Επιλογή: »Εικοσι τρείς και μία συνεδρίες», της Γεωργίας Κουριαντάκη

επιλογή αφίσαΗ επιλογή παρουσιάζει τα διηγήματα του 8ου διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος eyelands (ελληνικό τμήμα) που επιλέχτηκαν για δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό eyelands. Η δημοσίευση αρχίζει κάθε χρόνο τον Οκτώβριο και ολοκληρώνεται λίγο πριν ανακοινωθούν τα αποτελέσματα του επόμενου διαγωνισμού. Το θέμα του 8ου διαγωνισμού ήταν: ‘’Αποσκευές’’. Το διήγημα το οποίο έχει σειρά -τελευταια δημοσιευση για το 2018- είναι:

Είκοσι τρείς και μία συνεδρίες 

της Γεωργίας Κουριαντάκη

-1-

Το αγαπημένο τετράστιχο του Κωνσταντίνου Καβάφη δέσποζε στο άσπρο του πίσω μέρους της ανυπόγραφης κάρτας.

«Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου»
ΥΓ: Όταν θα ‘ρθεις, να έρθεις μόνος, χωρίς αποσκευές. Σε περιμένουμε.

 

Η κάρτα τού έπεσε απ’ τα χέρια. Η ανέλπιστη χαρά που ένιωσε, παραδόξως του λύγισε τα πόδια. Ώστε θα του έδινε άλλη μια ευκαιρία; Άραγε να είχε κάπως μάθει για τη μάχη που έδινε με τον εαυτό του; «Όταν θα ‘ρθεις…» Οπότε, τον περίμενε, τον περίμενε να έρθει. Το γυάλινο φωτιστικό άρχισε να κουνιέται και οι σκιές στον τοίχο έμοιαζαν να έχουν στήσει έναν άγριο χορό. Είχαν πιαστεί χέρι-χέρι με τα σοβατεπιά, τις κορνίζες και τις πολυκαιρισμένες κασόπορτες και γύριζαν, γύριζαν…Μία ξαφνική σκοτοδίνη τον πρόσταξε να κάτσει στην πιο κοντινή πολυθρόνα του μικρού καθιστικού. Θυμήθηκε τότε που μικρός ακόμα, ήταν δεν ήταν έξι χρονών, ανέβηκε στη ρόδα που ο Δήμος είχε βάλει μέσα σε μια νύχτα στην άδεια μέχρι τότε παιδική χαρά. Όλα τα παιδιά ξεχύθηκαν με λαχτάρα όταν την είδαν. Όσα πρόλαβαν, πήραν τις πιο καλές θέσεις. Εκείνος όμως, μαζί με καμιά δεκαριά άλλους μπόμπιρες απλά έμειναν να κοιτούν και ήταν τόση η ζήλεια που ένιωθε, που τελικά δεν άντεξε. Πήρε μια ανάσα, κάρφωσε το βλέμμα του σε ένα κενό μεταξύ δυο παιδιών, λύγισε τα γόνατα και όρμησε κατά μήκος της τροχιάς της ρόδας. Η μικρή καρδούλα του χτυπούσε τόσο δυνατά που θαρρείς και ήταν έτοιμη να σπάσει, όμως εκείνος δεν το έβαζε κάτω, κυνηγούσε μια θέση στην πρώτη γύρα. Με το μικρό χεράκι του αρπάχτηκε απ’ το γυαλιστερό σίδερο και αφέθηκε να πέσει με φόρα στο σιδερένιο πάτωμα της περιστρεφόμενης ρόδας. Το χέρι του πονούσε, ο γοφός του θα έκανε σίγουρα μελανιά, αλλά εκείνος έκλεισε τα μάτια και χαμογέλασε ικανοποιημένος. Ο αέρας χάιδευε τα μαύρα, ελαφρώς κυματιστά μαλλιά του και ο ήλιος ζέσταινε γλυκά το πρόσωπό του. Τα παιδιά ολόγυρά του τον πείραζαν επειδή είχε ανέβει τελευταίος. « Γύρω γύρω όλοι, στη μέση ο Λευτεράκης…» Ο μικρός ονειροπόλος είχε ζαλιστεί πολύ και λιποθύμησε. Όλοι πάγωσαν, η μαμά του ανησύχησε, αλλά αυτός ήταν τόσο ευτυχισμένος…

Άνοιξε τα μάτια και είδε την κάρτα στο πάτωμα, δίπλα στην πολυθρόνα που τόσο απλόχερα τον είχε αγκαλιάσει. Το καταπράσινο νησί του Ιονίου έφερε μνήμες που, αλίμονο, είχαν στριμωχτεί στις πιο δυσπρόσιτες γωνίες του μυαλού του. Ήταν στο τέλος του Καλοκαιριού όταν εκείνη η γλυκιά κοπέλα που τον είχε αβίαστα ξεμυαλίσει κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών του διακοπών, του είχε πει για την εγκυμοσύνη της. Τότε ήταν που τον επισκέφτηκαν οι πρώτες φοβίες. Όχι για την πατρότητα, όχι. Την ευθύνη δεν την φοβήθηκε ποτέ, πόσο μάλλον όταν ο ίδιος το ένιωθε ευλογία το να γίνει πατέρας. Να γίνει πατέρας ξανά…

Ο Λευτέρης, έχοντας ήδη βγει από ένα διαζύγιο, το τελευταίο που επιθυμούσε ήταν άλλος ένας χωρισμός. Όσο και να του έλεγε η γλυκιά του Εύα ότι εκείνη θα έπρεπε να φύγει για την πρωτεύουσα, ότι αναγκαστικά θα χώριζαν οι δρόμοι τους, ότι έπρεπε να τελειώσει τις σπουδές της και πως θα μεγάλωνε μόνη το παιδί, εκείνος ήταν ανένδοτος. Θα έμεναν μαζί και θα μεγάλωναν το παιδί τους.

Τα θυμήθηκε όλα σαν να ήταν χθες. Εκείνος, λίγο πριν κλείσει τα τριάντα, είχε θάψει το ίδιο του το παιδί και έχοντας κατηγορήσει γι’ αυτόν τον άδικο χαμό τη γυναίκα του, κατέληξε μόνος, με σημάδια κατάθλιψης, στο ολάνθιστο νησί των Επτανήσων, κατόπιν παρότρυνσης των δικών του να πάει διακοπές. Εκεί γνώρισε ένα γλυκό κορίτσι που ενώ ήταν μόνο είκοσι χρονών, η ωριμότητά του τον είχε απ’ την αρχή κερδίσει. Η Εύα, με τις κατακόκκινες μπούκλες των μαλλιών της να χαϊδεύουν φευγαλέα τους ώμους της,  τον είχε τόσο μαγέψει με την δεκτικότητα και τη δοτικότητά της, που της είχε εκμυστηρευτεί τα πάντα για το παρελθόν του.

Το παρελθόν του… Αυτό ήταν η αιτία που οι δυο τους δεν είχαν την ευκαιρία που τους δόθηκε στο τότε παρόν, να χτίσουν ένα μέλλον που τώρα θα ήταν ένα λυτρωτικό παρόν για όλους. Όχι, δεν κατηγορούσε πια την Έλενα γι’ αυτό που συνέβη.

Ούτε τον Θεό. Δεν κατηγορούσε πια κανέναν. Κι έπειτα, και να κατηγορούσε κάποιον, θα άλλαζε κάτι; Θα ερχόταν πίσω ο πεθαμένος του γιος; Η Έλενα είχε φέρει ένα θνησιγενές μωρό στον κόσμο. Το δικό τους μωρό. Αν όμως, δεν κάπνιζε εκείνη, αν είχε ακολουθήσει τις συστάσεις των γιατρών και αν είχε καταφέρει να χαλιναγωγήσει το πάθος της για το αλκοόλ; Θυμάται ακόμα το μικροσκοπικό ρυτιδιασμένο μπλαβισμένο προσωπάκι του. Πόσα βράδια τον στοίχειωνε αυτή η εικόνα! Άλλες φορές τον γέμιζε γαλήνη και άλλες φορές αγριευόταν, νιώθοντας μετέπειτα τύψεις για τον τρόπο αντίδρασής του.

Όχι, δεν θα έβρισκε πια καμιά παρηγοριά σε οποιοδήποτε «Αν». Το παρελθόν δεν θα άλλαζε όσα «Αν» και να σκεφτόταν, όσα «Εγώ σου τα ’λεγα» και αν έλεγε στην πρώην γυναίκα του, όσα κατηγορώ και να ξεστόμιζε εναντίον της. Στην αρχή βέβαια, τον είχε περιέργως βοηθήσει όλο αυτό –Να μην τα βάζει απλά με τη Μοίρα και της Λαχέσεως όποιο γραφτό αλλά να έχει κάποιον πιο…χειροπιαστό να κατηγορεί, κάπου να ξεσπάσει όταν το άδικο τον έπνιγε σαν θηλιά στον λαιμό. Έτσι, κατηγορούσε εκείνη και τις λανθασμένες της επιλογές, αυτές που συνέλαβαν στην τραγωδία, αυτές που του στέρησαν το μικρό πλασματάκι που αμέτρητα, απανωτά βράδια είχε ονειρευτεί να κλείσει μες στην αγκαλιά του.

Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και κατευθύνθηκε σχεδόν υπνωτισμένος ως το μπάνιο. Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του. Μες στον καθρέπτη, ένα αδύνατο, με λεπτά χαρακτηριστικά πρόσωπο, τον κοιτούσε με το τόσο γνώριμό του έντονο βλέμμα. Ήταν το βλέμμα ενός πατέρα που δεν είχε δει το δύο μηνών παιδί του, που δεν ήξερε καν αν εκείνο είχε γεννηθεί, αν ήταν καλά, τουλάχιστον όχι ως λίγο πιο πριν, όχι πριν λάβει την κάρτα. Τα σκούρα καστανά μάτια του, είχαν τώρα δακρύσει. Ήταν τα μάτια ενός πατέρα που ακόμα πενθούσε για τον γιο που δεν είδε ποτέ ζωντανό. Ίσιωσε με τα δάχτυλα τ’ ανακατεμένα, μαύρα, σπαστά μαλλιά του και αναστέναξε. Άραγε η Εύα να τον καλούσε να πάει κοντά της για το παιδί ή και για την ίδια; Να τον αγαπούσε ακόμα; Εκείνος πάντως, την είχε ήδη συγχωρήσει. Αν μη τι άλλο, πάνω σε αυτό είχε δουλέψει πολύ.

Ήταν στην παραλία, θυμάται. Την είχε κλειδώσει μες στην αγκαλιά του και ο αυχένας της έγερνε στο πλαϊνό του λαιμού του. Είχαν αφήσει το βλέμμα τους έρμαιο της αντανάκλασης του Αυγουστιάτικου φεγγαριού πάνω στα ήρεμα νερά του Ιονίου πελάγους. Το ιώδιο της θάλασσας παιχνίδιζε ευχαριστημένο για την υπεροχή του στις άκρες της μύτης του και η γλυκιά, μυστήρια και όμορφα παράξενη κοπέλα, που είχε ερωτευτεί από τις αρχές του Καλοκαιριού, του σιγοτραγουδούσε στο αυτί. Η φωνή της τον γαλήνευε και ταυτόχρονα τον ερέθιζε ευχάριστα. Η ίδια, εκείνη την ημέρα του είχε φανεί πιο αινιγματική από ποτέ.

Τότε ήταν και η τελευταία φορά που την είδε. Απ’ τη στιγμή που του ψιθύρισε στο αυτί ότι κυοφορούσε το δύο μηνών παιδί του, εκείνος, άθελά του, τα διέλυσε όλα. Η αντίδρασή του ήταν αναμφισβήτητα τόσο διαφορετική από ό,τι και να είχε φανταστεί η γλυκιά Εύα. Ήξερε για το παρελθόν του, αλλά όπως ο ίδιος, έτσι κι εκείνη, νόμιζε ότι το είχε αφήσει πίσω του. Αντιθέτως, ο Λευτέρης μεταμορφώθηκε μονομιάς σε έναν οδηγό ομαλής εγκυμοσύνης με τα πρέπει και τα μη, με προειδοποιήσεις, με, με… Η νεαρή Εύα είχε μείνει να τον κοιτά εμβρόντητη, μέχρι που μάζεψε όπως-όπως το παρεό και τα σανδάλια της και έφυγε κακήν-κακώς, ρίχνοντας ανάθεμα στο παρελθόν και τα ψυχικά τραύματά του, λέγοντας πως το παιδί ήταν μόνο δικό της. Δεν την ξαναείδε έκτοτε…

Εννέα βασανιστικοί μα και συνάμα επιμορφωτικοί μήνες είχαν περάσει. Εννέα μήνες που τον είχαν κάνει να δει πόσο λάθος τρόπο σκέψης είχε τότε, πόσο λάθος ο ίδιος υπήρξε ως πρόσφατα. Την Εύα, όσο και να την έψαξε, δεν μπόρεσε να την βρει πουθενά. Έχοντας την ανάγκη να μιλήσει για ό,τι τον πονούσε, την είχε άθελά του μετατρέψει σε ψυχαναλυτή, έναν πιστό ακροατή. Εκείνη τον κοιτούσε πάντα με τα τεράστια γκρίζα μάτια της, απορροφώντας κάθε του λέξη. Πόσο εγωιστικό εκ μέρους του, σκέφτηκε. Δεν την είχε ρωτήσει τίποτα για την ίδια. Εύλογο ήταν λοιπόν που δεν κατόρθωσε ποτέ να την εντοπίσει. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι σπούδαζε Πληροφορική στην Αθήνα και ότι τη βραδιά που χώρισαν, είχε πριν λίγες ώρες μάθει για την κατάστασή της, ενώ λίγο αργότερα τον κατηγορούσε για τα αναθεματισμένα τραύματά του και τα εμπόδια που αυτά έστηναν ανάμεσά τους.

Πόσο τον είχαν πονέσει τα λόγια της! Κανένας δεν είχε το δικαίωμα να τ’ αποκαλεί έτσι. Ό,τι και να ήταν, ήταν τα δικά του τραύματα, ήταν το δικό του παιδί που πέθανε, ήταν… Ήταν τόσο άδικο να του επιρρίπτει ευθύνες για τις επιπτώσεις της απώλειας πάνω του. Λες και ο ίδιος το είχε επιλέξει όλο αυτό, να ζει με φοβίες. Φοβίες για το μέλλον, για επανάληψη του ίδιου λάθους, για ανευθυνότητα και εγκληματική αμέλεια προς αυτό το μοναδικό θαύμα, τη γέννηση ενός ανθρώπου.

Σήμερα είναι το τελευταίο ραντεβού, σκέφτηκε. Ο ψυχολόγος του, μετά από είκοσι τρεις συναντήσεις, τον είχε ενημερώσει για την πρόοδό του και είχαν συμφωνήσει η σημερινή να είναι και η τελευταία συνεδρία. Πήγε στην ντουλάπα και διάλεξε ένα τζιν και ένα κοντομάνικο πράσινο μπλουζάκι. Ξαφνικά θυμήθηκε το πράσινο παρεό της όμορφής του Εύας. Το ηλιοκαμένο δέρμα, τα μονίμως βαμμένα ροζ χείλη της που τον καλωσόριζαν με ένα γλυκό, απαλό φιλί, σχεδόν μητρικό… «Σε περιμένουμε» Θα ήταν μια υπέροχη μητέρα, σκέφτηκε. Κρίμα που κάποτε τόλμησε να την αμφισβητήσει. Να ‘ταν αγόρι ή κορίτσι; Αν ήταν αγόρι, θα ‘ταν παρηγοριά, θα είχε και πάλι ένα γιο. Όχι, δεν θα έκανε το ίδιο λάθος. Θα κοιτούσε μπροστά, θα πορευόταν πια δίχως τα βάρη του παρελθόντος, χωρίς αποσκευές.

Η μυστήρια κοπέλα, που με την αυστηρότητά της απέναντί του τον είχε σωτήρια ταρακουνήσει, είχεδιαλέξει τα λόγια του αγαπημένου ποιητή των εφηβικών του χρόνων. Ένα τετράστιχο απ’ την Ιθάκη, που μέσα του περιέκλειε όλες τις συμβουλές του γιατρού του, όλα τα ηθικά διδάγματα που του έδωσε το ίδιο του το μυαλό μετά από είκοσι τρεις συνεδρίες με τον τόσο πράο και υπομονετικό ψυχολόγο. Τώρα πια ήξερε πόσο δίκιο είχε η Εύα. Θα αφηνόταν στη ζωή με αγάπη και αισιοδοξία και θα της δινόταν με όλο του το είναι. Στη ζωή-στο μέλλον, όχι στο παρελθόν, ποτέ πια στο παρελθόν. Θα πήγαινε στην οικογένεια που τον περίμενε με το υπόβαθρό του διάφανο, άγραφο χαρτί και θα ‘παιρνε μαζί του όλα τα χρώματα τ’ ουράνιου τόξου μοναχά εφόδια. Θα εμπλούτιζε το χρωματολόγιο ακόμα και αυτού του τόξου, με χιλιάδες, με αμέτρητους συνδυασμούς. Θα έβαζε τα δυνατά του να κάνει κάθε μέρα του πολύχρωμη, κάθε μέρα του ξεχωριστή. Ο καμβάς του όμως ήταν στο νησί…

Σχημάτισε τον αριθμό του γιατρού στο τηλέφωνο. Τον ευχαρίστησε για όλα. Δεν θα πήγαινε στην τελευταία τους συνεδρία, έπρεπε να φύγει εκτός Αθήνας πάραυτα. Είχε ωστόσο ωφεληθεί και από μία απροσδόκητη νουθεσία και ένιωθε πιο δυνατός από ποτέ.

2-

Είχε τις μπούκλες της μαμάς της αλλά μαύρες, και το μαύρο τους ήταν τόσο γυαλιστερό που ο Λευτέρης είχε μείνει άφωνος, να χαζεύει μαγεμένος τα μικρά-μικρά ελατήρια που πλαισίωναν το ροδαλό βρεφικό προσωπάκι. Αυτό το αγγελούδι ήταν η κόρη του… Τόσο μικρή, έδειχνε τόσο εύθραυστη που φοβόταν να την πάρει στα χέρια του, μέχρι τη στιγμή που σαν να τον πρόσταξε με τα τεράστια μάτια της, που ενώ η Εύα τα έλεγε γκρι, εκείνος θα ορκιζόταν ότι ήταν ασημένια.

Μόλις την πήρε αγκαλιά, ένιωσε ο ίδιος μικρός, εύθραυστος και απροστάτευτος. Τόσο λίγος μπροστά στο μεγαλείο της! Δάκρυα χαράς, αλμυρά σαν τη θάλασσα που απλωνόταν μπροστά τους, είχαν ευτυχώς σταματήσει την καθοδική πορεία τους, βρίσκοντας εμπόδιο στα χείλη του. Ευτυχώς γιατί δεν θα ήθελε να πέσουν και να λερώσουν το παρθένο από τόσο έντονα συναισθήματα πρόσωπό της. Όχι, δεν θα άφηνε τίποτα και κανένα να διαταράξει αυτή την αψεγάδιαστη ομορφιά. Η Εύα τον κοιτούσε μέσα απ’ τα υγρά, γκρίζα μάτια της. Ήταν ακόμα πιο όμορφη τώρα. Ήταν η μάνα του παιδιού του. Του είχε διδάξει τόσα πολλά με την τόσο σκληρή της στάση αυτή η γυναίκα… Όχι, δεν θα φανταζόταν, δεν θα φοβόταν, δεν θα έστηνε ο ίδιος κανένα εμπόδιο στο δρόμο τους. Οι τρεις τους θα άρχιζαν από την αρχή.

Ο Λευτέρης δεν είχε προλάβει σε αυτή την περίπτωση την πρώτη γύρα της ρόδας. Είχε δυστυχώς χάσει τη στιγμή της γέννησης της μικρής του νεράιδας, ήταν, αλίμονο, απών στο πρώτο της κλάμα, στο πρώτο της χαμόγελο. Δεν την είχε δει να κοιμάται, να παίζει, να αλλάζει μέρα με τη μέρα. Εξήντα και κάτι μέρες είχε χάσει πάρα πολλά, αλλά ένιωσε τόσο ευλογημένος όταν συνειδητοποίησε ότι δεν θα έχανε άλλα… Αν είχαν μείνει μαζί με την Εύα ίσως να την είχε διώξει με τη συμπεριφορά του για πάντα.Όχι, τώρα που όλα είχαν πάει ανέλπιστα καλά, έβλεπε πως ίσως ήταν για καλό που έγιναν έτσι τα πράγματα. Καθόλου κακία δεν θα της κρατούσε, κανένα πείσμα, καμιά σκιά. Σημασία είχε ότι τον κάλεσε πάνω στη ρόδα. Του είχε απλώσει το χέρι και του χαμογελούσε ενθαρρύνοντάς τον ν’ ανέβει, και αυτός…αυτός έπρεπε να την εμπιστευτεί. Εξάλλου, δεν θα του έτεινε ποτέ το χέρι αν δεν του είχε φυλάξει μια θέση, αν δεν τον ήθελε δίπλα της, αν δεν πίστευε η ίδια ότι αυτός θα κατάφερνε ν’ ανέβει παρόλο που μπορεί και να χτυπούσε λίγο, παρά τη ζάλη που ενδέχετο να του προκαλέσει

Τέλη Αυγούστου και η ζέστη ήταν ανυπόφορη, ακόμα και υπό σκιά. Ο Λευτέρης έπινε ένα κρύο τσάι ροδάκινο, η Εύα ένα δροσερό φυσικό χυμό πορτοκάλι και η μικρή ετοιμαζόταν να πιει το γάλα της. Ο σερβιτόρος πλησίασε διστακτικά το τραπέζι τους και ρώτησε ευγενικά αν ήταν εύκολο να τον πληρώσουν γιατί θα έκλεινε ταμείο. Ο Λευτέρης άνοιξε το πορτοφόλι του και τότε ήταν που έπεσε έξω μία φωτογραφία υπερηχογραφήματος. Για μια στιγμή ένιωσε τον χρόνο να σταματά. Κοίταξε την Εύα με βλέμμα μικρού παιδιού που είχε μόλις πιαστεί να κατεβαίνει απ’ το βοηθητικό σκαμπουδάκι της κουζίνας, έχοντας προλάβει να βουτήξει δύο ή και τρεις φορές το κουταλάκι του στο τόσο δυσπρόσιτο βάζο με το σιροπιαστό γλυκό του κουταλιού, εκεί, στο πιο ψηλό ράφι της κουζίνας της μαμάς. Η Εύα, με μάτια που φώναζαν ειλικρινή αγάπη, του ψιθύρισε γλυκά. «Αυτό είναι το δισάκι σου, κομμάτι δικό σου και δικό της». Έδειξε τη μικρή στην αγκαλιά της και του έβαλε με μία κίνηση τη φωτογραφία πίσω στο πορτοφόλι του, ενώ λίγα δευτερόλεπτα αργότερα του έδωσε ένα απαλό φιλί στα χείλη που έκανε την καρδιά του να αναστενάξει με ανακούφιση.

Πόσο περισσότερο την αγάπησε εκείνη τη στιγμή! Με τον σερβιτόρο να περιμένει να πληρωθεί ακόμα από πάνω τους και τη μικρή να κοιτάζει με απορία το σκεπασμένο ακόμα στήθος της μαμάς, ο Λευτέρης έπιασε το χέρι της αγαπημένης του και ακουμπώντας το στην καρδιά του, της ζήτησε να γίνει γυναίκα του. Εκείνη του είπε αμέσως το «Ναι», παρόλες τις αποσκευές του, που πιο μικρές πια, δεν στήνονταν εμπόδιο εμπρός τους. Η ψυχή του τώρα, ανάλαφρη, ίδια αερικό, του έκλεινε παιχνιδιάρικα το μάτι.Ένα δισάκι…ένα δισάκι δεν ήταν δα και καμιά βαριά αποσκευή, σκέφτηκε. Είχε καταφέρει να περάσει τον έλεγχο. Ήταν πια λεύτερος.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Τζωρτζίνα Κουριαντάκη (1978) καθηγήτρια Αγγλικών. Γεννήθηκε στην Αθήνα με ρίζες από Ζάκυνθο και Κρήτη. Μεγάλωσε στην Κω, ενώ σπούδασε στη Ρόδο. Διαμένει στη Σητεία Κρήτης με τον σύζυγο και τα δυο παιδιά τους και εργάζεται σε Κέντρο Ξένων Γλωσσών. Έχει βραβευτεί σε Πανελλήνιους και Διεθνείς Λογοτεχνικούς Διαγωνισμούς. Έργα της έχουν φιλοξενηθεί σε ιστοτόπους, καλλιτεχνικά ημερολόγια, ανθολογίες, E-book και εγκυκλοπαίδειες. Αυτή την περίοδο ετοιμάζει την πρώτη της Ποιητική Συλλογή, καθώς και μία Συλλογή Διηγημάτων, ενώ το πρώτο της μυθιστόρημα είναι ήδη προς έκδοση. Είναι μέλος  Κριτικής Επιτροπής σε δύο τρέχοντες Πανελλήνιους Λογοτεχνικούς Διαγωνισμούς και κάθε μέρα ξεκλέβει κάποιες ώρες ταξιδεύοντας στα μυστηριωδώς αποκαλυπτικά μονοπάτια της Λογοτεχνίας.

ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Τα διηγήματα της Επιλογής που θα ακολουθήσουν τους επόμενους μήνες θα δημοσιευθούν με αυτή τη σειρά:

 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ

Επανεκίννηση -Μαρία Καλογεράκη

Η απογοήτευση μου, η πίκρα μου, η ελπίδα μου – Μαρίνα Πλούμπη

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

Γράμμα στην Ελένη – Μαρία Κουρλή

Δυο φορτσέρια  μια ζωή– Μαρία Χασιώτη

ΜΑΡΤΙΟΣ

Η υπομονή και η παράνοια -Τασούλα Χαμπή

Η Ιθάκη μου  – Τάσος Μπογιάρης

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Νavy blue αποσκευή –Άννα Κωνσταντίνου

Οι πλεξούδες της Αφροδίτης – Ευγενία Ασλανίδου

ΜΑΙΟΣ

Αμετανόητος – Στέλλα Δέδε

Ο κόσμος τούτος ανήκει στα πουλιά – Παναγιώτα Φωτεινοπούλου

ΙΟΥΝΙΟΣ

Σκιά στο σκοτάδι – Ολυμπία Σφυρή

Αυτά που με κάνουν να είμαι ο εαυτός μου – Αγγελική Μανίτη

ΙΟΥΛΙΟΣ

Φωτογραφίες από εκδρομές – Απόστολος Τουρτούρης

Ταξίδι προς το φως – Μαριλή Πάτουχα

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Ταξίδι δίχως αποσκευές- Αθανασία Κακαλή

Αποχαιρετισμός στην παιδική χαρά – Γιώργος Γιώτσας