Γκοντάρ αγάπη μου

//Ο Γρηγόρης Παπαδογιάννης γράφει για την ταινία του Μισέλ Χαζαναβίσιους//

LE-REDOUTABLE_web-date.jpg
Παρίσι, λίγο πριν το Μάη του 1968. Ο σκηνοθέτης Ζαν Λυκ Γκοντάρ μαγεμένος από την αύρα της εξέγερσης που απλώνεται στην πόλη έχει ήδη αποκηρύξει την εποχή της νουβέλ βαγκ και οραματίζεται το επόμενο βήμα, ενός γνήσιου πολιτικού κινηματογράφου που θα υπηρετεί μόνο την επανάσταση. Στην προσπάθειά του αυτή σκηνοθετεί την ταινία «Η Κινέζα» όπου ασχολείται με τον Μάο και τα επιτεύγματα της επανάστασης στην Κίνα. Ταυτόχρονα όμως ο 37χρονος Γκοντάρ ερωτεύεται τρελά την πρωταγωνίστριά του, Άνν Βιαζέμσκι, ένα πανέμορφο νεαρό κορίτσι με αστικότατες καταβολές -εγγονή μεταξύ άλλων του νομπελίστα συγγραφέα Φρανσουά Μωριάκ. Η ίδια πάντως αδιαφορεί για την καταγωγή της και ερωτεύεται παράφορα τον μέντορα σκηνοθέτη της (είχε ήδη πάντως παίξει σε μια ταινία του Ρομπέρ Μπρεσόν) και δηλώνει πρόθυμη να τον ακολουθήσει παντού. Ο Γκοντάρ έχει βρει τον τέλειο συνδυασμό για τον Έρωτα και την Επανάσταση. Αλλά η ευφορία του ζευγαριού διαρκεί λίγο. Η ταινία αποδοκιμάζεται από το σύνολο της κριτικής, απογοητεύει το κοινό, και το χειρότερο: οι Κινέζοι θεωρούν το φιλμ ένα αστικό σκουπίδι.
Ο Γκοντάρ αποφασίζει να προχωρήσει σε γάμο με τη νεαρή πρωταγωνίστριά του, περισσότερο για να σοκάρει την κοινή γνώμη και κυρίως την οικογένειά της ενώ τριγύρω επικρατεί αναβρασμός. Είναι οι μέρες του ’68 που αλλάζουν τα πάντα στη Γαλλία -τουλάχιστον όσο θα διαρκέσει ο Μάης. Ο Γκοντάρ συμμετέχει στις συζητήσεις στα αμφιθέατρα, στις διαδηλώσεις, στις συμπλοκές στους δρόμους. Θέλει να βρεθεί στην πρωτοπορία, να αφουγκραστεί το λαό, να σκηνοθετήσει επαναστατικά φιλμ, να φέρει την επανάσταση μέσα στο σινεμά και μέσα από το σινεμά δώ και τώρα. Αποκηρύσσει οριστικά κάθε σχέση με το παρελθόν και τις προηγούμενες ταινίες του και σχεδιάζει μια κολεκτίβα παραγωγής ταινιών όπου τα επαναστατικά τους θέματα θα εμπνέονται από τους αγώνες του λαού και θα αποφασίζονται με συνεχείς συνελεύσεις των συντελεστών της ταινίας. Το αποκορύφωμα της επαναστατικής του δράσης εκείνες τις μέρες πάντως είναι η εισβολή του στις Κάννες (μαζί με άλλους σκηνοθέτες όπως ο Τριφό και ο Λελούς) με την απαίτηση να σταματήσει το φεστιβάλ. Το παράτολμο εγχείρημα πετυχαίνει μέχρι να επιστρέψει όμως από τις Κάννες στο Παρίσι τα πράγματα αλλάζουν. Τόσο γρήγορα που αφήνουν πίσω τον Γκοντάρ. Ακριβώς τη στιγμή που νιώθει ότι έχει βρει τη λύση για να παραμείνει στην πρωτοπορία της επανάστασης οι απογοητεύσεις πέφτουν βροχή. Αποδοκιμάζεται στα αμφιθέατρα -άλλοτε επειδή ο λόγος του θεωρείται αντιεπαναστατικός άλλοτε επειδή απλώς είναι ο Γκοντάρ, άρα ένας ακόμη επώνυμος μπουρζουάς. Από το κινηματογραφικό συνάφι έχει ελάχιστη αλληλεγγύη αφού ο ίδιος μιλάει περιφρονητικά για μια ολόκληρη εποχή και μαζί τη νουβέλ βαγκ, ενώ οι κριτικοί αδυνατούν να παρακολουθήσουν τις νέες του ιδέες. Ακόμη περισσότερο το κοινό όπως το εκφράζουν απλοί άνθρωποι που τον συναντούν στο δρόμο θέλει πάντα κάτι διασκεδαστικό ή έστω ενδιαφέρον και επιμένει να ζητάει επιστροφή στις παλιές καλές εποχές.
Επανάσταση και σινεμά είναι λοιπόν χαμένη υπόθεση για τον Γκοντάρ άρα του απομένει μόνο ο έρωτας με την Ανν Βιαζέμσκι. Κι εκεί όμως χάνει σιγά σιγά το παιχνίδι αφού ο παράφορος έρωτας μεταβάλλεται σε ανυπόφορη ανία για τη νεαρή ηθοποιό που όσο καλή θέληση και να έχει δεν μπορεί να παρακολουθήσει τις μεταλλαγές, τις αντιφάσεις αλλά και τις εκρήξης οργής συχνά χωρίς καν αφορμή του συντρόφου της. Ακόμη χειρότερα δεν μπορεί να ανεχτεί τους περιορισμούς που της επιβάλλει, τις σκηνές ζηλοτυπίας που προκαλεί και τελικά την εντελώς αστική και νευρωτική του συμπεριφορά που οδηγεί τη σχέση σε αδιέξοδο.
Είναι η ουτοπία του ιδανικού έρωτα ή η ψευδαίσθηση της απόλυτης επανάστασης που ενδιαφέρει περισσότερο τον Χαζαναβίσιους (που μας έδωσε πριν λίγα χρόνια το εξαιρετικό και οσκαρικό The Artist); Θα έλεγα ότι με φόντο μια επαναστατημένη εποχή μιλάει για το χαμένο όνειρο της ιδανικής σχέσης -τότε και τώρα.
Είναι ο Γκοντάρ ένα εγωιστικό κάθαρμα ή ένας απελπισμένα ερωτευμένος άνθρωπος; Ήταν ένας ρομαντικός επαναστάτης ή ένας αμετανόητος αστός; Ήταν όλα αυτά μαζί. Και -αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο- η ταινία του Χαζαναβίσιους είναι εξαιρετική: αστεία και θλιμμένη μαζί, με κωμικές και δραματικές σκηνές αλλά και με εκείνο το χάρισμα που έχουν οι σημαντικές ταινίες όταν μιλούν για τα ανθρώπινα λάθη και πάθη. Να μας κάνουν να γελάμε ή έστω να χαμογελάμε παρακολουθώντας τη ματαιοδοξία των ανθρώπων και τα αιώνια προβλήματα των σχέσεων που βασανίζουν αδιακρίτως επαναστάτες και αστούς, διάσημους και άσημους, και θα εξακολουθούν να βρίσκονται μπροστά μας. Κανείς παρισινός ή άλλος Μάης δεν θα μας σώσει ποτέ, εξηγεί όσο πιο απλά και ωραία μπορεί το φιλμ του Χαζαναβίσιους αν δεν υπάρξει κάτι σαν διαρκής επανάσταση μέσα μας. Κι επειδή κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται να γίνει σύντομα μπορούμε τουλάχιστον να διασκεδάζουμε με την ανθρώπινη φύση, συγχωρώντας τον Γκοντάρ για τα υπερφίαλα σχέδιά του, τις υπερβολές και τις μανιοκαταθλιπτικές του κρίσεις. Η ζωή δεν είναι ταινία αλλά η συγκεκριμένη ταινία μας μιλάει για τη ζωή και πως να μην την καταστρέφουμε. Και στο τέλος της μέρας -και της ιστορίας- ο Γκοντάρ δεν ήταν παρά ένας άνθρωπος. Πολύ ευφυής αλλά και πολύ χαμένος στην εξίσωση ανάμεσα στο ποιος πραγματικά είμαι τι πραγματικά θέλω και πως μπορώ να το αποκτήσω. Γι’ αυτό ακριβώς η ταινία του Χαζαναβίσιους δεν είναι εσωτερική κινηματογραφική υπόθεση ούτε ένας φόρος τιμής στον Γκοντάρ (κάθε άλλο) και θα ήταν κρίμα να την δουν μόνο οι σινεφίλ. Είναι μια ταινία που μας αφορά όλους.

Le Redoutable (2017)
Σκηνοθεσία: Μισέλ Χαζαναβίσιους
Σενάριο (βασισμένο στο μυθιστόρημα της Anne Wiazemsky Un an après)
Πρωταγωνιστούν: Λουί Γκαρέλ, Στέισι Μάρτιν, Μπερενίς Μπεζό
Διάρκεια: 97′

Advertisements