Ιωάννα Χατζημιχαήλ:»Ah, aman! Güzel yavrum»

Η επιλογή παρουσιάζει τα διηγήματα του 8ου διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος eyelands (ελληνικό τμήμα) που επιλέχτηκαν για δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό eyelands. Η δημοσίευση αρχίζει όπως κάθε χρόνο τον Οκτώβριο και ολοκληρώνεται λίγο πριν ανακοινωθούν τα αποτελέσματα του επόμενου διαγωνισμού. Το θέμα του 8ου διαγωνισμού ήταν: ‘’Αποσκευές’’. Το διήγημα το οποίο έχει σειρά είναι το

 «Ah, aman! Güzel yavrum»  της Ιωάννας Χατζημιχαήλ

επιλογή αφίσα

Περπατούσε όσο μπορούσε με πιο σταθερά αλλά γρήγορα βήματα κατευθυνόμενη προς το σπίτι, προς την ασφάλεια.  H αλήθεια είναι ότι φοβόταν ναι μεν το σκοτάδι αλλά κυρίως έτρεμε τις λακκούβες, είχε πρόβλημα με τα μάτια της και σχεδόν έβαζε στοίχημα για το αν θα βρει σε λακκούβα να πέσει  ή θα τα καταφέρει να φτάσει αλώβητη στον προορισμό της.

Ολόκληρο παιχνίδι Ρωσικής ρουλέτας ο δρόμος  λεωφορείο – σπίτι, ή ανώμαλοι  άνθρωποι,  ή κακομαθημένα σκυλιά με ανεύθυνος ιδιοκτήτες, ή ξεχαρβαλωμένοι δρόμοι. Άθλος!  Ακόμα χειρότερα σήμερα έπρεπε να πάει και στο σούπερ μάρκετ, είχε τελειώσει το γάλα, το νερό και το απορρυπαντικό, κοινώς θα έπρεπε να ζαλωθεί με όλο αυτό το φορτίο μέσα στο ψοφόκρυο και να καταφέρει επιτυχώς να ανέβει την ανηφόρα.

Το μάτι της σκόνταψε στο παγκάκι στην έξοδο του μάρκετ, πάνω σε ένα κουβάρι ακαθόριστου όγκου και χρώματος, δεν ήταν στο χαρακτήρα της η περιέργεια, το αντίθετο μάλιστα, όμως  κάτι την τράβηξε, προσέγγισε δειλά – δειλά τον όγκο, δύο ζευγάρια κατάμαυρα μάτια σαν κάρβουνο την κοίταξαν, την έκαψαν.  Μία κοπέλα ακαθόριστης ηλικίας και ένα πιτσιρίκι γύρω στα δώδεκα. Τρόμαξε, όχι από το θέαμα αλλά από την σκέψη που ήρθε απρόσκλητη στο μυαλό της. Θεέ μου…

Σχεδόν από κεκτημένη ταχύτητα, σαν να επιβαλλόταν, της έδωσε το γάλα μαζί με ένα κρουασάν που είχε αγοράσει παρορμητικά και δύο μπουκάλια νερό, χαμογέλασε να καθησυχάσει τη γυναίκα που την κοιτούσε περίεργα και έφυγε για να χωθεί μέσα στους φόβους, στην θλίψη και την ασφάλεια του σπιτιού της.

Ευτυχώς φτάσαμε, σκέφτηκε, έβαλε να φτιάξει μακαρόνια με κιμά, κανέλα, σκόρδο, μοσχοκάρυδο και δάφνη, παλιά  Πολίτικη συνταγή. Για να ηρεμήσει λίγο και την ψυχής της έβαλε στο στερεοφωνικό το αγαπημένο της τραγούδι, «ah benim sevdalı başım», αχ μικρή μου αγάπη.  Δεν μπορούσε να φάει διότι κάτι ακαθόριστο μέσα από την ψυχή της την κατέτρωγε, ένα κύμα νοσταλγίας  την πήρε και την ταξίδεψε μακριά στους δικούς της, τις μάνες της, τις θείες, την γιαγιάκα, τον παππού. Σε μια επίπονη προσπάθεια να ξανά ματώσει την παλιά πληγή,  που ήδη πονούσε αφόρητα, κατέβασε από το πατάρι την κόκκινη βαλίτσα, ανατρίχιασε. «Η αποσκευή»  έλεγε η θεία της λες και μιλούσε για εικόνισμα, «benim bagaj» έλεγε η γιαγιά και δάκρυζε.

Η προέλευσή της  ήταν από Τουρκία, από όπου μεταναστεύσανε οικογενειακώς το 1922, όχι μεταναστεύσανε λάθος όρος, ξεσπιτωθήκανε, ξεριζωθήκανε για να πάνε σε μια άγνωστη πατρίδα που την ονομάσανε δική τους για να γλυτώσουν από ένα πόλεμο που οι ίδιοι «οι δικοί τους» ξεκίνησαν.  Λίγα πράγματα πήραν μαζί τους, όμως σ’ αυτά χώρεσαν μια ολόκληρη ζωή,  μια ολόκληρη σχεδόν χαμένη γενιά,  ιστορίες,  αναμνήσεις. Δύο αποσκευές ήταν συνολικά στον αριθμό, όμως στον πανικό πάνω πετάξανε ως υπεράριθμη την βαλίτσα με τα κοσμήματα και κράτησαν τούτη με τα προικιά των παιδιών.

Δώδεκα χρονών η γιαγιά Μαρία ήρθε λοιπόν πρόσφυγας, 13 αδέρφια συνολικά, δύο μείνανε εν ζωή μετά τα γεγονότα, η πρώτη και η δέκατη τρίτη και αυτές με τη σειρά τους  πέταξαν σαν τρομαγμένα πουλιά στον άνεμο. Τίποτα δεν απέμεινε πια εκτός από τις ιστορίες, μια μελαγχολία, δύο χρυσές λίρες και μια ταυτότητα αρραβώνα ενός ανεκπλήρωτου έρωτα και την ίδια φυσικά! Το γένος Σταυράκ oglu. Μετά.… το τέλος. «Μετά από εμένα η γενιά πέθανε, φύγανε όλοι, πάει το σπίτι, πάει η χαμένη πατρίδα, πάνε όλα, κανείς δεν θα θυμάται πια».

Η γιαγιά Ελληνικά δεν έμαθε ποτέ καλά, ίσως ήταν δύσκολα, ίσως δεν τα ήθελε, ίσως πάλι πώς να κόψεις την ψυχή σου και να την πετάξεις, πως να ζήσεις κανονικά χωρίς ιστορία και χωρίς καρδιά γίνεται; Χρόνια αργότερα μάθανε ότι το σπίτι τους στην Τουρκία ήταν ακόμα ζωντανό, ολόκληρο και μια οικογένεια άπλωνε τα φτερά της μέσα και τράνευε, ξένη οικογένεια, όμως «helal» είπε η γιαγιά και η ζωή συνεχίζονταν δύσκολα, πολύ δύσκολα!

Ένας πατριώτης του παππού, τους βοήθησε να μην πεθάνουνε, φτιάχνανε τότε κεντητά και τα πουλούσανε, μέχρι και τα ρούχα τους πούλησαν για ένα κομμάτι ψωμί, ένας πατριώτης λοιπόν από Απολλωνιάδα που ήταν κοσμηματοπώλης και μαυραγορίτης στο επάγγελμα, τους έδωσε άτοκο και στο τέλος αγύριστο εν μέρει δάνειο, ο μαυραγορίτης ε; Μεγάλη καρδούλα! «Για τα τρία κορίτσια σου Γιάνκγο και για τα δικά μου πεθαμένα». Έτσι είχε πει στον παππού, από εκεί ήταν και οι δύο λίρες που είχαν απομείνει θαμμένες στην βαλίτσα, τι θα κάνανε άραγε χωρίς αυτόν τον Άνθρωπο.

Έπεσε με  βαριά καρδιά στο κρεβάτι της, είχε ανάγκη από ύπνο γιατί την επόμενη την περίμενε δύσκολη μέρα στην δουλειά. Στον ύπνο της, ή μήπως στο ξύπνιο της, είδε την γιαγιά που της ζητούσε νερό και αν έχει λεφτά να την δώσει «Bana verecek su var mı? Eğer para var mı?».

Ξύπνησε ιδρωμένη, ξεπέρασε φόβους και κρύο και βγήκε στο δρόμο με τις πιτζάμες, η τρελή του χωριού!.Το μάρκετ είχε κλείσει από ώρα, ο μπόγος ήταν όμως ακόμα εκεί. «Μα τι κάνω» σκέφτηκε, «αν είναι σπείρα; αν βγει κανένας μουσουλμάνος με χατζάρα από πίσω;». Κάπου στο μυαλό της άκουσε την γιαγιά να γελάει «budala gıbı, αχ βρε zevzek», χαζούλα.  Γνώριζε Αγγλικά,  Ιταλικά,  Ισπανικά όμως δεν γνώριζε την γλώσσα της μάνας της, μόνο ότι θυμόταν! Αyıp! Ντροπή!

Πλησίασε την γυναίκα, της είπε «gel, evim, çocuk, süt» σε σπαστά τούρκικα, την μόνη γλώσσα που φανταζόταν ότι μπορεί να συνεννοηθεί, ίσως της καρδίας της, ίσως πάλι την μόνη με γλυκιές αναμνήσεις. Έλα σπίτι μου, παιδί, γάλα, την είπε. Η κοπέλα τρόμαξε, μπορεί  να μην κατάλαβε, πιθανόν δεν γνώριζε την ιστορία του τόπου όπου βρέθηκε, ίσως πάλι ήξερε μόνο πόλεμο από αυτή τη γλώσσα, δεν άκουσε ποτέ «κοκόνα μου Maşallah!» από στόμα αγαπημένο στάζοντας μέλι, έννοια και χάδι. Η επιτακτική ανάγκη της επιβίωσης όμως βάρυνε στην απόφασή της και έτσι ακολούθησε της ξένη γυναίκα.

Στο σπίτι τους βόλεψε όπως και όπως αν και η γιαγιά της έλεγε πως όταν έχεις καλεσμένο είναι σαν να έχεις το Χριστό στο τραπέζι σου, πόσο δα όταν έχεις μια φοβισμένη γυναίκα και ένα μωρό. Αυτά σκεφτότανε καθώς ζέσταινε τσάι και τότε είδε την εικόνα της παναγίας, σε αυτήν που η γιαγιά της προσεύχονταν και ορκιζόταν ότι θυμιάτιζε μόνη της, την είδε να χαμογελάει! Μα γελάνε τα εικονίσματα;

Δύο σακούλες και μια βαλίτσα, bagaj, όλα τα υπάρχοντα των φιλοξενούμενων της και τι ειρωνεία η βαλίτσα ήταν κόκκινη, μάλλον ο πόνος της ξενιτιάς χωράει μονό μέσα σε μια βαλίτσα σύμβολο του χρώματος του πόνου, του αίματος και της ελπίδας.

Δύο εβδομάδες μείνανε όλοι μαζί, τους αγάπησε και την αγάπησαν, από Συρία πρόσφυγες ήταν, γλύτωσαν τον πόλεμο και έπεσαν σε αφιλόξενο έδαφος που έβλεπε μόνο «τουρκόσπορους» σάματις και η ίδια αυτό δεν ήταν; Ένας Άνθρωπος χωρίς πατρίδα, λίγο από Τουρκία, λίγο από Πελοπόννησο, λίγο από Κρήτη και τρέχα γύρευε ρίζες.

Γερμανία στην αδερφή της ήθελε να πάει η γυναίκα, να μεγαλώσει καλά το παιδί της, να μορφωθεί και να δουν όλοι μαζί μια ηλιόλουστη μέρα σαν κανονικοί άνθρωποι, μακριά από τον πόλεμο, τον φόβο και τον πόνο. Όμως το όνειρο αυτό βούλιαξε λίγο πριν την Μυτιλήνη, κρύωσε στο Κιλκίς,  φοβήθηκε στην Θεσσαλονίκη, πέτρωσε στη Ελλάδα, όπως τα όνειρα και τόσων άλλων ανθρώπων πιο πριν, γενεές και γενεές. Μα τι ανθρωποφάγος κόσμος! Θεέ μου και Αλλάχ, τι μίσος ελλοχεύει μέσα στην αυλή σου!.

Τα λεφτά λείπανε μόνο για να φύγει η κοπέλα, όλα τα υπόλοιπα τα είχαν ταχτοποιήσει πια. Μα πάντα τα λεφτά! Η Μαρία το είχε ήδη αποφασίσει στο μυαλό της, πήγε και κατέβασε από το πατάρι για άλλη μια φορά την κόκκινη αποσκευή. Η Amal άνοιξε περίεργη τα μάτια και το στόμα της, ίσως ο φόβος και ο πόνος να έχουν τελικά κοινή μυρωδιά που μόνο όσοι την γευτούν την καταλαβαίνουν.

Της έδωσε τις δυο λίρες, ότι είχε απομείνει από την τότε σωτήρια βοήθεια, ήρθε η ώρα λοιπόν να ξανά σώσουν ανθρώπους, μετά με ευλάβεια πέρασε στα χέρια του κοριτσιού την λεπτεπίλεπτη  χρυσή ταυτότητα, στο κούμπωμα της είχε ένα φάκελο που το κρατούσε ένα περιστέρι στο στόμα και έγραφε «΄Ελλη 1922».  Η Amal το είδε και δάκρυσε, μαζί της δάκρυζαν και γενεές γυναικών.  Για το παιδί, την μάνα, τον αρραβωνιαστικό, τον άντρα! Για τον μάταιο πόνο του πόνου, για τον ξεριζωμό και την αδικία εις μάτην, χάριν συμφερόντων. Για ένα μπαλκόνι με ζουμπούλια και μενεξέδες και λίγο από την μυρωδιά της γης τους.

Για τρίτη φορά η ταυτότητα αυτή θα έψαχνε νέα τύχη, νέα πατρίδα, νέα ελπίδα μαζί με ένα παιδί και μια κόκκινη βαλίτσα, ήταν μάλλον το κισμέτ της. Στο ραδιόφωνο έπαιζε ένα παλιό αγαπημένο τραγούδι «üsküdara gideriken»  ή αλλιώς στα Ελληνικά  «από ξένο τόπο και αλαργινό αμάν μανά μ, ήρθε ένα κορίτσι φως μου δώδεκα χρονών…»

Αχ! Αλλάχ, Θεέ και Βούδα κάνε να έχει καλύτερη τύχη στο μέλλον και δώσε ένα αγιόκλημα στο μπαλκόνι να γλυκαίνει ο πόνος με την ευωδιά του, να μυρίζει μάνα και πατρίδα!
Ιnşallah!

//

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ
Ιωάννα Χατζημιχαήλ: Το όνομά μου είναι Γιάννα. Γραφίστρια στο επάγγελμα, ονειροπόλος ως χόμπι. Ζωόφιλη και παραδόξως ακόμα φιλάνθρωπη. Προσπαθώ να γράφω για να έχω ένα μέρος να μπορώ να ονειρεύομαι, προσπαθώ να ζωγραφίζω για να χρωματίζω  τον κόσμο μου και τέλος φωτογραφίζω ότι με κάνει να πιστεύω πως υπάρχει ακόμα ζωή στον πλανήτη.

//

Τα διηγήματα της Επιλογής που θα ακολουθήσουν τους επόμενους μήνες θα δημοσιευθούν με αυτή τη σειρά:

 ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ

Η επιστροφή – Άννα Βερροιοπούλου

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ

Το τέρμα της διαδρομής – Απόστολος Δουζένης

Εικοσι τρείς και μία συνεδρίες – Γεωργία Κουριαντάκη

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ

Επανεκίννηση -Μαρία Καλογεράκη

Η απογοήτευση μου, η πίκρα μου, η ελπίδα μου – Μαρίνα Πλούμπη

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

Γράμμα στην Ελένη – Μαρία Κουρλή

Δυο φορτσέρια  μια ζωή– Μαρία Χασιώτη

ΜΑΡΤΙΟΣ

Η υπομονή και η παράνοια -Τασούλα Χαμπή

Η Ιθάκη μου  – Τάσος Μπογιάρης

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Νavy blue αποσκευή –Άννα Κωνσταντίνου

Οι πλεξούδες της Αφροδίτης – Ευγενία Ασλανίδου

ΜΑΙΟΣ

Αμετανόητος – Στέλλα Δέδε

Ο κόσμος τούτος ανήκει στα πουλιά – Παναγιώτα Φωτεινοπούλου

ΙΟΥΝΙΟΣ

Σκιά στο σκοτάδι – Ολυμπία Σφυρή

Αυτά που με κάνουν να είμαι ο εαυτός μου – Αγγελική Μανίτη

ΙΟΥΛΙΟΣ

Φωτογραφίες από εκδρομές – Απόστολος Τουρτούρης

Ταξίδι προς το φως – Μαριλή Πατούχα

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Ταξίδι δίχως αποσκευές- Αθανασία Κακαλή

Αποχαιρετισμός στην παιδική χαρά – Γιώργος Γιώτσας

 

Advertisements