Βραβευμένα διηγήματα – Πρώτη αγάπη

 Συνεχίζουμε τη δημοσίευση βραβευμένων διηγημάτων από τους πρόσφατους διαγωνισμούς του eyelands. Σειρά έχει το διήγημα -Πρώτη αγάπη– του Πολ Τζουόνσι (Αυστραλία) που πήρε το δεύτερο βραβείο στον 7ο διεθνή διαγωνισμό διηγήματος (διεθνές τμήμα) με θέμα »Παράξενοι Έρωτες».

Θα ακολουθήσουν τα πρώτα βραβεία του διεθνούς και του ελληνικού τμήματος αλλά και το μεγάλο βραβείο από τον 1ο διεθνή διαγωνισμό σύντομου διηγήματος (αγγλόφωνες συμμετοχές μόνο) μεταφρασμένο στα ελληνικά.

strange love affairs

 

Δεύτερο βραβείο: Πολ Τζουόνσι (Αυστραλία)

 Πρώτη αγάπη

Ευχαριστώ, ευχαριστώ. Είστε τόσο ευγενικός. Ναι, βεβαίως. Κάτι να πιώ, είπατε; Ναι, παρακαλώ.

Αυτό το μέρος; Μου θυμίζει πολύ εκείνον. Είναι κάπως ανησυχητικό. Μπορώ να ρίξω μια ματιά γύρω;

Ευχαριστώ. Η κουζίνα σας. Ναι. Είναι στο ίδιο σχήμα. Μυρίζει διαφορετικά, αλλά μου αρέσει. Τι είναι αυτή η μυρωδιά; Είναι πολύ χαρακτηριστική. Το ξέρω. Ναι, αλλά σύντομα θα έρθει και σε μένα. Και το σαλόνι. Μου αρέσει το στυλ σας. Είναι πολύ …σπιτίσιο. Αλλά πρώτα πρέπει να σας πω κάτι πριν το ξεχάσω. Είναι σημαντικό.

Ακούτε;

Ωραία.

Λένε πως η αγάπη είναι όμορφο πράγμα. Είναι, σας το λέω κι εγώ. Είναι θαυμάσιο. Η πρώτη αγάπη, επειδή γνωρίζω μόνο μία, είναι η καλύτερη. Ναι, το ξέρω ότι ακούτε. Φαίνεστε τόσο ήρεμος και ευγενής. Ωραίες ιδιότητες σε ένα άτομο. Μου αρέσει αυτό. Νομίζω ότι μπορώ να σας εμπιστευτώ.

Ήμουν σαν χαμένη όταν με συνάντησε. Με βρήκε, και με κίνδυνο να χρησιμοποιήσω ένα κλισέ, από εκείνη την ταινία, όπου ο πρωταγωνιστής λέει: «με συμπληρώνεις» είναι αλήθεια, αυτό έκανε.   Ποτέ δεν σκέφτομαι τον εαυτό μου ως ρομαντικό, αλλά ίσως είμαι – ήμουν.  Ο ρομαντισμός για μένα δεν ήταν κάποια μεγάλη πόλη όπως το Παρίσι, το οποίο επισκεφθήκαμε το περασμένο καλοκαίρι, κι ήταν γεμάτο από όμορφες μύτες και αυτές τις αστείες κομμώσεις και ο δύσοσμος Σηκουάνας ήταν συνέχεια μπροστά μας. Συναντηθήκαμε στην ισπανική πόλη της Γρανάδας. Εκεί ήταν το σπίτι μας. Την ξέρετε;

Ναι; Την ξέρετε; Καταπληκτικό.

Ζούσαμε στο Αλμπαϊσίν – την παλιά μαυριτανική συνοικία – ψηλά στο λόφο, με θέα στο παλάτι της Αλάμπρα και στη Σιέρα Νεβάδα. Ήταν ένα μέρος κατάλληλο για έναν πρίγκιπα, -και τέτοιος ήταν.

Ήταν μια Ισπανική Κάρμεν, και ήταν όμορφη.

Τι σημαίνει αυτό που λέτε, Κάρμεν;

Για να είμαι ειλικρινής δεν γνωρίζω ακριβώς. Ήταν – επιτρέψτε μου να σκεφτώ. Είχε ψηλούς τοίχους σαν φρούριο πέρα από τους οποίους κανείς δεν μπορούσε να δει. Ναι, και κήπο. Μου άρεσε ο κήπος με τους φράχτες και τα τριαντάφυλλα του, ουράνιο άρωμα. Και υπήρχε και μια βεράντα. Ω, και είχε οπωροφόρα δέντρα: πορτοκαλιές, λεμονιές, ροδιές και το αγαπημένο μου, κερασιές. Όταν ήρθε ο καιρός ν’ ανθίσει η κερασιά, στάθηκα κάτω από το δέντρο και κοίταξα το άνθος να πέφτει, να στροβιλίζεται γύρω μου από το απαλό αεράκι, ένα πανί, ένα πανάλαφρο σκέπασμα πάνω από το δροσερό ποτάμι και πιο κει το πέτρινο μονοπάτι. Πανέμορφο. Τον παρακολούθησα να το σκουπίζει όλα τα πρωινά. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί. Κι ύστερα, μαγικά έπεφτε ξανά ξανά. Και εξίσου ξαφνικά όπως άρχισε, έτσι τελείωσε. Οι καρποί να πέφτουν, φωτεινοί, κόκκινοι ολοστρόγγυλοι – σπλατ.

 

Δοκίμασα μερικές φορές, αλλά δεν ήταν για μένα,

Πικρό και γλυκό, στο ίδιο δέντρο.

Μέσα ήταν το βασίλειό μας, το παλάτι μας μπορώ να πω,

Δεν μπορώ να σας πω όμως τα μυστικά μας, ποτέ δεν θα τα αποκαλύψω

Δεν μπορώ να σας τα πω όλα, αλλά θα σας πω αυτό,

Τις νύχτες που ερχόμασταν κοντά, ήταν ευτυχία,

Χάιδευε τα μαλλιά μου, ένα απαλό φιλί.

Με έφερνε κοντά του, μύριζα την κολόνια του,

Ο στύλος μου, ο βράχος μου, ποτέ δεν ένιωσα μόνη μου.

 

Συγνώμη. Συνεχίζω να μιλάω λυρικά, έχω μια τάση σε αυτό, αλλά πρέπει να σας πω κάτι πριν το ξεχάσω. Είναι σημαντικό. Δεν σας πειράζει, έτσι;

Καλώς.

Έχετε ωραία μάτια, αποπνέουν μια ηρεμία. Πού ήμουν; Α, ναι.

Τον αγάπησα με όλη μου την καρδιά. Ήταν ο βράχος μου. Μ’ άρεσε να μένω στο σπίτι, και να τον περιμένω γιατί αυτό ήταν το μόνο που ήξερα να κάνω. Καταλαβαίνετε, έτσι δεν είναι;

Ναι, καταλαβαίνετε. Το νιώθω.

 

Τις νύχτες  περπατούσαμε στα λιθόστρωτα δρομάκια,

Και βρίσκαμε πάντα κάποιους φίλους, εντελώς τυχαία.

Σταματούσαμε για τάπας, ποτό και κουβεντούλα,

Στο δρόμο για το σπίτι μας, που και που τρομάζαμε μια αδέσποτη γάτα.

 

Ναι, ξέρω. Είστε πολύ υπομονετικός αλλά πρέπει να συνεχίσω. Ευχαριστώ και ευχαριστώ για το ποτό. Έχυσα λίγο. Συγνώμη. Πού είχα μείνει;

Ναι, θυμάμαι.

Και τότε όλα άλλαξαν.

Πήρε μετάθεση πίσω στο Βερολίνο, τη γενέτειρά του. Ναι, εδώ. Το μισούσα στην αρχή – το μικροσκοπικό διαμέρισμα. Όλα ήταν διαφορετικά. Τα αξιοθέατα, οι μυρωδιές και τα γκράφιτι. Ήταν τρομακτικό. Τριγύριζα συνέχεια στο διαμέρισμα, απογοητευμένη.

Όλα είχαν αλλάξει: η δουλειά του ήταν απαιτητική. Ήταν μακριά από το σπίτι όλο και περισσότερο, αλλά εγώ στάθηκα δίπλα του. Τι άλλο θα μπορούσα να κάνω;

Και τότε άρχισα να το συμπαθώ, έκανα αυτό που κάνετε κι εσείς τώρα, του έδωσα λίγο χρόνο. Ο χρόνος θεραπεύει όλες τις πληγές, λένε. Δεν ξέρω. Τι λέτε κι εσείς; Για το φαγητό ισχύει ίσως, αλλά για το χρόνο… δεν είμαι και τόσο σίγουρη γι’ αυτό. Να ‘τη πάλι αυτή η μυρωδιά …  Στρούντελ. Το ήξερα. Νόστιμο.

Μμ … φαγητό: Μπράτβουρστ δηλαδή λουκάνικο  και λίβερβουρστ, σαλάμι από συκώτι και μέτβουρστ, δηλαδή χοιρινό. Είναι μια παράξενη χώρα όπου ό,τι έχει μέσα -βουρστ είναι τέλειο. Είχα πάντα μια αδυναμία για φαγητό. Ναι, κάτι δείχνει, το ξέρω, αλλά ξέρετε ότι με αγάπησε και με δέχτηκε γι’ αυτό ακριβώς που ήμουν.

Αν είναι δυνατόν, μέρα με μέρα η αγάπη μας γινόταν ακόμα δυνατότερη. Πιστεύω ότι ήταν πραγματική αγάπη, και, ειλικρινά δεν χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη έτσι εύκολα.

Το Βερολίνο είναι μια μεγάλη πόλη. Έχει αυτή την αίσθηση της μεγάλης πόλης. Στην αρχή έπαιρνα το μετρό. Αλλά δεν μου άρεσε ποτέ, όχι, όχι καθόλου – όχι αυτό το χαμογελάκι και η ματιά που σημαίνει «δεν ανήκεις εδώ» όλα αυτά τα υποτιμητικά βλέμματα, τα πόδια που έμπλεκαν και οι τσάντες, κι όλοι αυτοί οι ενοχλητικοί ξαφνικοί κραδασμοί. Όταν ο καιρός άρχισε να φτιάχνει προτιμούσαμε το περπάτημα. Μια μέρα ήρθε σπίτι με ποδήλατο. Ένα ποδήλατο; Γιατί, αφού μπορούσαμε να περπατήσουμε ή να τρέξουμε; Μετά από λίγο καιρό το συνηθίσαμε και αυτό. Τα Σαββατοκύριακα αυτός έκανε ποδήλατο κι εγώ τζόκινγκ. «Αγάπη μου», μου φώναζε, κι εγώ άφηνα ό,τι έκανα εκείνη τη στιγμή και έτρεχα να τον δω από μακριά που έκανε πετάλι κάπως άτσαλα, και με άφηνε να τρέχω πίσω του. Τελικά καταλήγαμε στο αγαπημένο μας πάρκο, όπου μέναμε για αιώνες κάτω από το αγαπημένο μας σκιερό δέντρο.

 

Στη συνέχεια, μια μέρα, σήμερα, βγήκαμε έξω σαν ένας άνθρωπος,

Αυτός στο ποδήλατό του και εγώ στο τρέξιμο.

Πήγαμε δίπλα-δίπλα, σε όλη τη διαδρομή.

Έπρεπε να είναι μια ανέφελη ημέρα.

Στη συνέχεια, ένα λεωφορείο εμφανίστηκε σε μια κυκλική διάβαση.

Έτρεχε χωρίς να το προσέξει, προσπάθησα να φωνάξω.

Κειτόταν εκεί, ακίνητος, σιωπηλός, σαν να κοιμόταν. Στάθηκα πάνω του, περιμένοντας, ελπίζοντας, αλλά ήξερα ότι ήταν άσκοπο – είχε φύγει. Ένα πλήθος μαζεύτηκε και με έσπρωξε στην άκρη. Θέλω να πω πώς θα μπορούσαν να ξέρουν. Στην τελική, ήταν σε ποδήλατο.

Το ασθενοφόρο έφτασε, σειρήνες αντήχησαν. Ούρλιαζα ξανά και ξανά.

Άνοιξα δρόμο μέσα από το πλήθος και μετά άρχισα να περπατάω. Περπάτησα για ώρες χωρίς σκοπό χωρίς προσανατολισμό. Ευτυχώς βρέθηκα στο αγαπημένο μας πάρκο. Βρήκα το αγαπημένο μας δέντρο, αλλά δεν μπορούσα να πείσω τον εαυτό μου να ξαπλώσει.

Περπάτησα λίγο ακόμη και τελικά κατέληξα πίσω στο σπίτι. Είχε το κλειδί. Κάθισα στο μπροστινό σκαλοπάτι, με το κεφάλι μου κάτω.

«Γεια σας» Μια φωνή μού φώναξε από πάνω.

Κοίταξα ψηλά και ήσουν εσύ, ο γείτονας. Χαίρετε.

«Είσαι καλά;»

«Όχι».

«Φαίνεσαι λυπημένη. Πού είναι;»

Σήκωσα τους ώμους.

«Γιατί δεν έρχεσαι για ένα ποτό; Έλα!»

Σε ακολούθησα.

Σου μίλησα. Είσαι καλός ακροατής. Είσαι πολύ υπομονετικός.

Με τραβάς κοντά σου. Κοιτάω προς τα πάνω. Τα μάτια σου είναι τόσο μεγάλα, μοιάζουν με λίμνες. Μου θυμίζουν τη θάλασσα το καλοκαίρι, όταν με πήγαινε στην Εραδούρα και καθόμασταν στην παραλία και τρώγαμε χωνάκι παγωτό. Αυτές οι μέρες ήταν οι καλύτερες. Τα μάτια σου με κάνουν να αισθάνομαι ευτυχισμένη, ασφαλής.

Αφήνω το κεφάλι μου στο στήθος σου. Είναι μαλακό σαν μαξιλάρι, δεν μοιάζει καθόλου με το δυνατό αντρικό στήθος του. Χώνομαι βαθιά,  είναι υπέροχο. Μια γυναίκα. Δεν θα το είχα σκεφτεί ποτέ. Και το άρωμά σου, μυρίζει… μμμ. Σηκώνω το βλέμμα να σε αντικρίσω. Ο λαιμός σου είναι τόσο φιλόξενος, δεν μπορώ να αντισταθώ. Τεντώνομαι και τον γλείφω απαλά. Το χέρι σου κινείται προς τα κάτω. Με αγγίζεις απαλά, με χαϊδεύεις. Είμαι στον παράδεισο. Σ’αγαπώ. Ναι σ’ αγαπώ. Η ουρά μου ακουμπάει στο πάτωμα. Θα μπορούσα σχεδόν, ναι, σχεδόν να… γουφ.

&&

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ο Πολ Τζουόνσι είναι συγγραφέας που ζει στη Δυτική Αυστραλία. Του αρέσει να γράφει διηγήματα και πολύ μικρές ιστορίες. Αυτό την εποχή γράφει το δεύτερο μυθιστόρημά του, ένα ψυχολογικό θρίλερ.

 

Advertisements