Επιλογή Eyelands: Των Φώτων

Ολοκληρώνουμε σήμερα την δημοσίευση των διηγημάτων που διακρίθηκαν στην κατηγορία  Επιλογή eyelands, στονδιεθνή διαγωνισμόλανδσ (ελληνικό τμήμα) του 2017 με θέμα «Παράξενοι Έρωτες» με το διήγημα της Ρηνιώς Χρυσαδάκου.
Το eyelands θα δημοσιεύσει τα βραβευμένα διηγήματα του περυσινού διαγωνισμού στη διάρκεια των «διακοπών» μας, ανάμεσα στις 20 Ιουλίου και 31 Αυγούστου. Τα διηγήματα που μπήκαν στη Μικρή Λίστα και στα δύο τμήματα μπορείτε να τα βρείτε μόνο στις αντίστοιχες εκδόσεις που κυκλοφορούν από τις Παράξενες Μέρες.
Η Επιλογή θα επιστρέψει τον Οκτώβριο με τα διηγήμαδομάδα που θα διακριθούν αυτή τη χρονιά στο διαγωνισμό με θέμα «Αποσκευές». Ο διαγωνισμός αυτός κλείνει σε λίγες μόνο μέρες. Μπορείτε να στείλετε το διήγημά σας μέχρι τις 20 Ιουνίου!  Λεπτομέρειες μπορείτε να δείτε σε αυτή την ιστοσελίδα αλλά και στην σελίδα των εκδόσεων Παράξενες Μέρες

¨

                                                  Των Φώτων

– «Το φως ελάχιστα το γνώρισα. Πέρασε μπρος μου γρήγορα σαν αστραπή. Όπως πέρασαν άλλωστε τόσοι και τόσοι άνθρωποι. Για την ακρίβεια, προσπέρασαν. Tόσο γρήγορα που δεν πρόφτασα να δω ποτέ τα πρόσωπά τους. Για καιρό ξύπναγα μεσονυχτίς από τον ίδιο επαναλαμβανόμενο εφιάλτη. Ήμουν ένα κομμάτι κρέας μέσα σε βιτρίνα κρεοπωλείου. Άγνωστοι άνδρες με έγδερναν και μετά γυναίκες με έγλειφαν κουνώντας φιλήδονα τις γλώσσες τους. Με κατάτρωγαν. Κατά βάθος σιχαινόμουν τον εαυτό μου. Έστρεφα τη προσοχή μου στη δουλειά για να μην ασχολούμαι με τα συναισθήματά μου. Ήμουν εργασιομανής, δώδεκα χρόνια διήρκησε αυτή η παραφροσύνη. Μέσα σε αυτό το διάστημα αντιμετώπιζα τον καθένα επιθετικά, τους έβλεπα όλους σαν παράσιτα. Έκανα μεγάλα πλούτη αλλά παρέμεινα ανέραστος. Έπαιζα με όλους, αδιακρίτως. Ηδονιζόμουν με την έπαρσή μου. Συμπεριφερόμουν σαν ένας και μοναδικός στον κόσμο. Με ερέθιζε ο χυδαίος μου τρόπος που χωνόταν σαν λεπίδα στο πετσί των άλλων και κομμάτιαζε το είναι τους, βίαια, ωμά. Πέρασε καιρός μέχρι να συνειδητοποιήσω τη τραγική κατάσταση στην οποία είχα περιέλθει. Χρειάστηκε να ζήσω για καιρό μέσα στην απόλυτη μοναξιά για να καταλάβω επιτέλους τι μου συμβαίνει. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσα πράγματα έχασα την εποχή εκείνη της μεγάλης μου δόξας, των μεγάλων μου φώτων. Πόσους ανθρώπους πρόσβαλλα. Πόσους έρωτες απέκλεισα.. Με συγχωρείτε εάν σας γίνομαι κουραστικός».
Ο άνδρας που μιλούσε σταμάτησε απότομα. Χαμήλωσε το κεφάλι του και βυθίστηκε σε μια αμήχανη σιωπή. Την ίδια στιγμή, οι ώμοι του έγειραν χαμηλά προς το ξύλινο δάπεδο. Από το βάθος του δωματίου, σαν να άκουσε επαναλαμβανόμενους ρυθμικούς ήχους. Του θύμισαν βροχή, τις σταγόνες που πέφτουν βαριές πάνω στο μαλακό χώμα, παραδομένες στη νηνεμία του ουρανού, λουσμένες στο λαμπερό φως του ήλιου, απηυδισμένες πια από τα τερτίπια της καταιγίδας και το σκληρό χτύπημα του κεραυνού. «Γέρασες, βλέπεις φαντάσματα, ακούς ό,τι σου κατέβει», αντιμίλησε νοερά στον εαυτό του, ενώ τα φρύδια του έσμιξαν αυστηρά σε έναν συγκεχυμένο μορφασμό πίκρας και θυμού.
Χωρίς λόγο θέλησε να κλάψει αλλά συγκράτησε τον εαυτό του. Θυμήθηκε τη στιγμή που ψηλαφώντας μέσα στο σκοτάδι, χτύπησε το κουδούνι αυτής της πόρτας που άνοιξε διάπλατα, αφήνοντας ένα μακρόσυρτο μουρμουρητό. Μια ζεστή γυναικεία φωνή του είπε να περάσει, μα απρόσκλητος καθώς ήταν ντράπηκε. Δείλιασε. Εκείνη όμως επέμεινε. «Ελάτε, είμαστε ανοιχτοί. Περάστε, σας παρακαλώ». Ξεπέρασε γρήγορα τις αναστολές του. «Ή τώρα ή ποτέ. Κάνε το βήμα, προχώρα», είχε μονολογήσει. Πέρασε γρήγορα το κατώφλι της πόρτας προτού το μετανιώσει.
– «Καλώς ορίσατε!», αντήχησαν μελωδικά οι λέξεις της.
Ήταν ένα κρύο αλλά ηλιόλουστο μεσημέρι του Γενάρη. Κάθισε δίπλα στο μεγάλο παράθυρο. Αμέσως ένιωσε τη ζέστη του ήλιου να χαϊδεύει το πρόσωπό του. Όμορφη ζέστη, του θέρους που τόσο αγαπούσε. Σε λίγο θα συνέχιζε να μιλά με ζωντάνια, όπως δεν είχε ξαναμιλήσει ποτέ σε κανέναν.
Η γυναίκα που τον καλωσόρισε νωρίτερα, τον κοίταζε τώρα έντονα, διερευνητικά. Ανάμεσά τους, βρισκόταν ένα μεγάλο γραφείο. «Θα μπορούσε να ήταν το κρεβάτι ανάμεσά μας», σκέφτηκε άθελά της. «Με τα σεντόνια νοτισμένα από τον ιδρώτα των κορμιών μας. Εκείνος καθισμένος στην άκρη, εγώ ξαπλωμένη πλάι του με το πρόσωπό μου γερμένο στο μαξιλάρι». Άφησε τις σκέψεις της να προχωρήσουν ελεύθερες. Τα μάτια της τον διαπέρασαν σαν ρεύμα ηλεκτρικό. «Να αγγίζω με τα δάχτυλά μου τις μεγάλες του φλέβες, εκεί που ξεσηκώνεται ο έρωτας και εκείνος να σκορπίζεται ξανά και ξανά, ορμητικά μέσα στο σώμα μου». Ο πόθος της έπεφτε πάνω του αργά, τον φώτιζε όπως τα φώτα των δρόμων που ανάβουν τις νύχτες. Στην αρχή σιγανά μέχρι να δυναμώσουν και να λάμψουν σαν αστερισμοί πάνω από τη πόλη. Από κάπου, η φωνή της Μπέλλου σκαρφάλωσε στο παράθυρο, ήρθε απροσδόκητα και έκατσε δίπλα τους. Σήκω καρδιά μου, δώσε ρεύμα, βάλε στα ρούχα σου φωτιά. Βάλε στα όργανα φωτιά..
Η μελωδία έφτασε διάφανη στα αυτιά του, να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα, η τρομερή μας η λαλιά… «Αχ, πόσο γενναία, ωραία, δυνατή», μουρμούρισε βουβά ενώ το πρόσωπό του στράφηκε προς τα εκεί που ξεχώριζε ένα μεγάλο κομμάτι ουρανού και λίγος δρόμος. Ήταν αρχή του καινούργιου χρόνου, μια μέρα μετά των Φώτων. Η κίνηση στους δρόμους ήταν ακόμα υποτονική, ο κόσμος χαλαρός. Μια ανεπιτήδευτη γαλήνη είχε σκορπιστεί μέσα του ενώ το βλέμμα του έστεκε ακόμα εκεί, αφηρημένο μπροστά στο παράθυρο. Κάποτε, οι στίχοι παρασυρμένοι χάθηκαν μέχρι που έσβησαν. Κινήθηκε λιγάκι. Μια φαρδιά γραμμή σαν ξεθωριασμένη πινελιά ξεπρόβαλλε πίσω από τη ράχη της καρέκλας για να υπενθυμίσει τον χρόνο που περνάει και αφήνει τα σημάδια του. Η πλάτη του άρχισε να ξεδιπλώνεται για να απαλλαχθεί από κάτι αδιόρατο που βάραινε επίμονα τους ώμους του. Τέντωσε τα γόνατά του, στράφηκε ολόκληρος προς το φως του ήλιου. Σκόρπιες αναμνήσεις ξύπνησαν μέσα του, στο νου του εναλλάχθηκαν εικόνες από το παρελθόν. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Θυμήθηκε τον ήλιο των παιδικών του χρόνων. Τη πρώτη νυχτερινή του βουτιά στη θάλασσα. Το πρώτο του φιλί πάνω στα βότσαλα με τη Χαρούλα, τη κόρη του σιδερά. Το γέλιο της. Ένα γέλιο που τον τραβούσε σε μια πελώρια, υγρή, σκοτεινή δίνη. Όταν άνδρας αυτός, ολοκληρωμένος και εκείνη γυναίκα ελεύθερη, έπλεαν παρασυρμένοι από τους μοιρασμένους τους αναστεναγμούς. Δύο ναυαγοί που κοιτούσαν το φεγγάρι. Έβγαιναν γυμνοί στην ακτή, άφηναν τα σώματά τους να πέσουν βαριά το ένα πάνω στο άλλο. Τα μεγάλα του χέρια την έσερναν δυνατά όπως ένα σκαρί που θες να βγάλεις έξω από τη θάλασσα. Τριγύρω κανείς, μονάχα τα κορμιά τους εκεί που ορθώνεται κάτασπρο το κύμα. Το σκαρί του διαπερνούσε τον αφρό και γλιστρούσε μέσα στη ψιλή αμμουδιά. Ένα μακρόσυρτο τρίξιμο, επαναλαμβανόμενο. Αυτός να σύρεται πάνω στα φουσκωμένα χείλη της ακροθαλασσιάς και εκείνη σαν τη βρεγμένη άμμο, να του αντιστέκεται πριν του παραδοθεί για πάντα. Το δέρμα της να τσακίζει στο άγγιγμά του. Όλη η υγρασία της θάλασσας να σκορπίζεται μέσα από τις πτυχώσεις της. Ένας κόλπος ολάνοιχτος να βουλιάζει μέσα του στρογγυλό, στητό και αρρενωπό το φεγγάρι.
Ξαφνικά, τα λόγια της ακροάτριάς του, τον επανέφεραν πίσω στην πραγματικότητα.
– «Μπορείτε να συνεχίσετε. Μιλήστε μου, ελεύθερα. Είμαστε οι δύο μας».
Για μια στιγμή η φωνή εκείνη του φάνηκε γνώριμη. Σαν να είχε ξανακούσει κάπου εκείνα τα λόγια ή σαν η φωνή της να είχε υπάρξει κάποτε στο παρελθόν. «Μια γυναίκα είναι εδώ», σκέφτηκε. Μπορούσε να ακουμπήσει πάνω της, έστω και μεταφορικά μέσα από τις λέξεις. Ένιωσε οικεία. Χαλάρωσε, έγειρε το σώμα του στη πλάτη της φαρδιάς καρέκλας. Ένα αμυδρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Οι τένοντες των χεριών του χαλάρωσαν. Τα πόδια του γλίστρησαν ανάλαφρα στο πάτωμα διώχνοντας ένα μούδιασμα ανάμεσα στα πόδια του. Έτσι ξαφνικά, χωρίς λόγο, τη σκέφτηκε στα γόνατά του. Έφερε την ανάσα της στα χείλη του. Ξαφνιάστηκε. Φαντασιώθηκε το κορμί της πάνω του, γυμνό. Να κινείται, να χορεύει. Αναστατώθηκε. Εκείνος να την αγγίζει αργά, να τη φιλά τριγύρω στο λαιμό και ύστερα να αφρίζει μέσα της σαν το κύμα. Ανάσανε βαριά. Είχε καιρό να σκεφτεί γυναίκα. Γυναίκα, αστόλιστη, παραδομένη στη φύση της με τα στήθη της στραμμένα στον ουρανό και το στόμα της ανοιχτό, να μπαινοβγαίνουν απροκάλυπτα οι αναστεναγμοί.
Το βλέμμα του παρέμενε ασάλευτο. Τα μάτια του άλλωστε είχαν μάθει να μην ακολουθούν τις σκέψεις του. Μάτια σχεδόν σφαλιστά, βλέφαρα που ανοιγόκλεισαν αδύναμα σαν δυο φάροι εγκαταλειμμένοι μέσα στο απέραντο γαλάζιο. Έτσι μιλούσε για τα μάτια του. Τα μάτια που είχε κάποτε αλλά δεν ήξερε να βλέπει. Τα παλιά του μάτια. Σήμερα που ήθελε να κοιτάξει κατάματα τον κόσμο, να δει τη γυναίκα που καθόταν απέναντί του, δεν μπορούσε. Ήταν τυφλός. Ζούσε στ’ αλήθεια χωρίς φώτα, μέσα στο σκοτάδι.
Ύστερα από εκείνη την απρόσκλητη φαντασίωση της ψυχής, το σώμα του συσπειρώθηκε με ένταση. Τα πόδια του μαζεύτηκαν και τα χέρια του πέταξαν νευρικά πάνω από το ξύλινο γραφείο για να συναντήσουν τα δικά της. «Θα έχει σίγουρα μαλλιά μαύρα, χυμένα στους ώμους, πλούσια και βαριά σαν το μολύβι». Άπλωσε τα χέρια του προς το μέρος της. Εκείνη τα δέχτηκε. Φώλιασαν τα δάχτυλά του μέσα στη χούφτα της. Μια υγρή χούφτα. «Σαν σπηλιά δίπλα στο κύμα», σκέφτηκε.
– «Σας ευχαριστώ που είσαστε εδώ», της είπε ενώ δεν άφησε το χέρι του να φύγει μέσα από το δικό της.
– «Ξέρετε, τέτοια ώρα πριν λίγο καιρό, βρισκόμουν στο αρχιτεκτονικό μου γραφείο. Τραβούσα γραμμές και υπολόγιζα ασταμάτητα. Πάσχιζα να βάλω το καθετί σε μια τάξη, σε μια σειρά. Δεν μου άρεσαν οι πολλές κουβέντες. Ήμουν απόλυτος. Είχα διώξει πολλούς πελάτες με τον τρόπο μου. Για έρωτες, μη με ρωτήσετε. Αδιαφορούσα. Δεν υπήρχαν γιατί δεν ήθελα να υπάρχουν. Γιατί δεν έβλεπα πέρα από τον εαυτό μου. Ελάχιστοι άνθρωποι βρήκαν το θάρρος να έρθουν και να μου ζητήσουν το οτιδήποτε, μια σχέση φιλική, εργασιακή ή σαρκική, καταλαβαίνετε;» ο τόνος της φωνής του έσπασε. Τα λόγια του φανέρωναν κάτι σαν μετάνοια, σαν εξομολόγηση. Τα χέρια του γλίστρησαν μέσα από τα δικά της σαν δυο φύλλα που τα πήρε ο άνεμος. Πήρε μια κοφτή ανάσα και συνέχισε. Λίγο πριν εγκαταλείψω τη δουλειά, θυμάμαι εμφανίστηκε μια κοπέλα. Ήταν μια νέα αρχιτέκτονας που ζητούσε εργασία. Εκείνο το πρωινό, ημέρα Τρίτη, θυμάμαι, περίμενε έξω από το γραφείο μου. Η γραμματέας μου με είχε ενημερώσει ότι ερχόταν για πέμπτη συνεχόμενη φορά. Σας πληροφορώ ότι δεν ήταν καθόλου απελπισμένη. Το αντίθετο, ήταν αποφασισμένη να διεκδικήσει μια θέση που της άξιζε. Δεν είχα ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου τέτοια ομορφιά. Ακτινοβολούσε γοητεία και αυτοπεποίθηση. Ήταν από τις γυναίκες που δεν ξεχνάς ποτέ. Εγώ όμως ήμουν αποφασισμένος να την αποφύγω με κάθε τρόπο, πράγμα δύσκολο. Ήταν παντού. Το γραφείο μου είχε γεμίσει σημειώματα. Συστάσεις. Ένα σωρό χαρτιά με το όνομά της. Έμεινα ανένδοτος. Δεν άφησα κανένα περιθώριο για συναισθηματισμούς. Μέχρι που έφυγε. Έχει περάσει τόσος καιρός κι όμως ακόμα υπάρχει η μορφή της στο μυαλό μου, συνέχισε χωρίς παύσεις. Μελαχρινή με μια ελιά κοντά στα χείλη. Δυο πράσινα υπέροχα μάτια, πρόσωπο από μετάξι. Στο πέρασμά της μύριζε γιασεμί. Μπορούσα να τη σηκώσω στην αγκαλιά μου, να της χαρίσω όλη τη θάλασσα, να της δείχνω κάθε βράδυ τα αστέρια. Αλλά δεν τόλμησα. Ο έρωτας ήταν για μένα ένας απαγορευμένος καρπός. Μια αντίφαση. Μια άρνηση. Θυμάμαι μια μια, τις λέξεις που είπα. “Η κυρία μπορεί να φύγει. Δεν έχουμε ανάγκη από συνεργάτες. Είμαστε πλήρεις”. Δεν τη ξαναείδα ποτέ. Προσπέρασα τη μοναδική γυναίκα που με διακίνησε ερωτικά και μπήκα σχεδόν τρέχοντας στο γραφείο μου. Κλείστηκα στο καβούκι μου για να σωθώ. Ήταν η τελευταία φορά που τη συνάντησα. Είχα βρει και τη τέλεια δικαιολογία, ξέρετε. Το έβλεπαν όλοι άλλωστε.
Η κοπέλα ήταν ανάπηρη, δεν περπατούσε. Ακόμα θυμάμαι το τρίξιμο από τις μεταλλικές ρόδες πάνω στο μάρμαρο των διαδρόμων. Αν με ρωτάτε, ναι. Το έχω μετανιώσει. Γιατί δεν με ένοιαζε τίποτα άλλο, ήθελα να την κάνω δική μου αλλά δεν άντεχα να αφεθώ στον έρωτά της. Παρίστανα παντού τον τέλειο, τον αλάνθαστο, τον αψεγάδιαστο. Τι θα έλεγαν οι γνωστοί μου; Θα με σχολίαζαν πίσω από τη πλάτη μου χασκογελώντας. Δεν θα το άντεχα. Την ήθελα απεγνωσμένα, μα δεν το τόλμησα», είπε κρύβοντας το πρόσωπό του μέσα στις παλάμες του. «Αν ερχόταν τώρα», συνέχισε στρέφοντας το πρόσωπό του προς το μέρος της, «όλα θα ήταν διαφορετικά αλλά στη κατάστασή μου δεν μπορώ πλέον να ελπίζω σε έρωτες», είπε και χαμήλωσε τα μάτια του.
Εκείνη, πήρε τα χέρια του και χάιδεψε απαλά τους καρπούς του. Ένα δάκρυ γλίστρησε στο μάγουλό της. Ύστερα κοίταξε τον ανοιχτό ουρανό. Ένα αεροπλάνο άφηνε στο πέρασμά του μια λευκή γραμμή. Σκέφτηκε, όσα είπε εκείνος. «Λευκός καπνός, ανακωχή, έρωτας, ζωή, ειρήνη», οι σκόρπιες λέξεις που πλημμύρισαν το μυαλό της. Κοίταξε με τα μεγάλα της μάτια τον άνδρα που καθόταν απέναντί της. Άφησε τους καρπούς του, σήκωσε το δεξί της χέρι, έγειρε το κεφάλι της στα δεξιά και έκλεισε για λίγο τα μάτια της. Έλυσε τη πλεξούδα από τα μαλλιά της, που τόσο τη βάραινε. Η μπορντό κορδέλα γλίστρησε ανάμεσα στα δάχτυλά της και άρχισε να πέφτει στο πάτωμα κάνοντας μικρούς κύκλους. Ανακάτεψε τα σγουρά της μαλλιά. Τα ανέμισε. Άνθη του καλοκαιριού κρεμασμένα από μπαλκόνια. Ένιωσε ότι ανάσανε μαζί του. Οι αναπνοές τους έγιναν μια. Ο χρόνος σταμάτησε να κυλά. Το δωμάτιο γέμισε πεταλούδες. Στους τοίχους φύτρωσαν ανθισμένες μηλιές. Πόσο θα ήθελε τώρα να ανοίξει το παράθυρο. Να πετάξει όλα της τα ρούχα στον άνεμο. Εκείνος να σηκωθεί, να την αγγίξει. Να σκάψει μέσα της. Κοκκίνισε, το πρόσωπό της πήρε το χρώμα της κορδέλας που ήταν πεσμένη στο πάτωμα. Ξαφνικά, η φωνή του την επανέφερε απότομα. Ένα καρδιοχτύπι, ένα μούδιασμα στα χείλη. Άνοιξε τα μάτια της. Ήταν όλα όπως πριν. Οι τοίχοι στη θέση τους, το παράθυρο κλειστό.
– «Είσαστε εδώ; Θέλω να σας πω κάτι ακόμα», ψιθύρισε εκείνος.
– «Ναι, σας ακούω..»
– «Μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα αφού εκείνη έφυγε, άρχισαν κι άλλα προβλήματα. Με την όρασή μου. Όλα συμβαίνουν, ξέρετε, για κάποιο λόγο. Στην αρχή το απέδωσα στη κούραση, όμως γρήγορα χειροτέρευσα. Όταν πήγα στους γιατρούς ήταν πλέον αργά. Έπρεπε να το αποδεχτώ. Τιμωρήθηκα. Βούλιαξα σε μια μεγάλη περίοδο προσωπικής εγκατάλειψης μέχρι που αποφάσισα να έρθω εδώ, σε εσάς».
Δεν είχε προφτάσει να τελειώσει τη φράση του, όταν ακούστηκε ένα χτύπημα. Ήταν από τη πόρτα που είχε χτυπήσει κι εκείνος νωρίτερα. Μια παρέα ανθρώπων μπήκε μέσα στο δωμάτιο. Τον χαιρέτησαν ευγενικά. Όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Άρχισαν να ξεφυλλίζουν χαρτιά, μιλούσαν και αντάλλαζαν απόψεις. Ψιθυρίσματα, γέλια, κάποιοι ήταν ήδη ερωτευμένοι..
– «Ξέρετε, αυτές τις μέρες ετοιμάζουμε τη καινούργια μας δράση», ακούστηκε πάλι η φωνή της. «Θα εργαστούμε εθελοντικά σε ειδικούς φορείς αποκατάστασης που φιλοξενούν νέους με κινητικά προβλήματα. Θα μιλήσουμε με όσους αναζητούν μια θέση εργασίας. Θα είναι χαρά για εμάς να συμμετέχετε σε αυτή τη προσπάθεια της ομάδας, αν το θέλετε φυσικά! Παρακαλώ, ελάτε. Θέλω να σας γνωρίσω με τους υπόλοιπους», του είπε χαμογελώντας πλατιά.
Άξαφνα, ένας μεταλλικός ήχος μαγνήτισε τη προσοχή του. Ένα γνώριμο άκουσμα τράνταξε αστραπιαία τη καρδιά του. Τον εξέπληξε τόσο που έμεινε ακίνητος στη θέση του. Ο ήχος ερχόταν από το μέρος της. Ήταν σε απόσταση αναπνοής. Ταράχτηκε. Η εικόνα πέρασε αστραπιαία από το μυαλό του. Δύο μεταλλικές ρόδες που γλιστρούσαν πάνω στο μαρμάρινο πάτωμα. Το αρχιτεκτονικό του γραφείο. Ο διάδρομος της αναμονής. Θυμήθηκε.. Στράφηκε προς το μέρος της, οι λέξεις βγήκαν δύσκολα, έφραζαν σαν κόμποι τον λαιμό του.
– «Με συγχωρείτε, δεσποινίς.. Κάθεστε σε αναπηρικό καρότσι;»
Η γυναίκα με τα μολυβένια μαλλιά τον πλησίασε. Σταμάτησε ακριβώς δίπλα του. Έγειρε το πρόσωπό της στο λαιμό του. Τα μακριά της μαλλιά άγγιξαν το στέρνο του. Σχεδόν ακούμπησε τα χείλη της πάνω στο δέρμα του. Το άρωμά της σκορπίστηκε πάνω του. Σαν να άστραψαν φώτα, χιλιάδες φώτα..
– «Θα πρέπει να σας ενημερώσω ότι σε αυτήν εδώ τη κοινότητα είμαστε όλοι ανάπηροι από φυσικής απόψεως. Το ζήτημα είναι τί κάνουμε αν είμαστε ψυχικά ανάπηροι, αγαπητέ κύριε Αντωνίου».
Ο τυφλός άνδρας πάγωσε. Το πρόσωπό του χλόμιασε.
– «Μα, πώς ξέρετε το όνομά μου; Δεν πρόλαβα να συστηθώ..»
Και τότε εκείνη συνέχισε, ακόμα πιο σιγανά, ψιθυρίζοντας στο αυτί του.
– «Ήμουν εγώ, ξέρετε, εκείνη η κοπέλα στο αναπηρικό καροτσάκι που δεν μπορέσατε ποτέ να δείτε στο γραφείο σας. Τώρα που μοιάζουμε τόσο μεταξύ μας, επιτέλους, με βλέπετε.»
Τα χέρια της γλίστρησαν απαλά στη πλάτη του. Μεμιάς, τον τράβηξαν πάνω στο στήθος της. Ένα ρίγος διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά του. Κύματα μέσα του. Το σώμα της είχε την αλμύρα της θάλασσας. Τα μαλλιά της, ένα μάτσο ανεμοδαρμένα γιασεμιά κάτω από τον ήλιο.
– «Λοιπόν», συνέχισε με σαρκασμό, «τί θα λέγατε για αυτή τη βόλτα στα αστέρια σας; Να σηκωθώ να περπατήσω; Να κοιτάξετε τη γη από ψηλά; Και ύστερα να πέσουμε απογυμνωμένοι στην απέραντη θάλασσα; Εγώ κι εσείς, δυο μισά που γίνονται δήθεν ένα; Να βυθιστούμε στο σκοτάδι. Να φτάσουμε στο τέρμα. Στον πάτο, σαν τα πτώματα. Εκεί που σαπίζουν τα ναυάγια κρυμμένα από το φως του ήλιου και μπαινοβγαίνουν μέσα στις τρύπες τους, δίχως νόημα, δίχως σκοπό, οι δράκαινες;»

 

Η Ρηνιώ Χρυσαδάκου είναι βιβλιοθηκονόμος. Γεννήθηκε τον Οκτώβρη του 1984. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Ως διηγηματογράφος έχει διακριθεί σε πανελλήνιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.

 

 

 

Advertisements