Η στιγμή της αλήθειας / ένα διήγημα του Σωτήρη Παυλέα

explosive-shade-abstract-art-wrapped-canvas-printTo eyelands δημοσιεύει κείμενα νέων, πρωτοεμφανιζόμενων αλλά και γνωστών συγγραφέων με μόνη προϋπόθεση τα γραπτά σας να μας αρέσουν και να μην έχουν δημοσιευθεί αλλού προηγουμένως. Για το Δεκέμβριο παρουσιάζουμε αυτό το σύντομο διήγημα του πρωτοεμφανιζόμενου Σωτήρη Παυλέα.

//

Η πόρτα άνοιξε αργά και βασανιστικά. Είχε φθάσει η πολυπόθητη στιγμή της αλήθειας. Ο γιατρός μπήκε με αποφασιστικό βήμα στο δωμάτιο αποθεραπείας της χειρουργικής κλινικής, όλα τα πρόσωπα ενδιαφέροντος ήταν στη θέση τους, ακίνητα, σαν να περίμεναν το ‘πάμε’ του σκηνοθέτη. Στην πρωταγωνιστική θέση η Κατερίνα, ξαπλωμένη στην κατάλευκη κλίνη, ελάχιστα ανασηκωμένη με έναν παχύ επίδεσμο προσεκτικά δεμένο γύρω από τα μάτια της. Είχε ξυπνήσει εδώ και μία ώρα, ζαλισμένη ακόμα από τη χθεσινή νάρκωση, κουρασμένη από το πολύωρο χειρουργείο και την ανυπομονησία, αγχωμένη για την έκβαση των επόμενων λεπτών.
Ήταν μόλις τεσσάρων ετών όταν συνέβη το μοιραίο, η απρόθυμη είσοδος στο σκοτάδι. Είχε προσπαθήσει αμέτρητες φορές όλα αυτά τα χρόνια να ανασύρει έστω και μια εικόνα μνήμης παραπάνω, από το ατύχημα που την έκανε να χάσει την όραση της σε τόσο μικρή ηλικία. Εν τούτοις, οι εικόνες που είχε με πείσμα συγκρατήσει όλο αυτόν τον καιρό ήταν συγκεκριμένες και παγιωμένες και στην ίδια σειρά.Μια ταινία μικρού μήκους με άσχημο τέλος, που δεν άλλαζε όσες φορές και να την είχε αναπαράγει.Το τρεχαλητό στην πλατεία του χωριού με τα άλλα παιδιά, το κυνήγι της πολύχρωμης μπάλας δώρο της γιαγιάς, το αίσθημα της ξεγνοιασιάς, η ψαλμωδία του παπά από τα ηχεία της εκκλησίας, η μπάλα στις αγκαθωτές τριανταφυλλιές στο γωνιακό παρτέρι, το ακούσιο σπρώξιμο του φίλου της του Μάνου, τα ουρλιαχτά των ανθρώπων στην πλατεία και έπειτα το κενό.
Οι εικόνες του κόσμουπου είχε προλάβει να συγκεντρώσει, στο μικρό αυτό ορεινό χωριό της ενδοχώρας , ήταν λίγες και αυτές που είχανε απομείνει εικοσιτέσσερα χρόνια μετά, ακόμα λιγότερες. Το μαύρο είχε αποκτήσει τις δικές του αποχρώσεις. Οι λέξεις είχαν πια όνομα αλλά δεν είχανε περιεχόμενο. Της λέγανε ότι αυτό που την ξύπναγε τα πρωινά ήταν το γάβγισμα του σκύλου του γείτονα. Πώς ήταν όμως ο σκύλος και πώς ήταν ο γείτονας;
Ο γιατρός πλησίασε και την καλημέρισε ευγενικά. ‘Όλα θα πάνε καλά, λίγη υπομονή ακόμα’, είπε στην Κατερίνα με την πιο καθησυχαστική φωνή και ξεκίνησε να ξετυλίγει τον επίδεσμο από τα μάτια της με απαλές και σίγουρες κινήσεις. Οι γονείς της στεκόντουσαν παγωμένοι δίπλα στα πόδια του κρεβατιού, θαρρείς και η ανάσα τους είχε διακοπεί επ’ αόριστον. Τα πρόσωπα τους ταλαιπωρημένα, θα έλεγε κανείς πρόωρα γερασμένα, τραγικές φιγούρες σε ένα ταξίδι προσμονής και ελπίδας, που και οι ίδιοι δεν ένιωθαν σίγουροι ή αρκούντως δυνατοί για το αν θέλανε να μάθουν την κατάληξη του. Δίπλα στο προσκεφάλι της, κρατώντας σφιχτά το χέρι της, ο σύζυγος της ο Μάνος. Ναι, ο παιδικός της φίλος, το ζωηρό αγοράκι που ήταν εμμέσως η αιτία για την απότομη υποβάθμιση της ζωής της, την αμετάκλητη απόφαση για παραμονή στο σκοτάδι, ήταν ο άνθρωπος που της κρατούσε το χέρι αδιαλείπτως τα τελευταία εικοσιτέσσερα χρόνια.
Όταν της ζήτησε να παντρευτούν, η Κατερίνα προς στιγμήν είχε αμφιβολίες, τον αγαπούσε πολύ αλλά δεν μπορούσε και να μην σκέφτεται ότι όλα αυτά μπορεί να μην ήταν αληθινά, ότι προέρχονταν από τις ανεπίλυτες τύψεις του. Τις έφυγαν όμως αναγκαστικά γρήγορα, το ενδιαφέρον του ήταν γνήσιο και βαθύ. Ο Μάνος, ήταν αυτός που δεν είχε αποδεχθεί ποτέ την μονιμότητα της κατάστασης. Αυτός που είχε τρέξει σε πλειάδα συνεδρίων εντός και εκτός συνόρων για να μάθει τα νεότερα στις μεταμοσχεύσεις του κερατοειδούς χιτώνα. Αυτός που είχε πείσει τον κορυφαίο χειρουργό-οφθαλμίατρο στη χώρα να αναλάβει την περίπτωση της Κατερίνας και να δοκιμάσει πιλοτικά την νέα πρωτοποριακή μέθοδο. Ήταν αυτός που μπροστά στο μεγάλο κόστος της διαδικασίας δεν δείλιασε, δεν λιποψύχησε, το αντίθετο, βγήκε μπροστά και οργάνωσε έρανο βοήθειας στο μικρό τους χωριό, την αγαπημένη τους πατρίδα. Και τελικά όλοι ήθελαν να βοηθήσουν την μικρή Κατερίνα, το αεικίνητο χαριτωμένο κοριτσάκι, την πηγή ζωντάνιας της πλατείας τους. Και βοήθησαν με το παραπάνω.
‘Άνοιξε προσεκτικά τα μάτια σου’, την παρότρυνε ο γιατρός. Το σκοτάδι άρχισε να χάνεται και να δίνει τη θέση του στο φώς, σε σχήματα, σε χρώματα και σε μορφές. Το σώμα του συντρόφου της, που τόσο της άρεσε να αγκαλιάζει και να κάνει έρωτα, είχε πια πρόσωπο, ένα χαμογελαστό και αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο. ‘Πόσο όμορφος Θεέ μου’ σκέφτηκε. Οι γονείς της,που η παγωμάρα τους είχε αντικατασταθεί από ένα τρέμουλο και αναφιλητά. Παρότι της είχε απομείνει μονάχα μια αόριστη εντύπωση από αυτούς,οι μορφές τους ήταν τελικά τόσο οικείες και τόσο ζεστές, όπωςτις φανταζόταν. ‘Θέλω να πάω στο παράθυρο, βοηθείστε με σας παρακαλώ’, αναφώνησε με λαχτάρα. Της είχαν μιλήσει για τα πουλιά, και τώρα τα έβλεπε να πετάνε σε ομάδες ανέμελα και συνάμα αναποφάσιστα σε ποια κλαδιά θα ξαποστάσουν. ‘Μα ήταν πάντα τόσο μικρά;’ αναρωτήθηκε.Της είχαν μιλήσει για τα δέντρα ότι είναι ψηλά και πράσινα, ένιωσε ότι ήθελε να τις χαρίσουν ένα ολάκερο δάσος. Της είχαν μιλήσει για τα σύννεφα, πόσο χαρούμενη ήταν που διέκρινε τις σκιές τους στα κτίρια, ένα μαύρο που επιτέλους δεν ήταν ο κανόνας αλλά η εξαίρεση.
Ότι είχε ζήσει μέχρι τώρα ήταν απλά η εισαγωγή, το πρώτο κεφάλαιο, όπου το χαρούμενο τέλος που βίωνε εκείνες τις στιγμές ήταν η αφετηρία για τα επόμενα κεφάλαια. Και τα περίμενε πως και πως. Ξαφνικά οι μορφές και τα χρώματα άρχισαν να θολώνουν. ‘Μη, όχι πάλι, μη’, φώναξε τρομοκρατημένη, μέχρι να διαπιστώσει με ανακούφιση ότι η θoλούρα  αυτή ήταν απλά η επιβεβαίωση της νέας αρχής. Το δεύτερο κεφάλαιο, που ξεκινούσε με κύματα δακρύων να τρέχουν από τα νεογέννητα μάτια της.Έκρυψε το ευτυχισμένο πρόσωπο της στα χέρια και άρχισε να κλαίει  με λυγμούς.


Βιογραφικό: Ο Σωτήρης Παυλέας γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι διδάκτωρ αστικής ανάπτυξης και εργάζεται ως σύμβουλος στη δημόσια διοίκηση. Πρόσφατα διερευνά τη δημιουργική γραφή σε πείσμα της τεχνοκρατικής καθημερινότητας. Οι συγγραφικές του ανησυχίες αντλούνται κυρίως από την παρατήρηση της ζωής των ανθρώπων στην πόλη.

Advertisements