

Κρύφτηκε στα ερείπια του κάποτε όμορφου κάστρου. Διέλυσε τα μυστικά δωμάτια και έσπασε τις ντουλάπες. Έβγαλε τα ψεύτικα στολίδια και ξερίζωσε τα όμορφα φυτά. Κοίταξε γύρω της ξανά. Όλα τα κάστρα, όλων των ανθρώπων έμοιαζαν πια με το δικό της. Νεκρά, τόσο μέσα, όσο και έξω. Ήταν πραγματικά, ήταν πανομοιότυπα και όλα φυλούσαν ενοίκους τρομαγμένους. Τότε ήταν που άρχισε να καταλαβαίνει τους μεγάλους. Ήταν κουρασμένοι από τις χαμένες μάχες, έτρεχαν γιατί αυτό τους επέβαλαν τα τέρατα, ήταν απαθείς γιατί είχαν ξεχάσει που ήταν κρυμμένη η δύναμη τους. Καλύτερα έτσι. Μια απλή, ήσυχη, επίπεδη ζωή και τα τέρατα δεν θα ασχολούνταν μαζί της ποτέ ξανά. Πλέον συγκατοικούσε με το τέρας. Εκείνη και ο φόβος είχαν γίνει ένα. Και τότε, μια μέρα σαν όλες τις άλλες έγινε κάτι… διαφορετικό.

Η πόρτα του κάστρου χτύπησε ξανά. Τινάχτηκε τρομαγμένη και κοίταξε το τέρας. Το βλέμμα του ήταν άγριο και απόλυτο. Δεν άνοιξε. Δεν ήταν στο πρόγραμμα. Όμως ο άγνωστος ήρθε ξανά και μετά από αυτό ακόμη μια φορά.

Πλησίασε την πόρτα δειλά και την άνοιξε, μια χαραμάδα μόνο. Το φως απ’ έξω σχεδόν την τύφλωσε μετά από τόσο καιρό που ζούσε στο σκοτάδι. Στα μάτια της ο άγνωστος έμοιαζε με μάγισσα, δεν πίστευε πια στις νεράιδες. Τον κοίταξε καχύποπτα και όταν της χαμογέλασε ο φόβος έγινε τρόμος. Η μάγισσα ήταν ψύχραιμη και όταν μίλησε η φωνή έμοιαζε με ξεχασμένο όνειρο.

«Συγνώμη για την ενόχληση. Ήθελα απλά να σου πω, πως στον κήπο σου έχει φυτρώσει ένα υπέροχο αγριολούλουδο. Συγχαρητήρια.»

Χωρίς να περιμένει κάποια απάντηση, της γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε χωρίς να ζητήσει τίποτα.

Τι ήθελαν από εκείνη; Τα είχε κάνει όλα σωστά, γιατί την βασάνιζαν με ψέματα; Αυτά σκέφτονταν για μέρες μετά από εκείνη την συνάντηση, ενώ το τέρας της ψιθύριζε στο αυτί συμβουλές για να επιβιώσει. Δεν έπρεπε να εμπιστεύεται κανέναν εκτός από τον εαυτό της. Δεν είχε χρόνο να ελπίζει. Στον κήπο της δεν υπήρχε τίποτα, εκτός από άγριο κισσό και χόρτα. Το πίστεψε. Μέσα της όμως υπήρχε ακόμα κάτι που την έτρωγε. Μια ανάμνηση από κάτι που είχε ξεχάσει, μα που υπήρχε ακόμη κάπου. Έτσι μια μέρα το πήρε απόφαση. Κατάφερε έστω και για λίγο να ξεφύγει από εκείνο το επικριτικό βλέμμα του φόβου και αγνοώντας τα θέλω των τεράτων της, βγήκε για μια βόλτα στον κήπο του κάστρου της.

Ανάμεσα στα ψηλά, ατίθασα χόρτα και τον κισσό που τύλιγε πλέον ανεξέλεγκτος τα ξεφτισμένα τείχη το είδε. Ο φόβος της έλεγε ψέματα. Το αγριολούλουδο υπήρχε. Βρίσκονταν εκεί, αθώο και εύθραυστο. Κάτι τόσο όμορφο ήταν παράταιρο. Γιατί υπήρχε; Όταν γύρισε πίσω στο κάστρο, το τέρας ήταν πιο άγριο από ποτέ. Της φώναξε πως θα πληγώνονταν ξανά, πως θα έκανε ξανά τα ίδια λάθη. Για μέρες σκέφτονταν τα λόγια του πιστεύοντας πως είχε δίκιο, ενώ η μάγισσα έρχονταν συνέχεια να θαυμάσει το μικρό άνθος. Την έβλεπε από το παράθυρο ώσπου κάποια στιγμή το πήρε απόφαση.

Ένα βράδυ, ξεγέλασε τον φόβο και του ξέφυγε. Η πραγματικότητα και η ρουτίνα την παρακολουθούσαν στενά, αλλά αποφάσισε να πάρει το ρίσκο και να έρθει αργότερα αντιμέτωπη με την οργή τους. Άνοιξε την πόρτα. Η μάγισσα στέκονταν πάνω από το λουλούδι χαμογελώντας.

«Τι θέλεις;»

«Σου είπα. Θαυμάζω το αγριολούλουδο σου.»

«Δεν είναι δικό μου. Απλά φύτρωσε.»

«Είναι στον κήπο σου, έτσι δεν είναι;»

«Δεν το φύτεψα εγώ, δεν το φρόντισα. Άρα δεν είναι δικό μου.»

«Μα δεν βρίσκεται για αυτό εδώ. Εκείνο ήρθε για να φροντίσει εσένα. Φοβάσαι;»

«Όχι. Έχω πρόγραμμα. Δεν χρειάζεται να φοβάμαι. Πρέπει να φύγω.»

«Ξέρω τι κρύβεις. Αν δεν το είχες, το λουλούδι δεν θα έρχονταν ποτέ.»

 «Κρυώνεις;»

«Λίγο.»

«Θέλεις να έρθεις μέσα;»

«Δεν σε πειράζει;»

«Δεν ξέρω αν θα πειράξει εσένα…»

Μπήκε στο κάστρο με την καρδιά της να χτυπά δυνατά. Μέσα στην αποθήκη ο φόβος χτυπιόταν με μανία, αλλά δεν θα τον άφηνε ελεύθερο. Στιγμές μετά, το πλάσμα μπήκε μέσα κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Το είδε να κοιτάζει τον χώρο με ενδιαφέρον. Ήταν σίγουρη πως σύντομα θα έβλεπε την αποστροφή στο βλέμμα του.

«Είναι υπέροχο!»

«Όχι δεν είναι. Είναι βρώμικο και ακατάστατο.»

«Είναι δικό σου και είναι μοναδικό. Μοιάζει πολύ με το κάστρο μου.»

«Δεν άντεχα να το φτιάξω από την αρχή.»

«Είναι δύσκολο να το κάνεις μόνη, το ξέρω. Θες να σε βοηθήσω να το φτιάξουμε μαζί;»

«Δεν θα μας αφήσουν…»

Η μάγισσα την έπιασε από τους ώμους και την κοίταξε ευθεία στα μάτια. Κανείς δεν το είχε ξανακάνει αυτό. Πρώτη φορά κάποιος την κοίταζε τόσο ειλικρινά. Ο φόβος ούρλιαζε.

«Αν βρούμε αυτό που κρύβεις θα τα καταφέρουμε. Μπορείς να πολεμήσεις τα τέρατα. Έλα, θα σε βοηθήσω.»

«Δεν ξέρω τι είναι αυτό που θέλεις να ψάξω.»

«Ξέρεις, απλά δεν θυμάσαι. Κι εγώ δεν θυμόμουν. Έλα, δώσε μου το χέρι σου και πάμε.»

Διστακτικά άπλωσε το χέρι της και έπιασε αυτό της μάγισσας. Ήταν ζεστό και εγκάρδιο το άγγιγμα της. Το κράτημα του πλάσματος ήταν γερό και εκείνη ήταν σίγουρη πως δεν θα την άφηνε. Το πρόσωπο του ήταν γλυκό, σαν του πρίγκιπα που περίμενε. Η ψυχή του ήταν αγνή, καθαρή, σαν αυτή που πίστευε πως έπρεπε να είχαν οι νεράιδες. Αυτή την φορά το τέλος θα ήταν καλό. Εξερεύνησαν μαζί όλο το κάστρο και κάθε φορά το πλάσμα εκθείαζε το κάθε τι που είχε δημιουργήσει εκείνη. Δεν ήθελε τίποτα να κλέψει, ήθελε απλά να ψάξουν, μέχρι να βρουν εκείνη την χαμένη ανάμνηση. Έφτασαν μέχρι τον ψηλότερο πύργο του κάστρου, εκεί που είχε χρόνια να ανέβει. Μπορεί να ήταν παλιός και ξεφτισμένος, γκρεμισμένος όπως όλα τα άλλα, μα τώρα έλαμπε. Το ίδιο και το πλάσμα δίπλα της.

«Εδώ είναι το βρήκαμε! Το ήξερα πως δεν το είχες χάσει!»

«Τι είναι;»

«Είναι αυτό που ποτέ δεν έχασες. Είναι το κομμάτι σου που παλεύει να ζήσει. Είναι ο λόγος που βλέπεις τον κόσμο ακριβώς όπως είναι και όχι όπως θα ήθελε να είναι. Είναι ο λόγος που ξεχωρίζεις ακόμη τα τέρατα. Είναι ο λόγος που μπορείς να τα νικήσεις. Είναι ο λόγος που κανείς δεν μπόρεσε να σου στερήσει… αυτό.» Με αυτά τα λόγια, ο ήρωας έψαξε στην τσέπη του και λίγες στιγμές μετά κράτησε μπροστά στα μάτια της το όμορφο αγριολούλουδο.

«Γιατί το έκοψες;»

«Για να στο δώσω. Η ελπίδα είναι εύθραυστη ξέρεις. Αλλά ταυτόχρονα είναι και αυτή που ξεχωρίζει τους ήρωες. Πάρτο και προστάτευσε το.»

«Μα την είχα χάσει… πως γίνεται να γύρισε σε μένα;»

«Δεν την είχες χάσει ποτέ, ούτε και εγώ. Απλά ξέχασες πως μοιάζει. Την κάλυψε ο φόβος με κισσό και αγριόχορτα μα ήταν πάντα εκεί. Έλα πάμε τώρα… Έχουμε να βρούμε αυτό που έκρυψες.»

Μόλις πήρε το λουλούδι και ενώθηκε μαζί του, το ουρλιαχτό σταμάτησε. Ο φόβος εξαφανίστηκε, το ίδιο απότομα όπως είχε εμφανιστεί.

Το τρίτο τέρας είχε νικηθεί.

Οι δύο ήρωες άνοιξαν την σαραβαλιασμένη πόρτα του πύργου και μπήκαν μέσα. Ότι όμορφο είχε ζήσει ήταν στοιβαγμένο σε εκείνες τις γωνίες. Μια ομίχλη πηχτή έκρυβε τα πάντα, θόλωνε κάθε ανάμνηση. Ήταν η ρουτίνα που είχε καλύψει τα θέλω της, που είχε γκρεμίσει τα όνειρα της πριν καν τα σκεφτεί. Έσφιξε το χέρι του πρίγκιπα και εκείνος έκανε το ίδιο. Αψηφώντας την ρουτίνα μπήκαν πιο βαθιά μέσα στο δωμάτιο. Η ομίχλη τους έκρυβε τον δρόμο όμως ο ήρωας είχε την λύση.

«Κλείσε τα μάτια σου και ακολούθησε το ένστικτο σου, αυτό αρκεί. Με εμπιστεύεσαι;»

Έκλεισε τα μάτια. Το μόνο που αισθάνονταν ήταν το κράτημα του. Ήξερε ακριβώς προς τα πού έπρεπε να πάει. Με εκείνον να την βοηθά και το ένστικτο της για οδηγό προχώρησε. Όταν έφτασε, το ήξερε. Άνοιξε τα μάτια και το είδε. Ένα μικρό κουτί που μέσα του έκλεινε όσα είχε κρύψει για να τα προστατέψει. Έκανε να το ανοίξει αλλά ήταν κλειδωμένο. Ένα γέλιο σαρκαστικό ήρθε από την ομίχλη.

«Δεν ανοίγει. Χάσαμε…»

«Σσσς… Οι ήρωες δεν χάνουν. Πρέπει απλά να βρούμε το κλειδί.»

«Μπορεί να είναι οπουδήποτε. Θα μου πάρει χρόνια να τα καθαρίσω όλα αυτά και δεν νομίζω πως μπορώ.»

«Όσα δεν μπορείς να σηκώσεις μόνη σου, μπορούμε να τα σηκώσουμε μαζί.  Άσε με να σε βοηθήσω.»

Είχαν φτάσει λίγο πριν την νίκη όμως ακόμα δίσταζε. Δεν ήθελε να ξαναδεί κάποιον να φεύγει. Δεν ήθελε να αφήσει κάποιον να δει όλα όσα είχε μαζέψει μέσα στο κάστρο της. Στις σκέψεις αυτές, τα τέρατα σαν να ηρέμησαν. Αυτό ακριβώς ήθελαν. Υποταγή.

Ε, λοιπόν δεν θα τους έκανε την χάρη! Έβαλε το μικρό κουτί στην τσέπη της και χαμογέλασε στον πρίγκιπα της με αυτοπεποίθηση.

«Έχεις δίκιο. Έλα πάμε να βρούμε το κλειδί της φαντασίας!»

Έτσι ο ήρωας και το κορίτσι ένωσαν τις δυνάμεις τους σε έναν ξέφρενο χορό που έκανε τα δύο εναπομείναντα τέρατα να ουρλιάξουν. Όμως τα δύο παιδιά ήταν πιο δυνατά από την ομίχλη. Σήκωσαν τα μπάζα της ζωής της μαζί, ξανάφτιαξαν τους τοίχους και τους κήπους. Στολίδια ψεύτικα δεν υπήρχαν πουθενά και ήταν φανερές οι πληγές του κάστρου. Ήταν όμως ειλικρινές, ήταν αληθινό.

Φυσικά η ρουτίνα δεν δέχονταν να χάσει δίχως μάχη.

«Χρησιμοποίησε το λουλούδι. Μπορείς να νικήσεις.»

Η φωνή του ήρωα φάνταζε παράξενη μέσα στο κεφάλι της, μα δεν μπορούσε να την αγνοήσει. Είχαν περάσει τόσα μαζί, είχαν ξαναφτιάξει τον κόσμο της μαζί από την αρχή. Με αυτή την σκέψη, έβγαλε το μικρό λουλούδι από την τσέπη της, μαζί και το κουτί της. Ο ήρωας χαμογέλασε πλατιά αλλά δεν είπε λέξη. Το μόνο που έκανε ήταν να της δώσει κάτι ακόμα. Ένα κλειδί που ταίριαζε σε μια και μόνο κλειδαριά. Όταν άνοιξε το μικρό κουτί, η φαντασία της ξεχύθηκε διαλύοντας την ομίχλη. Κλεισμένη τόσα χρόνια σε εκεί μέσα, είχε θεριέψει. Όρμησε μέσα της και εκείνη ένιωσε ολόκληρη.

Το δεύτερο τέρας είχε νικηθεί.

Επιτέλους έβλεπε καθαρά. Έβλεπε ξανά με μάτια αγνά, παιδικά, με μάτια αληθινά. Με τον ίδιο τρόπο που έβλεπε και ο ήρωας της. Τα δύο παιδιά χαμογελούσαν κι ας έτριζαν οι τοίχοι.

«Είμαι έτοιμη. Πάμε να νικήσουμε την πραγματικότητα.»

«Αυτό το τέρας δεν μπορεί να νικηθεί.»

Ο ήρωας την είδε να δακρύζει, αλλά δεν θα την άφηνε να κλάψει.

«Ούτε εμείς μπορούμε να νικηθούμε τώρα πια και αυτό είναι το σημαντικό. Η πραγματικότητα πάντα θα υπάρχει. Όμως θα υπάρχει με εμάς να ζούμε μέσα της, με τον δικό μας τρόπο. Μην τρομάζεις στην θέα του τέρατος, απλά προχώρα. Χρησιμοποίησε τα όπλα που κρατάς. Αν δεν τα χάσεις, αν δεν αφήσεις κανέναν να σου στερήσει την φαντασία και την ελπίδα, θα αρχίσεις να πιστεύεις ξανά στις νεράιδες. Άλλωστε μικρή μου, γι’ αυτό ακριβώς υπάρχει το τέρας. Για να μας κάνει ήρωες.»

Το πρώτο τέρας θα είναι πάντα ζωντανό.

Κι εμείς θα είμαστε πάντα μαζί. Δύο ήρωες.

 

 

**’

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ονομάζομαι Έλλη Παπαδοπούλου, είμαι είκοσι επτά χρονών και γεννήθηκα τον Μάρτιο του 1989 στην Κομοτηνή. Είμαι τελειόφοιτη του τμήματος φυσικής του ΑΠΘ, εργάζομαι ως ιδιωτική υπάλληλος και τα τελευταία δέκα χρόνια ζω στην Θεσσαλονίκη. Από μικρή ηλικία ασχολήθηκα με το θέατρο καθώς και με διάφορες λέσχες βιβλίου. Σύντομα όμως διαπίστωσα πως η μεγάλη μου αγάπη είναι η συγγραφή. Η μαγεία του να δημιουργείς ιστορίες, να φτιάχνεις χαρακτήρες και μέσα από τις λέξεις και τις σκέψεις σου να τους δίνεις ζωή, δεν συγκρίνεται με κανένα άλλο συναίσθημα. Ξεκίνησα γράφοντας μικρά διηγήματα αλλά και παιδικά παραμύθια. Το 2003, διακρίθηκα σε πανελλήνιο διαγωνισμό διηγήματος του Υπουργείου Παιδείας με θέμα τους πρόσφυγες, ενώ δύο χρόνια αργότερα συμμετείχα ως αναπληρώτρια εκπρόσωπος του Λυκείου μου στην Βουλή των Εφήβων.

**

ΕΠΙΛΟΓΗ eyelands (με αλφαβητική σειρά )

ΜΑΡΤΙΟΣ

Ιωάννα Παρπούλα – Είκοσι χρόνια μετά

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Μαίρη Πίσια – Για μια Ελίζα

Μαριλένα Ραπανάκη – Τασούλα

ΜΑΙΟΣ

Κώστας Τζικόπουλος – Τ’ αγρίμι

Στέλλα Τσίγγου – Μια μικρή ιστορία αγάπης

ΙΟΥΝΙΟΣ

Ρηνιώ Χρυσαδάκου – Των Φώτων

Advertisements