Επιλογή eyelands – Είκοσι χρόνια μετά

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση των διηγημάτων που διακρίθηκαν στον διαγωνισμό του 2017 με θέμα «παράξενοι έρωτες». Σειρά έχει το διήγημα της Αννίτας Παρπούλα…

«Είκοσι χρόνια μετά»

 

Την είδε από μακριά, καθώς ερχόταν προς το μέρος του. Ωραία γυναίκα! Βάδισμα ανάλαφρο, σώμα ευλύγιστο, κεφάλι στητό και περήφανο. Κοίτα να δεις! Του γυαλίζουν γυναίκες της ηλικίας του. Καθώς τον πλησίαζε τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Αυτόματα σηκώθηκε όρθιος. Η έκφρασή του είχε παγώσει. Ήταν μπροστά του, αλλά δεν μπορούσε να τη δει. Στα τυφλά έτεινε το χέρι. Δεν έβλεπε τη δική της έκφραση, ούτε καν τη μάντευε. Πίσω, η κρήνη κελάρυζε, το νερό συνέχιζε να ρέει μέσα από τα λιονταρίσια στόματα.

Είχαν καθίσει στο πεζοδρόμιο, σ’ ένα καφέ στον Πλάτανο, ανέκαθεν κέντρο της παλιάς πόλης. Ήταν το αγαπημένο του. Συνήθως καθόταν μέσα. Το προτιμούσε, ένιωθε πιο προστατευμένος. Ήθελε να έχει τον έλεγχο, να βλέπει πριν τον δουν. Ήταν πολλοί οι γνωστοί που περνούσαν από κει και τον χαιρετούσαν. Τόσα χρόνια στη μικρή πόλη, τον ήξεραν όλοι, τον αγαπούσαν. Είχε μεγαλώσει γενιές παιδιών. Ως προπονητής, είχε συνηθίσει να είναι το επίκεντρο. Όπου και να βρισκόταν ένιωθε πολλά ζευγάρια μάτια να τον κοιτάζουν. Ιδίως γυναικεία. Ήταν μέρος της δουλειάς του. Όταν έγινε αθλητής πίστευε πως το σημαντικό είναι οι επιδόσεις. Αργότερα άρχισε να καταλαβαίνει ότι η ζωή του είναι ένα σόου. Ένα θέαμα για πολλούς. Είναι ο πρωταγωνιστής της ζωής του και θέλει να είναι πετυχημένος. Μια χαρά τα κατάφερνε.

– Καλησπέρα, άκουσε τη φωνή του. Την τυπική φωνή του. Και το πλατύ, επαγγελματικό του χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο.

– Γεια. Τι γίνεσαι; Η απάντηση ήρθε εξίσου τυπική κι απόμακρη.

Όμως, την ίδια ώρα, η φωνή της οικεία, ανέσυρε μνήμες. Μνήμες, ζεστασιά, οικειότητα, αίσθηση γλυκιά. Μα τι σκέφτομαι είναι δυνατόν να μου ξυπνάει συναισθήματα μετά από τόσα χρόνια; Ένα σφίξιμο στο στήθος.

-Καλά, μια χαρά. Εσύ; Πώς από τα μέρη μας;

Την κοίταξε, άρχισε να τη βλέπει. Από κοντά την έβρισκε ακόμη πιο γοητευτική. Ο χρόνος την είχε γλυκάνει, της πρόσδιδε μεγαλύτερη χάρη. Πρόσωπο χαμογελαστό, κορμί που τον προκαλούσε με τις θηλυκές γραμμές του. Του άρεσε αυτό που έβλεπε. Δεν περίμενε τίποτα λιγότερο.

– Κάνω διακοπές στα παλιά λημέρια. Ξέρεις πόσο αγαπώ αυτό τον τόπο, τη Φορτέτζα, τα στενά, την παραλία με τους φοίνικες!

Στο βλέμμα της μια σπίθα από το παλιό ενδιαφέρον – να το πει αγάπη βαρύ. Αυτός πάντα βαριά την έβρισκε την αγάπη της, σαν νά ’πεσαν πάνω του οι βράχοι του ενετικού κάστρου που δεσπόζει βορειοδυτικά της πόλης.

Θυμάται το σαββατοκύριακό τους. Ένα, μοναδικό. Του το ζήτησε, προσπάθησε να το αποφύγει. Τι φοβόταν;  Απέραντη η θάλασσα, τους έδωσε το δώρο της. Χαλάρωσε.

Υπέροχη θέα στην ακτή, ο ήλιος έσβηνε πίσω από τα βουνά κι άφηνε ένα νοσταλγικό φως στην ατμόσφαιρα. Έμεινε να χαζεύει τα βράχια να σκοτεινιάζουν. Κι ο ήχος της θάλασσας που τη μάντευες. Το πρωί ξύπνησε στην αγκαλιά της…

Στο πρόσωπό της η σπίθα είχε πια χαθεί. Ήταν άραγε τόσο τρομακτικός; Κοίταξε πίσω της: δυο γυναίκες στέκονταν και την περίμεναν. Η μία, πιο ξανθιά, κάπως της έμοιαζε. Η άλλη δεν του θύμιζε κάτι. Η σκέψη πέρασε αστραπιαία μπροστά του: να τις προσκαλέσει στην παρέα; Την έδιωξε.
-Χαίρομαι που σε βλέπω! Μια θέρμη στη φωνή του.

Τώρα, καλά έκανα που το ξεστόμισα; Ανησύχησε. Αχ, Μάνο, μεγάλωσες κι ακόμη αυτολογοκρίνεσαι! Τι σημασία έχει; Τόσα χρόνια φυλαγόσουν, πρόσεχες τα λόγια σου, άφηνες τη σκέψη σου ανέκφραστη. Και τι κατάφερες;
-Τα παιδιά είναι καλά; ρώτησε πνιγμένα.

Τα παιδιά της. Μικρά τα ανέλαβε, λίγα χρόνια τα προπονούσε, αλλά πάντα τα έβλεπε με αγάπη. Όπως όλα του τα παιδιά. Κι αυτά τον αγαπούσαν. Τον είχαν σα Θεό, ζητούσαν τη γνώμη του, τη συμβουλή του. Τα κορίτσια, πιο διαχυτικά, τον αγκάλιαζαν, τον φιλούσαν. Τα αγόρια πιο συγκρατημένα. Όπως το παράδειγμα που τους έδινε ο ίδιος.

– Βέβαια, εργάζονται και οι δυο στη Θεσσαλονίκη. Έχω κι εγγονάκια! Ένα καμάρι στη φωνή της.
– Οι κόρες σου; Ανταπέδωσε κι εκείνη το ενδιαφέρον.

– Η Ειρήνη είναι εδώ, δασκάλα. Μαζί μένουμε. Η άλλη στην Αθήνα.

Πάλι αυτός ο ξερός τόνος. Ήθελε να της πει πόσο πολύ χάρηκε. Πόσο τη σκεφτόταν, πόσο αναπολούσε τις ώρες τους τις μετρημένες. Πώς ξεφύτρωναν στο μυαλό του οι στιγμές τους μόλις χαλάρωνε. Πολλές φορές την έβλεπε στον ύπνο του και η μέρα του είχε μια γεύση σαν καραμελωμένο μήλο, απ’ αυτά που σπάνια του έπαιρνε ο πατέρας. Την ώρα που καθόταν να φάει ήθελε την παρουσία της δίπλα του. Είχε, βέβαια τις κόρες του, αλλά δεν ήταν το ίδιο. Τη θυμόταν με τα κορίτσια, να μιλούν για τα δικά τους και να γελούν. Του φαίνονταν τόσο παράξενα όσα έλεγαν!

Οι κόρες σιγά σιγά πήραν το δρόμο τους. Καλοί οι φίλοι του, αλλά κάποιες φορές ήθελε να πιει το καφεδάκι του μαζί της, να τη νιώσει δίπλα του κι ας μην τολμά να της πει όσα ένιωθε. Εξάλλου, οι άντρες δε μιλάνε για τέτοια. Έτσι δεν έλεγε στους νεαρούς που τον άκουγαν ευλαβικά;

– Πάντα ήταν πιο ανεξάρτητη η Ελένη. Χάρηκα που σε είδα. Η φωνή της ουδέτερη.

– Κι εγώ. Τα λέμε.

Τι είπα πάλι…. Τι σημαίνει «τα λέμε» όταν δεν υπάρχει περίπτωση να τα ξαναπούμε. Και που συναντηθήκαμε τυχαίο ήταν και τύχη μεγάλη. Πώς να τα πούμε. Χρόνια τώρα μου έχει κολλήσει αυτή η έκφραση, που τελικά δε σημαίνει τίποτα. Και τότε τα λέμε της είπα και πέρασαν είκοσι χρόνια…. Τυχαία συνάντηση, αν και θα μπορούσε αν το άντεχε να μην ήταν καθόλου τυχαία.

Πάντα πίστευα πως είμαι τυχερός. Κι ό,τι χρειάζομαι εμφανίζεται μπροστά μου. Έτσι και τότε. Την συνάντησα τυχαία, στο δρόμο. Και μου βρήκε το σπίτι που χρειαζόμουν. Κι όμως, μου πήρε χρόνια να την προσεγγίσω. Δε γίνονται όλα τυχαία, κάποιες φορές χρειάζεται να κάνει κι αυτός κάτι. Έκανε, αλλά σύντομα τα παράτησε. Όσο ένιωθε να τον πλησιάζει, τόσο αυτός κλεινόταν. Δεν κατάφερε να ξεπεράσει τον κόμπο. Την ένιωθε να πλησιάζει όλο και πιο κοντά, να διεισδύει στη ζωή του. Κι ενώ του άρεσε, την αισθανόταν σαν απειλή. Τι μπορεί να απειλούσε; Τι φοβόταν; Ποιος φόβος τον κατέκλυζε και τον έκανε να κλείνεται; Ήταν ο πρόωρος θάνατος της μητέρας του; Ο κακός γάμος που ακόμη τον κυνηγούσε στα δικαστήρια; Προσπαθούσε, κι όσο προσπαθούσε, τόσο η κατάσταση χαλούσε, καταπιεζόταν και βούλιαζε. Μια δίνη τον κατάπινε κι αυτός έψαχνε απεγνωσμένα ν’ ανασάνει. Σ΄ εκείνο το σημείο δεν υπήρχε επιστροφή. Μόνο επιβίωση.

Ο φίλος τον κοιτά με απορία.

– Τι έγινε; Πού ήσουν χαμένος; Ωραία γυναίκα!

– Παλιά ιστορία. Πέρασαν χρόνια. Δεν την θυμάσαι;

– Γιατί, την είχα δει;

– Πολύ πιθανό. Για ένα διάστημα κυκλοφορήσαμε μαζί.

– Τι να σου πω; Πάντα ήσουν τάφος, ειδικά για τις γυναίκες σου. Κάποτε εμφάνιζες κάποια χωρίς περισσότερες λεπτομέρειες. Η μια έκανε μάθημα στα παιδιά, η άλλη ήταν γειτόνισσα…

– Ναι, γειτόνισσα ήταν. Για κάμποσα χρόνια.. κι όταν προς το τέλος τα βρήκαμε, αναγκάστηκα ν’ αφήσω εκείνο το σπίτι. Αυτό ήταν το τέλος.

– Καλά, σε άλλη πόλη μετακόμισες; Εγώ σε ξέρω χρόνια εδώ.

– Μπα, στην ίδια γειτονιά, λίγο πιο κάτω. Αλλά δεν ήταν πια το ίδιο. Εκείνη η αμεσότητα, είχα πέντε λεπτά, της χτυπούσα την πόρτα. Επέστρεφα από τη δουλειά και αναζητούσα την κόρη μου σπίτι της. Άσε που μου έφτιαχνε ωραίο πρωινό με φρούτα κι όλα τα υγιεινά.

– Και τα τηλέφωνα τι τα είχατε;

Θυμάται πώς ένιωθε. Κάθε ήχος που έβγαζε το τηλέφωνο ένα χτύπημα στη ζωή μου, σκεφτόταν. Δεν τολμούσε να το κοιτάξει, πάντα κάτι δυσοίωνο του επιφύλασσε. Κάτι ζητούσε κι αυτή. Όσο κι αν ήθελε να είναι μαζί της, δεν είχε το περιθώριο! Έτσι πίστευε τότε… Και τα μηνύματά της κι αυτά με φόβο τα κοιτούσε. Έφταναν ανάμεσα στ’ άλλα, τα μηνύματα του παρελθόντος. Άκουγε το μπιπ του κινητού και τιναζόταν. Μας την έπεσαν πάλι. Αρνιόταν για κάμποση ώρα να πλησιάσει την οθόνη. Κάποτε, βέβαια, θα το κοίταζε, αλλά συνήθως τα μαντάτα δεν ήταν καλά. Ακόμη και το δικό της όνομα να έβλεπε, κάπως έπρεπε ν’ ανταποκριθεί. Τον δυσκόλευε.

– Στην αρχή μού τηλεφωνούσε, εγώ ήμουν απασχολημένος, πνιγμένος…

Ούτε θέλησα ποτέ να την αναζητήσω, σκέφτηκε. Άφηνα τη ζωή να κυλά και βολευόμουν με ό,τι μου έφερνε. Κάποια στιγμή το ξανασκέφτηκα, θεώρησα ότι ήταν αργά. Αυτά δεν τα ομολόγησε φωναχτά.

Εντάξει, μη χτυπάς. Πόσο πια θα αυτομαστιγώνεσαι; Ήταν δύσκολη εποχή. Οικονομικά, επαγγελματικά, υγεία. Λες και το σύμπαν τα είχε βάλει μαζί του. Τα παιδιά με τις απαιτήσεις και τις εξάρσεις της εφηβείας. Ήταν και κορίτσια. Κορίτσια; Δυο κορίτσια γι αυτόν που ποτέ δεν κατάλαβε πώς σκέφτονται οι γυναίκες; Που πάντα τις φοβόταν; Που δε γνώριζε πώς να φερθεί, τι να πει; Όταν τα έβρισκε σκούρα, αντί να μείνει κοντά τους, αυτός αποτραβιόταν.

Καλά του είχε πει: Αφού δεν αποφάσισες να ζήσεις με μια γυναίκα, ο θεός σού έστειλε δυο! Τι κι αν τις αγαπούσε τρελά τις κόρες του; Η ζωή μαζί τους λαβύρινθος, δεν έβρισκε έξοδο.

Ξαφνικά, ο θόρυβος της πλατείας έγινε εκκωφαντικός. Γύρω του άνθρωποι, άνθρωποι πολλοί. Καθισμένοι στα τραπεζάκια, όρθιοι μπροστά του, άλλοι έκαναν τη βόλτα τους. Και τα βρυσάκια να τρέχουν, η πορεία του νερού, η ζωή που κυλά. Ένα βάρος στο στήθος, όλο και πιο έντονο, ανέβαινε στον λαιμό. Πνιγόταν. Δεν ήξερε πώς να ξεφύγει.

-Πάμε να περπατήσουμε.

Δεν ήταν ερώτηση. Σηκώθηκε βιαστικά, χωρίς να περιμένει τον φίλο. Έσπρωξε, προχώρησε, έτρεξε για να πάρει ανάσα.

Έφτασε στην παραλία, πλησίασε τη θάλασσα. Τα φώτα των μαγαζιών απομακρύνθηκαν, ο θόρυβος κόπασε. Δεν την αγαπά ιδιαίτερα τη θάλασσα. Αλλά του δίνει μια αίσθηση ελευθερίας. Περπατάει δίπλα της, κάτω από τους φοίνικες, και ξεχνά.

 

 

*

Η Αννίτα Παρπούλα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε οικονομικά και ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Εργάστηκε στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ζει στη Κρήτη και σπουδάζει Δημιουργική γραφή.

*

 ΕΠΙΛΟΓΗ eyelands: τα επόμενα διηγήματα που θα δημοσιευθούν

(οι αναρτήσεις γίνονται με αλφαβητική σειρά )

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Μαίρη Πίσια – Για μια Ελίζα

Μαριλένα Ραπανάκη – Τασούλα

ΜΑΙΟΣ

Κώστας Τζικόπουλος – Τ’ αγρίμι

Στέλλα Τσίγγου – Μια μικρή ιστορία αγάπης

ΙΟΥΝΙΟΣ

Ρηνιώ Χρυσαδάκου – Των Φώτων

 

Advertisements