Θρησκευτικοί φραγμοί, της Μαίρης Φιλιππίδου -Κατσανίδου

Η δημοσίευση των διηγημάτων της Επιλογής για το 2018 από τον διαγωνισμό »Αποσκευές» θα αρχίσει στις 20 Οκτωβρίου. Προς το παρόν όμως υπάρχει ένα »οφειλόμενο» από τους »Παράξενους Έρωτες», τον περυσινό διεθνή διαγωνισμό διηγήματος. Με αυτό κλείνει η σειρά των δημοσιεύσεων από το 2017.

 

 

 

Μαίρη Φιλιππίδου-Κατσανίδου

Θρησκευτικοί φραγμοί

Τα δώρα γέμισαν το δωμάτιο, ρούχα και χρυσαφικά.  «Μπουμπούκι  παίρνει ας πληρώνει». Άκουσε  την κουβέντα και στο λαιμό ένας κόμπος δεν την άφησε να ανασάνει. Μα έπρεπε να συμβιβαστεί; Γιατί; Τι  υπαγόρευε να μην έχει άποψη για αυτόν που θα έκανε σύντροφο και πατέρα των παιδιών της;

Άρχισαν τα προξενιά, έπρεπε να την παντρέψουν μικρή μικρή. Ο ένας ήταν γέρος, ο άλλος ήταν με ένα μάτι, ένας άλλος  ήταν   άνθρωπος του χωριού, την ήθελε για  βοήθεια στα ζώα που είχε. Αναρωτιόταν γιατί έπρεπε τόσο νωρίς να βρει άντρα, μάλλον να της βρούνε.

Την  πήγε ο πατέρας της στην Αθήνα, της πρότεινε τον καλύτερο για τα δικά του δεδομένα. Τριάντα  χρόνια μεγαλύτερος, χωρισμένος, με ένα παιδί στην ηλικία των οκτώ.

«Αυτός είναι για σένα, έχει και καλή δουλειά με λεφτά, είναι επιπλοποιός, τι άλλο θες;  Άντε,  να κάνεις οικογένεια μην μείνεις γεροντοκόρη».

Από  τα δεκαοκτώ γεροντοκόρη; Και είπε εντάξει να ξεμπερδεύει. Ήταν  ομόθρησκος,  στους ίδιους χώρους θα προσεύχονταν, δεν θα έκαναν τίποτα διαφορετικό που θα τους έβαζε εμπόδια σε κάθε τους απόφαση. Ούτως  ή άλλως δεν υπήρχε κάποιο άλλο άτομο να την συγκινεί  ερωτικά την συγκεκριμένη στιγμή. Λοιπόν ας το τελείωνε. Αν  και  ήταν αρκετά χρόνια μεγαλύτερος, τι να κάνει;  Όμως δεν ήταν ερωτευμένη.

Σε λίγες μέρες έφθασαν σαν τους τρείς μάγους ο υποψήφιος γαμπρός, και οι δύο αδελφές του με  αμέτρητα δώρα!

Την πήραν και πήγαν στα καταστήματα να της πάρουν και άλλα.

Τα κρέμασαν στο δωμάτιό της μέχρι τον αρραβώνα, τα έβλεπε και της φαίνονταν ξένα. Η θλίψη και η σκέψη βάραιναν το κεφάλι της. Δεν είχε κέφι ούτε στα μάτια να τον κοιτάξει. Ήταν ένας ξένος, ένας μεγάλος άνθρωπος.

Ξαφνικά ήρθε ή ερώτηση της μάνας της σαν κεραυνός.

«Μα αυτός είναι σαν πατέρας σου, τον θέλεις»;

«Όχι, εσείς τον θέλετε για μένα», απάντησε.

Αυτό ήταν η σωτηρία της, επιτέλους κατάλαβαν πως την έσπρωχναν, σε λάθος ζωή.

Πήγε σε μια γειτόνισσα το επόμενο πρωί, όταν ο γαμπρός την αναζήτησε του είπαν πως έφυγε γιατί μετάνιωσε, δεν τον θέλει.

Μα καλά δεν έβλεπε πως ήταν τόσο μικρή;  Αλλά  αυτός τι είχε να χάσει;

Ξύπνησε το επόμενο πρωί, χωρίς τα ρούχα τριγύρω, χωρίς τα χρυσαφικά που λαμπύριζαν από τις αχτίδες του ήλιου τα προηγούμενα πρωινά.  Χαμογέλασε, λυτρώθηκε και έφυγε για την βρώμικη δουλειά της χαρούμενη.

Είχε  ακόμη μπροστά της χρόνια να ζήσει, ήταν ακόμη παιδί.

Καθημερινά ανεβοκατέβαινε στο λεωφορείο  να την μεταφέρει στην δουλειά της. Βρώμικη δουλειά, σε συσκευαστήριο χημικών ουσιών με μυρωδιά αφόρητα ενοχλητική για τους γύρω της. Έξυπνη, αλλά το κατάλαβε μεγαλώνοντας, όμως δεν  κατάλαβε  πως ήταν και όμορφη. Μικρή, χωρίς εμπειρία από αγόρια, έρωτες και τα παρόμοια.

Αδύνατη, προσπαθούσε να βάλει κανένα κιλό, τότε τις ήθελαν γεματούλες τις γυναίκες, αυτή  ακόμη είχε ασχημάτιστο  σώμα.

Εκείνος ήταν  σοβαρός, ανέβαινε τη σκάλα χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει καμία από τις κοπέλες που τον έβλεπαν και που βέβαια τον έτρωγαν με τα μάτια. Και είχε κάτι μάτια που όλες ξετρελάθηκαν, γαλάζια. Δεν της άρεσαν όμως τα γαλάζια προτιμούσε τα πράσινα, μα της άρεσε η σοβαρότητά του.

Κατάλαβε, την ήθελε, μόνο εκείνη ήθελε από όλες, ήταν σίγουρη πριν ακόμη της μιλήσει, πριν της πει οτιδήποτε.

Την συνάντησε, της μίλησε πως την είχε ερωτευθεί πως την ήθελε για γυναίκα του. Του αρνήθηκε, χωρίς να αναφέρει το  απαγορευτικό  να πάρει κάποιον από άλλη θρησκεία.

Εκείνος σε ακόμη μία συνάντηση της πρότεινε το ίδιο. Μα τόσο την αγαπούσε;

Ούτε εκείνη όμως ήταν αδιάφορη, ριγούσε σε κάθε τους συνάντηση με τον τρόπο που σκεφτόταν, την ωριμότητά του, είχαν  έξη χρόνια διαφορά.  Δεν του επέτρεψε ούτε μια αγκαλιά. Χωρίς  να το θέλει κατά βάθος, του επαναλάμβανε πως δεν γίνεται να είναι μαζί, αρνιόταν την συνέχιση  των συναντήσεών τους.  Όμως η καρδιά δεν γνωρίζει εμπόδια.

Εμπόδια μπαίνουν στις σχέσεις να δημιουργούν προβλήματα στα ζευγάρια.

Θρησκευτικοί φραγμοί,   για να εμποδίζουν δύο ερωτευμένους να ενωθούν.

Δεν υπάρχουν πολλοί Θεοί, ένας είναι, με ονόματα  διαφορετικά  και με κανόνες  που τηρεί ο καθένας με διαφορετικό τρόπο.

Ο δικός της Θεός και ο άλλος Θεός, δύο ξεχωριστά σημεία διαφοράς όχι ένωσης. Μα ο Θεός γατί να μην θέλει δύο απλούς, καθημερινούς νέους να είναι μαζί;

Τι σημαίνει αγάπη; Τι είναι μια δοκιμασία χωρίς την ικανοποίηση του αποτελέσματος; Ποιός  θα μπορέσει να υπερνικήσει τα εμπόδια που άλλοι έχουν νομοθετήσει; Λάθος  ή σωστό δεν έχει καμία σημασία, το  αποτέλεσμα έχει σημασία και αυτό αξίζει να απολαύσεις, να ζήσεις, σε όλο του  το μεγαλείο.  Τι τους χωρίζει;

Η αγάπη είναι ένωση, όχι μίσος, όχι πόλεμος, όχι πόνος, όχι κλάμα. Και άρχισαν τα εμπόδια να μπουκώνουν την ψυχή τους σαν φουσκοθαλασσιά  έτοιμη για τρικυμία να παρασύρει στα   κύματά της τα πάντα γύρω τους.

Όταν έμαθαν πως ερωτεύτηκε η κόρη τους έναν που είχε  διαφορετική θρησκεία από την δική της, ήρθε η επανάσταση στο σπίτι. Την κλείδωσαν μέσα, κλείδωσαν και το τηλέφωνο να μην επικοινωνεί μαζί του, και βέβαια ούτε λόγος να ξαναπάει στην δουλειά.

Ναι, εκείνη είχε δική της θρησκεία από τα εφηβικά της χρόνια, σαν παρακολούθημα των γονιών της, που αυτό  την έκανε ένα  άνθρωπο με πίστη στον Θεό, ταπεινό, με καλούς τρόπους και σεβασμό στους γύρω της. Αυτό προϋπόθετε  πως όταν θα έφτανε η ώρα του γάμου της ο άντρας που θα έκανε μαζί του οικογένεια να ήταν από την ίδια θρησκεία, και το θεωρούσε πολύ φυσικό.

Εκείνη συχνά θυμόταν όμως πως κάποτε απέρριψε σύντροφο της  ίδιας θρησκείας διότι δεν είχε νοιώσει κανένα αίσθημα για εκείνον και τώρα πήραν άλλη τροπή τα γεγονότα

Σαν πέρασε η καταιγίδα, όλα πήραν τον κανονικό ρυθμό τους μα και πάλι το ζευγάρι είχε μια σύντομη συνάντηση έτσι για μια καλημέρα και να συζητήσουν τι θα κάνουν. Του παρουσίασε το τι την βασάνιζε και του πρότεινε να χωρίσουν μα εκείνος ούτε που ήθελε να το ακούσει.

«Θα βρούμε την λύση» μουρμούριζε αρκετές φορές

«Θα  σε κλέψω και θα ζήσουμε έτσι μόνοι μας, χωρίς γάμο και θα αναγνωρίσω τα παιδιά μας όταν προκύψουν». Τότε δεν υπήρχε ο πολιτικός γάμος.  Όμως υπήρχε και άλλος τρόπος και τον συζήτησαν και κατέληξαν.

Δόθηκαν   υποσχέσεις μεταξύ τους.

«Ξεχνώ τον ιδιαίτερο τρόπο λατρείας μου μα πιστεύω στον θεό». Είπε  εκείνη.

«Δεν πηγαίνω στο χώρο λατρείας μα πιστεύω στον θεό» είπε εκείνος.

Οι αποφάσεις πάρθηκαν για την κοινή ζωή τους, για τον ίδιο Θεός τους. Μόνο το όνομα διέφερε. Αλλάχ, Μωάμεθ, Ιεχωβά…

Νοσηρή κατάσταση, για τις αποφάσεις που πρέπει να παρθούν.  Όλα  απαριθμούν τα αρνητικά, και ίσως  είναι περισσότερα. Αβέβαιη  η κάθε μέρα που κυλά, τείνει  να χωρίσουν οι δρόμοι τους. Θεμιτή κάθε αντίδραση, όμως ελπίδα υπάρχει; Αϋπνίες, για εκείνη, για να δοθεί κάτι να μοιάζει με λύση. Υποσχέσεις, να τηρήσουν τα δικά τους θέλω και όχι τους γραμμένους κανόνες. Τελικά υπάρχουν λύσεις αρκεί να τους θέλουν και οι δύο.

Και την βρήκαν την λύση, θα είναι μαζί και αγαπημένοι.

Οι γονείς της αποδέχτηκαν τελικά την επιθυμία της να είναι ζευγάρι με τον αγαπημένο της, εξ άλλου είδαν μια εξαιρετική συμπεριφορά απέναντί τους, εκείνος τους εκτιμούσε αφάνταστα.

Συγγενείς του συντρόφου της τους αποπήραν, τους κοίταζαν με μισό μάτι για αυτά που έμαθαν, και που έπρεπε να περιμένουν να συμβούν, σίγουροι πως το αποτέλεσμα θα ήταν ο χωρισμός τους.

Πως  να τους πείσουν για το αντίθετο; Πώς να αποδείξουν πως όλα ξεπερνιούνται με την αγάπη και την κατανόηση;

Πέρασαν στην αντίπερα όχθη όταν της είπαν στην εκκλησία που θα γινοταν η τελετή του γάμου τους πως έπρεπε να βαπτιστεί ξανά ενώ το είχε κάνει όταν γεννήθηκε. Μα ήταν βαπτισμένη, γιατί δεύτερη φορά την ίδια διαδικασία; Τι εγωιστικό από την  εκκλησία του αγαπημένου της! Τι ανόητοι που είναι! Έτσι θα την κάνουν να πιστέψει αυτό που θέλουν; Όχι θα πιστεύει ότι θέλει, χωρίς να ακολουθεί την διαδικασία της καθιερωμένης λατρείας. Ο σύντροφός της το έχει αποδεχτεί και σεβαστεί. Εκείνος επίσης θα σταματήσει να πηγαίνει όπου πήγαινε, άλλωστε δεν ήταν και τόσο πωρωμένος με θέματα θρησκείας, μια συνήθεια  ήταν μόνο, έτσι για τα μάτια του κόσμου μόνο σε κοινωνικές εκδηλώσεις πήγαινε, κηδείες, γάμους, βαφτίσια. Πήγαν στην εκκλησία με δύο μάρτυρες για το βάπτισμα, μα δεν είχαν το δικαίωμα να την αναβαπτίσουν και έτσι περιορίστηκαν στο να κάνουν προτροπές για  να την αλλάξουν πίστη όπως είπαν και να τους δώσει υπόσχεση πως θα τηρήσει τα καθιερωμένα της εκκλησίας. Πόσο  υπερέβαλαν εαυτό!

Το πρώτο δίμηνο  σαν αρραβωνιασμένο πλέον ζευγάρι, αφού οι γονείς της υπέκυψαν  στην επιθυμία να είναι μαζί του,  πήγαν για την γιορτή του Πάσχα στο εξοχικό των γονιών του, με παρευρισκόμενους και άλλους συγγενείς.

«Πονάει  τρομερά το κεφάλι μου, δεν θα έρθω στην Ανάσταση» Είπε εκείνος και έτσι έμειναν μαζί σπίτι.

Την συγκίνησε, την έκανε να πιστεύει στον λόγο του,  στον χαρακτήρα του, την έβγαλε από μια δύσκολη  θέση να παρευρεθεί κάπου που θα ήταν με τόσα μάτια καρφωμένα επάνω της,  πώς θα φερθεί, πως θα κινείται σε όλη την τελετή.

«Αυτό είναι αγάπη», σκέφτηκε και τον έκανε ένα κομμάτι του εαυτού της, με όλη την δύναμη της ψυχής της.

Δεν του είπε τίποτα, και καθώς τα χρόνια διαδέχονταν το ένα μετά το άλλο, αυτό έγινε  ένα σημάδι που έμεινε χαραγμένο στην μνήμη, στην καρδιά.

Και άρχισαν οι προετοιμασίες του γάμου.

Τα χαρτιά στην Μητρόπολη, μια διαδικασία ψυχοφθόρα. Δεχόταν από παντού ματιές περιφρονητικές. Ο Μητροπολίτης της έκλεισε ραντεβού μία εβδομάδα μετά να την συμβουλέψει να δεχτεί την θρησκεία του συντρόφου της. Δεν της άρεσε δεν το ενέκρινε. Ήταν ενήλικη είχαν ήδη αποφασίσει σαν ζευγάρι πως θα είναι η σχέση τους, η ζωή τους. Και  άρχισαν εκατέρωθεν οι συμβουλές από τους γνωστούς « για το καλό τους»

Πως θα παντρευτείτε; Σε εκκλησία ή όχι; Όταν κάνετε παιδιά θα τα βαπτίσετε ή όχι; Θα σαραντίσεις; Όλοι, τους γυρόφερναν όχι για να βοηθήσουν μα για να σχολιάζουν, για να αποκτήσει  ενδιαφέρον η δική τους ζωή. Και έγινε γάμος και έγιναν παιδιά χωρίς κανένα πρόβλημα. Υπήρξε  μια αδιαφορία για ότι συνέβαινε γύρω τους, απλά να τελειώνει η κάθε τελετή, η οποιαδήποτε τελετή ακολούθησε όλο τον έγγαμο βίο τους.

Στην ζωή τους  πολλά, λύπες, χαρές, προβλήματα υγείας, παιδιά, σπουδές, εγγόνια, όλα στην σειρά και όλα με τάξη και υπομονή, όλα με πολύ συζήτηση, και να βρίσκει το καθένα την θέση του.

Θρησκεία, λατρεία, αποδοχή,  απόρριψη των  ακροτήτων σε  όλες τις μορφές.

Είναι δυνατόν  να έχεις άλλες προτεραιότητες εκτός από την οικογένεια σου;

Γιατί να είναι απαγορευμένος ένας έρωτας που είχε ελπίδα και έχει αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση, για την λογική και το ήθος, για την συμπαράσταση στα δύσκολα και που στήριξαν ο ένας τον  άλλον;

Σίγουρα οι περισσότεροι περίμεναν να υπάρχουν καυγάδες  με αποτέλεσμα να περιμένουν να  βγει ένα διαζύγιο τους  και τότε με ικανοποίηση να χαμογελάσουν και να πουν «σου το λέγαμε». Οι δύο τους όμως προχωρούσαν με μόνη σκέψη να αποφασίζουν από κοινού την κάθε τους ενέργεια.

Ήρθαν τα γηρατειά, και όλοι οι άλλοι γύρω τους αυτοί που τους νοιάζονταν δήθεν, είχαν χρόνια προβλήματα, είχαν καυγάδες, διαζύγια, χωρισμούς.

Κάποιες στιγμές όταν πια πέρασαν τα χρόνια θυμούνται και αναρωτιούνται. Εάν  δεν άκουγαν την καρδιά τους, εάν ο καθένας τραβούσε τον άλλον εγωιστικά στα άκρα, να κάνει αυτό που ήθελε, δηλαδή  να  ακολουθήσει  την δική του θρησκεία, τι αποτέλεσμα θα είχε αυτό;

Όταν μεγάλωσαν τα παιδιά τους τα μίλησαν, είπαν την ιστορία τους, και τα προέτρεψαν να ακολουθήσουν ότι αυτά θα ήθελαν αφού τους έδειξαν με την συμπεριφορά τους την οικογένεια που έκαναν χωρίς πιέσεις του ενός προς τον άλλον.

Τους έδωσαν πληροφορίες να μάθουν πως ο Θεός δεν λατρεύεται μόνο σε καθιερωμένους τόπους, αλλά τον έχουμε μέσα μας και τον λατρεύουμε κάθε στιγμή και οπουδήποτε.

Εκείνη απέρριψε σύντροφο ίδιας θρησκείας με την δική της, η καρδιά της ένοιωθε ένα κενό που ίσως ποτέ δεν θα γέμιζε, ίσως ποτέ δεν θα ήταν ευτυχισμένη μαζί του, απλά θα την κατεύθυνε  η υποχρέωση να είναι σωστή σύζυγος.

Όμως στην πορεία ένας έρωτας παράξενος, σπάνιος, μοναδικός, ξεκίνησε με δυσκολίες  από δύο νέα άτομα αλλά με πολλή αποφασιστικότητα να τον κάνουν να ανυψωθεί, με  κατανόηση και χωρίς εγωισμούς. Παρά τις αντιξοότητες παρέμειναν αγαπημένοι και παράδειγμα προς μίμηση.

Είχαν εκτιμήσει  τις αντιθέσεις τους και τις εξουδετέρωσαν  χάριν  της οικογένειας που  αποφάσισαν να διατηρήσουν για να είναι ευτυχισμένοι.

Και αυτό το πέτυχαν.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Γεννήθηκα στην Θεσσαλονίκη, όπου ζω και δραστηριοποιούμαι. Μου αρέσει η τεχνολογία, αγαπώ το διάβασμα, λατρεύω τα ταξίδια. Παρακολουθώ από ετών μαθήματα Δημιουργικής Γραφής.

Έλαβα μέρος το 2013 με κείμενά μου στο συλλογικό βιβλίο  «Τα Ορυχεία της Γραφής» –  Υπάρχει σε ηλεκτρονική μορφή στο ISSUU.

Το 2016 συμμετείχα στο συλλογικό βιβλίο από τις «Παράξενες μέρες μετά από διάκριση στο διαγωνισμό eyelants«Ιστορίες με Χρώματα».

Το 2017 είχα συμμετοχή με πέντε κείμενά μου στο συλλογικό βιβλίο με τίτλο «Υπάρχει…»  Βρίσκεται σε ηλεκτρονική μορφή στο ISSUU.

Ιστορίες μου υπάρχουν στην σελίδα loveleters

Κατά  καιρούς  δημοσιεύονται μικρές ιστορίες των 121 λέξεων στην σελίδα 121 Wordsurnovl .

Και συνεχίζω με αυτό που αγαπώ. Το  γράψιμο…

Advertisements