Επιλογή: Η απογοήτευση μου, η πίκρα μου, η ελπίδα μου της Μαρίνας Πλούμπη

Η επιλογή παρουσιάζει τα διηγήματα του 8ου διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος eyelands (ελληνικό τμήμα) που επιλέχτηκαν για δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό eyelands. Η δημοσίευση αρχίζει κάθε χρόνο τον Οκτώβριο και ολοκληρώνεται λίγο πριν ανακοινωθούν τα αποτελέσματα του επόμενου διαγωνισμού. Το θέμα του 8ου διαγωνισμού ήταν: ‘’Αποσκευές’’. Το διήγημα το οποίο έχει σειρά είναι:

επιλογή αφίσαΗ απογοήτευση μου, η πίκρα μου, η ελπίδα μου
της  Μαρίνας Πλούμπη 

Σεπτέμβριος 2017/ Αεροδρόμιο Αθηνών Ελευθέριος Βενιζέλος

Χαράματα και το αεροδρόμιο ήδη έσφυζε από ζωή.  Όλοι κινούνταν γρήγορα στους διαδρόμους, με τα ροδάκια από τις βαλίτσες τους να σέρνονται πάνω στο λευκό μάρμαρο και να βγάζουν το γνωστό μακρόσυρτο θόρυβο. Ο Γιώργος είχε ήδη παραδώσει τις βαλίτσες του και είχε περάσει τον έλεγχο διαβατηρίων και χειραποσκευών. Οι δικές του αποσκευές ήταν γεμάτες από απογοήτευση, πίκρα και ελπίδα. Με σκυμμένο το κεφάλι, είχε σωριαστεί στην πρώτη καρέκλα που βρήκε μπροστά του, χωρίς να μπορεί να ελέγξει τα πόδια του. Το σώμα του έτρεμε. Η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα και τόσο δυνατά που νόμιζε ότι την άκουγε.  Οι φλέβες στα μηνίγγια του είχαν πεταχτεί. Το πρόσωπό του καιγόταν και ήταν σίγουρος πως,ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του, τα μαγουλά του είχαν κοκινήσει. Όλο του το είναι ήθελε να ουρλιάξει. Η ψυχή του έκλαιγε με λυγμούς. Γύρισε ενστικτωδώς το κεφάλι προς τον έλεγχο διαβατηρίων και είδε τη μάνα του. Φορούσε τα γυαλιά ηλίου της και είχε την παλάμη ακουμπισμένη στο στόμα της. Δεν ήθελε πολύ ο Γιώργος να καταλάβει πως η μάνα του έκλαιγε και με τη σκέψη αυτή το δάκρυ του κύλισε στο μάγουλο του, τον δρόσισε στη διαδρομή και κατέληξε στο έδαφος. Ρούφηξε τη μύτη του και σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα ενώ ταυτόχρονα σήκωσε το χέρι του και τη χαιρέτησε από μακριά. Πριν καν δει την αντίδραση της,έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε γρήγορα από το σημείο. Δεν άντεχε άλλο ούτε αυτός και σίγουρα ούτε και εκείνη. Κατευθύνθηκε προς την πύλη αναχώρησης του και όταν έφτασε κάθισε σε μια από τις καρέκλες ατενίζοντας το κενό.  Γύρισε το κεφάλι του και το βλέμμα του έπεσε πάνω σε έναν άντρα συνομήλικο του, με το ίδιο σκυθρωπό βλέμμα. Θα έβαζε στοίχημα εκείνη την ώρα ότι οι δύοτους,σκέφτονταν το ίδιο πράγμα. Πως έφτασα ως εδώ. Έκλεισε τα μάτια του και ταξίδεψε πίσω, στην όμορφη Αθήνα του, που ως την τελευταία στιγμή δεν ήθελε να εγκαταλείψει, στην οικογένεια του, στο κορίτσι του. Τα δάκρυα τώρα κυλούσαν καυτά στα μαγουλά του και εκείνος δεν έκανε καμία κίνηση για να τα κρύψει.

*

2008

Είχαν περάσει τρία χρόνια που αποφοίτησε με άριστα από το Πανεπιστήμιο του Βόλου ως μηχανολόγος μηχανικός. Αμέσως κατατάχτηκε στο στρατό. Ήθελε να έχει κλείσει όλες τις εκκρεμότητες πριν βρει δουλειά. Κάθε μέρα κοιτούσε τις αγγελίες και είχε στείλει βιογραφικό σε εταιρείες, είτε ζητούσαν υπαλλήλους είτε όχι. Τίποτα. Καμία απάντηση. Ήξερε ότι χωρίς προϋπηρεσία δεν υπήρχε περίπτωση να τον προσλάβουν. Τι ειρωνικό σκεφτόταν,πως να αποκτήσω προϋπηρεσία αφού όλοι ζητούν υπαλλήλους με προϋπηρεσία. Μάλιστα είχε πάει ο ίδιος στα γραφεία κάποιας εταιρείας και είχε αφήσει το βιογραφικό του στη γραμματεία.Τους είχε εξηγήσει ότι ακόμα και το πόστο για τις φωτοτυπίες μπορούσε να αναλάβει. Από κάπου έπρεπε να ξεκινήσει. Τίποτα και πάλι. Στο μεταξύ είχε βρει δουλειά σε μία καφετέρια και έβγαζε το χαρτζιλίκι του. Αφού δεν υπήρχε καμία ανταπόκριση για δουλειά στον τομέα του, άρχισε να ψάχνει όλες τις αγγελίεςανεξαρτήτως ειδικότητας.Όταν παρατήρησε ότι υπήρχε μεγάλη ζήτηση για βοηθούς φαρμακοποιού, δε του πήρε πολύ χρόνο για να το αποφασίσει. Έψαξε ποιεςδημόσιες σχολές υπήρχαν στην Αθήνα, γιατί για ιδιωτική ούτε λόγος αφού χρήματα δεν υπήρχαν και κατέθεσε τα χαρτιά του. Το Σεπτέμβριο πέρασε την πόρτα του Εσπερινού Επαγγελματικού Λυκείου της Νέας Φιλαδέλφειας. Ήταν επίσημα μαθητής του τμήματος «Βοηθός Φαρμακοποιού». Δυο χρόνια σκέφτηκε ακόμα στα θρανία και μετά δουλειά με σταθερό μισθό και ασφάλεια.  Οι φίλοι του δεν μπορούσαν να συμμεριστούν την απόφαση του. Τους ήταν αδιανόητο ένας πτυχιούχος με άριστα, του οποίου μάλιστα η πτυχιακή είχε μπει ως πρότυπο στηβιβλιοθήκη της σχολής του, να παρακολουθεί μαθήματα για βοηθός φαρμακοποιού σε ένα νυχτερινό λύκειο. Ο Γιώργος δε τους κρατούσε κακία, ήξερε ότι δεν μπορούσαν να τον καταλάβουν. Οι περισσότεροι από αυτούς είτε είχαν στρωμένες δουλειές από τους γονείς τους, είτε ήταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από εκείνον. Από τη φύση του ανυπόμονος δεν περίμενε να τελειώσει τη σχολή. Πριν γραφτεί στο δεύτερο έτος πήγε σε όλα τα φαρμακεία της γειτονιάς του στα Πετράλωνα και άφησε βιογραφικό. Το τηλεφώνημα ήρθε μετά από μία εβδομάδα. Ο ιδιοκτήτης ενός φαρμακείου έψαχνε έναν βοηθό, ανειδίκευτο μάλιστα φοιτητή, για το καλοκαίρι. Ο Γιώργος έξυπνος και εύστροφος από τη φύση του, όταν έστελνε τα βιογραφικά το είχε προβλέψει. Όλο και κάποιος θα χρειαζόταν ένα επιπλέον άτομο στο φαρμακείο του την περίοδο των καλοκαιρινών αδειών. Όχι μόνο προσελήφθη, αλλά μετά από δύο μήνες έγινε μόνιμος υπάλληλος μιας και ο ιδιοκτήτης τον συμπάθησε. Ήταν εύθυμος, ευγενικός με τους πελάτες και φιλότιμος. Μέχρι να τελειώσει τη σχολή δούλευε λιγότερες ώρες και έπειτα με το πτυχίο στα χέρια κέρδισε με την αξία του πλήρες ωράριο και κανονικό μισθό. Για πρώτη φορά επέτρεψε στον εαυτό του να ονειρευτεί. Στην καφετέρια συνέχισε να δουλεύει μόνο τα Σάββατα, αφού του πρόσφερε ένα επιπλέον χαρτζιλίκι,το οποίο και είχε ανάγκη μέχρι να ανεξαρτητοποιηθεί πλήρως. Έξι μήνες δούλευε και στις δύο δουλειές χωρίς να πάρει ανάσα. Τότε ήταν που πήρε το πρώτο του μεταχειρισμένο αυτοκίνητο. Λίγους μήνες μετά είχε μαζέψει τόσα χρήματα όσα χρειαζόταν για να νοικιάσει μια γκαρσονιέρα στα Καμίνια και να την εξοπλίσει με το απαραίτητο νοικοκυριό. Ήταν ευτυχισμένος και ας έμενε σε ένα δωμάτιο όλο και όλο, και ας μην είχε πολύ προσωπικό χρόνο, και ας μη του έφταναν τα χρήματα να κάνει ταξίδια. Βήμα βήμα τη φορά έτσι είχε μάθει.

*

2014

Πέντε χρόνια είχαν περάσει και ο Γιώργος είχε γίνει το δεξί χέρι του ιδιοκτήτη. Είχε μάθει τη δουλειά τόσο καλά που πίστευες πως ήταν φαρμακοποιός και όχι ένας απλός βοηθός. Ένα πρωινό το αφεντικό μπήκε σκυθρωπό μέσα. Εκείνος το παρατήρησε αλλά δεν έδωσε σημασία. Εκείνη την ημέρα το αφεντικό του ανακοίνωσε την περικοπή του μισθού του λόγω κρίσης. Συνοφρυώθηκε. Το ποσό δεν ήταν πολύ μεγάλο αλλά ήταν ακριβώς το περίσσευμα που έβαζε στην άκρη για ώρα ανάγκης. Δεν πτοήθηκε, μετάνιωσε όμως που είχε σταματήσει από καιρό να δουλεύει στην καφετέρια. Τώρα θα ήταν μια παραπάνω σιγουριά εκείνα τα μεροκάματα. Μείωσε τις εξόδους στη νυχτερινή Αθήνα και τις αποδράσεις τα Σαββατοκύριακα. Ευτυχώς η Θάλεια, η κοπέλα του, τον καταλάβαινε και εκείνος ένοιωθε ανακούφιση που μπορούσε να μοιραστεί μαζί της τις σκέψεις του και τις ανησυχίες του. Ήταν μαζί δυο χρόνια και είχε ήδη σκεφτεί να προχωρήσει τη σχέση τους στο επόμενο στάδιο. Αυτό της συγκατοίκησης και έπειτα του γάμου.Πολύ γρήγορα ήρθε η πρώτη περικοπή της σύνταξης του πατέρα του και το ίδιο καλοκαίρι ήρθε και η απόλυση της μητέρας του. Όλα στο όνομα της κρίσης.

2015

Η οικονομική του κατάσταση είχε χειροτερέψει. Πλήρωνε τις υποχρεώσεις του και βοηθούσε τους γονείς του, οι οποίοι ήταν σε άθλια οικονομική κατάσταση.Υπήρχαν μήνες που του περίσσευαν πέντε ευρώ στη τσέπη του ενώ μόλις είχε πληρωθεί. Πολλές ήταν οι φορές που έμπαινε στο τρένο να πάει στη δουλειά του χωρίς να έχει αγοράσει εισιτήριο γιατί δεν είχε χρήματα. Κάθε φορά που άνοιγαν οι πόρτες του βαγονιού φοβόταν μην τυχόν και έμπαινε κάποιος ελεγκτής. Αυτό που δεν μπορούσε να αντέξει ήταν η ντροπή. Ποιος θα τον πίστευε ότι δεν είχε χρήματα να πάρει ένα εισιτήριο; Με τη Θάλεια έπαψαν να συναντιούνται έξω. Η διασκέδαση τους ήταν πια μόνο εντός σπιτιού. Είχε φτάσει ο Δεκέμβριος και ήταν η πρώτη φορά, που το αφεντικό δεν του είχε καταθέσει στην ώρα του το δώρο των Χριστουγέννων. Αυτόν τον επιπλέον μισθό των υπαλλήλων, που όλοι τον περιμένουν πως και πως, για να πληρώσουν υποχρεώσεις και να αγοράσουν δώρα.Το περίμενε και εκείνος σα χέρι βοηθείας, καθώς είχε να πληρώσει τόσο τις δικές του υποχρεώσεις όσο και των γονιών του. Οι οικονομίες του είχαν σχεδόν εξαντληθεί. Στις 29 Δεκεμβρίου αποφάσισε να μιλήσει στο αφεντικό. Η απάντηση του τον χλόμιασε. Το δώρο και ο επόμενος μισθός θα καθυστερούσε κάποιες μέρες. Αόριστα. Κάποιες μέρες. Εκείνος όμως δε δούλευε αόριστα. Δούλευε επαγγελματικά και τυπικά. Ήταν άσχημα εκείνα τα Χριστούγεννα. Δανείστηκε από φίλους να πληρώσει τις υποχρεώσεις του και ο καινούριος χρόνος τον βρήκε στο πατρικό του, τυλιγμένο με μια κουβέρτα στο καναπέ, μιας και θέρμανση δεν υπήρχε.

2016

Μαζί με το νέο έτος, εκτός από τις καθυστερήσεις στο μισθό, ήρθε ακόμα μια περικοπή. Τελικός μισθός εξακόσια ογδόντα ευρώ. Ήταν αδύνατο να ανταπεξέλθει οικονομικά. Δε μπορούσε να πληρώνει το ενοίκιο, το αυτοκίνητο, το ρεύμα, το τηλέφωνο και να βοηθάει και τους γονείς του. Αποφάσισε να ξενοικιάσει το σπίτι του και να επιστρέψει στο πατρικό του. Πούλησε όλα τα έπιπλα και τις ηλεκτρικές συσκευές και με τα χρήματα ξόφλησε λογαριασμούς των γονιών του. Τη στιγμή που έμπαινε ξανά στο εφηβικό του δωμάτιο το στομάχι του σφίχτηκε. Ένας αναστεναγμός συνόδευε το κάθε ρούχο που ξανά κρεμιόταν στη ντουλάπα.  Το μόνο καλό ήταν ότι μπορούσε έστω και με αυτόν τον υποτυπώδη μισθό να βοηθάει τους γονείς του. Όσο καλοί και διακριτικοί και αν ήταν, του ήταν πολύ δύσκολο να μένει πολύ ώρα στο σπίτι μαζί τους. Ήταν τριάντα τριών χρονών και ήθελε το δικό του σπίτι. Με τη Θάλεια δε βλεπόντουσαν πια τόσο συχνά. Δεν ήξερε τι να της πει και πως να την αντιμετωπίσει. Ήθελε να κάνει σχέδια μαζί της και δε μπορούσε. Κάθε φορά που την έβλεπε στεναχωριόταν. Ακόμα και να της εξομολογούνταν αυτό που ήθελε, πως μπορούσε να το κάνει πράξη; Οι συνθήκες ήταν δύσκολες και δεν υπήρχε καμία βάση. Επιπλέον το πρώτο μέλημα του τώρα ήταν να βρει μια πιο προσοδοφόρα δουλειά. Το μόνο σταθερό εισόδημα στο σπίτι ήταν ο μισθός του και η σύνταξη του πατέρα του,η οποία είχε φτάσει με τις περικοπές μόλις στα τετρακόσια ογδόντα ευρώ. Κάθε φορά που το σκεφτόταν κουνούσε το κεφάλι του αποδοκιμαστικά. Του ήταν αδιανόητο ένας άνθρωπος σαν τον πατέρα του, που είχε δουλέψει σαράντα χρόνια, να φτάσει στο σημείο να μην μπορεί να πληρώσει με τη σύνταξη του ούτε τα στοιχειώδη. Απέφευγε σαν το διάολο το λιβάνι να ανοίξει τέτοιου είδους συζητήσεις στο σπίτι. Έβλεπε τους γονείς του να είναι στα πρόθυρα της κατάθλιψης και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να κρατήσει τις ισορροπίες.  Ο αδερφός του, φοιτητής καθώς ήταν, βοηθούσε οικονομικά και εκείνος όσο μπορούσε με κάποια μεροκάματα που έκανε σε καφετέρια, ενώ η μητέρα του πήγαινε και καθάριζε γραφεία.

15 Ιουλίου  2016

Ήταν η μέρα που ο εργοδότης του τον απέλυσε. Η κρίση του είπε. Ήταν η πρώτη φορά που μπήκε στο τρένο και δεν τον ένοιαζε αν θα τον έπιαναν χωρίς εισιτήριο. Ήταν η πρώτη φορά που δεν ένοιωθε ούτε τύψεις, ούτε ντροπή, για αυτή του την πράξη.Άλλος πρέπει να ντρέπεται σκέφτηκε. Στους γονείς του δε το είπε αμέσως. Δεν ήθελε να τους ταράξει.Πρώτα έπρεπε να σκεφτεί ένα πλάνο έτσι ώστε να μπορέσει, όσο ήταν δυνατόν, να τους καθησυχάσει. Κάθε πρωί, για μια εβδομάδα ξυπνούσε, ετοιμαζόταν και έκανε πως φεύγει για δουλειά.Μέχρι το μεσημέρι γυρνούσε στους δρόμους της Αθήνας. Θλιμμένος, απογοητευμένος, προβληματισμένος, φοβισμένος. Γράφτηκε στο ταμείο ανεργίας.Τριακόσια εξήντα ευρώ τον ενημέρωσε ο υπάλληλος και ο Γιώργος χαμογέλασε. Να είστε καλά,  καλύπτουν όλα τα έξοδα του μήνα είπε ειρωνικά και έφυγε. Στα τριάντα τρία του χρόνια με δύο πτυχία και μιλώντας άπταιστα δύο ξένες γλώσσες,  ήταν άνεργος και έμενε στο σπίτι των γονιών του. Ξαναέστειλε βιογραφικά παντού και περίμενε.

Μάρτιος 2017

Είχαν περάσει οχτώ μήνες και δεν είχε καμία ειδοποίηση για δουλειά. Το επίδομα από το ταμείο ανεργίας θα σταματούσε να του χορηγείται σε λίγους μήνεςκαι του έτρωγε τα σωθικά η ανασφάλεια. Η μόνη του διασκέδαση ήταν ένας καφές που έπινε με τα φιλαράκια του, τα οποία τις περισσότερες φορές του τον κερνούσαν. Με τη Θάλεια είχαν χωρίσει. Την αγαπούσε και το μόνο που είχε να της προσφέρει ήταν ένα τίποτα. Δεν είχε ιδέα πότε αυτό το τίποτα θα μετατρεπόταν έστω σε κάτι. Προτίμησε να μην έχει και αυτή την  έννοια στο μυαλό του, που μετατρεπόταν σε θλίψη και για τους δύο. Στη σκέψη του τώρα, ήταν μόνο η δουλειά και πως θα βρει λύση για το οικονομικό πρόβλημα της οικογένειάς του. Δεν υπήρχε χώρος για τίποτε άλλο. Δεν είχε καμία όρεξη ούτε για διασκέδαση, ούτε για σχεδίαση μελλοντικών πλάνων. Το μόνο μελλοντικό πλάνο ήταν πως θα «έβγαινε» ο μήνας. Ήθελε μόνο να περιτριγυρίζεται από φίλους, που ήξερε πως δε θα χρειαζόταν να πει ή να αναλύσει τίποτα για τη ζωή του. Αισθανόταν σαν κάποιος να τον έχει ευνουχίσει. Ένα πρωινό συνάντησε τυχαία στο τρένο έναν συμφοιτητή του από το πανεπιστήμιο στο Βόλο. Κατέληξαν να πίνουν καφέ σε κάποια από τις καφετέριες του Θησείου, όπου εκεί ο φίλος του ο Αλέξης του εξιστόρησε τη ζωή του τα τελευταία χρόνια. Η Ελλάδα τον είχε απογοητεύσει και έψαξε τη τύχη του αλλού. Η Σουηδία ήταν η δεύτερη πατρίδα του τώρα.Έμενε στη Στοκχόλμη και δούλευε σε μία εταιρεία με αντικείμενο τους εναλλακτικούς τρόπους ενέργειας. Στο άκουσμα αυτό ο Γιώργος σκίρτησε και μαζί πληγώθηκε. Θαύμασε τον φίλο του για το θάρρος του και τον ζήλεψε για τη ζωή του. Όταν ο Αλέξης του ανέφερε ότι η εταιρεία του, έψαχνε ανειδίκευτους υπαλλήλους και ότι αν ενδιαφερόταν θα τον έφερνε σε επαφή, δε το σκέφτηκε στιγμή. Μέσα σε τρεις μήνες πέρασε από τέσσερις συνεντεύξεις και μία γραπτή εξέταση μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή. Τον προσέλαβαν. Με τη βοήθεια του Αλέξη συγκέντρωσε όλα τα έγγραφα που χρειαζόταν. Ο φίλος του τον διαβεβαίωσε ότι μπορούσε να μείνει σπίτι του μέχρι να έβρισκε το δικό του.Πούλησε το αυτοκίνητο του έτσι ώστε να εξασφαλίσει τα πρώτα του έξοδα στην άγνωστη πόλη. Είχε ξανά βρει την αυτοπεποίθηση του, το χαμόγελο του, τον ανδρισμό του. Φρόντισε και συνάντησε τη Θάλεια και ήταν η πρώτη φορά που συγκινήθηκε. Της είπε να τον ακολουθήσει αλλά εκείνη αρνήθηκε. Δεν περίμενε κάτι διαφορετικό, όμως έπρεπε να προσπαθήσει. Ήξερε ότι αν οι συνθήκες ήταν αλλιώς, με τη Θάλεια θα περνούσε την υπόλοιπη ζωή του. Όμως τώρα όχι…

Σεπτέμβριος 2017/ Αεροδρόμιο Αθηνών Ελευθέριος Βενιζέλος

Είχε απορροφηθεί στις σκέψεις του με το κεφάλι σκυμμένο ανάμεσα στα χέρια του και δεν είχε καταλάβει ότι η πτήση του είχε ήδη ξεκινήσει την επιβίβαση. Η ουρά είχε σχηματιστεί και ένας-ένας οι επιβάτες έδειχναν το διαβατήριο τους και την κάρτα επιβίβασης στις αεροσυνοδούς. Μια κοπέλα πέρασε μπροστά του τόσο γρήγορα και απρόσεκτα που του έσπρωξε κατά λάθος το σακίδιο που είχε αφήσει στα πόδια του. Ήταν αρκετό για να τον βγάλει από τις σκέψεις του. Σήκωσε το κεφάλι του και την είδε να τρέχει προς την ουρά ζητώντας του παράλληλα συγνώμη. Σηκώθηκε σαν υπνωτισμένος. Έριξε στην πλάτη το σακίδιό του και έβγαλε από τη τσέπη του το διαβατήριο και την κάρτα επιβίβασης. Τα μάτια του έκαιγαν από το κλάμα.  Γιατί ρε πατρίδα;Ξεφύσησε κουνώντας το κεφάλι του.

Τελευταίος καθώς ήταν στην ουρά του βγήκε το παράπονο.Α ρε πατρίδα μονολόγησε. Όταν έφτασε η σειρά του ίσιωσε τους ώμους του και σήκωσε το κεφάλι. Πέρασε τον έλεγχο και κοντοστάθηκε. Γύρισε και κοίταξε. Όλα ήταν θολά. Τα δάκρυα είχαν κατακλύσει τα μάτια του. Α ρε πατρίδα. Δεν σου υπόσχομαι αλλά ελπίζω πως μια μέρα θα γυρίσω.

 

  • ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Μαρίνα Πλούμπη 

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι από εκείνους τους τυχερούς, που αυτό που σπούδασε – Τουριστικές Επιχειρήσεις – το είχε ήδη ερωτευθεί προτού καν μπει στη φοιτητική αίθουσα. Για 14 χρόνια δούλεψε σε μεγάλα τουριστικά γραφεία της Αθήνας ως τουριστικός πράκτορας με εξειδίκευση τη διοργάνωση συνεδρίων. Μέσω της δουλειάς της ταξίδεψε πολύ και γέμισε το καλάθι των αναμνήσεων, των εμπειριών και της έμπνευσης, καθώς το πάθος της είναι το διάβασμα και η συγγραφή. Μέσα στην τσάντα της υπάρχει πάντα ένα βιβλίο, ένα μολύβι και πολλές σημειώσεις σε χαρτάκια, μπλοκάκια και σημειωματάρια. Έκλεψε χρόνο από την καθημερινότητα της και φοίτησε 2 χρόνια «Λογοτεχνική Γραφή» σε ιδιωτική σχολή της Αθήνας, ενώ συνεχίζει έως και σήμερα σπουδές στον τομέα αυτό. Εδώ και κάποιους μήνες  αρθρογραφεί στο οικογενειακό ηλεκτρονικό περιοδικό “Familives Magazine” αλλά και στον ιστότοπο http://www.familives.gr . Προς το παρόν ζει στην Washington DC με τις μεγάλες αγάπες της ζωής της, την οικογένεια της

ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Τα διηγήματα της Επιλογής που θα ακολουθήσουν τους επόμενους μήνες θα δημοσιευθούν με αυτή τη σειρά στις 15 και 30 κάθε μήνα:

 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

Γράμμα στην Ελένη – Μαρία Κουρλή

Δυο φορτσέρια  μια ζωή– Μαρία Χασιώτη

ΜΑΡΤΙΟΣ

Η υπομονή και η παράνοια -Τασούλα Χαμπή

Η Ιθάκη μου  – Τάσος Μπογιάρης

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Νavy blue αποσκευή –Άννα Κωνσταντίνου

Οι πλεξούδες της Αφροδίτης – Ευγενία Ασλανίδου

ΜΑΙΟΣ

Αμετανόητος – Στέλλα Δέδε

Ο κόσμος τούτος ανήκει στα πουλιά – Παναγιώτα Φωτεινοπούλου

ΙΟΥΝΙΟΣ

Σκιά στο σκοτάδι – Ολυμπία Σφυρή

Αυτά που με κάνουν να είμαι ο εαυτός μου – Αγγελική Μανίτη

ΙΟΥΛΙΟΣ

Φωτογραφίες από εκδρομές – Απόστολος Τουρτούρης

Ταξίδι προς το φως – Μαριλή Πάτουχα

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Ταξίδι δίχως αποσκευές- Αθανασία Κακαλή

Αποχαιρετισμός στην παιδική χαρά – Γιώργος Γιώτσας

 

Advertisements