Επιλογή : Το τέρμα της διαδρομής

Η επιλογή παρουσιάζει τα διηγήματα του 8ου διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος eyelands (ελληνικό τμήμα) που επιλέχτηκαν για δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό eyelands. Η δημοσίευση αρχίζει κάθε χρόνο τον Οκτώβριο και ολοκληρώνεται λίγο πριν ανακοινωθούν τα αποτελέσματα του επόμενου διαγωνισμού. Το θέμα του 8ου διαγωνισμού ήταν: ‘’Αποσκευές’’. Το διήγημα το οποίο έχει σειρά είναι:

«Το τέρμα της διαδρομής», του Απόστολου Δουζένη

επιλογή αφίσαΣκοτάδι βαρύ έπεσε γύρω, όπως και μέσα του. Τα λόγια της ηχούν ακόμη σαν ηχώ: «Ο καλλιτέχνης ταξιδεύει με ”αποσκευές” του τις αναμνήσεις του και τα κομμάτια της σκόρπιας ζωής του, για να τα συνθέσει σε ένα έργο. Εσύ όχι».

Από κάπου ακούγεται ο ήχος της κόρνας του τελευταίου τρένου, ετοιμάζεται να αποχωρήσει. Σηκώνεται αργά, πικρία στάζει το είναι του, τα αφήνει όλα πίσω του και κυρίως εκείνη. Βήμα το βήμα πλησιάζει στην τελευταία του έξοδο, καθόλου φανταχτερή, ούτε σημαντική. Τα ρούχα του τα είχε ξεχάσει σπίτι. Σπίτι; Δικό της ήταν και τώρα δεν έχει τίποτα δικό του.

Βγάζει το εισιτήριο του, το κοιτάει με τρόμο, σα να του φύσηξε ένας άγνωστος θεός πνοή και θέλει να του κλέψει την ψυχή. Αποχωρίζεται τον τόπο του. Θολώνει η όραση του και ξάφνου τα γράμματα στο εισιτήριο αλλοιώνονται. Σκέψεις ζοφερές στραγγαλίζουν το μυαλό του. Θέλει να πηδήξει στις ράγες και να μη σηκωθεί ποτέ ξανά. Ναι, θα ήταν καλή ιδέα. Γυρίζει το κορμί του, αποφασισμένος. Αφήνεται να πέσει πίσω.

Ένα χέρι τον αρπάζει τελευταία στιγμή. Βρίσκεται μέσα στο τρένο, απορώντας. Ο ελεγκτής τον είχε δει μετέωρο να ετοιμάζεται να πέσει στην αποβάθρα και τον κράτησε από το γιακά του παλτού του. Κατεβάζει το κεφάλι, απομακρύνεται προς τη θέση του. Τώρα βουλιάζει μέσα στην χιλιοχρησιμοποιημένη κουκέτα και κοιτάζει από το παράθυρο. Εικόνες περνάνε με ταχύτητα, άλλοτε δέντρα, άλλοτε κτίρια ή άνθρωποι. Έρχονται και φεύγουν, όπως ο Μορφέας που τον σκεπάζει με τον μανδύα του.

Ορμητικός ο ποταμός παρασέρνει στο διάβα του εικόνες. Μία κοπέλα που κλαίει σε ένα παγκάκι. Ένας γέρος να κρατάει εφημερίδα και να καπνίζει αμίλητος. Παιδιά σε μία αλάνα να παίζουν χαρούμενα. Εκείνος όμως που βρίσκεται; Αναρωτιέται και τότε η επιφάνεια απομακρύνεται. Το σώμα του βουλιάζει προς τον πάτο. Οι πνεύμονες του ασφυκτιούν για αέρα. Φυσαλίδες ανεβαίνουν γύρω του με εκείνον να κουνάει τα χέρια του για να τις αρπάξει. Λίγος αέρας, να μείνει ζωντανός. Λίγος ακόμη. Το φως γίνεται αχνό πια. Έχει ξεκινήσει την κάθοδο, κλείνοντας τα μάτια αισθάνεται ελεύθερος.

Σύννεφα σχηματίζουν λέξεις: έρεβος, πλάνη, σκότος, τρέλα, φθόνος, πτώση. Ανοίγει τα μάτια του και ναι πέφτει. Πέφτει γεμάτος από ενοχές, ένα κουφάρι με τύψεις να το τρώνε. Τρόμος τον έχει παραλύσει. Τα μάτια του κινούνται ξέφρενα να βρει βοήθεια. Κάποιος ας τον σώσει. Από κάτω του βρίσκεται ένα μικρό πηγάδι που όλο και μικραίνει. Θα χωρέσει άραγε; Στον πάτο του θα έχει νερό να του ανακόψει την πτώση; Θέλει να ουρλιάξει αλλά δε μπορεί. Οι φωνητικές του χορδές δεν υπάρχουν πια. Χτυπάει το στήθος του και πούπουλα ξεφεύγουν.

Η ευχή του να γίνει πουλί έγινε πραγματικότητα. Μπορεί να πετάξει πλέον, αλλά πως; Δεν ξέρει το πως, η σωτηρία του γλιστράει μέσα από την άγνοια του. Ο αέρας γίνεται ορμητικός, ο χρόνος τελειώνει. Σκέφτεται να κλείσει πάλι τα μάτια, όμως δεν το κάνει. Θέλει να βλέπει το τέλος του να πλησιάζει, όσο σκοτεινό και αν είναι. Καταφθάνει με γοργό ρυθμό έτοιμο να τον κατασπαράξει με τα μεγάλα του σαγόνια. Διψάει για αίμα, το δικό του.

Η κραυγή του ξυπνάει τους γύρω του. Κόμποι ιδρώτα στάζουν από το πρόσωπο του. Με τρεμάμενα χέρια ψάχνει να κρατηθεί από κάπου. Αντίθετα της λογικής του δε βρίσκει τίποτα. Ορμώμενος από την παρόρμηση πως βρίσκεται όντως στο τρένο σαρώνει με το βλέμμα του το χώρο. Κενό. Απόλυτο κενό.

«Που πήγαν όλοι;» ψιθυρίζει μοναχός του.

Ανεξέλεγκτο τρέμουλο τον κυριεύει, όπως παλιά όταν ήταν παιδί. Ο τροχός του χρόνου κύλησε και τον παρέσυρε στο παιχνίδι των ενηλίκων. Εκεί όπου όλα επιτρέπονται και όλα κρίνονται, ωμά, ψυχρά και κυρίως εγωιστικά. Τρόμος φώλιασε στην εύθραυστη ψυχή του. Παιδί ήταν ακόμη, δεν ήθελε να μεγαλώσει, μόνο να ζωγραφίζει, να χάνεται με τη σκέψη του.

Κάπου πίσω του ρεύμα αέρα του χαϊδεύει τα μαλλιά. Συνέχεια ξεχνούσε πως το κεφάλι του βρισκόταν στο σώμα του. Για εκείνον ήταν μία προβολή του εαυτού του στα έργα του, αυτό τα όριζε, όπως τα γιγάντια κεφάλια στο νησί του Πάσχα. Ομφαλοί ενός χαμένου λαού. Οι πίνακες του πρέσβευαν αυτήν τη σύνδεση: το κρανίο δεν είναι τίποτα άλλο από την απαρχή της σκέψης.

Η Τέχνη είναι για να την υπηρετείς του έμαθαν. Η Τέχνη είναι η μέγιστη κορύφωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Η Τέχνη είναι έκφραση του καλλιτέχνη. Αυτά του εντρύφησαν όπως και σε τόσους άλλους, ώσπου ήρθε εκείνη και τα σάρωσε όλα.

Θέλει να βάλει το χέρι του στο στόμα να το δαγκώσει, να ματώσει, να νιώσει ζωντανός. Ο πόνος μόνιμος σύντροφος του. Πιστός συνεπιβάτης στα ονείρατα ταξίδια του. Όχι σήμερα όμως. Τα χέρια του δεν υπάρχουν, ούτε είναι φτερούγες. Τώρα συνειδητοποιεί ότι δεν έχει άκρα. Είναι ένα τεράστιο τίποτα στην ανυπαρξία του πουθενά.

Πόσος φόβος να χωρέσει στην καρδιά του; Ωστόσο έχει καρδιά πλέον; Άμα είναι τίποτα πως να έχει; Άρα δεν είναι ούτε άνθρωπος, ούτε σκέψεις έχει. Ένα βότσαλο που ακουμπάει στην επιφάνεια της λίμνης είναι. Κάθε επαφή δονεί το νερό, ρυτιδώσεις ξεκινάνε με αφετηρία εκείνον. Πως ένα τίποτα μπορεί να κάνει κάτι τόσο μοναδικό; Ταξιδεύει αιώνια με άχρονα, μικρά, ουσιώδη αγγίγματα.

Μία σκέψη εισχωρεί στο χαμένο κεφάλι του: δε θα πρέπει να πέσω κάποτε στον πάτο της; Το επόμενο άγγιγμα είναι και το τελευταίο. Βυθίζεται ξανά. Φυσαλίδες πάλι ανεβαίνουν προς την επιφάνεια. Αντίθετα με προηγουμένως δεν τον νοιάζει. Πηγαίνει με σταθερό ρυθμό στην άβυσσο. Ήχοι ακούγονται. Σκοτεινές μελωδίες τον καλούν στις αγκάλες τους. Με μια απαλή εναπόθεση βρίσκεται το βυθό. Ελάχιστη άμμος ανασηκώνεται για να τον υποδεχτεί. Να τον σκεπάσει. Όλα σταματάνε να υπάρχουν, ησυχία επικρατεί.

Βίαια εκσφενδονίζεται στον αέρα. Δύναμη μοιραία τον τράβηξε από του λήθαργου τα βάθη και τον πέταξε στην έρημο. Σέρνεται σαν το φίδι και το σώμα του λιώνει με κάθε πόντο που διανύει. Το κορμί του έχει επιστρέψει και καταριέται την τύχη του, τη ζωή του, θεούς και δαίμονες. Γιατί; Το μόνο που ήθελε ήταν να πεθάνει μονάχος του, ξεχασμένος σε ένα κενό, απογυμνωμένος από τα βάρη των άλλων. Σκασμένα τα χείλη του αναζητούν σταγόνα νερού. Σηκώνει τα μάτια του ψηλά, ο ουρανός κόκκινος, βράζει.

Απελπισμένα με τα δόντια δαγκώνει την άμμο για να δώσει δύναμη στο σώμα του να κινηθεί. Η γλώσσα του καίγεται. Τα ούλα του υποφέρουν. Ασταμάτητα δάκρυα κυλάνε στο πρόσωπο του. Συνεχίζει όμως να προχωράει. Δεν ξέρει γιατί, δεν τον νοιάζει. Μόνο μπροστά μπορείς να πας όταν έχεις πιάσει πάτο. Το ξέρει καλά πλέον. Αίματα αφήνουν τα χνάρια τους στην άμμο. Εφήμερα σημάδια μιας ακόμη πιο εφήμερης ύπαρξης.

Μονάχα η ιδέα του αγώνα της επιβίωσης έμεινε όταν έφτασε στην όαση. Γρασίδι και χλόη τρίβεται κάτω από το λιωμένο του κορμί. Η γλώσσα του προσπαθεί να φτάσει στο νερό μπροστά του. Τεντώνει τα κομμάτια της ύπαρξης που έχει απομείνει. Αγγίζει το νερό με τη φουσκαλιασμένη γλώσσα του. Δεν είναι νερό όμως, είναι οξύ. Σηκώνεται με ψυχικά αποθέματα τα οποία δεν ήξερε ότι έχει και πίνει αχόρταγα. Ο λαιμός του διαμαρτύρεται έντονα, τα σωθικά του επίσης. Αλύτρωτα δάκρυα παραμένουν στις κόγχες του και γελάει. Γελάει άπληστα, ξένα, όχι για την κατάντια του, αλλά για τον ίδιο. Τίποτα δεν τον λύγισε τελικά. Ακόμη και ο θάνατος δεν τολμάει να τον αγγίξει. Τον απέσπασαν ακούσια για να τον βασανίσουν, όμως άντεξε και ορίστε γελάει.

Τικ, τακ.

Τικ, τακ.

Τικ, τακ.

Ο χρόνος προχωράει αιώνια ασταμάτητος, παρατηρητής των πάντων από κάπου μακριά. Τίποτα δεν τον αγγίζει, μα όλους τους φθείρει. Αν κάποιος ξέρει τι εστί μοναξιά είναι μονάχα εκείνος. Τι συνέβη όμως σήμερα και σταμάτησε; Ένας θνητός χάσκει με το στόμα ανοιχτό, τα μάτια του γελάνε, το κορμί του τσακισμένο. Αναπνέει ακόμη. Δίπλα του μία ερεβώδης φιγούρα ακουμπάει στο μπαστούνι της. Περιμένει να πεθάνει. Τους πλησιάζει να δει τι εξέλιξη θα λάβει χώρα.

Στέκονται οι τρεις τους ακίνητες φιγούρες. Αν ήταν θέατρο δε θα ακουγόταν τίποτα. Το κοινό θα ανέμενε με αγωνία κάποιος να μιλήσει να δώσει ένα νόημα στην ύπαρξη τους. Εδώ όμως είναι έξω από την επίπλαστη πραγματικότητα. Εδώ είναι το μεγαλείο ενός τίποτα.

Άηχες λέξεις βγαίνουν από το στόμα του. Σηκώνεται η σκοτεινή  φιγούρα να πλησιάσει. Προσεκτικά μήπως και παραβεί την ιερότητα της στιγμής του. Ο χρόνος από κοντά ακολουθεί. Στέκουν από πάνω του να καταλάβουν τι λέει. Τρέμουν μόλις ακούν τι λέει. Σκορπίζονται μακριά του. Σκιές σκεπάζουν τα πάντα γύρω του. Ένα βουνό σηκώνεται από κάτω του. Στην κορυφή του σχηματίζεται ένας βωμός. Εκείνος δεν υπάρχει πια έχει γίνει ιδέα. Οι ιδέες δεν πεθαίνουν ποτέ.

Με ένα ελαφρύ χτύπημα στην πλάτη ο Μορφέας τον αποχαιρετά. Ξυπνά στον κόσμο που άφησε. Το κεφάλι του αναπαύεται πάνω στα πόδια της. Του χαμογελά. Ξέρει πως νίκησε στο τέλος.

«Αγάπη μου σε περίμενα να γυρίσεις»

«Αυτό το ταξίδι ήταν έρημο χωρίς εσένα»

«Αλλά επέστρεψες, αυτό έχει σημασία»

Σηκώνεται αργά και τη φιλάει στα χείλη. Πόσο ωραία αίσθηση να αγγίζεις κάτι τόσο τρυφερό, τόσο δροσερό. Μόνο όταν πονέσεις θα εκτιμήσεις την αξία. Ίσα που αγγίζει τα μαλλιά της και το σώμα της τρέμει. Προσμονή, αγάπη, νοσταλγία, όλα αυτά που καθορίζουν το είναι μας. Εκεί που το εγώ λιώνει η αγάπη ανθίζει. Τώρα ξέρει τι ήθελε να πει. Σκιά το σώμα της γίνεται. Χάνεται από τη ζωή του ξανά. Τα κομμάτια του ενώθηκαν για να κάνουν εκείνον από την αρχή. Οι αποσκευές του είναι γεμάτες πλέον. Γεμάτος είναι και ο ίδιος.

Ξυπνάει στην παραλία. Μικρά καβούρια περπατάνε στην άμμο. Η αρμύρα της θάλασσας του υπενθυμίζει πόσο ζωντανός είναι και τι θα έχανε αν επέλεγε να πράξει λάθος. Πιάνει το πινέλο του και το βάζει στο στόμα του. Βάζει μπογιές στην παλέτα του για να τις αναμείξει. Βίαια στην αρχή απλώνει γραμμές ασύμμετρες. Το βάθος του πίνακα θέλει να είναι άναρχο. Σκούρα χρώματα: μαύρο, καφέ και κόκκινο. Η βάση είναι το σκοτάδι. Πάνω σε αυτό χτίζεις για να αναγεννηθείς. Δεν το πολεμάς, το βιώνεις, το νικάς. Στη συνέχεια ακολουθούν το μωβ και το άσπρο. Η πάλη του καλού για να υπερισχύσει μαζί με τη δύναμη της σκληρής πραγματικότητας. Τέλος τα χρώματα του ουράνιου τόξου σε απαλές αποχρώσεις. Η σύνθεση των συναισθημάτων στον καμβά.

Ξέπνοος κοιτάζει από μακριά το έργο του. Δίνες χρωμάτων που όσο απομακρύνεις το βλέμμα σου γίνονται μάτια. Γραμμές άνισες με μέσα τους ακανόνιστα σχήματα που σχηματίζουν πρόσωπα. Μπαλόνια το ένα πάνω στο άλλο διαμορφώνουν τα μαλλιά. Οπισθοχωρεί λίγο ακόμα και βλέπει παιδικά κεφάλια χαρούμενα. Ένα κολάζ από μικρά αθώα βλέμματα σε μικρά κεφάλια να συνθέτουν ένα μεγαλύτερο: το κεφάλι ενός μωρού.

«Κάθε μωρό κουβαλάει τις αμαρτίες μας, τα πάθη μας, τα όνειρα μας. Είναι κομμάτι μας. Δε συμφωνείς;» ρωτάει τη φωτογραφία της.

Δεν πρόλαβε να του χαρίσει αυτό που ήθελαν και οι δύο. Το όνειρο της όμως έγινε ταξίδι και η ζωή τους ”αποσκευές” τους με τις αναμνήσεις τους και τα κομμάτια της σκόρπιας ζωής τους, για να τα συνθέσουν σε ένα έργο: το μωρό τους. Στο τέρμα της διαδρομής σημασία δεν έχει αν είσαι μόνος, αλλά με ποιους ταξίδεψες.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ονομάζομαι Δουζένης Απόστολος, είμαι 34 ετών και είναι η πρώτη φορά που πήρα μέρος σε διαγωνισμό διηγήματος. Γεννημένος στην Αθήνα, μεγάλωσα, σπούδασα  εκεί και στο ενεργητικό μου έχω δύο αποφοιτήσεις, μία από το ΤΕΙ Πειραιώς ως Μηχανικός Αυτοματισμού και άλλη μία από το Ελληνικό Ανοικτό πανεπιστήμιο ως πτυχιούχος Φυσικών Επιστημών. Αντίθετα από την κατεύθυνση που έχω ακολουθήσει, μου αρέσει πολύ να γράφω και από πολύ μικρή ηλικία ήταν ένα χόμπι για μένα, μία διέξοδος. Η εργασιακή μου εμπειρία υπόκειται στον κλάδο της τεχνολογίας και του προγραμματισμού, επιρροές που αρκετές φορές εκφράζονται στη γραφή μου, όμως αυτό που τη χαρακτηρίζει είναι η «σκοτεινή» προσέγγιση. Τέλος είχα ξεκινήσει ένα μπλογκ όπου ανέβαζα κομμάτια μίας ιστορίας με γυναίκα δολοφόνο, αλλά λόγω υποχρεώσεων έχει μείνει ημιτελές.

ΕΠΟΜΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Τα διηγήματα της Επιλογής που θα ακολουθήσουν τους επόμενους μήνες θα δημοσιευθούν με αυτή τη σειρά:

 

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ

Εικοσι τρείς και μία συνεδρίες – Γεωργία Κουριαντάκη

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ

Επανεκίννηση -Μαρία Καλογεράκη

Η απογοήτευση μου, η πίκρα μου, η ελπίδα μου – Μαρίνα Πλούμπη

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

Γράμμα στην Ελένη – Μαρία Κουρλή

Δυο φορτσέρια  μια ζωή– Μαρία Χασιώτη

ΜΑΡΤΙΟΣ

Η υπομονή και η παράνοια -Τασούλα Χαμπή

Η Ιθάκη μου  – Τάσος Μπογιάρης

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Νavy blue αποσκευή –Άννα Κωνσταντίνου

Οι πλεξούδες της Αφροδίτης – Ευγενία Ασλανίδου

ΜΑΙΟΣ

Αμετανόητος – Στέλλα Δέδε

Ο κόσμος τούτος ανήκει στα πουλιά – Παναγιώτα Φωτεινοπούλου

ΙΟΥΝΙΟΣ

Σκιά στο σκοτάδι – Ολυμπία Σφυρή

Αυτά που με κάνουν να είμαι ο εαυτός μου – Αγγελική Μανίτη

ΙΟΥΛΙΟΣ

Φωτογραφίες από εκδρομές – Απόστολος Τουρτούρης

Ταξίδι προς το φως – Μαριλή Πατούχα

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Ταξίδι δίχως αποσκευές- Αθανασία Κακαλή

Αποχαιρετισμός στην παιδική χαρά – Γιώργος Γιώτσας

Advertisements