Επιλογή: Επανεκκίνηση, της Μαρίας Καλογεράκη

Η επιλογή παρουσιάζει τα διηγήματα του 8ου διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος eyelands (ελληνικό τμήμα) που επιλέχτηκαν για δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό eyelands. Η δημοσίευση αρχίζει κάθε χρόνο τον Οκτώβριο και ολοκληρώνεται λίγο πριν ανακοινωθούν τα αποτελέσματα του επόμενου διαγωνισμού. Το θέμα του 8ου διαγωνισμού ήταν: ‘’Αποσκευές’’. Το διήγημα το οποίο έχει σειρά είναι…

Επανεκκίνηση
της
Μαρίας Καλογεράκη

επιλογή αφίσαΚοίταζα από ώρα το μικρό ανεμόμυλο που στροβιλιζόταν με δύναμη, έτσι που τα χρώματά του γίνονταν ένα. Οι σκέψεις μου γυρνούσαν ασύνταχτες με την ίδια δύναμη, ψάχνοντας διέξοδο ή μια πρόσκαιρη ταχτοποίηση σε μια γωνιά του μυαλού μου. Μερικές φορές αισθάνομαι όπως οι εθισμένοι χαρτοπαίχτες που αδημονούν για το καλό φύλλο της τράπουλας. Ανακάτεψε και μοίρασε, τι μου επιφυλάσσει το νέο μοίρασμα; Αυτό το κρατώ, αυτό το πετάω. Μοιάζει με τη ζωή. Κάποιος ανακατεύει τα φύλα και τα μοιράζει. Εσύ πρέπει να αποφασίσεις ποια θα κρατήσεις και ποια θα πετάξεις. Θα παίξεις στα σίγουρα ή θα ρισκάρεις; Θα μπλοφάρεις ή θα δείξεις τα χαρτιά σου; Επιλογές. Κάθε επιλογή και κόστος. Μια μέρα ξυπνάς και δεν ξέρεις ποια θα είναι η επόμενη σου επιλογή. Και τότε κάθεσαι σε μια καρέκλα κοιτάζοντας έναν ανεμόμυλο που στριφογυρνάει για πολλή ώρα…

Η ζωή δεν χτίζεται με «αν» και «μήπως». Η ζωή θέλει αποφάσεις. Αυτό που έχει σημασία είναι το εδώ και τώρα. Τα βοτσαλάκια που μάζεψα σε εκείνη την εκδρομή στη θάλασσα μοιάζουν με αναμνήσεις πετρωμένες, παγωμένες στο χρόνο. Ήταν όμορφη εκείνη η εκδρομή. Περπατούσα ξυπόλυτη με την άμμο να μου ζεσταίνει τα πόδια και το αεράκι να μου θυμίζει ότι είμαι ζωντανή. Διάλεγα προσεκτικά τα βήματά μου, αποφεύγοντας τα ξύλα που είχε ξεβράσει το κύμα και βρέχοντας τα πόδια μου όποτε ήθελα, σε ένα παιχνίδι με το νερό που ερχόταν και έφευγε. Παρατηρούσα τη φύση, τα πουλιά και τα δέντρα, τα συνηθισμένα κοχύλια που όταν τα βρίσκεις αποκτούν μια άλλη διάσταση σε μια τέτοια συνθήκη, ενός πολύτιμου θησαυρού που μόνο εσύ είχες την τύχη να βρεις. Τα παίρνεις στο σπίτι και τα βάζεις σε βαζάκια για να έχεις για πάντα κρατημένη τη στιγμή. Ανούσιο. Οι στιγμές αποθηκεύονται σε μη απτούς χώρους. Βλέπω τα βοτσαλάκια από εκείνη τη μέρα. Δεν είναι ίδια η αίσθηση τελικά όταν δεν είναι στο φυσικό τους χώρο. Κι όμως εκείνη τη μέρα η ανάγκη μου να τα πάρω μαζί μου ήταν μεγάλη. Σήμερα δεν ξέρω ποια ανάγκη μου θέλω να καλύψω. Σίγουρα αυτό που νιώθω δεν μπορούν να το καλύψουν μερικά κοχύλια και βότσαλα από κάποια παραλία.

Κάπου διάβασα ότι το νόημα της ζωής, είναι να δίνεις νόημα στη ζωή σου. Μου άρεσε. Από εκείνη τη μέρα αναζητώ το δικό μου νόημα στη ζωή. Παλιά είχα την εντύπωση ότι το ήξερα. Είχε νόημα να είμαι καλός άνθρωπος να βοηθάω τους άλλους, να δίνω και να παίρνω αγάπη, να δημιουργώ, να βάζω στόχους και να τους πετυχαίνω, να έχω την εκτίμηση του κόσμου. Έχει νόημα με λίγα λόγια να ξέρεις ποιος είσαι και που πας. Αν με ρωτήσεις, δεν ξέρω ποια είμαι και που θέλω να πάω. Έχω κολλήσει σε κινούμενη άμμο και κάθε απεγνωσμένη προσπάθεια να βγω με βυθίζει προς τα κάτω. Το κόλπο είναι να μείνεις ψύχραιμος και να κάνεις όσο πιο μικρές κινήσεις μπορείς. Το έχω δει σε ταινίες. Δεν είναι εύκολο, όσο και να το γνωρίζεις. Το βύθισμα  σου προκαλεί πανικό.

Αποφασίζω να κάνω το επόμενο βήμα. Αυτό που ήθελα από καιρό. Μπαίνω στην αποθήκη και ανοίγω τη ντουλάπα. Όλα είναι ανάκατα και σφηνωμένα βιαστικά μιας και η αναβλητικότητα του τελευταίου χρόνου, έχει αποτυπωθεί και εδώ. Ποτέ δε βρήκα το χρόνο να ταχτοποιήσω τη ντουλάπα, όπως δεν βρήκα το χρόνο να ταχτοποιήσω το μέσα μου. Η αλήθεια είναι πως το χρόνο δεν τον βρίσκεις, τον δημιουργείς. Κι εγώ πρέπει να δημιουργήσω χρόνο για μένα, γιατί αν μείνω κι άλλο να κοιτάζω τον ανεμόμυλο, η ζωή μου θα μείνει εσαεί σαν μια ντουλάπα που το περιεχόμενό της στο πρώτο άνοιγμα θα μου χυθεί στη μούρη και δεν θα ξέρω τι να το κάνω.

Στο πάνω ράφι, πίσω από κάτι κουτιά, που από τότε που έχω να τα ανοίξω δεν ξέρω καν τι περιέχουν, βρίσκω το μικρό βαλιτσάκι. Είναι γεμάτο σκόνες. Μα καλά δε χωράει και τίποτα εδώ μέσα. Κι όμως είναι ότι πρέπει. Σε αυτή τη μικρή αποσκευή θα βάλω μόνο τα τελείως απαραίτητα. Ποια να είναι αυτά; Ο ανεμόμυλος γυρίζει μπροστά στα μάτια μου.  Στέκομαι για λίγο ακίνητη με το βαλιτσάκι στα χέρια. Ύστερα το αφήνω κάτω και παίρνω το κουτί από το πάνω ράφι. Το ανοίγω και βλέπω φωτογραφίες. Τα πρόσωπα που έχω καταχωνιάσει στη ντουλάπα δεν υπάρχουν πια στη ζωή μου. Μέρη που ήθελα να επισκεφτώ. Σε κάποια πήγα, σε άλλα όχι. Χαμόγελα, βλέμματα, αγκαλιές, υποσχέσεις. Προσδοκίες θαμμένες μέσα σε χαρτονένια κουτιά με άρωμα λήθης.

Αυτά που θεώρησα απαραίτητα σήμερα 15 Ιουνίου 2016 τα έβαλα προσεκτικά στο βαλιτσάκι. Όταν το είχα αγοράσει, ήξερα ότι είναι μικρό και ότι πιθανότατα δε θα χρησιμεύσει για τη μεταφορά πραγμάτων. Το πήρα από ένα παλαιοπωλείο στο μοναστηράκι για να το στολίσω στο δωμάτιο μου. Είναι καφέ δερμάτινο, με μεταλλικές λεπτομέρειες. Αν ήταν λίγο λεπτότερο θα έμοιαζε πιο πολύ με χαρτοφύλακα κάποιου δικηγόρου ή Ακαδημαϊκού. Για πολύ καιρό μέχρι να πάρω βιβλιοθήκη το είχα σε μια γωνιά στο δωμάτιο μου ανοιχτό και έβαζα τα αγαπημένα μου βιβλία μέσα. Ένιωθα ότι τους άξιζε να ταξιδεύουν συμβολικά, όπως με ταξίδευαν κι αυτά κάθε βράδυ. Κάποια στιγμή τα βιβλία δε χωρούσαν πια και μια βιτρίνα έκλεψε τη θέση της ιδιότυπης βιβλιοθήκης που μέχρι να βρω τη νέα της θέση, ξεκουραζόταν στο πάνω ράφι της ντουλάπας.

Το τρένο θα έφευγε σε 20΄. Έχω μια αγάπη για τα τρένα. Θα ήθελα να διασχίσω την Ευρώπη με ένα. Κάθε μέρα και σε άλλη πόλη. Δύσκολο να φύγει από την πορεία του, οι ράγες το συγκρατούν σταθερά. Έχει κάτι που σε συνδέει με την παιδικότητά σου. Κάτι ασφαλές και περιπετειώδες ταυτόχρονα. Διάφοροι τίτλοι διασχίζουν τη σκέψη μου συνειρμικά, με την ταχύτητα των βαγονιών του τρένου που μόλις προσπέρασε το δικό μου. «Το τρένο της μεγάλης φυγής». «Τα τρένα που φύγαν». «Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές». «Το τρενάκι του τρόμου». Ποιος τίτλος άραγε ταιριάζει στο ταξίδι μου;

Κάθομαι στο παράθυρο. Έχω διαλέξει μια κουκέτα ήσυχη χωρίς κόσμο, ελπίζοντας ότι έτσι θα μείνει. Δεν έχω όρεξη για κουβέντες. Κατά ένα περίεργο τρόπο σχεδόν πάντα όταν ταξιδεύω κάθομαι δίπλα σε ομιλητικούς συνεπιβάτες που αρέσκονται σε ψιλή κουβέντα για να περάσει η ώρα τους. Εγώ, πες με μονόχνωτη, δεν θέλω να πιάνω κουβέντα για να περάσει η ώρα, θέλω να μιλάω μόνο με τον εαυτό μου, να συνομιλώ έστω με τους χαρακτήρες κάποιου βιβλίου που απαραίτητα θα έχω μαζί μου, ή να καταγράφω τις σκέψεις μου, σαν ένα ημερολόγιο ταξιδιού ας πούμε. Τα ταξίδια αποτελούν για μένα ένα είδος ψυχοθεραπείας. Σπάνια το καταφέρνω, εκτός κι αν είναι χειμώνας και οι μετακινήσεις περιορισμένες, οπότε λιγότερες οι πιθανότητες να έχει κόσμο. Αν και μου έχει συμβεί να είμαστε τρία άτομα όλα κι όλα σε μια αίθουσα πλοίου και το ένα από αυτά να έρθει να καθίσει δίπλα μου. Ίσως και να παραείμαι παράξενη τελικά. Αυτό που άλλος θα είχε εισπράξει ως τύχη, εγώ το μεταφράζω σε ατυχία…

Οι μηχανές δουλεύουν. Το τρένο αυξάνει σταδιακά ταχύτητα σαν δυσκίνητο θηρίο που ορμάει ξεφυσώντας να κυνηγήσει τη λεία του. Αναστενάζω, λίγο από αγωνία και λίγο από ανακούφιση. Δε με περιμένει κανείς στο τέρμα, αλλά δε με νοιάζει. Είναι ανάγκη να κάνω αυτό το ταξίδι μόνη μου. Δεν έχω πάει ποτέ στο σπίτι της θείας μου στο χωριό εδώ και τριάντα χρόνια. Δεν το έχω νιώσει ακόμα δικό μου. Με εξέπληξε η κίνησή της να μου το κληροδοτήσει, γιατί ήξερε ότι εγώ είμαι παιδί της πόλης. Εκεί μεγάλωσαν η θεία μου και η μαμά μου. Εκεί πηγαίναμε όταν ήμασταν παιδιά εγώ κι η αδερφή μου, συνήθως για τις διακοπές του Πάσχα. Δε μας άρεσε γιατί δεν ξέραμε κανέναν και το σπίτι ήταν αρκετά μακριά από το κεφαλοχώρι, με το μέσο όρο ηλικίας  στα πενήντα. Ως έφηβες στα μάτια μας φάνταζαν όλοι υπερήλικες. Γκρινιάζαμε τότε αλλά δεν περνούσαμε και άσχημα. Από εφηβική αντίδραση και μόνο δεν το παραδεχτήκαμε ποτέ στη μαμά.

Το σπίτι ήταν παραδοσιακό αγρόκτημα με αμπέλια, ελιές και στάβλους. Στην αυλή είχε μια τεράστια καρυδιά που τα κλαδιά της σχημάτιζαν μια φυσική ομπρέλα. Στον ίσκιο της τα μεσημέρια ξαπλώναμε εγώ κι η αδελφή μου και λέγαμε τα κουτσομπολιά των φιλενάδων μας. Πάνω που σκέφτομαι την εφηβεία μου ακούω κοριτσίστικα χάχανα. Γυρίζω να δω από πού ακούγονται. Δυο κορίτσια, γύρω στα δεκαπέντε κοιτάζουν τα κινητά τους και χαζογελάνε σχολιάζοντας. Φέρνω την εικόνα της καρυδιάς στο μυαλό μου και γελάω. Φαντάζομαι ότι σήμερα θα βγάζαμε σέλφι και θα σχολιάζαμε την αφόρητη βαρεμάρα μας με τους συγγενείς.

Πως περνάνε τα χρόνια… κλισέ χιλιοειπωμένο. Κάνεις απολογισμό και βλέπεις τα λάθη σου, τα απωθημένα σου, τις σχέσεις σου, τα όνειρά σου και σε πιάνει μια βαθιά μελαγχολία. Είναι αυτή η ζωή που ονειρεύτηκες; Δεν ήθελες γάμο, δεν ήθελες παιδιά. Ήθελες να έχεις την πολυτέλεια να φεύγεις. Από τι; Ήταν συνειδητή επιλογή η ελευθερία ή φόβος για δέσμευση; Μήπως φοβόσουν να μεγαλώσεις τελικά; Κουράστηκα να είμαι μόνη. Κουράστηκα να πετυχαίνω στόχους. Δε μου δίνουν πια καμιά ευχαρίστηση. Πως γίνεται να ξυπνάς μια μέρα και το σκηνικό να έχει αλλάξει τόσο; Νιώθω ότι με πήρε ο ύπνος σε μια παράσταση θεάτρου και το σκηνικό άλλαξε ερήμην μου. Σαν αυτό που προηγήθηκε και το έχασα να ήταν το κλειδί της υπόθεσης. Πρέπει να ξαναδώ το έργο από την αρχή. Να ενώσω τα κομμάτια, να βγάλω νόημα.

Φτάνω στο σταθμό. Παίρνω το βαλιτσάκι μου και κατεβαίνω σαν υπνωτισμένη με πορεία την πιάτσα των ταξί. Το χωριό έχει κι αυτό αλλάξει. Σύγχρονες καφετέριες και μαγαζιά παντού. Δίνω τις οδηγίες στον ταξιτζή και τον ρωτάω αν ξέρει κάποιο πρακτορείο ενοικιάσεων αυτοκινήτων. Σίγουρα θα μου χρειαστεί το δικό μου μέσο, όχι σήμερα αλλά τις επόμενες μέρες. Το ταξί με αφήνει σε ένα σουπερ μάρκετ για να πάρω δυο πράγματα ίσα για να βολευτώ για το πρώτο βράδυ.  Οι μέρες είναι μεγάλες τον Ιούνιο. Θα προλάβω να ανοίξω το σπίτι, να το αερίσω, να βρω που είναι το καθετί. Ο ταξιτζής με αφήνει στην αρχή του χωματόδρομου. Έχει στάση λεωφορείου στα διακόσια μέτρα μου λέει. Αυτή την περίοδο έχει λεωφορείο και το βράδυ. Μου δίνει το τηλέφωνό του σε περίπτωση που τον χρειαστώ. Τον συμπάθησα. Δε ρώτησε καμιά αδιάκριτη ερώτηση όπως ρωτάνε συνήθως οι ντόπιοι τους ξένους, όταν τους εντοπίσουν στα λημέρια τους. Το κράτησα αν και προς στιγμή είχα μπει στον πειρασμό να μην πάρω ούτε κινητό μαζί μου.

Το δρομάκι ήταν όλο αγριόχορτα. Από μακριά μπορούσα να δω την καρυδιά και η θέα της μου δημιούργησε μια αίσθηση γαλήνης. Το σπίτι ήταν όπως το θυμόμουν . Οι στάβλοι δεν υπήρχαν πια. Ούτε τα αμπέλια. Δεν υπήρχε κανείς να τα φροντίσει. Οι ελιές ήταν κι αυτές παραμελημένες. Με περιμένει σίγουρα πολύ δουλειά. Άνοιξα τα παράθυρα και έβγαλα έξω μια καρέκλα. Άναψα ένα τσιγάρο και ήπια λίγο νερό από το πλαστικό μπουκαλάκι. Μάλλον δεν ήταν και πολύ καλή ιδέα να έρθω κατευθείαν στο σπίτι, δεν είχε ούτε ρεύμα. Αποφάσισα να πάρω το βραδινό λεωφορείο και να μείνω μια νύχτα στο χωριό για να τακτοποιήσω ότι χρειαζόμουν πριν πάω στο σπίτι. Το πρωί το πρώτο που έπρεπε να γίνει ήταν αίτηση για να μου συνδέσουν το ρεύμα και να βρω μια γυναίκα για να με βοηθήσει στο καθάρισμα.

Το λεωφορείο δεν πέρασε κι ας περίμενα σχεδόν μια ώρα στη στάση. Πάνω που ετοιμαζόμουν να καλέσω τον συμπαθή οδηγό ταξί, το είδα να έρχεται. Κατέβηκα σε ένα κεντρικό σημείο και ρώτησα για δωμάτιο. Ευτυχώς υπήρχε ξενοδοχείο εκεί κοντά. Το νερό έπεσε σαν σωτηρία πάνω μου. Ένα μπάνιο ήταν ότι χρειαζόμουν. Τυλίχτηκα με το μπουρνούζι του ξενοδοχείου και βγήκα στο μπαλκόνι. Η βραδιά ήταν φθινοπωρινά δροσερή αν και αρχές καλοκαιριού. Ένα σιντριβάνι φωτισμένο έδινε μια όμορφη εικόνα στην πλατεία. Άνοιξα το βαλιτσάκι μου και έβγαλα το καινούριο τετράδιο με το σκληρό εξώφυλλο. Μια λευκή σελίδα περίμενε να υποδεχτεί τις σκέψεις μου.

17 Ιουνίου 2016
Πρώτη μέρα στο χωριό. Αισθάνομαι περίεργα… Δεν μπορώ να πω ότι χαίρομαι… νιώθω μια αγωνία. Κάτι καινούριο κυοφορείται και πρέπει να ετοιμαστώ να το υποδεχτώ. Ένας καινούριος εαυτός που πρέπει να τραφεί, να αγαπηθεί, να μάθει να περπατάει, να εξελιχθεί. Κι εγώ πρέπει να τον φροντίσω,  να τον πιάσω από το χέρι και να πορευτούμε μαζί στο νέο μας σπίτι…

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Μαρία Καλογεράκη –Βεζυριάνα
Η σχέση μου με τη γραφή ξεκίνησε κάπως τυχαία πριν τρία χρόνια, μέσα από μια ανάγκη να γνωρίσω πιο δημιουργικές πλευρές του εαυτού μου. Γράφω  κυρίως διηγήματα και παραμύθια και θα συνεχίσω να γράφω, όταν και όποτε μου το ζητάει η ψυχή μου. Ζω στη Χίο με τον σύζυγο και τον γιο μου. Μου αρέσει να ονειρεύομαι, να απολαμβάνω τη φύση και να γελάω με τα καλά αστεία.

ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ
Τα διηγήματα της Επιλογής που θα ακολουθήσουν τους επόμενους μήνες θα δημοσιευθούν με αυτή τη σειρά στις 15 και 30 κάθε μήνα: 

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ

Η απογοήτευση μου, η πίκρα μου, η ελπίδα μου – Μαρίνα Πλούμπη

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

Γράμμα στην Ελένη – Μαρία Κουρλή

Δυο φορτσέρια  μια ζωή– Μαρία Χασιώτη

ΜΑΡΤΙΟΣ

Η υπομονή και η παράνοια -Τασούλα Χαμπή

Η Ιθάκη μου  – Τάσος Μπογιάρης

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Νavy blue αποσκευή –Άννα Κωνσταντίνου

Οι πλεξούδες της Αφροδίτης – Ευγενία Ασλανίδου

ΜΑΙΟΣ

Αμετανόητος – Στέλλα Δέδε

Ο κόσμος τούτος ανήκει στα πουλιά – Παναγιώτα Φωτεινοπούλου

ΙΟΥΝΙΟΣ

Σκιά στο σκοτάδι – Ολυμπία Σφυρή

Αυτά που με κάνουν να είμαι ο εαυτός μου – Αγγελική Μανίτη

ΙΟΥΛΙΟΣ

Φωτογραφίες από εκδρομές – Απόστολος Τουρτούρης

Ταξίδι προς το φως – Μαριλή Πάτουχα

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Ταξίδι δίχως αποσκευές- Αθανασία Κακαλή

Αποχαιρετισμός στην παιδική χαρά – Γιώργος Γιώτσας

Advertisements