Επιλογή Eyelands: Γράμμα στην Ελένη της Μαρίας Κουρλή

Η επιλογή παρουσιάζει τα διηγήματα του 8ου διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος eyelands (ελληνικό τμήμα) που επιλέχτηκαν για δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό eyelands. Η δημοσίευση αρχίζει κάθε χρόνο τον Οκτώβριο και ολοκληρώνεται λίγο πριν ανακοινωθούν τα αποτελέσματα του επόμενου διαγωνισμού. Το θέμα του 8ου διαγωνισμού ήταν: ‘’Αποσκευές’’. Το διήγημα το οποίο έχει σειρά είναι:

επιλογή αφίσα Γράμμα στην Ελένη
της Μαρία Κουρλή

Δεκατρείς Μαϊου, του σωτήριου έτους δύο χιλιάδες ένα,

Αγαπημένη μου,

αυτό είναι ίσως και το τελευταίο γράμμα που σου γράφω. Ποιος να ξέρει; Στα μάτια μου τα σύννεφα έχουν αποκλείσει τον καθαρό ορίζοντα. Τώρα δεν μπορώ να ατενίζω το μακρινό ούτε με τα μάτια, ούτε με τη ψυχή μου. Όλα τα όνειρα που έτρεχαν ως πρότινος μπροστά, τώρα με έναν ακαθόριστο τρόπο ξετυλίγονται προς τα πίσω, σε όσα έζησα, σε όσα δεν μπόρεσα, σε όσα δεν πρόλαβα… Σε όλα εκείνα που δεν καταφέραμε και που τώρα, αγαπημένη, πως να το πεις, είναι πια αργά.

Θυμάμαι, ονειρεύομαι, με μάτια κλειστά που κοιτούν προς τα μέσα. Αναπόφευκτος μοιάζει ο απολογισμός. Και αυτό το αναπόδραστό μιας συνήθειας ερεβώδους που μου γυρίζει το μέσα έξω και με αποσυνθέτει αργά αργά μέχρι να φτάσω στο μηδενισμό. Στο απόλυτο ένα θα σταθώ, στο πρώτο εκείνο στοιχείο που ξεκίνησα να είμαι σαν γεννήθηκα και που πάνω του άρχισαν να διαφοροποιούνται, να πολλαπλασιάζονται όλα τα υπόλοιπα στοιχεία μου. Κάπως έτσι έγινα αυτό που πολλοί  αποκαλούν μία πολυσχεδής προσωπικότητα.

Θυμάσαι τότε; Στις αρχές ακόμη εκείνης της διαιρέσεως, καθώς παιδιά στέκαμε νυστικά μπροστά στις ορδές ανθρώπων που ξυλώνονταν από τους τόπους τους και έφταναν στα χώματά μας; Περπατούσαν με ένα μικρό μπογαλάκι στον ώμο και με δυο τρία παιδιά τριγύρω να κλαιν βρώμικα από τις σκόνες, τα δάκρυα και τα χώματα που πατούσαν και που αγκάλιαζαν σαν έπεφταν κατάκοπα.

Θυμάσαι; Εκείνο το «σωτήριο» έτος χίλια ενιακόσια είκοσι δύο. Πέντε χρονών εγώ τέσσερα εσύ στεκόμασταν μέσα στις αυλές των γειτονικών μας κήπων, κρυμένοι μέσα στις τριανταφυλλιές και προσπαθούσαμε να καταλάβουμε γιατί έκλαιγαν εκείνα τα παιδιά, γιατί δε μας γελούσαν σαν διασταυρώνονταν τα βλέμματά μας. Περάσαν χρόνια για να καταλάβω. Χρόνια δύσκολα και χρόνια φτωχά. Άδειες οι κοιλιές τουμπάνιαζαν από περίεργες ασθένειες και από μικρόβια που ο πλανόδιος γιατρός διέγνωνε πάνω μας με μάτια γυάλινα, καθώς δεν είχαμε φάρμακα στο χωριό και ήξερε πως η ζωή μας συχνά παιζόταν κορόνα γράμματα.

Θυμάσαι; Ευτυχώς υπήρχε η μάνα μας. Το σταύρωμα και το ξεμάτιασμα της ήταν ίσως η μόνη σωτηρία. Σαν σήκωνε το χέρι και ψιθύριζε εκείνα τα λόγια που ποτέ δεν κατάλαβα, αν ήταν προσευχή ή μοιρολόι ήξερα πως την επομένη θα έτρεχα ξανά στους σκονισμένους δρόμους μαζί σου ελεύθερος, αλλά και δραπεύτης από τον αυστηρή εντολή της να μείνω στο κρεβάτι τουλάχιστον για μια ακόμη μέρα. Η πίστη της μάνας, η θεραπεία που αφειδώς μας έδινε μας θωράκιζε από κάθε αρρώστια και από κάθε καταστροφή. Θυμάσαι; Απορώ ακόμα πως τους καιρούς εκείνης της σφοδρής ανέχειας φύτρωναν στις αυλές μας τα φουντωμένα γεράνια και οι αναριχώμενες τριανταφυλλιές γεμάτες με κόκκινα και ροζ τριαντάφυλλα. Απορώ και με τη χαρά μας και με τα παιχνίδια που κάναμε και πως μας κόλλησε από τότε να ονομάζουμε κάθε χρόνο που περνούσε σωτήριο. Θυμάσαι τα σωτήρια έτη μας;

Οι επόμενοι χρόνοι θαμποί μέσα στο μυαλό μου. Μονάχα η αίσθηση μου έχει μείνει πως πεινούσαμε ακόμα, πως αμολιώμασταν στους γειτονικούς λόφους να μαζέψουμε άγρια χόρτα, για να τα βράσουν στο σπίτι. Κάποια στιγμή εξοπλίστηκα και με μια σφεντόνα και σαν ήμουν τυχερός κατάφερνα το ελάχιστο που μπορούσε κυνηγός. Ένα μικρό θήραμα που σου το πρόσφερα μιας και ήσουν πιο αδύνατη και πάντα κάπως πιο ψηλή. Το λίγο κρέας που τότε σου χάριζα, ίσως ήταν και εκείνο μαζί με την αγάπη της μάνας που σε κρατήσαν ζωντανή. Ποιος ξέρει; Στα μάτια μου έμοιαζες εύθραυστη και φοβόμουν, αγαπημένη, πόσο φοβόμουν μη σε χάσω! Μην έχεις τη μοίρα και εσύ από τόσα γειτονόπουλα που συνοδεύαμε στην τελευταία τους κατοικία χτυπημένα από ασθένειες που ο λιμός μας έφερνε.

Δεν ήξερα, αγαπημένη, πότε ένιωσα έρωτα για σένα. Παλιότερα νόμιζα πως απλά γεννήθηκα με αυτόν. Αλλά τα τελευταία χρόνια είναι μια εικόνα μέσα μου που με έχει παγηδεύσει, τρυπώνει στον ύπνο μου, δεσπόζει στον ξύπνιο και ναι πια δεν μοιάζει με ανάμνηση, δεν την αναπολώ αλλά την ονειρεύομαι έχοντας της παράλογη ελπίδα πως θα την ξαναζήσω.

Σε θυμάμαι θλιμμένη τη χρονιά που επιστράτευσαν τον πατέρα και τους τρεις αδερφούς σου να κόβεις από την τριανταφυλλιά κατακόκκινα άνθη και τα μαλλιά σου να μπλέκονται στα κλαδιά σαν χρυσαφιες, παραστρατημένες ηλιαχτίδες. Σε θυμάμαι να τα ξεμπλέκεις με υπομονή, να τινάζεσαι ελαφρά προς τα πίσω και μετά να φέρνεις στα χείλη σου το μεσαίο δάχτυλο, να ρουφάς μια κόκκινη σταγόνα. Το κόκκινο, αγαπημένη, εκείνης της εικόνας με σημαδεύει ακόμα. Το κόκκινο και το πάθος να σπάσω το φράγμα του χρόνου και να γυρίσω πίσω σε εκείνη τη στιγμή, να φύγω από το παράθυρο που σε κρυφοκοιτούσα να διασχύσω την αυλή μου και να μπω με φόρα στη δική σου. Να εισβάλω στο χώρο σου και να σε φιλήσω άγρια στο στόμα, να πάρω από τα χείλη σου εκείνη την κόκκινη σταγόνα και να την καταπιώ.

…………

Μια αδιαθεσία με κράτησε μακριά σου για μια βδομάδα. Μία από τις συνήθεις αρρυθμίες της καρδιάς, είπε ο γιατρός, και πως χρειάζεται να προσέχω τις συγκινήσεις. Η κόρη μου απόρρισε. Κανένα εξωτερικό γεγονός δεν της φάνηκε ικανό να μου φέρει συγκινήσεις. Ευτυχώς για μένα και για εκείνη δεν μπορεί να γνωρίζει όσα μέσα μου διαδραματίζονται και όσα μου προκαλούν ακόμη ρίγη. Ευτυχώς, γιατί οι κόρες σήμερα δεν είναι σαν τις μανάδες του τότε, δεν σε σταυρώνουν απλά με προσευχές για να καταφέρεις να ζήσεις, αλλά με αυστηρότητα αρχίζουν να σου απαγορεύουν.

Μα πως να ζήσεις όταν σου απαγορεύουν; Δεν έμαθα πως ζει κάποιος σε τέτοια σκλαβιά και τώρα αυτό μου γεννά ερωτήματα. Πέρασα μαζί σου κατοχές άλλες, μα ως τα ογδονταπέντε μου διατήρησα ένα πνεύμα ελεύθερο. Το ίδιο λέω θά έχω ως την τελευταία ανάσα που θα πάρω και που διαισθάνομαι πως βρίσκομαι κοντά της.

Σου μίλησα τις άλλες για εκείνη την εικόνα σου μα δε σου τα είπα όλα. Δεν σου είπα τι σήμαινε για μένα αυτό που έβλεπα. Θα φαινόμουν στα μάτια σου πολύ ριχός αν μονάχα είχα θαυμάσει την ομορφιά σου, αν μόνο αυτό το στοιχείο διέγειρε το πάθος μέσα μου. Μα δεν είναι έτσι και νομίζω πως το ξέρεις. Τη σύνδεση θαύμαζα που είχες με όσα σε περιέβαλλαν, πως μπορούσες να αγαπάς, να φροντίζεις και το πιο ταπεινό δημιούργημα παρ’ όλη τη δυστυχία που είχε πέσει στα σπίτια μας. Σε θυμάμαι καθαρά σαν να ήταν χθες και σαν τα ασθενικά μου μάτια να μην μπορούν να θολώσουν την εικόνα, να ανοίγεις μια μικρή λακκούβα στην άκρη του κήπου δίπλα στη τριανταφυλλιά και να θάβεις εκεί τα μαραμένα τριαντάφυλλα που έβγαζες από το βάζο. Σε θυμάμαι να τα επιστρέφεις στο χώμα και μετά να παίρνεις το μικρό μαχαιράκι και να φτιάχνεις το καινούργιο σου μπουκέτο.

Θυμάσαι; Θυμάσαι που σε ρώτησα λίγες μέρες αργότερα ξεπερνώντας τη συστολή μου γιατί το έκανες. Θυμάσαι τι μου απάντησες;

Καθόμασταν οι δυο μας κάτω από τη βελανιδιά στο νοικιασμένο χωράφι κι ήταν τότε πως να το ξεχάσω, το σωτήριο έτος χίλια ενιακόσια σαράντα δύο. Εικσιτέσσερα εσύ και εγώ εικοσιπέντε, κρυφά αφοσιωμένος στην αγάπη μας. Θυμάσαι τι απάντησες; Θυμάσαι; Κούνησες τους ώμους αδιάφορα, από το βλέμμα σου δεν έφυγε ούτε για λίγο η θλίψη και είπες απλά «έτσι». Δε σε ρώτησα ξανά.

Στον πόλεμο τότε χάσαμε αδέρφια και στον εμφύλιο μετά χάθηκαν και οι  πατέρες μας. Φιλήσυχοι άνθρωποι μα βρέθηκαν εκεί που δεν έπρεπε. Σε έβλεπα να βουτάς στη θλίψη, στη σιωπή σου και δεν είχα τρόπο να σε βγάλω. Τα μάτια σου αυθάδικα μου δήλωναν τι ήμουν για σένα, ένα αποκούμπι, ένα απάγκιο. Το ελάττωμα στο δεξί μου πόδι που με έκανε να κουτσαίνω από τα δεκαεπτά μου μας προφύλαξε. Φύλαξε την αγάπη μας. Μου επέτρεψε να είμαι δίπλα σου, να σε στηρίζω με την αφοσίωσή μου. Αλήθεια τα θυμάσαι όλα αυτά;

Εδώ και χρόνια πιάνω τον εαυτό μου να αναρωτιέται ήταν ευλογία ή κατάρα η δυσκολία του ποδιού μου; Με προφύλαξε από πολλά δεινά αλλά με έκανε να νιώθω από κει και πέρα τόσο λίγος για σένα. Πως να ομολογούσα τον έρωτα που έτρεφα για τα κατάμαυρα μάτια σου που σαν κάρφωνες πάνω μου αναριγούσα; Φοβόμουν, πως θα ήμουν ιερόσυλος αν ύψωνα τα μάτια μου σε κάτι τόσο άσπιλο, όπως ήσουν εσύ.

Αργήσαμε και οι δύο να παντρευτούμε. Γιατί; Γιατί δεν σκέφτηκα τότε πως περίμενες εμένα; Πως με ομηρική υπομονή καρτερούσες να βρω το θάρρος. Στα εικοσιοκτώ σου ο μεσαίος αδερφός που γλίτωσε από τον πόλεμο σε συνόδευσε στην εκκλησία. Η μητέρα σου στα μαύρα ακολούθησε τη σεμνή τελετή πιασμένη από τη δική μου. Θυμάμαι πως δεν γελούσες, πως ήσουν ακόμα θλιμμένη. Και πως σε είδα μονάχα να βγαίνεις από την πόρτα του χαμηλού σπιτιού σου. Προφασίστηκα ασθένεια και δεν ήθρα στο γάμο, μόνο από το παράθυρο σε είδα νύφη, από εκείνο το ίδιο που λίγα χρόνια πριν σε καμάρωσα να ρουφάς την κόκκινη σταγόνα.

Και κάπου εκεί οι δρόμοι μας χωρίσαν. Σε ξέχασα αρπαγμένος στις δυσκολίες της ζωής μου. Μετά τα τριάντα παντρεύτηκα και εγώ μια γυναίκα που εκτίμησα τον ήσυχο χαρακτήρα της. Μονάχα τώρα ξέρω γιατί εκείνη και γιατί όχι κάποια άλλη. Ήταν γιατί με γαλήνευε η ηρεμία της και γιατί δεν μου ζήτησε ποτέ να την αγαπήσω. Τη σεβάστηκα όμως και την εκτίμησα. Της στάθηκα και στάθηκα δίπλα στα παιδιά μας. Δούλεψα χωρίς παράπονο από τη ζωή μου και κάθε μέρα έκανα σταυρό που στα παιδιά μου δεν έλειψε ψωμί, παπούτσι, ρούχο ζεστό και στεγνό κρεβάτι. Παντρεύτηκαν και αυτά και φύγαν από τη φωλιά μας, μετά έφυγε και η γυναίκα μου κάπου στα χίλια ενιακόσια ενενήντα από αυτήν τη μοντέρνα αρρώστια που τότε δεν ξέραμε και που τώρα ονομάζουμε κακιά. Δεν έκλαψα στην κηδεία, μα η απώλεια της ανακάτεψε μέσα μου όλο το παρελθόν. Με πόνεσε που έχασα την ασφάλεια της συνήθειας που είχα φτιάξει μαζί της.

Και τότε, αγαπημένη, στα εβδομήντα τρία μου χρόνια σε είδα ξανά να διασχίζεις το δρόμο, με ένα ελαφίσιο περπάτημα που μου τράβηξε την προσοχή. Δεν ξέρω από τι σε αναγνώρισα. Τα ξανθά μακριά μαλλιά ήταν πια λευκά και κομμένα κοντά, αλλά γκαρσόν που λέγαμε τότε. Τα μάτια είχαν χάσει τη γυαλάδα, μα ήταν τα ίδια μαύρα μάτια που με κοιτούσαν θλιμμένα, τα μάτια που σκάλωσαν σαν άγκυρα μέσα μου και που μου έδωσαν ταυτότητα και μνήμη. Ήταν τα μάτια σου. Από τα μάτια σε αναγνώρισα αγαπημένη!

Σε πήρα στο κατόπι, βιώνοντας και την πρώτη καρδιακή μου αρυθμία, έτσι την ονόμασε ο οικογενειακός γιατρός, αγνοώντας από αφοσίωση στην ιατρική τη φύση του έρωτα. Σε ακολούθησα και σε περίμενα να ψωνίσεις στο μανάβη και μετά στο ψαράδικο της γωνίας που αγόραζα και εγώ ψάρια. Μα ήταν δυνατόν; Ζούσες τόσο κοντά μου; Συνέχισες το δρόμο σου μερικά τετράγωνα, μέχρι που σταμάτησες μπροστά από ένα δυόροφο. Άνοιξες την τσάντα σου ψάχνοντας μέσα κάτι. Με συγκίνηση είδα στο μικρό κήπο της αυλής φυτεμμένες τριανταφυλλιές και με σφοδρότητα με χτύπησε η παλιά σου εικόνα να ρουφάς μια σταγόνα κόκκινο αίμα.

«Ελένη», ψιθύρισα επιδεινώνοντας την καρδιακή μου αρρυθμία. Πως μου ήρθε το Ελένη! Όλοι στο χωριό σε φωνάζαμε Λενιώ. Μα ίσως το όνομα «Ελένη» να το συνδύασα με την ακαταμάχητη γυναικεία γοητεία που ενέπνευσε και τον Όμηρο με δεκαπέντε χιλιάδες εξακόσιους ογδόντα εννιά στίχους.

Γύρισες ανυποψίαστη το βλέμμα σου πάνω μου και πάγωσες. Δεν με είδες να βαδίζω, δεν αναγνώρισες πάνω μου το παλιό κουσούρι του ποδιού, αλλά εμένα, με το πρώτο βλέμμα που μου έριξες. Συγκινήθηκα από την αντίδρασή σου ρισκάροντας ίσως ένα καρδιακό επεισόδιο, κατά τον αφοσιωμένο στον Ιπποκράτη, γιατρό. Μα δεν με ένοιαζε εκείνη τη στιγμή και να έβρισκα το θάνατο, έχοντας για τελευταία εικόνα το έκπληκτο βλέμμα σου.

Πλησίασες, «Γιάννη μου», με ρώτησες σηκώνοντας παράλληλα το αδύνατο χέρι για να το ακουμπήσεις στο μάγουλό μου.

«Τι κάνει η μάνα σου, Ελένη, ζει;»  Ήταν το πρώτο που σε ρώτησα. Πως μου ήρθε αλήθεια; Θαρρείς να είχε πια σημασία. Θαρρείς και ήταν πιθανό η μάνα εκείνη να διανύει τα εκατό της χρόνια.

«Όχι Γιάννη μου, πάνε χρόνοι».

«Και που είσαι τώρα;» Συνέχισα εννοώντας, ποιος σε φροντίζει τώρα που έλειπε και η μάνα από τη ζωή σου και εγώ.

«Να εδώ», είπες και σίγουρα δεν είναι η ιδέα μου πως το χέρι σου έδειξε τις τριανταφυλλιές και όχι την είσοδο.

«Και εγώ μένω λίγο πιο κάτω», απάντησα μη ξέροντας τι άλλο να πω.

Μείναμε έτσι να κοιτιόμαστε αμήχανοι και διψασμένοι ο ένας για την εικόνα του άλλου και μετά, καθώς στον άντρα μένει να πάρει τούτες τις αποφάσεις, σήκωσα το καπέλο μου σε έναν χαιρετισμό και έφυγα.

Δεν ξαναμιλήσαμε, Ελένη μου, πολλές φορές προσπάθησα να σου χτυπήσω την πόρτα, μα ο παλιός φόβος πως υψώνοντας πάνω σου τα μάτια μου θα σπίλωνα το αμόλευτο με κρατήσαν πίσω.

Και τώρα που η αναπόδραστη συνήθεια να ξύνω από μέσα μου τα κατακάθια μιας ζωής και να προκαλώ τις καρδικές αρρυθμίες φτάνει στο τέλος της, τώρα ξέρω, μπορώ με βεβαιότητα να εξηγήσω εκείνο το «έτσι» που απάντησες σαν ρώτησα γιατί θάβεις τα τριαντάφυλλα. Ξέρω πως ήσουν όλη σου τη ζωή υποταγμένη στην ομορφιά του κόσμου, πως την υπηρετούσες αγόγγιστα και τυφλά. Με χαρά δεχόσουν τα δώρα που σου έδινε, τα λουλούδια, τα παιχνίδια, τα γέλια, την αγάπη. Σαν όμως τελείωναν, με θλίψη και αφοσίωση ιερέα κήδευες ότι δεν μπορούσες πια να έχεις. Για αυτό Ελένη, Ελένη μου, παρέμειναν τα μάτια σου θλιμμένα από τα είκοσί σου χρόνια.

Σήμερα που καθάρισα μέσα μου, που πέταξα και το τελευταίο κατακάθι, την αμφιβολία για την αγάπη σου, μπορώ πια να αναπαυτώ. Αυτό, Ελένη, είναι το τελευταίο γράμμα που θα αφήσω στο γραμματοκιβώτιό σου. Σαν το διαβάσεις, αγαπημένη Ελένη, να το θάψεις στην ρίζα της τριανταφυλλιάς, εκεί που ακόμα θάβεις τα μαραμένα τριαντάφυλλα. Να ξέρεις πως σε είδα να διαβάζεις κάθε ένα από τα αμέτρητα γράμματα που σου έγραψα όλα αυτά τα χρόνια. Σε θαύμασα πολλές φορές να συγκινείσαι, είδα ξανά τα μάτια σου να λάμπουν. Καλή μου Ελένη, Λενιώ, αγάπη μου, γυναίκα μου…

Σήμερα καθώς θα διαβάζεις αυτές τις γραμμές να ξέρεις πως δεν θα είμαι εκεί να σε κοιτώ, θα φεύγω. Έχω πετάξει πια κάθε παλιά σκουριά από τη ψυχή μου. Μπορώ να επιστρέψω πίσω στην αδιαίρετη φύση μου απλός. Έχω πια φτάσει εκεί από όπου ξεκίνησα, στο ένα…

Σαν εσύ θα διαβάζεις αυτές τις γραμμές εγώ ξαπλωμένος στο μονό μου κρεβάτι θα εισβάλλω μέσα στο όνειρο, στην παλιά ανάμνηση εκείνης της εικόνας και θα την ζω. Σήμερα, Ελένη μου, γυναίκα μου, θα ενωθώ μαζί σου σε έναν έρωτα που δεν μπορείς να καταλάβεις τη σφοδρότητά του, γιατί οι λέξεις δεν τον χωρούν. Πάνω στην κορύφωσή του θα αφήσω την τελευταία μου πνοή. Καρδιακή ανακοπή θα διαγνώσει ο οικογενειακός γιατρός πιστός πάντα στον Ιπποκράτη. Είμαι βέβαιος πως δεν θα καταλάβει.

Ελένη μου, αγάπη μου, σίγουρα θα θελήσεις να μάθεις για το κατευόδιό μου, σε παρακαλώ όμως μην παρευρεθείς. Σαν περάσουν μέρες και σαν θα είσαι μόνη, φέρε μου τα παλιά, τα μαραμένα τριαντάφυλλα από το βάζο σου και θάψε τα στο προσκέφαλό μου. Το άρωμα του έρωτα θα με συτροφεύσει μέχρι να ξαναγεννηθώ σαν ένας ελάχιστος σπόρος. Το άρωμα θα πάρω μαζί μου και εκείνη τη σταγόνα από το αίμα σου. Θα ταξιδέψω χωρίς άλλες αποσκευές, ελεύθερος, απελευθερωμένος! Θυμάσαι, άλλωστε, Ελένη μου, πως δεν πείστηκα ποτέ για την ύπαρξη του παραδείσου.

 

  Θεσσαλονίκη,

εικοσι Μαϊου του δύο χιλιάδες ένα,

του σωτήριου έτους φυσικά.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Η Μαρία Κουρλή γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, σπούδασε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Ψυχολογία και συνέχισε τις σπουδές της στην Ελληνική Εταιρία Έρευνας της Συμπεριφοράς όπου ειδικεύτηκε στην γνωστική- συμπεριφορική ψυχοθεραπεία. Η αγάπη για την γραπτή έκφραση των σκέψεων και των ιδεών της την συνοδεύει από τα πρώτα εφηβικά της χρόνια. Ως ενήλικας ασχολήθηκε με τη συγγραφή διηγημάτων, νουβέλας και μυθιστορημάτων. Διακρίθηκε με τα έργα της σε τοπικούς και Πανελλήνιους Διαγωνισμούς.

«Μπαλκονάκι στο Αιγαίο», 2014, διήγημα,  Α βραβείο,  Ηλεκτρονικός Διαγωνισμός Διηγήματος της Εθελοντικής Ομάδας Δράσης Πιερίας. «Σαν Μόνιμο Δάκρυ», 2015, μυθιστόρημα, Β βραβείο, Π.Ε.Λ. (Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών).«Ήλιος Απόμακρος», 2016,νουβέλα Α βραβείο, Π. Ε. Λ, «Χιόνινα Σπαθιά», 2016, διήγημα, Β βραβείο, Ηλεκτρονικός Διαγωνισμός Διηγήματος της Εθελοντικής Ομάδας Δράσης Πιερίας. «Η νύχτα των τρελών», 2017, διήγημα, Β βραβείο, Π. Ε. Λ. «Το ξανάχωμα», 2018, διήγημα,  Α βραβείο, Ηλεκτρονικός Διαγωνισμός της Εθελοντικής Ομάδας Δράσης Πιερίας.

Σήμερα η Μαρία Κουρλή ζει και εργάζεται ως ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια στην γενέτειρά της.

ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Τα διηγήματα της Επιλογής που θα ακολουθήσουν τους επόμενους μήνες θα δημοσιευθούν με αυτή τη σειρά στις 15 και 30 κάθε μήνα:

 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ
28/ Δυο φορτσέρια  μια ζωή– Μαρία Χασιώτη
ΜΑΡΤΙΟΣ
 Η υπομονή και η παράνοια -Τασούλα Χαμπή
Η Ιθάκη μου  – Τάσος Μπογιάρης
ΑΠΡΙΛΙΟΣ
 Νavy blue αποσκευή –Άννα Κωνσταντίνου
Οι πλεξούδες της Αφροδίτης – Ευγενία Ασλανίδου
ΜΑΙΟΣ
 Αμετανόητος – Στέλλα Δέδε
Ο κόσμος τούτος ανήκει στα πουλιά – Παναγιώτα Φωτεινοπούλου
ΙΟΥΝΙΟΣ
 Σκιά στο σκοτάδι – Ολυμπία Σφυρή
Αυτά που με κάνουν να είμαι ο εαυτός μου – Αγγελική Μανίτη
ΙΟΥΛΙΟΣ
 Φωτογραφίες από εκδρομές – Απόστολος Τουρτούρης
Ταξίδι προς το φως – Μαριλή Πάτουχα
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
 Ταξίδι δίχως αποσκευές- Αθανασία Κακαλή
Αποχαιρετισμός στην παιδική χαρά – Γιώργος Γιώτσας

 

Advertisements